ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 17988/2015, 6/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B138 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Α. Π. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 17988/2015 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. XXXXX ΓΕΩΡΓΙΟΥ Κατηγορούμενου -------------------------- Ημερομηνία: 6 Ιουνίου,
- Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Χ. Θεμιστοκλέους. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Λ. Πιερή και κα. Α. Κωνσταντίνου (Ασκ. Δικηγόρος) Κατηγορούμενος, παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Κατηγορούμενου) Ι. Η Κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος
- Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία για κλεπταποδοχή, κατά παράβαση των άρθρων 306 (α) και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε («ΠΚ»).
- Συγκεκριμένα κατηγορείται ότι, μεταξύ της 22ας Μαρτίου και 20ης Απριλίου 2013, αποδέχθηκε και κατακράτησε περιουσία που ήταν κλοπιμαία, δηλαδή διάφορα είδη πυροτεχνημάτων και βεγγαλικών, μάρκας Soral συνολικής αξίας €4000, περιουσία της Soral Agency Ltd.
- Η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε 10 μάρτυρες, τον Λοχ. XXX8, XXXXX Ιωάννου (ΜΚ 1), τον Λοχ. XXX8, XXXXX Σάββα (ΜΚ 2), την Γ/Αστ. XXX6, XXXXX Κουάλη (ΜΚ 3), τον Αστ. XXX8, XXXXX Χαραλάμπους (ΜΚ 4), τον κ. XXXXX Αντωνιάδη (ΜΚ 5), την κα. XXXXX Σάββα (ΜΚ 6), τον κ. XXXXX Μεσαρίτη (ΜΚ 7), τον κ. XXXXX Σίφουνα (ΜΚ 8), την κα. XXXXX Γεωργίου (ΜΚ 9) και τον κ. XXXXX Γεωργίου (ΜΚ 10). Κατατέθηκαν 28 Τεκμήρια. ΙΙ. Οι Εισηγήσεις του Συνηγόρου Υπεράσπισης και της Κατηγορούσας Αρχής
- Με το πέρας της παρουσίασης της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, ο συνήγορος Υπεράσπισης υπέβαλε εισήγηση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση ώστε να κληθεί ο κατηγορούμενος να παρουσιάσει την υπεράσπιση του. Αφού αναφέρθηκε στη σχετική νομολογία επί του θέματος (βλ. ΓΕ ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, Azinas v. Police
(1981)2 CLR 9, ΓΕ ν. Κλεάνθους
(1999)2 ΑΑΔ 320, ΓΕ ν. Χρίστου
(2001)2 ΑΑΔ 456) και Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191), εισηγήθηκε ότι δεν παρουσιάστηκε ικανοποιητική μαρτυρία ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να εξαγάγει συμπέρασμα γνώσης του κατηγορούμενου ότι η περιουσία που εντοπίστηκε στην κατοχή του ήταν προϊόν προηγηθείσας κλοπής (παρέπεμψε σχετικά στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2004, §B4.141). Ως εκ τούτου, εισηγήθηκε, απουσιάζει αναγκαίο συστατικό του αδικήματος αφού, δεν αποδείχθηκαν τα πρωτογενή γεγονότα που στοιχειοθετούν το αδίκημα (βλ. Δημοκρατία ν. Σπύρου
(2000)2 ΑΑΔ 107, Σταυρινίδης ν. Δήμος Λεμεσού
(2000)2 ΑΑΔ 429 και Λοΐζου ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363).
- Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής από την πλευρά της εισηγήθηκε ότι προκύπτει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. ΙΙΙ. Αρχές εξέτασης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης
- Οι αρχές που διέπουν το θέμα είναι πολύ καλά καθιερωμένες (βλ. Azinas v. Police
(1981)2 CLR 9, Re Kakos
(1985)1 CLR 250 και ΓΕ ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133). Ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται από αυτό το στάδιο όταν:
(1)δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και
(2)οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. 7. Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η μαρτυρία που δόθηκε με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191,198 και ΓΕ ν. Δράκου
(2012)2 ΑΑΔ 851, 887). 8. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά εξετάζει μόνο κατά πόσο αντικειμενικά κρινόμενη η μαρτυρία δικαιολογεί την κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση. Η μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή λαμβάνεται υπόψη στο απόγειο της (βλ. R. v. Galbraith
(1981)2 All ER 1060, 1062). ΙV. Συστατικά Στοιχεία του Αδικήματος της Κλεπταποδοχής
- Το άρθρο 306 ΠΚ προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος αποδέχεται ή κατακρατεί περιουσία, που γνωρίζει ότι αυτή εκλάπηκε ή αποκτήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο κάτω από περιστάσεις που συνιστούν κακούργημα ή πλημμέλημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου βαθμού (κακουργήματος ή πλημμελήματος) και υπόκειται- (α) στην περίπτωση κακουργήματος, σε φυλάκιση πέντε χρόνων (β) στην περίπτωση πλημμελήματος, σε φυλάκιση δύο χρόνων.»
- Το αδίκημα προσομοιάζει με το s.33
(1)του Larceny Act 1916 που ίσχυε στην Αγγλία μέχρι το 1968. Η τότε ισχύουσα Αγγλική νομολογία είναι καθοδηγητική. Ανάλογο λεκτικό χρησιμοποιείται και στο s. 354
(1)του Canadian Criminal Code, R.S.C. 1985, οπότε και κάποια καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί και από την Καναδική Νομολογία η οποία κινείται σε ανάλογες γραμμές. 11. Η Κατηγορούσα Αρχή πρέπει να αποδείξει ότι :
(1)Η περιουσία αποτελεί προϊόν προηγηθείσας κλοπής ή διάπραξης άλλου κακουργήματος ή πλημμελήματος (βλ. Kyprianou v. The Police
(1976)2 CLR 75, R. v. Gruncell and Hopkinson
(1839), 9 C. and P. 365, Walter v. Lunt [1951] 2 All E.R. 645). Η προηγηθείσα κλοπή ή διάπραξη άλλου κακουργήματος ή πλημμελήματος μπορεί να αποδειχθεί με άμεση μαρτυρία ή να αποτελεί συμπέρασμα περιστατικής μαρτυρίας (βλ, Kyprianou, ανωτέρω, σελ 84 - 87).
(2)Ο κατηγορούμενος αποδέχθηκε ή κατακράτησε αυτή, ότι δηλαδή απέκτησε την κατοχή της, έστω και από κοινού με τον κλέφτη (βλ. Kenny's Outlines of Criminal Law, J. W. C. Turner, 18th ed, 1962, §358, σελ. 355, με αναφορά στις R. v. Wiley
(1850)2 Den. 37, R. v. Berger
(1915)11 Cr. App. R. 72 και Hawes v. Edwards
(1949)11 J.P. 303). Η κατοχή πρέπει να ερμηνεύεται επομένως σύμφωνα με το άρθρο 4[1] του ΠΚ και τη σχετική νομολογία. Σημαίνει, φυσικό έλεγχο με ταυτόχρονη γνώση της φύσης του αντικειμένου που αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής (βλ. Oueiss ν. Republic
(1987)2 CLR 49, 61 - 62). Στη ΓΕ ν. Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, 74, λέχθηκε, με αναφορά στην R. v. Boyesen
(1982)2 All ER 161, ότι η κατοχή εξυπακούει φυσικό έλεγχο του αντικείμενου μαζί με γνώση του κατηγορούμενου ότι το έχει στην κατοχή του ή υπό τον έλεγχό του. Δυνατόν κάποιος να κατέχει κάποιο αντικείμενο χωρίς να γνωρίζει ή να αντιλαμβάνεται τη φύση του, αλλά δεν το κατέχει υπό τη νομική έννοια, εκτός κι αν γνωρίζει ότι το έχει. Συνεπώς προς στοιχειοθέτηση του συστατικού στοιχείου της κατοχής πρέπει να αποδειχθούν και τα δύο πιο πάνω στοιχεία.
(3)(α) Ο κατηγορούμενος γνώριζε κατά την απόκτηση της κατοχής της περιουσίας (όχι μετά), ότι αυτή αποτελούσε προϊόν κλοπής ή περιστάσεων που συνιστούσαν κακούργημα ή πλημμέλημα (βλ. Kenny's Outlines of Criminal Law, ανωτέρω, §360, σελ. 357 και R v. Johnson
(1911)6 Cr. App. R. 218). Ο κατηγορούμενος πρέπει να έχει την απαιτούμενη ένοχη διάνοια (mens rea) της απόκτησης της περιουσίας για δική του χρήση ή για πρόσωπο άλλο από τον νόμιμο ιδιοκτήτη. Ο δόλος (animus furandi) πρέπει να υφίσταται κατά την απόκτηση της και όχι μετά (βλ. Kenny's Outlines of Criminal Law, ανωτέρω, §361, σελ. 357 - 358 και R v. Mathews [1950] 1 All E.R. 137). Στην απουσία άμεσης μαρτυρίας η γνώση δύναται να αποδειχθεί με περιστατική μαρτυρία (βλ. Ττοουλιάς ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 258, 268, Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 211, 219 και Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 22, 48), μεταξύ άλλων, και με το «δόγμα» της πρόσφατης κατοχής (βλ. Christofides v. The Police
(1965)2 CLR 69, 70 και Kyprianou, ανωτέρω, σελ. 87 - 88). (β) Με τη θέσπιση στην Αγγλία του Theft Act 1968, s. 22
(1), το αδίκημα τροποποιήθηκε ώστε το αδίκημα να αποδεικνύεται όταν ο κατηγορούμενος γνωρίζει ή πιστεύει (knowing or believing) ότι η περιουσία αποτελεί προϊόν κλοπής σε μια προσπάθεια διεύρυνσης του αδικήματος ώστε να καλύπτονται οι περιπτώσεις όπου ο κατηγορούμενος δεν γνωρίζει ότι η περιουσία είναι κλοπιμαία, σκεφτόμενος όμως ότι μπορεί να είναι κλοπιμαία, ανέλαβε το ρίσκο (βλ. σχετικά The Law of Theft, J.C. Smith, 2nd ed,1972, §488 σελ. 174). Στο εν λόγω σύγγραμμα προβάλλεται η θέση ότι και σε σχέση με το προηγούμενο αδίκημα η εθελοτυφλία (wilful blindness) θεωρείτο υπό ορισμένες περιστάσεις γνώση, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος δεν χρειάζεται να είναι απόλυτα σίγουρος (βλ. επίσης Kenny's Outlines of Criminal Law, ανωτέρω, §361, υποσ. 2, σελ. 357, R. v. White
(1859), 1 F. & F. 665 και R. v. Woods
(1969)1 Q.B. 447). Στον Καναδά (βλ. Martin's Annual Criminal Code, 2012, σελ. 697) έχει κριθεί ότι εθελοτυφλία υφίσταται όπου ο κατηγορούμενος έχει πραγματική υποψία (real suspicion) την οποία αψηφά (ignores) (βλ. R. v. Lagace
(2003)181 C.C.C.
(3d)12 - Εφετείο Πολιτείας του Οντάριο), απερισκεψία όμως δεν αρκεί (βλ. R. Vinokurov
(2001)156 C.C.C.
(3d)300, §§ 8, 9 και 13 της απόφασης - Εφετείο Πολιτείας της Αλμπέρτα στην οποία γίνεται αναφορά και στην Αγγλική R. v. Havard
(1914)11 Cr. App. R. 2 - σχετική είναι και η White, ανωτέρω). V. Σύνοψη της προσαχθείσας μαρτυρίας
- Στις 26/3/2013 ο κ. XXXXX Αντωνιάδης (ΜΚ 5), ιδιοκτήτης της εταιρείας Soral Agency Ltd, κατήγγειλε ότι άγνωστοι παραβίασαν κλειδωμένο εμπορευματοκιβώτιο της εν λόγω εταιρείας και έκλεψαν από αυτό ποσότητες κεριών και σπινθήρων για τούρτες γενεθλίων («βεγγαλικών»), διαφόρων μεγεθών, συνολικής αξίας €
- Διαπίστωσε την κλοπή περί ώρα 08:00 στις 26/3/
- Η τελευταία φορά που είχε ελέγξει το εμπορευματοκιβώτιο ήταν στις 22/3/2013 περί ώρα 08:30 (κατάθεση του - Τεκμήριο 18). Μετά από λίγο καιρό πληροφορήθηκε ότι το βιβλιοπωλείο «Μαρέλιο» πωλούσε βεγγαλικά σε χαμηλότερη τιμή, οπότε επισκέφθηκε το εν λόγω κατάστημα, όπου και διαπίστωσε ότι πωλούσαν τα βεγγαλικά του. Εκδήλωσε ενδιαφέρον προς τους υπεύθυνους του καταστήματος, την κα. XXXXX Γεωργίου (ΜΚ 9) και τον κ. XXXXX Γεωργίου (ΜΚ 10), για προμήθεια μεγαλύτερης ποσότητας, οπότε και αυτοί τον παρέπεμψαν στον υιό τους, τον κατηγορούμενο. Ο ΜΚ 5 τότε απευθύνθηκε στην Αστυνομία.
- Ο ΜΚ 5 αναφέρθηκε προφορικά στις τιμές πώλησης (χονδρικές) των εν λόγω βεγγαλικών ήταν όμως ασαφής ως προς το πραγματικό κόστος εισαγωγής από την χώρα προέλευσης που είναι η Κίνα, αφού οι τιμές διακυμαίνονται. Τοποθετήθηκε ως ακολούθως: «E. Πόσα τα αγοράζετε εσείς; A. Το πόσα τα αγοράζω είναι άλλη ιστορία, για να φέρεις ένα κοντέινερ από την Κίνα θέλεις μόνο ναύλο 20.000 δολάρια, δεν έχει σημασία πόσα το αγοράζω. E. Κύριε, την τιμή του κοντέινερ την ξέρετε, θέλετε να μας πείτε και για τα προϊόντα; Σας ρώτησα για τα προϊόντα και ακούσατε την ερώτηση και μου είπατε εν άλλη ιστορία πόσα τα αγοράζω και μας είπατε την τιμή για να κάνεις εισαγωγή ένα κοντέινερ. Θέλετε να μας πείτε για το κάθε προϊόν πόσα το αγοράζετε; A. Εξαρτάται από το ναύλο, μπορεί να βρω 10.000 δολάρια, μπορεί να βρω 20.000 δολάρια, δεν έχει τιμή στη φόρτωση. Μπορεί τον Δεκέμβρη να φορτώσεις κοντέινερ και να σου πει θέλω 10.000, τον Γενάρη να σου πει 105.000.»
- Η θέση του ήταν ότι για την εισαγωγή και πώληση τέτοιων βεγγαλικών απαιτείται άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών την οποία και κατέχει. Οι μεταπωλητές του, μάλιστα, περιλαμβάνονται στην άδεια που κατέχει ο ίδιος. Ανέφερε, πάλι με κάποια ασάφεια, ότι για μεταπώληση μικρών ποσοτήτων δεν απαιτείται άδεια. Ως προς την αναγκαιότητα κατοχής άδειας αναφέρθηκε και η Γ/Αστ. XXX6, XXXXX Κουάλη (ΜΚ 3), ανακρίτρια της υπόθεσης, χωρίς όμως άλλη διευκρίνιση.
- Ο ΜΚ 5 ανέφερε επίσης ότι αναγνώρισε τον κατηγορούμενο από προηγούμενη, από την κλοπή, επαφή που είχαν, αφού τον είχε προμηθεύσει με βεγγαλικά ανάλογα των κλαπέντων. Επεσήμανε ότι ο κατηγορούμενος είχε «πάρει» μικρό αριθμό, άκομψα, χωρίς να φαίνεται να είχε πρόθεση να πληρώσει. Αξίζει να σημειωθεί ότι καμία αναφορά στο περιστατικό έγινε στις συμπληρωματικές καταθέσεις που έδωσε, Τεκμήρια 19 και 20, εξηγώντας ότι τον αναγνώρισε στο Δικαστήριο σε προηγούμενη δικάσιμο.
- Ο κατηγορούμενος συνελήφθη από τον Αστ. XXX8, XXXXX Χαραλάμπους (ΜΚ 4) (Τεκμήριο 14 η αστυνομική κατάθεση του ΜΚ 4), στις 27/6/2013 ως ύποπτος για το αδίκημα της κλοπής (Τεκμήριο 16 - το ένταλμα σύλληψης ημερ. 26/6/2013). Ανακρίθηκε από τον ΜΚ 4 στις 27/6/2013 (Τεκμήριο 17 - η ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου ημερ. 27/6/2013) και ξανά από την Γ/Αστ. XXX6, XXXXX Κουάλη (ΜΚ 3) (Τεκμήριο 6 - η αστυνομική κατάθεση της ΜΚ 3), στις 2/7/2013 (Τεκμήριο 11 - η ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου ημερ. 2/7/2013 ).
- Από έρευνα που έγινε από την ΜΚ 3 σε αποθήκη του διαμερίσματος που διέμενε ο κατηγορούμενος εντοπίστηκε μέρος της κλαπείσας ποσότητας βεγγαλικών (Τεκμήριο 10 - γραπτή συγκατάθεση για έρευνα ημερ. 28/6/2013) η οποία φωτογραφήθηκε από τον Λοχ. XXX8, XXXXX Ιωάννου (ΜΚ 1) (Τεκμήρια 1 και 2 - Αστυνομικές καταθέσεις του ΜΚ 1 με επισυνημμένες φωτογραφίες). Ποσότητα βεγγαλικών εντοπίστηκε από τον ΜΚ 4 και στο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου (Τεκμήριο 15 - Γραπτή συγκατάθεση για έρευνα ημερ. 27/6/2013). Στο βιβλιοπωλείο «Μαρέλιο», εντοπίστηκε από τον Λοχ. XXX8, XXXXX Σάββα (ΜΚ 2) (Τεκμήριο 3 - αστυνομική κατάθεση του ΜΚ 2) και τον τον Αστ. XXX1, XXXXX Θωμά (Τεκμήριο 28 - η αστυνομική κατάθεση του), στις 27/6/2013, επίσης κάποια ποσότητα βεγγαλικών (Τεκμήριο 5 - ένταλμα έρευνας ημερ. 26/6/2013). Στην οικία των γονιών του κατηγορουμένου δεν εντοπίστηκε οτιδήποτε από τον ΜΚ 2 (Τεκμήριο 4 - ένταλμα έρευνας ημερ. 26/6/2013) και τον Αστ. XXX1, XXXXX Θωμά (Τεκμήριο 28 - η αστυνομική κατάθεση του η οποία είναι παραδεκτή).
- Ο ΜΚ 5 αναγνώρισε τα βεγγαλικά που εντοπίστηκαν ως ιδιοκτησία του και ως μέρος αυτών που είχαν κλαπεί. Εκτίμησε την αξία των ανευρεθέντων στα €4000 (Τεκμήριο 20 - η συμπληρωματική αστυνομική του κατάθεση ημερ. 16/7/2013).
- Η κα XXXXX Σάββα (ΜΚ 6) (Τεκμήριο 21 - η αστυνομική της κατάθεση ημερ. 26/6/2013) υπεύθυνη αγορών στο αρτοποιείο «Σίφουνας» στο Πέρα Χωρίο Νήσου ανέφερε ότι αρχές Απριλίου 2013, επικοινώνησε μαζί της ο ιδιοκτήτης του αρτοποιείου, XXXXX Σίφουνας (ΜΚ 8), καθ' ότι ο κατηγορούμενος επιθυμούσε να τους προμηθεύσει με βεγγαλικά «σε οποιαδήποτε ποσότητα στην τιμή των 0,41 μαζί με το Φ.Π.Α.». Ήταν, της είπε, «τιμή προσφοράς για εξάντληση stock» τα συγκεκριμένα βεγγαλικά αφού δεν θα μπορούσε ο κατηγορούμενος να τα προμηθεύσει ξανά. Στις 20/4/2013 τους προμήθευσε με ένα κιβώτιο που περιείχε 300 βεγγαλικά, αφού έτσι ήταν η συσκευασία, και προς τούτο εκδόθηκε από τον κατηγορούμενο τιμολόγιο για το συνολικό ποσό των €123,90 (Τεκμήριο 13). Τέλη Μαΐου 2013, ο XXXXX Σίφουνας (ΜΚ 8) την ρώτησε αν χρειάζονταν και άλλα και του απάντησε αρνητικά. Προφορικά ανέφερε ότι είχαν προμηθευτεί ξανά από άλλη εταιρεία παρόμοια βεγγαλικά. Δεν θυμόταν την τιμή εκείνων. Ουδέποτε είχαν προμηθευτεί βεγγαλικά από τον ΜΚ
- Ο κ. XXXXX Σίφουνας (ΜΚ 8), είναι διευθυντής της εταιρείας, «Σίφουνας & Μεσαρίτης Αρτοποιείο Ltd», που λειτουργεί αρτοποιείο στο Πέρα Χωρίο Νήσου (Τεκμήριο 23 - Αστυνομική του κατάθεση ημερ. 26/6/2013). Είναι επίσης διευθυντής της «Σ.Κ. Αρτοποιεία Γέρι» με αρτοποιείο στο Γέρι. Λίγες μέρες πριν την 20/4/2013 επικοινώνησε μαζί του ο κατηγορούμενος και τον ρώτησε εάν επιθυμούσε να τον προμηθεύσει με βεγγαλικά. Ο κατηγορούμενος του είχε πει «ότι έφερε δική του εισαγωγή κεριών - βεγγαλικών για τούρτες από την Κίνα». Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι ο κατηγορούμενος δεν του είπε ότι πήγε και τα έφερε από την Κίνα, ούτε από που τα αγόρασε. Δεν απέκλεισε απλά να του είπε ότι ήταν εισαγωγής από την Κίνα. Γνώριζε πολύ καλά τον πατέρα του κατηγορουμένου, ο οποίος είχε το βιβλιοπωλείο «Μαρέλιο» στο Γέρι. Η τιμή ήταν ελκυστική, €0,35 το καθένα, αντί €1 του άλλου προμηθευτή. Επικοινώνησε με την ΜΚ 6 η οποία, ως υπεύθυνη αγορών ανέλαβε τα περαιτέρω. Όταν, μετά από ένα μήνα περίπου, ο κατηγορούμενος επικοινώνησε ξανά μαζί του για να τον προμηθεύσει με επιπρόσθετα βεγγαλικά, η ΜΚ 6, απάντησε αρνητικά αφού είχαν προμηθευτεί αρκετά την πρώτη φορά. Αναγνώρισε το εκδοθέν τιμολόγιο ημερ. 20/4/2013, Τεκμήριο
- Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι η όλη συμπεριφορά του κατηγορουμένου δεν του προκάλεσε υποψία. Για πολλά προϊόντα, όπως τα συγκεκριμένα που έρχονται από την Κίνα, υπάρχει διακύμανση των τιμών.
- Ο κ. XXXXX Μεσαρίτης (ΜΚ 7), διευθυντής της «Σίφουνας & Μεσαρίτης Αρτοποιείο Ltd» στο Πέρα Χωρίο Νήσου (Τεκμήριο 22 - η αστυνομική του κατάθεση ημερ. 26/6/2013), μετά τη σχετική καταγγελία, εντόπισε και παρουσίασε το τιμολόγιο ημερ. 20/4/2013 (Τεκμήριο 13) που είχε εκδοθεί για την προμήθεια των 300 βεγγαλικών.
- Η μητέρα του κατηγορουμένου, κα. XXXXX Γεωργίου (ΜΚ 9) (Τεκμήριο 24 - η αστυνομική της κατάθεση ημερ. 30/6/2013) ανέφερε ότι εργάζεται στο βιβλιοπωλείο «Μαρέλιο», στο Γέρι, το οποίο ανήκει στο σύζυγο της. Ο κατηγορούμενος, μετά την απόλυση του, το τελευταίο έτος απασχολείτο ως μικροπωλητής. Αγόραζε προϊόντα, όπως αρώματα, κάδρα, ξυπνητήρια κτλ. από μεγάλες εταιρείες σε χαμηλές τιμές και τα μεταπωλούσε. Ο πρώην εργοδότης του κατηγορουμένου, επειδή του χρωστούσε χρήματα, προμήθευε με προϊόντα τον κατηγορούμενο. Τα βεγγαλικά τα αγόρασε, όπως πληροφορήθηκε, από άγνωστα πρόσωπα στο παζαράκι του «Όχι», όπου πήγαινε κάθε Κυριακή προσπαθώντας να βγάλει το μεροκάματο του. Ο σύζυγος της (ΜΚ 9) κατείχε σχετική άδεια πλανοδιοπώλησης από το Δήμο Λευκωσίας. Μικρή ποσότητα διέθεσε και στο βιβλιοπωλείο (Τεκμήριο 25 - Απόδειξη παράδοσης/παραλαβής στην Αστυνομία). Η ίδια ουδέποτε τον ρώτησε από πού τα προμηθεύτηκε. Δεν θυμόταν την τιμή πώλησης. Ο ΜΚ 5 είχε επισκεφθεί το κατάστημα και είχε ενδιαφερθεί για βεγγαλικά οπότε και του ανέφερε ότι μπορούσε να τον προμηθεύσει ο κατηγορούμενος.
- Ο κ. XXXXX Γεωργίου (ΜΚ 10), πατέρας του κατηγορούμενου, ανέφερε ότι είναι ο ιδιοκτήτης του βιβλιοπωλείου «Μαρέλιο», στο οποίο εργάζεται η σύζυγος του (ΜΚ 9) (Τεκμήριο 26 - η αστυνομική του κατάθεση ημερ. 30/6/2015). Η εταιρεία που εργοδοτούσε τον κατηγορούμενο, μετά τον τερματισμό της απασχόλησης του, αντί οφειλόμενων μισθών, τον προμήθευε με εμπορεύματα τα οποία ακολούθως μεταπωλούσε. Τα προϊόντα που λάμβανε ο κατηγορούμενος δεν τα φύλαγε στο βιβλιοπωλείο λόγω έλλειψης χώρου. Με την άδεια του ΜΚ 10, ο κατηγορούμενος χρησιμοποιούσε τα τιμολόγια και σφραγίδα του βιβλιοπωλείου για να προβαίνει στις πωλήσεις του. Ο ΜΚ 10 κατείχε άδεια πλανοδιοπώλησης στην υπαίθρια αγορά της Κυριακής (Παζαράκι) του Δήμου Λευκωσίας στο χώρο Στάθμευσης Τρίπολη (μεταξύ των ετών 2007 - 2010 και Κωστάνζα μεταξύ των ετών 2010 και 2015 (Τεκμήριο 27 - Βεβαίωση Δήμου Λευκωσίας 21/2/2018) την οποία χρησιμοποιούσε ο κατηγορούμενος. Ο ίδιος δεν γνώριζε, πέραν από τις αναφορές του κατηγορουμένου, από πού προμηθεύτηκε τα βεγγαλικά ο κατηγορούμενος.
- Στην ανακριτική του κατάθεση ημερ. 27/6/2013 (Τεκμήριο 17), ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι δραστηριοποιείται ως μικροπωλητής. Αγόρασε τα βεγγαλικά, «πριν το Πάσχα του 2013» από δύο αλλοδαπούς, αγνώστων στοιχείων, στο παζαράκι του «Όχι», καταβάλλοντας €350, σε τιμή «πολύ πιο κάτω από την πραγματική τους αξία». Ως προς την τιμή που καθόρισε ο ίδιος για μεταπώληση στηρίχθηκε σε τιμές που είδε «σε δυο - τρεις τόπους» και συγκεκριμένα στο «Pas Toys». Προβάλλει επίσης τη θέση ότι στο αρτοποιείο «Σίφουνας» πώλησε σε δύο περιπτώσεις βεγγαλικά. Στη 2η ανακριτική του κατάθεση ημερ. 2/7/2013 (Τεκμήριο 11), ανέφερε ότι η αγορά έγινε περί τα μέσα Μαρτίου
- Ανέφερε ότι θα μπορούσε να αναγνωρίσει αυτούς που του τα πώλησαν αν τους έβλεπε ξανά. Πώλησε επίσης κάποια ποσότητα βεγγαλικών και σε κάποιο «Μιχάλη» που ήταν προμηθευτής του «Μαρέλιο». Δεν γνώριζε που βρισκόταν το κατάστημα του. Και στις δύο καταθέσεις αρνείται οποιαδήποτε γνωριμία με τον ΜΚ
- Αρνήθηκε ότι γνώριζε ότι τα βεγγαλικά ήταν κλοπιμαία.
- Η ΜΚ 3, με αναφορά σε ημερολόγιο ενεργείας, ανέφερε ότι συνάδελφοι της είχαν μεταβεί στο παζαράκι του «Όχι» και πωλητές τους ανέφεραν ότι τους τελευταίους μήνες ουδείς πωλούσε στο παζαράκι βεγγαλικά. VI. Συμπεράσματα
- Από την παρουσιασθείσα μαρτυρία, αλλά και τη γραμμή που ακολούθησε η Υπεράσπιση προκύπτουν τα ακόλουθα:
(1)Υπήρξε κλοπή ποσότητας βεγγαλικών από αποθηκευτικό χώρο που ανήκε στον ΜΚ 5 μεταξύ της 22/3/2013 και της 26/3/2013.
(2)Τα βεγγαλικά αυτά (ή μέρος τους) αποκτήθηκαν από τον κατηγορούμενο μετά την κλοπή και τα φύλαξε σε αποθηκευτικό του χώρο, καταβάλλοντας προσπάθειες διάθεσης τους.
(3)Τα βεγγαλικά φαίνεται να περιήλθαν στην κατοχή του σε σχετικά σύντομο χρόνο από τη διαπραχθείσα κλοπή αφού στις 20/4/2013 είχε ήδη προβεί σε πώληση κάποιας ποσότητας σε αρτοποιείο (βλ. Τιμολόγιο - Τεκμήριο 13).
- Προχώρησα και εξέτασα αν με την ενώπιον μου μαρτυρία υπάρχει υλικό το οποίο θα μπορούσε να στηρίξει εύρημα ύπαρξης γνώσης του κατηγορουμένου κατά το χρόνο της απόκτησης, ότι τα βεγγαλικά που απέκτησε ήταν προϊόντα κλοπής ή προϊόντα που αποκτήθηκαν κάτω από περιστάσεις που συνιστούσαν κακούργημα ή πλημμέλημα, έχοντας κατά νου την προαναφερθείσα αρχή (βλ. Ττοουλιάς, ανωτέρω) ότι στην απουσία άμεσης μαρτυρίας σχετικό εύρημα δύναται να εξαχθεί με βάση την περιστατική μαρτυρία, όπως λ.χ. η απόκτηση τους σε υπέρμετρα χαμηλή τιμή ή σε συνάρτηση με την πρόσφατη κατοχή τους.
- Έχοντας κατά νου τις προαναφερθείσες αρχές, ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας, κρίνω ότι η μαρτυρία που προσκομίστηκε, κρινόμενη στο απόγειο της, δεν αρκεί για να στοιχειοθετήσει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος.
- Συγκεκριμένα:
(1)Η μαρτυρία για την αξία των βεγγαλικών, που παρουσίασε ο ΜΚ 5, αφορούσε τις τιμές που ο ίδιος πωλούσε τα βεγγαλικά και όχι το κόστος εισαγωγής τους. Η διακύμανση που έδωσε ήταν πολύ αόριστη. Η αναγνώριση από πλευράς κατηγορουμένου ότι τα απέκτησε σε τιμή πολύ κάτω από την πραγματική τους θα είχε σημασία αν υπήρχε σαφής μαρτυρία για την πραγματική αξία των βεγγαλικών. Επομένως δεν υπάρχει ασφαλής βάση εξαγωγής συμπεράσματος ως προς την πραγματική αξία τους σε συνάρτηση με το ποσό που ισχυρίζεται ότι κατέβαλε ο κατηγορούμενος.
(2)Υπάρχει μαρτυρία από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής (ΜΚ 9 και 10) ότι ο κατηγορούμενος ήταν μικροπωλητής ο οποίος ασχολείτο με αγορές και πωλήσεις διαφόρων προϊόντων και ότι έκανε χρήση της άδειας πλανοδιοπώλησης του πατέρα του στο παζαράκι του «Όχι». Ο κατηγορούμενος φέρεται να χρησιμοποιούσε την επιχείρηση των ΜΚ 9 και 10 για να προβαίνει σε πωλήσεις. Δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία που να παρουσιάζει δηλώσεις του κατηγορουμένου σε τρίτους για τον τρόπο απόκτησης του προϊόντος πέραν των αναφερθέντων του ΜΚ 8, για αναφορά του κατηγορουμένου για προϊόν εισαγωγής από την Κίνα, ούτε απόκρυψης των πωλήσεων που έκανε. Αντίθετα προέβαινε σε πωλήσεις με τη χρήση τιμολογίων.
(3)Η αναφορά του ΜΚ 5 σε περιστατικό με τον κατηγορούμενο κάποιες μέρες πριν την κλοπή με προβλημάτισε, αν αποτελούσε, ζήτημα το οποίο θα έπρεπε να αξιολογηθεί στο τέλος. Ο ισχυρισμός δεν περιεχόταν σε καμία κατάθεση του. Αφορά αναγνώριση προσώπου που είδε προηγουμένως μια φορά μετά από παρέλευση διαστήματος περίπου 5 ετών. Δεν θα μπορούσε να της αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα.
(4)Σε σχέση με την προβαλλόμενη θέση αναγκαιότητας κατοχής άδειας για τα συγκεκριμένα βεγγαλικά δυνάμει του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ. 54, όπως τροποποιήθηκε και των εκδοθέντων δυνάμει αυτού κανονισμών (βλ. Explosives Substances Regulations, Cap. 83, Subsidiary Legislation of Cyprus, Vol. I, 1954, σελ. 130, όπως τροποποιήθηκαν), δεν παρουσιάστηκε συγκεκριμένη μαρτυρία πέραν των λεχθέντων της ΜΚ 3 και του ΜΚ 5, ο οποίος, ανέφερε ότι για κατοχή μικρής ποσότητας δεν απαιτείται άδεια. Ο εν λόγω Νόμος και Κανονισμοί θέτουν υποχρέωση απόκτησης άδειας σε σχέση με προϊόντα των οποίων η χημική τους σύσταση τα καθιστά εκρηκτικές ύλες, εν τη εννοία του Νόμου. Στην προκειμένη περίπτωση δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία σχετικά με τη σύσταση των βεγγαλικών, τα οποία, όπως αντιλήφθηκα χρησιμοποιούνται όπως τα κεράκια σε τούρτες γενεθλίων. Αξίζει να σημειωθεί ότι το ζήτημα αυτό δεν προβλημάτισε ούτε τους αγοραστές των βεγγαλικών, ΜΚ 6, 7 και 8. Επομένως οι αναφορές αυτές δεν μπορούν να αποτελέσουν βάση για εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος. 30. Τα πιο πάνω κενά στα γεγονότα, στο σύνολο τους, καθιστούν την ενδεχόμενη εξαγωγή συμπεράσματος γνώσης, ακόμη και στη βάση εθελοτυφλίας από πλευράς κατηγορούμενου, ότι τα βεγγαλικά είχαν κλαπεί, επισφαλή. 31. Τέλος με προβλημάτισε, αν και δεν συζητήθηκε, το ζήτημα της πρόσφατης κατοχής των βεγγαλικών. Η νομολογία επί του θέματος συνοψίζεται ως ακολούθως:
(1)Εφόσον αποδειχθεί ότι η περιουσία έχει κλαπεί και ότι αυτή έχει βρεθεί στην κατοχή του κατηγορουμένου, σε χρόνο πρόσφατο μετά την κλοπή, στην απουσία οποιασδήποτε εξήγησης από τον κατηγορούμενο, το Δικαστήριο, ακόμη και στην απουσία άλλης μαρτυρίας, λαμβάνοντας όμως υπόψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, δύναται - χωρίς όμως να υποχρεούται - να προβεί σε συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος είναι ο κλεπταποδόχος ή ο κλέφτης (βλ. R. v. Kowlyk [1988] 2 R.C.S. 59 (Απόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου του Καναδά), όπου συνοψίζεται όλη η Αγγλική Νομολογία[2] επί του θέματος).
(2)Το αν η κατοχή είναι πρόσφατη ή όχι είναι ζήτημα γεγονότων (βλ. Kyprianou, ανωτέρω, σελ. 89, με αναφορά στο σύγγραμμα Kenny's Outlines of Criminal Law, 19th ed, 461, § 500).
(3)Το βάρος απόδειξης δεν αντιστρέφεται. Το φέρει πάντα η Κατηγορούσα Αρχή. Αν παρασχεθεί εξήγηση η οποία ενδέχεται να είναι αληθινή - όχι κατ' ανάγκη αποδεδειγμένα αληθινή - τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται να απαλλαγεί της κατηγορίας, επειδή η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος είναι ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Kyprianou, ανωτέρω, σελ. 90, Schama and Abramovitch,11 Cr. App. R. 45, 49[3] και Kowlyk, ανωτέρω, σελ. 65).
- Με τα ενώπιον μου δεδομένα, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, την ποσότητα των βεγγαλικών και το χρόνο πώλησης τους σε τρίτους, κρίνω ότι θα μπορούσε να εξαχθεί συμπέρασμα πρόσφατης κατοχής από πλευράς κατηγορουμένου (βλ. Kyprianou, ανωτέρω, σελ. 89, ανωτέρω), οπότε και κάποια εξήγηση από πλευράς του θα αναμενόταν.
- Ο κατηγορούμενος μέσω των ανακριτικών του καταθέσεων προσέφερε κάποια εξήγηση για το πώς περιήλθαν τα βεγγαλικά στην κατοχή του. Η οποιαδήποτε εξήγηση, συνήθως, εξετάζεται στο τέλος με την αξιολόγηση όλης της μαρτυρίας, με το βάρος να παραμένει στην Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει ότι η εξήγηση του κατηγορουμένου δεν είναι αληθινή. Όπως ανέφερα όμως πιο πάνω (βλ. §29
(2)), η μαρτυρία που παρουσιάστηκε από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής ήταν ότι ο κατηγορούμενος απασχολείτο ως μικροπωλητής. Μέρος της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής ήταν ότι η προβαλλόμενη χαμηλή τιμή απόκτησης τους από τον κατηγορούμενο καταδείκνυε και γνώση του ότι ήταν κλαπέντα (βλ. μαρτυρία της ΜΚ 3). Ακόμη και αν θεωρηθεί ότι η γραμμή της Κατηγορούσας Αρχής ήταν ότι ο κατηγορούμενος ψεύδετο για τον τρόπο απόκτησης των βεγγαλικών, δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία που να μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο στο τέλος της δίκης σε συμπέρασμα διάψευσης του και σε καταδίκη. Οι αναφορές της ΜΚ 3 από ημερολόγιο ενεργείας, ενεργειών άλλων αστυφυλάκων που ρώτησαν, ανώνυμα, πωλητές στο παζαράκι, δεν μπορούν να αποτελέσουν υπόβαθρο εξαγωγής οποιουδήποτε συμπεράσματος. Είναι εξ ακοής μαρτυρία τρίτου βαθμού, ανώνυμης, αδύνατο να τύχει οποιασδήποτε θετικής αξιολόγησης. VII. Κατάληξη 34. Ως εκ τούτου δεν υπάρχουν περιθώρια να κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Η κατηγορία απορρίπτεται και ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.).............. Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Prima Facie/ Handling Stolen Goods Αναφορά: Ποινική/Εκ πρώτης όψεως/ Κλεπταποδοχή. [1] «"κατοχή" - (α) "να κατέχει" ή "να έχει στην κατοχή" περιλαμβάνει όχι μόνο το να έχει στη δική του προσωπική κατοχή, αλλ' επίσης και το να έχει σε γνώση του ότι είναι στην πραγματική κατοχή ή τη φύλαξη οποιουδήποτε άλλου προσώπου ή το να φυλάγει σε οποιοδήποτε χώρο (είτε αυτός ανήκει στον ίδιο ή κατέχεται από αυτό είτε όχι) για χρήση ή όφελος του ίδιου ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου, (β) σε περισσότερα από ένα πρόσωπα, αν ένας ή περισσότερα από αυτά έχουν κάποιο πράγμα υπό τη φύλαξη ή στην κατοχή τους σε γνώση και με τη συγκατάθεση των υπολοίπων, το πράγμα αυτό θεωρείται ότι βρίσκεται υπό τη φύλαξη και την κατοχή καθενός και όλων αυτών των προσώπων. [2] R. v. Langmead
(1864)Le. & Ca. 427, 169 E.R. 1459, R. v. Exall
(1866)4 F. & F. 922, 176 E.R. 850· Clement's Case
(1830)1 Lewin 113, 168 E.R. 980, Cockin's Case
(1836)2 Lewin 235, 168 E.R. 1139, R. v. Hall
(1845)1 Cox C.C. 231, Schama and Abramovitch, 11 Cr. App. R. 45, R. v. Aves [1950] 2 All E.R. 330, R. v. Loughlin, 35 Cr. App. R. 69 και R. v. Smith
(1983)148 J.P. 215. [3] '...But if an explanation is given which may be true, it is for the jury to say on the whole evidence whether the accused is guilty or not; that is to say, if the jury think that the explanation may reasonably be true, though they are not convinced that it is true, the prisoner is entitled to an acquittal, because the Crown has not discharged the onus of proof imposed upon it of satisfying the jury beyond reasonable doubt of the prisoner's guilt.' cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο