← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Αχιλλέως, Αρ. Υπόθεσης: 26835/2015, 6/6/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Αχιλλέως, Αρ. Υπόθεσης: 26835/2015, 6/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B139 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 26835/2015 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. XXXXX Αχιλλέως Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 6 Ιουνίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Φρ. Κακούρη Για Κατηγορούμενη: κ. Ελ. Μιχαηλίδου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Είναι κοινώς αποδεκτό ότι το βράδυ μεταξύ της 3.9.2015 και 4.9.2015 κάποιοι μαθητές του ιδιωτικού σχολείου GC School διοργάνωσαν πάρτι με σκοπό να γιορτάσουν την έναρξη της καινούργιας σχολικής χρονιάς. To πάρτι διεξάχθηκε σε πάρκο, ιδιοκτησίας του Δήμου Στροβόλου, το οποίο βρίσκεται πίσω από το πιο πάνω σχολείο. Οι μαθητές είχαν αποφασίσει να πάρουν μαζί τους αλκοολούχα ποτά όπως ούζο, ουίσκι και μπύρες. Κάποιοι από αυτούς μετέβησαν στο μέρος με ιδιωτικά αυτοκίνητα. Δυστυχώς, η βραδιά δεν έληξε ευχάριστα. Περί τις 03:30 της 4.9.2015 έγινε τροχαίο δυστύχημα στην οδό Αντιστράτηγου Ευάγγελου Φλωράκη που βρίσκεται ακριβώς έξω από το πάρκο όπου διεξαγόταν το πάρτι. Σε αυτό εμπλέκονταν, από την μια ο Κατηγορούμενος που οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής XXXXX31 και από την άλλη ο πεζός XXXXX Τσιάκκας (ΜΚ4). Και τα δύο εμπλεκόμενα πρόσωπα ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο, μαθητές του GC School. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι το δυστύχημα έγινε κατά την διάρκεια της νύχτας και ενώ ο καιρός ήταν αίθριος. Η οδός Αντιστράτηγου Ευαγγέλου Φλωράκη είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσής, με μια λωρίδα κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση. Ο δρόμος φωτίζεται από πυλώνες οδικού φωτισμού χαμηλής τάσης. Αριστερά και δεξιά του δρόμου υπάρχει πεζοδρόμιο ύψους 0.15 μέτρων. Στα δεξιά, ως η πορεία του Κατηγορουμένου, υπάρχει περιφραγμένος χωμάτινος χώρος καθώς και το πάρκο του Δήμου Στροβόλου. Για την περίφραξη του πάρκου υπάρχουν θάμνοι ύψους 1,5 μέτρων. Η περιοχή είναι κατοικημένη με όριο ταχύτητας 50ΧΑΩ. Μετά την διερεύνηση του δυστυχήματος καταχωρήθηκε εναντίον του Κατηγορουμένου η παρούσα υπόθεση στην οποία ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορίες α) αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του ν.86/72, β) αποφυγής παροχής δείγματος εκπνοής για τελική εξέταση κατά παράβαση του άρθρου 7 του ν.174/86 γ) οδήγησης υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών κατά παράβαση του άρθρου 9 του ν. 86/72 και δ) υπέρβαση ορίου ταχύτητας κατά παράβαση του άρθρου 6του ν. 86/72. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες επί του κατηγορητηρίου, ο Κατηγορούμενος στις 4.9.2015 στην οδό Αντιστράτηγου Ευάγγελου Φλωράκη στο Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής XXXXX31 με ταχύτητα 54ΧΑΩ αντί 50ΧΑΩ και χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Περεταίρω, οδηγούσε ενώ τελούσε υπό την επήρεια αλκοόλης και παρά το ότι του ζητήθηκε από τον Αστ.XXX8 να δώσει δείγμα εκπνοής για τελική εξέταση, άνευ εύλογου αιτίας απέφυγε να παράσχει τέτοια ποσότητα εκπνοής, η οποία θα κρινόταν ικανοποιητική προς διενέργεια τελικής εξέτασης. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για να αποδείξει την υπόθεση της, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 5 μάρτυρες κατηγορίας τους οποίους είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω να δίνουν δια ζώσης μαρτυρία στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή της γνώσης τους, η μνήμη τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης, ανιδιοτέλεια και αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελ. 251). Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα επίσης υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου

(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Πιο κάτω καταγράφω με την μέγιστη δυνατή πληρότητα την μαρτυρία του καθενός. Η παράθεση της μαρτυρίας γίνεται με τρόπο ώστε να είναι εύκολο για τον αναγνώστη να παρακολουθήσει και όχι κατ' ανάγκη με βάση τη σειρά που κατέθεσαν οι μάρτυρες ενώπιον του Δικαστηρίου. XXXXX Νικολάου (ΜΚ3) Ο ΜΚ3 ανέφερε ότι περί τις 00:45 της 4.9.2015 είχε πάει στο πάρτι που διοργάνωσαν οι μαθητές. Περί τις 03:30 της ίδιας ημέρας αποφάσισαν με τον Κατηγορούμενο να πάνε σε αρτοποιείο για να φάνε. Ο ΜΚ3 γνώριζε ότι ο Κατηγορούμενος είχε πιει ποτό, αλλά επειδή μιλούσε καλά, δεν ανησύχησε και μπήκε στο αυτοκίνητο ως συνοδηγός. Ο Κατηγορούμενος ξεκίνησε το αυτοκίνητο του και το οδήγησε με κατεύθυνση από την οδό Ταξίαρχου Στυλιανού Δεμέναγα προς την οδό Αντιστράτηγου Φλωράκη. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, όπου υπάρχει στροφή προς τα αριστερά, ο Κατηγορούμενος έστριψε το τιμόνι αριστερά και αμέσως δεξιά. Εκείνη την στιγμή, ο ΜΚ3 είδε ότι λίγα μέτρα μετά την στροφή, είδε στα αριστερά ένα σταθμευμένο αυτοκίνητο και υπέθεσε ότι ο Κατηγορούμενος έκανε κίνηση για να το αποφύγει. Δεν είδε όμως μαθητές μέσα στον δρόμο. Ακολούθως, το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε κινήθηκε δεξιότερα και αφού χτύπησε στην περίφραξη του πάρκου σταμάτησε. Ο ΜΚ3 πρόλαβε να δει μόνο για μια στιγμή τον XXXXX Τσιάκκα να βρίσκεται στην αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου. Ακολούθως, κατέβηκε και τον είδε να είναι πεσμένος ανάσκελα στην άσφαλτο κοντά στην είσοδο του πάρκου. Ο ΜΚ3 μου έκανε θετική εντύπωση ως μάρτυρας. Ήταν ήρεμος και δεν απαντούσε με δισταγμό, ούτε περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Επίσης, η αξιοπιστία του δεν πλήγηκε κατά την διάρκεια της αντεξέτασης. Θεωρώ ότι αυτός κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ανεξάρτητα και με ειλικρίνεια. XXXXX Τσιάκκας (ΜΚ4) Ο ΜΚ4 ανέφερε ότι περί τις 23:00 μετέβη στο πάρκο όπου μαζεύτηκαν περίπου 50 άτομα. Το πάρτι ξεκίνησε μέσα στο πάρκο και όσο περνούσε η ώρα άρχισε ο κόσμος να εξέρχεται προς τον δρόμο και καθόταν στα πεζοδρόμια. Σε κάποια στιγμή, ο ΜΚ4 στεκόταν στο πεζοδρόμιο έξω από το πάρκο και το επόμενο πράγμα που θυμάται είναι να βρίσκεται στο νοσοκομείο όπου ενημερώθηκε ότι παρασύρθηκε από ένα αυτοκίνητο. Η μαρτυρία του ΜΚ4 δεν μπορεί να αποτελέσει υπόβαθρο για εξαγωγή οιωνδήποτε ευρημάτων. Δεν πρόσφερε οτιδήποτε το οποίο να μπορεί να βοηθήσει σε σχέση με τα ζητήματα που καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει. Παρά το ότι ήταν άμεσα εμπλεκόμενος στο δυστύχημα, λόγω των τραυματισμών στο κεφάλι και σε άλλα σημεία του σώματος του, επηρεάστηκε η μνήμη του και δεν θυμάται οτιδήποτε σχετίζεται με το δυστύχημα. Αστ.XXX3, XXXXX Μιχαήλ (ΜΚ2) Στις 4.9.2015 και περί ώρα 03:40, η ΜΚ2 επισκέφτηκε την σκηνή του δυστυχήματος όπου εντόπισε τον Κατηγορούμενο. Αυτός μύριζε έντονα αλκοόλ, η ομιλία του ήταν συγχυσμένη, το βάδισμα του ασταθές και το πρόσωπο του κόκκινο. Η ΜΚ2 έλαβε διάφορες μετρήσεις και ετοίμασε πρόχειρο και συμμετρικό σχεδιάγραμμα της σκηνής (βλ. Τεκμήρια 8 και 9). Διαπίστωσε, μεταξύ άλλων, ότι το όχημα του Κατηγορουμένου ξεκίνησε να ολισθαίνει πλάγια 26,60 μέτρα πριν την επαφή με τον πεζό. Ακολούθως συγκρούστηκε στο δεξί πεζοδρόμιο ως η πορεία του οχήματος του Κατηγορουμένου και ακολούθως η δεξιά πλευρά του μπροστινού προφυλακτήρα συγκρούστηκε σε διάφορα σημεία της περίφραξης του πάρκου. Υπήρχε επίσης σκούπισμα στην αριστερή πλευρά του μπροστινού προφυλακτήρα και στο αριστερό μπροστινό φτερό του οχήματος, τα οποία προκλήθηκαν από την επαφή με τον πεζό. Στις 4.9.2015, η ΜΚ2 μετέβη στην σκηνή του δυστυχήματος και εκεί οδήγησε το υπηρεσιακό όχημα με αρ. εγγραφής XXXXX79 και έκανε δύο δοκιμές τροχοπέδησης χρησιμοποιώντας την συσκευή SΚΙDΜΑΝ με αριθμό 11153, η οποία υπολογίζει τον συντελεστή τριβής του δρόμου. Η ΜΚ2 είναι εξουσιοδοτημένη χειριστής της εν λόγω συσκευής. Η ΜΚ2 έλαβε υπόψη της ότι ενόσω το όχημα κινείτο στην άσφαλτο, τα ίχνη ήταν έντονα, ενώ μετά το κτύπημα στο πεζοδρόμιο, ακολουθούσαν πιο αμυδρά ίχνη διέλευσης μέχρι την τελική θέση του οχήματος. Χρησιμοποιώντας την χαμηλότερη από τις δύο ενδείξεις συντελεστή τριβής (βλ. Τεκμήριο 10), σε συνδυασμό με το μήκος και την ακτίνα καμπυλότητας των ιχνών πλάγιας ολίσθησης στην άσφαλτο, εφάρμοσε σχετικό μαθηματικό τύπο και κατέληξε ότι η ταχύτητα του αυτοκινήτου ΕΚΑ031 κατά τον χρόνο έναρξης των ιχνών ολίσθησης, ήταν 54ΧΑΩ. Αντεξεταζόμενη, η ΜΚ2 ανέφερε ότι καταμέτρησε την ορατότητα που είχε ο Κατηγορούμενος, οδηγώντας το αυτοκίνητο στην βάση των ιχνών ολίσθησης και σταμάτησε στο σημείο όπου θα μπορούσε να δει κάποιον ο οποίος στεκόταν στο σημείο που κατ' ισχυρισμό στεκόταν ο ΜΚ4. Ειδικότερα, έλαβε υπόψη ότι με βάση την μαρτυρία, ο πεζός στεκόταν κοντά στην είσοδο του πάρκου. Αφού έλαβε περαιτέρω υπόψη τα ίχνη στην άσφαλτο και το σκούπισμα στο όχημα του Κατηγορουμένου, κατέληξε ότι ο πεζός βρισκόταν πάνω στο πεζοδρόμιο και σε κάθε περίπτωση κοντά στα ίχνη του αυτοκινήτου. Η ορατότητα προς τον πεζό καταμετρήθηκε με τον πιο πάνω τρόπο και ήταν 25 μέτρα. Συνεπώς, η ορατότητα του Κατηγορουμένου ξεκινούσε μετά από το σημείο που ξεκινούν τα ίχνη ολίσθησης του αυτοκινήτου κάτι που δείχνει ότι ο Κατηγορούμενος αντέδρασε για κάποιο λόγο διαφορετικό από την οπτική επαφή με τον Άλκη. Ορατότητα προς τον τελευταίο απέκτησε μετά την απώλεια ελέγχου του οχήματος του. Η ΜΚ2 εξέφρασε τέλος την θέση ότι η στάθμευση του οχήματος MHA901 αριστερά ως η πορεία του Κατηγορουμένου, δεν συνέβαλε στην πρόκληση του δυστυχήματος. Η ΜΚ2 μου έκανε θετική εντύπωση. Ήταν ήρεμη, δεν βρισκόταν σε αμηχανία και δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Αποδέχομαι την μαρτυρία της ως προς τις ενέργειες στις οποίες προέβη για την διερεύνηση του επίδικου δυστυχήματος καθώς και την μαρτυρία της σχέση με τα ευρήματα που εντόπισε στην σκηνή και αποτυπώθηκαν επί του σχεδίου. Αποδέχομαι επίσης την θέση της ότι η ταχύτητα του οχήματος του Κατηγορουμένου λίγο πριν την έναρξη των ιχνών ολίσθησης ήταν 54ΧΑΩ αφού εξήγησε ικανοποιητικά τον τρόπο με τον οποίο κατέληξε στο εν λόγω συμπέρασμα. Η μαρτυρία της συνάδει και με τις αναφορές του ίδιου του Κατηγορουμένου, ο οποίος στην κατάθεση του ανέφερε ότι κινείτο με ταχύτητα περί τα 50 με 60 ΧΑΩ. Εξάλλου, η ΜΚ2 δεν αντεξετάστηκε σε σχέση με το εύρημα της για την ταχύτητα και η μαρτυρία της παρέμεινε αναντίλεκτη. Σύμφωνα με τη νομολογία, εκεί που ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του παρέχει στο δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε. (βλ. A.C.T. Textiles v. Zodhiatis
(1986)1 C.L.R. 89 και Adidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383). Η μάρτυρας δεν ήταν ιδιαίτερα κατατοπιστική στην προσπάθεια της να εξηγήσει τον τρόπο με τον οποίο επέδρασε η κεντρομόλος δύναμη στην πορεία που ακολούθησε το όχημα του Κατηγορουμένου. Είναι όμως αδιαμφισβήτητο ότι ο Κατηγορούμενος έχασε τον έλεγχο του οχήματος του περί τα 26 μέτρα πριν την επαφή με τον πεζό. Αστ.XXX8 XXXXX Αρναούτ (ΜΚ1) Ο ΜΚ1 είναι εξουσιοδοτημένος χειριστής των συσκευών για προκαταρκτική και τελική εξέταση αλκοόλης. Στις 3:40 της 4.9.205 επισκέφθηκε την σκηνή του δυστυχήματος, όπου εντόπισε τον Κατηγορούμενο. Διαπίστωσε ότι αυτός παρουσίαζε σημεία και συμπτώματα μέθης, αφού η αναπνοή του μύριζε έντονα οινόπνευμα, η ομιλία του ήταν συγχυσμένη, τα ενδύματα του ακατάστατα, το βάδισμα του ασταθές και το πρόσωπο του κόκκινο. Στις 04:45 υπέβαλε τον Κατηγορούμενο σε προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης με την συσκευή υπ' αριθμόν 038922 με ένδειξη 92μg%. (βλ. Τεκμήριο 2). Την ίδια ημέρα και ώρα 04:50, συνέλαβε τον Κατηγορούμενο για το αδίκημα της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης. Ακολούθως, ο ΜΚ1 μετέφερε τον Κατηγορούμενο στην Τροχαία όπου του ζήτησε να δώσει δυο ικανοποιητικά δείγματα εκπνοής στη συσκευή LION INTOXILYZER 8000 υπ' αρ.
  1. Προηγουμένως του εξήγησε τον τρόπο λειτουργίας της συσκευής και του ανέφερε ότι η άρνηση ή αποφυγή παραχώρησης των δειγμάτων δύναται να συνιστά ποινικό αδίκημα. Ο κατηγορούμενος στην προκειμένη περίπτωση, φάνηκε να προσπαθεί να δώσει δύο δείγματα, πλην όμως το αποτέλεσμα ήταν μη ικανοποιητικό (insufficient) (βλ. Τεκμήριο 3). Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος φάνηκε να αντιλαμβάνεται τον τρόπο που λειτουργεί η συσκευή τελικής εξέτασης και δεν έφερε ένσταση στο να δώσει δείγμα, ούτε επικαλέστηκε οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας το οποίο να τον εμποδίζει από το να δώσει δείγμα. Εξήγησε ότι δίδεται χρονικό περιθώριο τριών λεπτών για να μπορέσει να δοθεί το δείγμα εκπνοής. Αν δεν δοθεί ικανοποιητικό δείγμα τότε υπάρχει δυνατότητα για επιπλέον προσπάθειες μέχρι την λήξη των 3 λεπτών. Ο ΜΚ4 μου έκανε θετική εντύπωση ως μάρτυρας. Συν τοις άλλοις, η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Αναφέρθηκε με σαφήνεια σε διάφορες ενέργειες στις οποίες προέβη για την λήψη δείγματος εκπνοής από τον Κατηγορούμενο και δεν δίστασε να αναφέρει ότι δεν παρατήρησε οτιδήποτε στη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου, που έδειχνε ότι δεν προσπαθεί για να δώσει τα δείγματα. Από την άλλη, δεν ήταν βεβαίως σε θέση να γνωρίζει αν ο Κατηγορούμενος χρησιμοποίησε οποιοδήποτε τέχνασμα, για να αποφύγει να δώσει ικανοποιητικό δείγμα. Έχοντας κατά νου την συνολική παρουσία του ΜΚ4, αποδέχομαι το σύνολο της μαρτυρίας του. Αστ.XXX9 XXXXX Πολυκάρπου (ΜΚ5) Ο ΜΚ5 υπηρετεί στο Τμήμα Τεχνολογικής Ανάπτυξης του Αρχηγείου Αστυνομίας. Έχει τύχει εκπαιδεύσεων σε σχέση με τον έλεγχο, ρύθμιση και επιδιόρθωση των συσκευών ανίχνευσης αλκοόλης (βλ. Τεκμήρια 15-18). Παρουσίασε στο Δικαστήριο πιστοποίηση που αφορά την συσκευή προκαταρκτικής εξέτασης Lion Alcolmeter 500 με αριθμό 38922 (βλ. Τεκμήριο 13) και πιστοποίηση για την συσκευή τελικής εξέτασης Lion Intoxilyzer 8000 με αριθμό 80-004783 (βλ. Τεκμήριο 14). Ο ΜΚ5 ανέφερε περαιτέρω ότι ελέγχει τόσο τις συσκευές προκαταρτικού ελέγχου, όσο και τις συσκευές τελικού ελέγχου κάθε τρεις μήνες. Εξήγησε την διαδικασία που ακολουθεί για να ελέγξει τις συσκευές. Σε περίπτωση που διαπιστώσει απόκλιση, προβαίνει σε ρύθμιση της συσκευή χρησιμοποιώντας το λογισμικό της (calibration). Ο τελευταίος έλεγχος της συσκευής τελικής εξέτασης που χρησιμοποιήθηκε στην παρούσα περίπτωση έγινε στις 2.7.
  2. Εξήγησε επίσης ότι η συσκευή τελικής εξέτασης, προτού δεχθεί οποιοδήποτε δείγμα, προβαίνει αυτόματα σε διαγνωστικό έλεγχο και ότι αν παρουσιάσει οποιοδήποτε λειτουργικό πρόβλημα, δεν θα επιτρέψει στον χειριστή να προχωρήσει σε εξέταση. Ανέφερε επίσης ότι με βάση τις οδηγίες του κατασκευαστή, ο προκαταρκτικός έλεγχος πρέπει να γίνεται τουλάχιστον 10 λεπτά μετά το τελευταίο ποτό λόγω του ότι οι εν λόγω συσκευές, σε αντίθεση με τις συσκευές τελικής εξέτασης, μπορεί να επηρεαστούν από την ύπαρξη αλκοόλης στο στόμα. Επίσης, σύμφωνα με τα εγχειρίδια των συσκευών, 15 λεπτά μετά το τελευταίο ποτό, δεν υπάρχει πλέον αλκοόλη στο στόμα. Ο ΜΚ5 συμφώνησε ότι τα αποτελέσματα προκαταρτικού ελέγχου είναι ενδεικτικά, αλλά επισήμανε ότι τις πλείστες φορές δεν υπάρχει μεγάλη απόκλιση μεταξύ του τελικού και του προκαταρκτικού ελέγχου. Σημασία σε κάθε περίπτωση διαδραματίζει ο χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ των ελέγχων. Ο ΜΚ5 μου έκανε θετική εντύπωση ως μάρτυρας. Θεωρώ ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια για όσα εμπίπτουν στο πεδίο της γνώσης του. Εξάλλου, δεν επιχειρήθηκε μέσω της αντεξέτασης, ο κλονισμός της αξιοπιστίας του. Έγιναν απλώς διάφορες διευκρινιστικές ερωτήσεις, στις οποίες ο ΜΚ5 απάντησε με αμεσότητα και ευθύτητα. Δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις και δεν προσπάθησε να πει κάτι περισσότερο από αυτό που γνωρίζει. Θεωρώ ότι είναι αξιόπιστος μάρτυρας. ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Επισημαίνω στο σημείο αυτό, ότι η κατάθεση του Κατηγορουμένου κατατέθηκε στο Δικαστήριο (βλ. Τεκμήριο 5). Έγγραφα τα οποία κατατίθενται ως τεκμήρια, είναι μέρος του μαρτυρικού υλικού και πρέπει να αξιολογούνται με την υπόλοιπη μαρτυρία (βλ. Καύκαρκου ν. Χαπούπη
(1992)1 ΑΑΔ 260). Σε σχέση με την αξιολόγηση καταθέσεων Κατηγορουμένου παραπέμπω στην Xρ. Κ. Γαβριήλ v. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 693. Στην κατάθεση του λοιπόν, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι στις 3.9.2015 και περί ώρα 23:00 μετέβη στο πάρκο με το αυτοκίνητο του. Οι μαθητές, μεταξύ των οποίων και ο Κατηγορούμενος, είχαν πάρει διάφορα αλκοολούχα ποτά. Ο ίδιος έπινε μπύρα και ουίσκι. Περί τις 03:30 αποφάσισε να πάει σε περίπτερο ή σε αρτοποιείο για να πάρει κάτι να φάει και να πιει γιατί ένιωθε ζαλισμένος. Δεν Θυμάται πόσα ποτά είχε πιεί, αλλά από την ώρα που πήγε στο πάρτι, έπινε ποτό χωρίς να έχει φάει κάτι προηγουμένως. Παρά το ότι ήταν ζαλισμένος λόγω ποτού, πίστευε ότι μπορούσε να οδηγήσει. Ζήτησε από τον ΜΚ3 να πάνε μαζί στο περίπτερο και τελευταίος αφού συμφώνησε, μπήκε στο αυτοκίνητο ως συνοδηγός. Εκκίνησε λοιπόν με κατεύθυνση την οδό Αντιστράτηγου Ευαγγέλου Φλωράκη διαμέσου της οδού Ταξίαρχου Στυλιανού Δεμέναγα. Λίγο πριν την οδό Αντιστράτηγου Ευαγγέλου Φλωράκη, όπου ο δρόμος παρουσιάζει στροφή προς τα αριστερά και ενώ κινείτο περί τα 50 με 60 ΧΑΩ, αντιλήφθηκε ότι τόσο μέσα στον δρόμο όσο και στα πεζοδρόμια υπήρχαν συμμαθητές του. Εκείνη την στιγμή, συγχύστηκε και έχασε τον έλεγχο του οχήματος το οποίο κινήθηκε ανεξέλεγκτο προς τα δεξιά. Αφού κινήθηκε για λίγα μέτρα ακινητοποιήθηκε. Αμέσως, κατέβηκε από το αυτοκίνητο και άκουσε φωνές. Πήγε στο σημείο που ήταν μαζεμένοι οι συμμαθητές του και είδε τον XXXXX Τσιάκκα να είναι πεσμένος ανάσκελα στην άσφαλτο. Σε σχέση με την διαδικασία εξέτασης αλκοόλης, ο Κατηγορούμενος ανέφερε μεταξύ άλλων στην κατάθεση του ότι του επεξηγήθηκε ο τρόπος λειτουργίας της συσκευής και ότι προσπάθησε να δώσει δείγμα χωρίς όμως αποτέλεσμα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ 1η Κατηγορία Ο κατηγορούμενος κατηγορείται δυνάμει του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 το οποίο προνοεί ότι «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 A.A.Δ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Όπως αναφέρεται στην Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Η υποχρέωση της προσήκουσας επιμέλειας υπόκειται στην προϋπόθεση ότι και οι άλλοι οδηγοί θα εκπληρώσουν το καθήκον τους για επιμέλεια και δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών (βλ. Χρ. Νικολαϊδης ν. Ρ. Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 422, 428). Στη Χρυσοστόμου ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 300 ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε μεταξύ άλλων κατηγορία για αμελή οδήγηση. Δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το όχημα οδειγείτο από τον Κατηγορούμενο και ενεπλάκη σε δυστύχημα. Ο μοναδικός μάρτυρας για την κατηγορούσα αρχή ήταν ο εξεταστής μηχανοκινήτων οχημάτων, ο οποίος μετά το δυστύχημα εξέτασε το αυτοκίνητο στο οποίο διαπίστωσε εκτεταμένες ζημιές λόγω δυστυχήματος. Εύρημα δε του μάρτυρα ήταν ότι το αυτοκίνητο οδηγείτο με ελαττωματικά φρένα και κατεστραμμένο το πισινό αριστερό ελαστικό. Ο μάρτυρας περιέγραψε την κατάσταση του αυτοκινήτου αθλιότατη. Το Ανώτατο Δικαστήριο (με παραπομπή στην R. v. Spurge [1961] 2 All E.R. 688) ανέφερε ότι αποτελεί υπεράσπιση σε κατηγορία αμελούς οδήγησης ότι ο οδηγός χωρίς δική του υπαιτιότητα στερήθηκε του ελέγχου του μηχανοκίνητου οχήματος του ένεκα μηχανικής του βλάβης για την οποία δεν γνώριζε και η οποία δεν ήταν τέτοια που θα έπρεπε να την είχε ανακαλύψει εάν ασκούσε εύλογη σύνεση και εφόσον υπάρχει κάποια μαρτυρία για τέτοια βλάβη. Ο κατηγορούμενος πρέπει να αθωωθεί εάν η εξήγησή του αφήνει πραγματική αμφιβολία στη σκέψη του Δικαστηρίου. Λέχθηκε όμως ότι υποθέσεις στις οποίες μπορούσε με επιτυχία να γίνει επίκληση μιας τέτοιας υπεράσπισης πρέπει να είναι πράγματι σπάνιες. Στην υπόθεση Spurge η καταδίκη επεκυρώθη διότι μια και ο εφεσείων γνώριζε για την τάση του αυτοκινήτου να τραβά προς τα δεξιά όταν χρησιμοποιούνταν τα φρένα, η υπεράσπιση της μηχανικής βλάβης δεν μπορούσε να επιτύχει διότι ήταν επικίνδυνο γι' αυτόν να οδηγεί το όχημα όπως έκαμε με την γνώση της μηχανικής βλάβης. (Βλέπε επίσης Wilkinnson's Road Traffic Offences, 14η Έκδοση, Τόμος 1, σελ. 1/323, παρ. 5.34-40). Αναφέρθηκε επίσης στη ρηθείσα απόφαση ότι, σε υποθέσεις επικίνδυνης οδήγησης το βάρος της αποδείξεως ουδέποτε μετατίθεται στην υπεράσπιση. Αυτό δεν σημαίνει ότι εάν η κατηγορούσα αρχή αποδείξει ότι ένα αυτοκίνητο οδηγούμενο από τον κατηγορούμενο έχει θέσει σε κίνδυνο το κοινό, ο κατηγορούμενος θα μπορούσε με επιτυχία να υποβάλει στο τέλος της υπόθεσης της κατηγορίας ότι δεν είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση για να κληθεί να απαντήσει, για το λόγο ότι η κατηγορούσα αρχή δεν ανέτρεψε την υπεράσπιση της μηχανικής βλάβης. Το Δικαστήριο δεν θα εξετάσει μια τέτοια ειδική υπεράσπιση, εκτός εάν και μέχρις ότου προβληθεί από τον κατηγορούμενο. Όταν όμως έχει προβληθεί πρέπει να εξεταστεί με το υπόλοιπο της μαρτυρίας στην υπόθεση. Εάν η εξήγηση του κατηγορουμένου αφήνει πραγματική αμφιβολία στη σκέψη του Δικαστηρίου, τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται να αθωωθεί. Εάν το Δικαστήριο όμως απορρίψει την εξήγηση του κατηγορουμένου, το Δικαστήριο πρέπει να τον καταδικάσει. Στο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences, 23rd ed, 2007, σελ. 1/413, §5.50, αναφέρεται ότι στις ποινικές υποθέσεις το δόγμα του res ipsa loquitur δεν έχει εφαρμογή. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι η κατηγορούσα αρχή οφείλει να αντικρούσει κάθε πιθανή εξήγηση του κατηγορούμενου για να πετύχει καταδίκη εάν τα γεγονότα στη σκηνή του δυστυχήματος είναι τέτοια που, στην απουσία οποιασδήποτε εξήγησης από τον κατηγορούμενο, το Δικαστήριο δεν έχει επιλογή παρά να καταδικάσει. Είναι σύνηθες, όπως αναφέρεται στο σχετικό σύγγραμμα, ότι η μόνη μαρτυρία που δυνατόν να προσκομιστεί από την κατηγορούσα αρχή είναι μαρτυρία ότι το όχημα του κατηγορούμενου εξήλθε του δρόμου και κτύπησε σε παρακείμενο τοίχο ή βρέθηκε αναποδογυρισμένο. Εάν στην απουσία οποιασδήποτε εξήγησης, το μόνο συμπέρασμα στο οποίο μπορεί να καταλήξει το Δικαστήριο είναι ότι ο κατηγορούμενος ήταν αμελής το Δικαστήριο πρέπει να τον καταδικάσει (βλ. Rabjohns v Burgar [1971] R.T.R. 234,Watts v Carter [1971] R.T.R. 232 και Wright v. Wenlock [1971] R.T.R. 228). Όπου όμως ο κατηγορούμενος, δίδει εξήγηση, η οποία δεν είναι ευφάνταστη (fanciful), η κατηγορούσα αρχή οφείλει να την αντικρούσει και αν δεν το πράξει τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται να έχει το όφελος της αμφιβολίας (βλ. Wilkinson's Road Traffic Offences, 23rd ed, 2007, σελ. 1/414, §5.51). Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση την αξιόπιστη ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του και σε κάποιο σημείο του δρόμου απώλεσε τον έλεγχο και κινήθηκε δεξιά ως η πορεία του. Κτύπησε αρχικά στο πεζοδρόμιο και συνέχισε την ανεξέλεγκτη πορεία του μέχρι το σημείο που στεκόταν ο πεζός XXXXX Τσιάκκας. Υπάρχει μια παρανόηση από την πλευρά της υπεράσπισης, ότι η παρούσα περίπτωση άπτεται του κατά πόσον ο XXXXX ήταν ορατός προς τον Κατηγορούμενο. Δεν είναι τούτο το ζητούμενο. Εκείνο που έχει σημασία για την παρούσα περίπτωση είναι το γεγονός ότι για λόγους που μόνο ο ίδιος ο Κατηγορούμενος θα μπορούσε να γνωρίζει, έχασε τον έλεγχο του οχήματος του και ανέβηκε σε πεζοδρόμιο θέτοντας σε εμφανή κίνδυνο όλα τα πρόσωπα που βρίσκονταν στο σημείο. Ο Κατηγορούμενος μέσα από την κατάθεση του, υποστήριξε ότι συγχύστηκε λόγω ύπαρξης προσώπων στον δρόμο. Η θέση αυτή καταρρίφθηκε μέσα από την μαρτυρία του συνοδηγού του Κατηγορουμένου, ήτοι του ΜΚ3. Πέραν τούτου, έστω κι αν υπήρχαν πρόσωπα στο δρόμο, τούτο δεν σημαίνει ότι ένας επιμελής οδηγός πρέπει ή δικαιολογείται να συγχυστεί και να χάσει τον έλεγχο του οχήματος του. Ο Κατηγορούμενος επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής μετά που κλήθηκε σε απολογία και τούτο σαφώς δεν είναι κάτι που μπορεί να προσμετρήσει εναντίον του. Στην απουσία όμως οποιασδήποτε εξήγησης για την αναπάντεχη απώλεια ελέγχου του οχήματος του δεν μπορεί να υπάρξει οποιαδήποτε άλλη κατάληξη πέρα από την ενοχή του στο αδίκημα της αμελούς οδήγησης. Παραπέμπω στην υπόθεση Χαράλαμπος Ιωάννου ν. Αστυνομίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 399 που αφορούσε αδίκημα στην βάση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα για το οποίο μάλιστα απαιτείται απόδειξη ψηλότερου βαθμού αμέλειας από ότι το άρθρο 8 του ν.86/
  1. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνοντας την καταδίκη και επιβάλλοντας 15μηνη φυλάκιση στον εφεσείοντα, ανέφερε τα ακόλουθα: «Ο εφεσείων οδηγεί το αυτοκίνητο με ταχύτητα μερικά χιλιόμετρα πέραν της επιτρεπόμενης των 80χαω, σε ασφαλτοστρωμένο δρόμο, με αναμμένα φώτα. Αφού διέρχεται αριστερόστροφη καμπή του δρόμου και βρίσκεται επί της ευθείας, ξαφνικά παρεκκλίνει της πορείας του, προσκρούει στον αριστερό όχθο και, ακυβέρνητο, ακινητοποιείται τελικά μεταξύ του όχθου και ενός κυπαρισσιού. Ως αποτέλεσμα, το αυτοκίνητο καταστρέφεται ολοσχερώς, ο εφεσείων και ένας από τους συνεπιβάτες τραυματίζονται, ο δε δεύτερος συνεπιβάτης τραυματίζεται θανάσιμα. Ο εφεσείων δίδει σειρά εξηγήσεων ως προς τους λόγους για τους οποίους έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου. Όμως, το πρωτόδικο Δικαστήριο απορρίπτει όλες τις εξηγήσεις του ως αναξιόπιστες. Τι παραμένει ως πραγματικό γεγονός; Το μόνο που παραμένει είναι ότι ο εφεσείων, χωρίς οποιαδήποτε εκ μέρους του ικανοποιητική εξήγηση, ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο με ταχύτητα μερικών μόνο χιλιομέτρων πέραν του επιτρεπομένου, αφού διήλθε αριστερόστροφη καμπή του δρόμου και βρέθηκε επί της ευθείας, ξαφνικά παρεξέκλινε της πορείας του, προσέκρουσε στον αριστερό όχθο και, με ακυβέρνητο πλέον το αυτοκίνητο, ακινητοποιήθηκε μεταξύ του όχθου και ενός κυπαρισσιού, με τα γνωστά τραγικά αποτελέσματα. Με αυτά τα δεδομένα, δεν μπορεί, κατά την άποψή μας, παρά να θεωρηθεί, πέραν πάσης ευλόγου αμφιβολίας, ότι, κατά την ώρα του δυστυχήματος, ο εφεσείων, για λόγους που μόνο ο ίδιος γνωρίζει, οδηγούσε το αυτοκίνητο κατά τρόπο που συνιστούσε αλόγιστη και ή απερίσκεπτη εκ μέρους του οδική συμπεριφορά ώστε να στοιχειοθετείται τόσο η αντικειμενική όσο και η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος του Άρθρου 210.» Έχω την άποψη, ότι τα πιο πάνω τυγχάνουν εφαρμογής και στην παρούσα. Ευτυχώς για όλους, στην προκειμένη περίπτωση δεν προέκυψε ο θάνατος οποιουδήποτε προσώπου. Στην απουσία οποιαδήποτε και πόσο μάλλον πειστικής εξήγησης για τον λόγο που ο Κατηγορούμενος απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, δεν μπορεί να υπάρξει άλλη κατάληξη πέρα από το ότι οδηγούσε αμελώς. 2η Κατηγορία Το άρθρο 7 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου ν.174/1986προνοεί ότι για να διαπιστωθεί ότι οιονδήποτε πρόσωπο που έχει δώσει δείγμα για προκαταρκτική εξέταση, έχει διαπράξει αδίκημα κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 5 του ιδίου νόμου, οιοσδήποτε αστυνομικός δύναται να ζητήσει από το εν λόγω πρόσωπο όπως παράσχει δύο δείγματα εκπνοής για τελική εξέταση μετά παρέλευση δέκα τουλάχιστον λεπτών από την χρονική στιγμή κατά την οποίαν είχε παρασχεθεί το δείγμα εκπνοής για την προκαταρκτική εξέταση. Ο αστυνομικός υποχρεούται όπως επιστήσει την προσοχή του προσώπου από το οποίο ζητείται η παραχώρηση δειγμάτων, ότι η άρνηση ή αποφυγή παραχώρησης του ζητηθέντος δείγματος δυνατόν να συνιστά ποινικό αδίκημα. Στην προκειμένη περίπτωση, στην βάση της μαρτυρίας που έχει δοθεί θεωρώ ότι έχει γίνει ορθά η διαδικασία που προνοείται στο άρθρο 7 του ν. 174/
  2. Ειδικότερα, ο Κατηγορούμενος είναι πρόσωπο από το οποίο, κατά τον ουσιώδη χρόνο, είχε ληφθεί δείγμα για προκαταρκτική εξέταση. Ακολούθως, ο ΜΚ1 ευλόγως και ως είχε εξουσία ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να μεταβεί σε χώρο όπου υπήρχε ο εξοπλισμός για διενέργεια τελικής εξέτασης. Επιστήθηκε η προσοχή του Κατηγορουμένου στο ότι η άρνηση ή αποφυγή παραχώρησης του ζητηθέντος δείγματος δυνατόν να συνιστά ποινικό αδίκημα. Περαιτέρω παρήλθαν πέραν των 10 λεπτών από την χρονική στιγμή κατά την οποία παρασχέθηκε το δείγμα προκαταρκτικής εξέτασης. Απομένει να εξεταστεί κατά πόσον ο Κατηγορούμενος απέφυγε να δώσει δείγμα εκπνοής, δεδομένου ότι σύμφωνα με την μαρτυρία επιχείρησε 2 φορές να φυσήξει στην συσκευή τελικής εξέτασης, χωρίς όμως να υπάρξει επιτυχής καταγραφή στην συσκευή. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κώστα Δημητρίου
(2013)2 ΑΑΔ 171, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η αποφυγή παροχής δείγματος εκπνοής ως συστατικό στοιχείο του αδικήματος πρέπει να αποδεικνύεται με μαρτυρία αναγόμενη στη συμπεριφορά του υφιστάμενου τον έλεγχο ατόμου η οποία, λογικά κρινόμενη, να μπορεί να οδηγήσει με βεβαιότητα σε ένα και μόνο συμπέρασμα ότι το ανεπαρκές δείγμα εκπνοής, ένεκα του οποίου η ένδειξη «insufficient» στη συσκευή, οφείλεται αποκλειστικά στο ότι το υφιστάμενο τον έλεγχο άτομο σκοπίμως ή άλλως πως απέφυγε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να δώσει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής. Θεωρούμε αυτόδηλο πως η ένδειξη «insufficient» στη συσκευή δεν είναι από μόνη της αρκετή για την απόδειξη του συγκεκριμένου αδικήματος. Απαιτείται προς τούτο και η προσαγωγή σχετικής μαρτυρίας προς απόδειξη της επιλήψιμης συμπεριφοράς εφόσον το αδίκημα δεν είναι αυστηρής ευθύνης (strict liability). Στην υπό κρίση υπόθεση η μαρτυρία που προσκόμισε η Κατηγορούσα Αρχή δεν μπορούσε να οδηγήσει με τη βεβαιότητα που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις στο συμπέρασμα ότι ο εφεσίβλητος απέφυγε να δώσει δείγμα εκπνοής.» Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Παύλου Αραμπίδη (Αρ. 1)
(2013)2 ΑΑΔ 713, που εκδόθηκε στις 1.11.2013, ήτοι 9 μήνες μετά από την απόφαση Δημητρίου ανατράπηκε η πρωτόδικη απόφαση με την οποία αθωώθηκε ο κατηγορούμενος στην κατηγορία της αποφυγής παροχής δείγματος εκπνοής για σκοπούς τελικής εξέτασης. Το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε ότι από τη στιγμή που το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχτηκε ότι η συσκευή τελικής εξέτασης λειτουργούσε κανονικά, η καταγραφή στο έντυπο που εκτυπώθηκε από την συσκευή τελικού ελέγχου της ένδειξης «NO BREATH FLOW DETECTED - NO SPECIMEN», κατέτασσε την υπόθεση σε καθαρή υπόθεση ενοχής. Λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Το ρήμα όμως «αποφεύγω», όπως αυτό χρησιμοποιείται στο Άρθρο 7
(4)του Νόμου, έχουμε την άποψη πως έκδηλα έχει την έννοια «του προσπαθώ να μην κάνω κάτι» ή «να ξεφύγω από κάτι» (βλ. και Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, Γ΄ έκδοση, σελ. 260), παρά το γεγονός ότι την ίδια στιγμή παρουσιάζομαι να μην αρνούμαι να πράξω αυτό που μου έχει ζητηθεί να πράξω, καθότι τέτοια συμπεριφορά θα ισοδυναμούσε με άρνηση. Με αυτή την έννοια χρησιμοποιείται στο Άρθρο 7
(4)του Νόμου το οποίο, για στοιχειοθέτηση του αδικήματος που δημιουργεί, δεν περιορίζεται μόνο στην «άρνηση» του προσώπου που καλείται να δώσει δείγμα εκπνοής, αλλά και στην «αποφυγή» του να δώσει δείγμα. Δηλαδή, ενώ φαίνεται πως το περί ου ο λόγος πρόσωπο συνεργάζεται στο να δώσει δείγμα, εντούτοις η συνεργασία του δεν είναι γνήσια και κατά τη διαδικασία που ακολουθεί προσπαθεί και κατορθώνει με κάποιο τρόπο να μην δώσει δείγμα. Αυτό συνέβη και στην παρούσα περίπτωση και αδιάψευστος μάρτυρας ότι ο εφεσίβλητος προσπάθησε και κατόρθωσε με κάποιο τρόπο να μην δώσει δείγμα εκπνοής για τελική εξέταση είναι η σχετική καταγραφή στο έντυπο που εκτύπωσε η μηχανή και ενόψει τούτου οι παρατηρήσεις του Δικαστηρίου ότι ο ΜΚ.3 «. δεν έχει αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος είτε έβαλε τη γλώσσα του μπροστά στο στόμιο της μηχανής, είτε ότι διέκοψε το συνεχές φύσημα στο στόμιο της μηχανής, ούτε και ότι γέμισε σάλιο το στόμιο της μηχανής» δεν είχαν θέση στην υπόθεση. Καταλήγουμε, επομένως, ότι από τη στιγμή που το Δικαστήριο δέχθηκε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η συσκευή λειτουργούσε κανονικά και ότι ο ΜΚ.3 προέβη σε όλους τους προκαταρκτικούς ελέγχους για να διαπιστώσει - όπως και διαπίστωσε - την ορθότητα λειτουργίας της συσκευής, επρόκειτο για καθαρή υπόθεση ενοχής του εφεσίβλητου στο αδίκημα που του καταλογίστηκε και ανάλογη είναι και η απόφαση μας.» Προφανώς, βρισκόμαστε προ περίπτωσης αντικρουόμενων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Θα ανέμενε κανείς ότι, στην απόφαση Αραμπίδη (ανωτέρω), ως μεταγενέστερη, θα γινόταν αναφορά στην προηγούμενη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Δημητρίου (ανωτέρω). Εντούτοις, ως φαίνεται η τελευταία δεν τέθηκε υπόψη του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το οποίο συνεδρίαζε υπό διαφορετική σύνθεση. Εν όψει της ύπαρξης συγκρουόμενων αποφάσεων της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με το υπό εξέταση ζήτημα, θεωρώ ότι τυγχάνουν εφαρμογής οι αρχές της Ιωσηφίδης ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 490 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Ενόψει των ανωτέρω θεωρούμε ότι, σε περίπτωση που υπάρχουν συγκρουόμενες αποφάσεις της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου πάνω σε ένα ζήτημα (όπως οι αποφάσεις Payiata και Παπαδοπούλλου), οι Δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην πρωτόδική τους δικαιοδοσία, οφείλουν, και τούτο είναι ορθό, να θεωρούν ότι δεσμεύονται και να ακολουθούν την τελευταία, εφόσον αυτή ασχολήθηκε και δεν αποδέχθηκε την προηγούμενη ή τις προηγούμενες. Εξαίρεση μπορούν να αποτελέσουν μόνο οι τυχόν αποφάσεις της Ολομέλειας που λήφθηκαν per incuriam, δηλαδή εξ αβλεψίας ή εν αγνοία προηγούμενης απόφασης ή αποφάσεων της Ολομέλειας, πάνω στο ίδιο θέμα, ή εν αγνοία νομοθετικής διατάξεως. Σε τέτοια περίπτωση ο πρωτόδικος δικαστής έχει την ευχέρεια να επιλέξει ποια να ακολουθήσει. Όπως παρατηρεί ο Salmond on Jurisprudence, 12th Edition, στη σελίδα 153:- "... The lower court may refuse to follow the later decision on the ground that it was arrived at per incuriam, or it may follow such decision on the ground that it is the latest authority. Which of these two courses the court adopts depends, or should depend, upon its own view of what the law ought to be."» Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και με πλήρη σεβασμό προς τις δύο αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το πρωτόδικο Δικαστήριο στην παρούσα περίπτωση, είναι υποχρεωμένο να καταλήξει στην τελική του ετυμηγορία επιλέγοντας ποια από τις δύο αποφάσεις θα ακολουθήσει. Χρήσιμη και ίσως βοηθητική παραπομπή σε αντίστοιχες Αγγλικές διατάξεις έχω προβεί σε εξέταση όμοιας περίπτωσης στην υπόθεση Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μαριάννας Κωνσταντίνου Αρ. Υπόθεσης 9849/17 ημερομηνίας 14.12.2017. Νοείται ότι σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο καταλήγει στα δικά του συμπεράσματα και ερμηνεία στην βάση των νομολογιακών αρχών που διέπουν την ερμηνεία ποινικών νόμων. Ερμηνεύοντας λοιπόν την νομοθετική πρόνοια του άρθρου 7 του ν.174/1986 καταλήγω ότι δεν είναι απαραίτητο να αποδειχθεί πρόθεση του υποβαλλόμενου στον έλεγχο προσώπου στο να αποτύχει να παρέχει δείγμα. Μόνο και μόνο η αποτυχία του εν λόγω προσώπου να πετύχει να δώσει δείγμα, ως γεγονός είναι αρκετή για να οδηγήσει σε καταδίκη, νοουμένου ότι έχουν προηγηθεί όλες οι προαπαιτούμενες ενέργειες σε σχέση με τον έλεγχο της συσκευής και την κλήση του οδηγού σε έλεγχο. Αυτό που απομένει στον οδηγό ο οποίος αποτυγχάνει να δώσει το σχετικό δείγμα είναι να επικαλεστεί την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας. Δεν παραγνωρίζω ότι οι ποινικοί νόμοι πρέπει να ερμηνεύονται αυστηρά και εάν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ή ασάφεια, αυτή αποφασίζεται υπέρ του κατηγορούμενου (βλ. Χριστοδούλου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1993)Α.Α.Δ. 443). Η ποινική ευθύνη πρέπει να καθορίζεται απερίφραστα από το λεκτικό της διάταξης και όχι να αφήνεται να συνάγεται από τα συμφραζόμενα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπαλαζάρου κ.ά.
(1995)2 Α.Α.Δ. 128). Από την άλλη, οι λέξεις σε ένα νομοθέτημα γενικά ερμηνεύονται με τη συνήθη σημασία τους και λαμβάνοντας υπόψη και το σκοπό του νόμου (βλ. Southfields Industries Ltd v. Δήμου Λευκωσίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 59). Αυτό ακριβώς θεωρώ ότι έπραξε το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση Αραμπίδη όπου, αφού αναφέρθηκε αρχικά στην γραμματική ερμηνεία του ρήματος «αποφεύγω» με αναφορά σε Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας («προσπαθώ να μην κάνω κάτι»), εξήγησε στην συνέχεια ότι το εν λόγω ρήμα χρησιμοποιείται στο άρθρο 7
(4)του Νόμου, με την έννοια ότι κάποιος «προσπαθεί να μην κάνει κάτι» παρά το γεγονός ότι την ίδια στιγμή παρουσιάζεται να μην αρνείται να το πράξει. Προσπαθώντας να επεκτείνω την πιο πάνω σκέψη, θεωρώ ότι το ρήμα «αποφεύγω» στο άρθρο 7
(4)του Νόμου, δεν μπορεί να ερμηνεύεται με μόνο την γραμματική του σημασία καθότι κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε ταύτιση της ερμηνείας του ρήματος "αποφεύγω" με την ερμηνεία του ρήματος "αρνούμαι". Κάτι τέτοιο θα ήταν πλεονασμός. Ο σκοπός του νομοθέτη δεν μπορεί να είναι άλλος από το να καταστήσει την αποτυχία (περιλαμβανομένης και της άρνησης) παροχής ικανοποιητικού δείγματος εκπνοής για τελική εξέταση ποινικά κολάσιμη πράξη και να εναποθέσει έτσι στον εκάστοτε Κατηγορούμενο το βάρος επίκλησης της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας. Το άρθρο 7
(4)του νόμου δεν καταλείπει την εν λόγω υπεράσπιση μόνο σε αυτόν που αρνείται, αλλά και σε αυτόν που αποφεύγει να δώσει δείγμα εκπνοής. Θα ήταν οξύμωρο να προσφέρεται η εν λόγω υπεράσπιση σε κάποιον που σκόπιμα αποφεύγει να δώσει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής. Είναι όμως εύλογο να παρέχεται η εν λόγω υπεράσπιση σε άτομα τα οποία προσπάθησαν πραγματικά και ειλικρινά να δώσουν δείγμα εκπνοής και δεν τα κατάφεραν. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, καταλήγω να ακολουθήσω τα αποφασισθέντα στην υπόθεση Αραμπίδη (ανωτέρω). Στην προκειμένη περίπτωση, ο Κατηγορούμενος δεν πρόβαλε κανένα ισχυρισμό για να δικαιολογήσει την αποτυχία του να δώσει δείγμα. Περαιτέρω, με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΚ5, η συσκευή τελικής εξέτασης, προτού δεχθεί οποιοδήποτε δείγμα, προβαίνει αυτόματα σε διαγνωστικό έλεγχο. Αν παρουσιάσει οποιοδήποτε λειτουργικό πρόβλημα, δεν θα επιτρέψει στον χειριστή να προχωρήσει σε εξέταση. Περαιτέρω, η συσκευή ελέγχθηκε σε χρόνο μικρότερο των 2 μηνών πριν την υποβολή του Κατηγορουμένου σε τελική εξέταση, ενώ σύμφωνα με το εγχειρίδιο του κατασκευαστή οι έλεγχοι πρέπει να γίνονται ανά 6 μήνες. Τέλος, δεν υποβλήθηκε οποιαδήποτε θέση από την υπεράσπιση ότι η συσκευή δεν λειτουργούσε ορθά. Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου, καταλήγω ότι η ένδειξη "Insufficient Sample" στην συσκευή είναι αρκετή για να οδηγήσει σε εύρημα ενοχής. Ο Κατηγορούμενος δεν προώθησε οποιαδήποτε θέση η οποία να μπορούσε ενδεχομένως να εξεταστεί υπό το πρίσμα της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας. Οι ισχυρισμοί περί άσχημης ψυχολογικής κατάστασης και κούρασης παρέμειναν σε επίπεδο υποβολών και δεν μετουσιώθηκαν σε μαρτυρία. 3η Κατηγορία Ο κατηγορούμενος κατηγορείται επίσης ότι διέπραξε το αδίκημα της οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών κατά παράβαση του άρθρου 9 του Ν.86/72, το οποίο προνοεί τα εξής «9.-
(1)Πας όστις, καθ' ον χρόνον οδηγεί ή πειράται να οδηγήση μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου ή άλλως πως είναι υπεύθυνος διά το τοιούτον όχημα εν όσω τούτο ευρίσκεται επί τινος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου, τελεί υπό την επήρειαν οινοπνευματωδών ποτών, ναρκωτικών ή φαρμάκων κατά τρόπον ώστε, καθ' ον χρόνον οδηγεί η ικανότης αυτού προς ασφαλή οδήγησιν να είναι ηλαττωμένη, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας ,1000 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Το ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε έχοντας καταναλώσει οινοπνευματώδη ποτά, δεν είναι αρκετό για να θεμελιώσει καταδίκη του. Θα πρέπει επιπρόσθετα η Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει ότι, ένεκα της κατανάλωσης οινοπνευματωδών ποτών, η ικανότητα του κατηγορουμένου για ασφαλή οδήγηση είναι ελαττωμένη. Στην υπόθεση Σάββα v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 115 λέχθηκαν τα εξής: «Η μαρτυρία ήταν συντριπτική και έδειχνε προς μια και μόνο κατεύθυνση. Ο τρόπος με τον οποίο ο εφεσείων οδήγησε το αυτοκίνητό του, το ότι μύριζε έντονα οινόπνευμα σε συνδυασμό εδώ και προς τη μαρτυρία για κατανάλωση οινοπνεύματος και η συμπεριφορά του, χωρίς καμιά αμφιβολία αποδείκνυαν πως η ικανότητά του να οδηγεί ήταν ελαττωμένη λόγω οινοπνεύματος. Δεν είναι ορθή η εισήγηση πως χρειαζόταν απαραιτήτως επιστημονική μαρτυρία την οποία άλλωστε ήταν ο ίδιος ο εφεσείων που απέκλεισε. Παρεμβάλουμε εδώ τα ακόλουθα:΄Οταν ο εφεσείων ακινητοποιήθηκε και αφού έκαμε προσπάθεια να διαφύγει, δεν έδινε δείγμα εκπνοής εξ ου και η τρίτη κατηγορία. Δεν συνεργαζόταν και αντί να εκπνέει, εισέπνεε. Το απόσπασμα από τους Halsbury's στο οποίο μας παρέπεμψε ο κ. Ανδρέου που αναφέρεται στην απόδειξη του επηρεασμού με επιστημονική μαρτυρία, με ή χωρίς μαρτυρία για ασταθή οδήγηση, δηλώνει δυνατότητα και δεν υπονοεί πως αυτός είναι ο μόνος τρόπος απόδειξης. Στον Wilkinsons στον οποίο αναφέρθηκε το Δικαστήριο, (βλ. και την 14η έκδοση σελ. 1/230 §4.63) εξηγείται, και αυτή είναι η ορθή θέση, πως αποδεικνύεται ο επηρεασμός και με μαρτυρία για ασταθή οδήγηση ή δυστύχημα στο οποίο δεν θα εμπλεκόταν κανονικός οδηγός μαζί με μαρτυρία για κατανάλωση οινοπνεύματος. Περαιτέρω, με μαρτυρία για την κατάσταση του οδηγού (μεταξύ άλλων αστάθεια ή διανοητική σύγχυση) και κάποια μαρτυρία πως αυτή οφείλεται σε οινόπνευμα και όχι σε ασθένεια. Τα συζητηθέντα στην R v. Daviesδεν μπορούν να συσχετισθούν προς την παρούσα υπόθεση. Αποδοκιμάστηκε εκεί η λήψη ως μαρτυρίας της γνώμης μη ειδικού πως ο οδηγός δεν ήταν σε θέση να χειριστεί όχημα. Εδώ οι μάρτυρες αναφέρθηκαν στην εμφάνιση και στη συμπεριφορά του εφεσείοντα και το Δικαστήριο κατέληξε με γνώμονα τη δική του αξιολόγηση της μαρτυρίας που είχε προσαχθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, ο τρόπος με τον οποίο οδήγησε ο Κατηγορούμενος το αυτοκίνητό του, το γεγονός ότι μύριζε έντονα οινόπνευμα σε συνδυασμό με το ότι η ομιλία του ήταν συγχυσμένη και το βάδισμα του ασταθές αλλά και την παραδοχή του ίδιου του Κατηγορουμένου ότι από την έναρξη του πάρτι μέχρι και την στιγμή που αποφάσισε να πάει να πάρει κάτι να φάει κατανάλωνε ουίσκι και μπύρες καθώς και ότι η παραδοχή του ότι ένοιωθε ζαλισμένος, χωρίς αμφιβολία αποδεικνύουν ότι η ικανότητά του Κατηγορουμένου να οδηγεί ήταν ελαττωμένη λόγω αλκοόλης. Επαναλαμβάνω ότι δεν δόθηκε καμία εξήγηση από τον Κατηγορούμενο για το γεγονός ότι απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος του. Σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία της ΜΚ2, το όχημα XXXXX01 δεν εμπόδιζε καθ' οιονδήποτε τρόπο την διέλευση του Κατηγορουμένου. Περαιτέρω, δεν υπάρχει μαρτυρία σε σχέση με την παρουσία πεζών στον δρόμο οι οποίοι να προκάλεσαν την αντίδραση του Κατηγορουμένου που οδήγησε στην απώλεια ελέγχου του αυτοκινήτου. Προσθέτω ανάμεσα στα άλλα και το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος μόλις είχε αναχωρήσει από το πάρκο και γνώριζε ότι στο σημείο υπήρχαν πεζοί. Εντούτοις «κατόρθωσε» να προκαλέσει τεράστιο κίνδυνο με την συμπεριφορά του. 4η Κατηγορία Το Άρθρο 6
(3)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν.86/72(στο εξής «ο Νόμος»), προνοεί τα ακόλουθα: «
(3)Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού με ταχύτητα μεγαλυτέραν του ανωτάτου ή μικροτέραν του κατωτάτου ορίου ταχύτητος όπερ έχει ορισθή υπό της αρμοδίας αρχής δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(2)ή της επιφυλάξεως αυτού είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται, εν περιπτώσει καταδίκης, εις φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £1000 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: (α) η οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος σε οδό (β) ο ορισμός από την αρμόδια αρχή ανωτάτου ορίου ταχύτητας (γ) η αναγραφή του ορίου ταχύτητας επί πινακίδας η οποία να τοποθετήθηκε στην οδό κατά τρόπο που να διακρίνεται ευχερώς από τους οδηγούς, και (δ) η οδήγηση του οχήματος με ταχύτητα μεγαλύτερη του καθορισθέντος ανωτάτου ορίου ταχύτητας. Στην παρούσα υπόθεση, ο κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε το καθορισμένο όριο ταχύτητας στον επίδικο τόπο και χρόνο. Παραμένει να εξεταστεί κατά πόσον ο Κατηγορούμενος οδηγούσε με ταχύτητα μεγαλύτερη του επιτρεπόμενου ορίου. Στο σύγγραμμα To Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, Τ. Ηλιάδη & Ν. Σάντη, σελ. 595-596, αναφέρεται ότι η απόδειξη του αδικήματος του άρθρου 6 του Ν.86/72 με μαρτυρία γνώμης ενός μάρτυρα είναι αρκετή για να στοιχειοθετήσει κατηγορία. Όπως ήδη αναφέρθηκε, η μαρτυρία της ΜΚ2 σε σχέση με το ζήτημα της ταχύτητας δεν αμφισβητήθηκε. Ένεκα της εμπειρίας της στην διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων και των εκπαιδεύσεων της, θεωρώ ότι είναι πρόσωπο που μπορεί να εκφέρει γνώμη σε σχέση με το ζήτημα της ταχύτητας. Καταλήγω λοιπόν ότι κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο, ο Κατηγορούμενος κινείτο με ταχύτητα 54ΧΑΩ. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Συνακόλουθα, ο Κατηγορούμενος κρίνεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ένοχος σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.