← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Τιμοθέου, Αρ. Υπόθεσης: 7576/18, 11/6/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Τιμοθέου, Αρ. Υπόθεσης: 7576/18, 11/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B140 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7576/18 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. XXXXX Τιμοθέου Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 11 Ιουνίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Θεοδότου Για την Κατηγορουμένη: κ. Λ. Κάρνος Κατηγορούμενη παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η Κατηγορούμενη κατηγορείται ότι αρνήθηκε να παρέχει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής για προκαταρκτική εξέταση κατά παράβαση των άρθρων 2, 6

(1)
(5)και 11 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου Ν.174/
  1. Κατηγορείται επίσης για οδήγηση υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών κατά παράβαση του άρθρου 9 του ν. 86/
  2. Με βάση τις λεπτομέρειες επί του κατηγορητηρίου, η Κατηγορούμενη στις 29.10.2017 στην περιοχή Χαλεπιανών, παρά το κοιμητήριο Λευκωσίας, στο Πέρα Χωριό της Επαρχίας Λευκωσίας, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής XXXXX44 τελούσε υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών κατά τρόπο που η ικανότητα της για οδήγηση να είναι ελαττωμένη. Περαιτέρω, της ζητήθηκε από τον Αστ.XXX4 Β. Ιωακείμ να δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρκτική εξέταση και άνευ ευλόγου αιτίας αρνήθηκε να παράσχει για να διαπιστωθεί κατά πόσο βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλης. Προτού προχωρήσω στην παράθεση της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, κρίνω σκόπιμο να επισημάνω ότι η Κατηγορούμενη δια μέσω του συνηγόρου της, δήλωσε την ετοιμότητα της να παραδεχτεί την 1η κατηγορία, νοουμένου ότι θα τροποποιηθούν οι λεπτομέρειες αδικήματος με την αφαίρεση του ισχυρισμού ότι η Κατηγορούμενη «οδηγούσε το όχημα» και την προσθήκη λεπτομερειών ότι «υπήρχε εύλογη υποψία ότι αποπειράθηκε να οδηγήσει το όχημα». Αν και αρχικά η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε την προθυμία της να διακόψει την 2η Κατηγορία σε περίπτωση που υπήρχε παραδοχή στην 1η Κατηγορία, εντούτοις αρνήθηκε την τροποποίηση των λεπτομερειών της 1ης Κατηγορίας ως ανωτέρω, καθότι ισχυρίστηκε ότι είναι σε θέση να αποδείξει ότι η Κατηγορούμενη όντως οδήγησε το όχημα της. Ως αποτέλεσμα, οι δύο κατηγορίες οδηγήθηκαν σε ακρόαση. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για να αποδείξει την υπόθεση της, η Κατηγορούσα αρχή κάλεσε τρεις μάρτυρες κατηγορίας (ΜΚ). Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, η Κατηγορούμενη, μέσω του συνηγόρου της, εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της. Ως εκ τούτου κάλεσε το Δικαστήριο να τον αθωώσει και απαλλάξει σε αυτό το στάδιο. Αντίθετη ήταν η θέση της συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, η οποία υποστήριξε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και συναφώς εισηγήθηκε όπως η κατηγορούμενη κληθεί σε απολογία. Όσα ανέφεραν οι δύο πλευρές για υποστήριξη των θέσεων τους είναι καταγραμμένα στα πρακτικά, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να επαναληφθούν. Από την νομολογία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται από αυτό το στάδιο όταν: (α) Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων (εξ όψεως) και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και στη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Πιο κάτω, καταγράφω όσα ανέφερε κάθε μάρτυρας χωρίς να προβαίνω σε αξιολόγηση ως προς την αλήθεια των αναφορών τους. Αστ.XXX9 XXXXX Θεοχάρους (ΜΚ1) Στις 29.10.2017 η ΜΚ1 με την βοήθεια διερμηνέα κατηγόρησε γραπτώς την Κατηγορούμενη για το ότι στις 29.10.2017 και περί ώρα 12:50 στο κοιμητήριο Λευκωσίας, στην περιοχή Χαλεπιανών στο Πέρα Χωριό, ενώ ήταν οδηγός του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής XXXXX44, αρνήθηκε να δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρκτική εξέταση αλκοόλης. Της επίστησε γραπτώς την προσοχή στο Νόμο και αυτή απάντησε: «Παραδέχομαι, λυπάμαι και δεν θα το ξανακάνω» (βλ. Τεκμήριο 2). Αστ.XXX7 XXXXX Νικολάου (ΜΚ2) Η ΜΚ2 ανέφερε ότι στις 29.10.2017 και περί ώρα 12:40, ενώ βρισκόταν σε περιπολία με τον Αστ.XXX4 XXXXX Ιωακείμ (ΜΚ3), στη βιομηχανική Περιοχή Ιδαλίου λήφθηκε μήνυμα ότι στο κοιμητήριο Λευκωσίας στη περιοχή Χαλεπιανές στο Πέρα Χωριό υπάρχει σταματημένο όχημα, εντός του οποίου βρίσκεται γυναίκα, πιθανόν λιπόθυμη. Μετέβησαν στο σημείο όπου εντόπισαν το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX44 το οποίο ήταν σταματημένο με τη μηχανή αναμμένη. Στη θέση του οδηγού βρισκόταν η Κατηγορούμενη, η οποία ακουμπούσε με τον κεφάλι στο παράθυρο και έχει τα μάτια της κλειστά. Η ΜΚ2 πλησίασε το αυτοκίνητό και αφού φώναξε δυο φορές, η Κατηγορούμενη άνοιξε τα μάτια της. Ο ΜΚ3 έσβησε αμέσως τη μηχανή του αυτοκινήτου και κράτησε τα κλειδιά. Ακολούθως, ζήτησε τα στοιχεία της Κατηγορουμένης κάτι που η τελευταία έπραξε δείχνοντας την ταυτότητά της. Κατά τη διάρκεια της συνομιλίας με την Κατηγορούμενη, η ΜΚ2 διαπίστωσε ότι η πρώτη μύριζε έντονα οινόπνευμα, φαινόταν κουρασμένη με κόκκινο πρόσωπο και η ομιλία της ήταν συγχυσμένη. Επίσης δεν έδειχνε να αντιλαμβάνεται που βρισκόταν. Δεν έδινε ακριβείς απαντήσεις, για τον λόγο που βρίσκεται στο σημείο και ανέφερε μεταξύ άλλων ότι είχε πάει να δει μια φίλη της, δίνοντας την εντύπωση ότι είχε πάει να επισκεφθεί κάποιο τάφο. Τότε, ο ΜΚ3 της επίστησε τη προσοχή στο νόμο εξηγώντας της τη χρήση της μηχανής προκαταρκτικής εξέτασης αλκοόλης και ότι η άρνηση ή αποφυγή της να δώσει δείγμα συνιστά αδίκημα. Ακολούθως, ζήτησε από την Κατηγορούμενη να δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρκτική εξέταση πράγμα που η τελευταία αρνήθηκε να πράξει. Την πληροφόρησε για το αδίκημα που διέπραξε και αφού της επίστησε τη προσοχή στο νόμο στην Αγγλική γλώσσα αυτή απάντησε: "I want to see paper." Αμέσως μετά, ο ΜΚ3 πληροφόρησε την Κατηγορούμενη ότι είναι υπό σύλληψη για το αδίκημα που διέπραξε και της επίστησε τη προσοχή της στο νόμο. Αυτή απάντησε: "Ι am not going anywhere" και αρνείτο επίμονα να εξέλθει από το αυτοκίνητό της. Ακολουθήσαν προσπάθειες να συλληφθεί η Κατηγορούμενη και αντίσταση από την τελευταία. Όταν κατόρθωσαν να την βγάλουν από το αυτοκίνητο την μετέφεραν υποβασταζόμενη στο περιπολικό. Η Κατηγορούμενη έκλαιγε και δεν μπορούσε να σταθεί στα πόδια της. Αντεξεταζόμενη, η ΜΚ2 ανέφερε ότι η πληροφορία για το περιστατικό λήφθηκε μέσω του Κέντρου Ελέγχου Μηνυμάτων της Αστυνομικής Διεύθυνσης Επαρχίας Λευκωσίας. Η ίδια δεν γνωρίζει επακριβώς το περιεχόμενο του μηνύματος, ούτε είναι σε θέση να ξέρει πότε η Κατηγορούμενη ξεκίνησε την μηχανή του αυτοκινήτου. Συμφώνησε ότι ουδέποτε είδε είτε η ίδια είτε ο ΜΚ3, την Κατηγορούμενη να οδηγεί το αυτοκίνητο της. Σε σχέση με την εικόνα που αντίκρυσε όταν μετέβη στην σκηνή, η μάρτυρας ανέφερε ότι είναι πιθανόν η Κατηγορούμενη να κοιμόταν βαθιά. Το παράθυρο του αυτοκινήτου ήταν ανοικτό και όταν της φώναξε έφερε τις αισθήσεις της. Δεν θεωρεί ότι η Κατηγορούμενη δικαιολογείτο να αισθανθεί φόβο όταν ξύπνησε αντικρύζοντας δύο ένστολους αστυνομικούς. Συμφώνησε όμως ότι δεν μπορεί να γνωρίζει τι ακριβώς αισθάνθηκε η Κατηγορούμενη Η συνομιλία με την Κατηγορούμενη έγινε με την χρήση τόσο Ελληνικών όσο και Αγγλικών καθότι υπήρχε μια δυσκολία στην συνεννόηση. Αστ.XXX4 XXXXX Ιωακείμ (ΜΚ3) Ο ΜΚ3 υιοθέτησε την κατάθεση του, η οποία είναι πανομοιότυπη με την κατάθεση της ΜΚ
  3. Απαντώντας περαιτέρω σε ερωτήσεις της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ανέφερε ότι όταν μετέβησαν στο σημείο, η Κατηγορούμενη δεν ανταποκρινόταν και μέχρι να δείξει σημεία ανταπόκρισης παρήλθαν ένα‑δύο λεπτά. Όταν η Κατηγορούμενη άνοιξε το παράθυρο, ο ΜΚ3 διαπίστωσε ότι αυτή μύριζε έντονα αλκοόλ και ότι η ομιλία της ήταν συγχυσμένη. Πέρασαν κάποια δευτερόλεπτα για να πει το όνομα της και δεν ήταν σε θέση να πει τι έκανε στο σημείο. Για λόγους ασφάλειας, ο ΜΚ3 έσβησε το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης και πήρε τα κλειδιά. Όταν την πληροφόρησε ότι έχει εύλογη υποψία ότι είναι υπό την επήρεια αλκοόλ, η Κατηγορούμενη ανέφερε ότι είχε πιει ποτό αλλά δεν οδηγούσε τη συγκεκριμένη στιγμή. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ3 ανέφερε ότι η αρχική εικόνα που έδωσε η Κατηγορούμενη ήταν ότι κοιμόταν και πιθανόν να μην ήταν λιπόθυμη, όπως αναφερόταν στο αρχικό μήνυμα. Εξάλλου, ο ίδιος διαπίστωσε ότι η Κατηγορούμενη ήταν εξαντλημένη εκείνην τη μέρα. Δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο η Κατηγορούμενη να είχε ξεκινημένη την μηχανή μόνο για να λειτουργεί το κλιματιστικό του οχήματος της, ούτε το ενδεχόμενο να ξεκουραζόταν λόγω της άσχημης ψυχολογικής της κατάστασης. Δεν ξέρει αν η Κατηγορούμενη είχε πρόθεση να οδηγήσει. Υποστήριξε ότι το ξύπνημα της Κατηγορουμένης δεν ήταν απότομο αφού οι κινήσεις της ήταν υπερβολικά αργές. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε επίσης στην δυσκολία συνεννόησης με την Κατηγορούμενη λόγω γλώσσας. Η Κατηγορούμενη μιλούσε σπαστά ελληνικά και αγγλικά. Η μητρική της γλώσσα είναι τα ρουμανικά. Όταν της ζητήθηκε να δώσει δείγμα εκπνοής έδειξε να καταλαβαίνει καθότι απάντησε "I want to see paper" και με τη συμπεριφορά της αρνήθηκε να δώσει δείγμα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ 1η Κατηγορία Το άρθρο 6 του του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου Ν.174/86, επί του οποίου εδράζεται η 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη έχει ως ακολούθως: «6.-
(1)Εις περίπτωσιν καθ' ην αστυνομικός έχει εύλογον υποψίαν ότι- (α) πρόσωπον το οποίον οδηγεί ή πειράται να οδηγήση οιονδήποτε όχημα επί τινος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου έχει εις το σώμα αυτού οιανδήποτε ποσότητα αλκοόλης ή έχει διαπράξει τροχαίον αδίκημα καθ' ον χρόνον το όχημα ευρίσκεται εν κινήσει ή (β) πρόσωπον ωδήγει ή επειράτο να οδηγήση οιονδήποτε όχημα επί τινος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου καθ' ον χρόνον είχεν εις το σώμα αυτού οιανδήποτε ποσότητα αλκοόλης και ότι το τοιούτο πρόσωπον εξακολουθεί να έχη εις το σώμα αυτού αλκοόλην ή ..
(5)Πας όστις, άνευ ευλόγου αιτίας, ... αρνείται ή αποφεύγει καθ' οιονδήποτε τρόπον να παράσχη δείγμα εκπνοής, όταν τούτο ζητηθή παρ' αυτού δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, είναι ένοχος αδικήματος. Όπως ήδη επισημάνθηκε, οι λεπτομέρειες επί του κατηγορητηρίου, θέλουν την Κατηγορούμενη να οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής XXXXX44 στις 29.10.2017 στην περιοχή Χαλεπιανών, παρά το κοιμητήριο Λευκωσίας όταν της ζητήθηκε να δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρκτική εξέταση. Χρησιμοποιείται δηλαδή παρατατικός χρόνος («οδηγούσε») και όχι αόριστος χρόνος («οδήγησε»). Όπως έχει νομολογηθεί, κάθε κατηγορία θα πρέπει να περιέχει ικανοποιητικές λεπτομέρειες ούτως ώστε να δίδεται η δυνατότητα στον εκάστοτε κατηγορούμενο να γνωρίζει με λογική βεβαιότητα την υπόθεση που έχει να αντιμετωπίσει στη δίκη (βλ. Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η Αναθεωρημένη Έκδοση του Γ. Πική σελ. 100). Η απαίτηση αυτή περιέχεται στο Άρθρο 12
(5)(α) του Συντάγματος, καθώς και στο Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και συνιστά μέρος των θεμελιωδών δικαιωμάτων κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, παρά την αρχική διαβεβαίωση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, δεν προέκυψε ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ότι η Κατηγορούμενη οδηγούσε το όχημα της κατά τον ουσιώδη χρόνο ή έστω σε χρόνο παραπλήσιο προς τον ουσιώδη χρόνο. Εν προκειμένω, ουσιώδης χρόνος με βάση τις λεπτομέρειες αδικήματος, είναι ο χρόνος που εντοπίστηκε η Κατηγορούμενη από την αστυνομία. Προφανώς και η Κατηγορούμενη σε κάποιο χρονικό σημείο (ίσως και την προηγούμενο βράδυ) οδήγησε για να μεταβεί στο σημείο όπου βρέθηκε με το όχημα της. Εξάλλου, τούτο είναι κάτι το οποίο ουδέποτε αρνήθηκε. Διαφεύγει όμως της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ότι για να αποδειχθεί η διάπραξη ενός ποινικού αδικήματος, απαραίτητη είναι η σωρευτική απόδειξη όλων των συστατικών του στοιχείων σε κάποια δεδομένη στιγμή. Έστω κι αν μέσα από την μαρτυρία ή με βάση το τεκμήριο της συνέχειας υπάρχει η δυνατότητα εξαγωγής ευρήματος ότι η Κατηγορούμενη σε κάποιο χρονικό σημείο προηγούμενο του εντοπισμού της οδήγησε για να πάει στο κοιμητήριο, δεν υπάρχει ενώπιον μου ίχνος μαρτυρίας ως προς το πότε οδήγησε για να μεταβεί, αλλά και σε ποια κατάσταση οδήγησε. Παραμένει συνεπώς άγνωστο αν κατά τον χρόνο που η Κατηγορούμενη όντως οδήγησε το όχημα της, πληρούνταν οι προϋποθέσεις για να της ζητηθεί να παραχωρήσει δείγμα εκπνοής. Και οι δύο μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής ανέφεραν ότι η Κατηγορούμενη βρισκόταν στο όχημα της με τα μάτια κλειστά. Δεν αποκλείστηκε το ενδεχόμενο, η Κατηγορούμενη να βρισκόταν στο αυτοκίνητο με σκοπό να ξεκουραστεί ή να συνέλθει από την άσχημη κατάσταση στην οποία βρισκόταν. Που είναι λοιπόν η αδιάσειστη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής ότι η Κατηγορούμενη οδήγησε ή αποπειράθηκε να οδηγήσει κατά τον ουσιώδη χρόνο; Θεωρώ ορθό να επισημάνω ότι, όπως έχει διατυπωθεί η κατηγορία, το κατά πόσο η Κατηγορούμενη οδηγούσε η αποπειράτο να οδηγήσει κατά τον χρόνο που ανακόπηκε από την αστυνομία αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Αν η Κατηγορούμενη προέβαινε σε παραδοχή, τότε θα παραδεχόταν μεταξύ άλλων και το γεγονός αυτό. Είναι γνωστό ότι η παραδοχή των κατηγοριών συνιστά αφ' εαυτής «καταδίκη με απόφαση του Δικαστηρίου». Θα ήταν λοιπόν αντιφατικό να γίνεται από την μια παραδοχή του εν λόγω συστατικού στοιχείου και από την άλλη να εγείρεται ισχυρισμός ότι δεν οδηγούσε ή δεν αποπειράτο να οδηγήσει. Σε αυτή την περίπτωση δεν θα εγειρόταν απλά ζήτημα έρευνας αμφισβητουμένων γεγονότων (newton hearing) ή επιλογής της εκδοχής της κατηγορούμενης, αλλά μη παραδοχής της κατηγορίας ως έχει και άρα αντικατάστασης της παραδοχής με μη παραδοχή και ακρόασης. Συνεπώς, θεωρώ ότι ορθά η υπεράσπιση επέμεινε σε απάντηση μη παραδοχής, ενόσω οι λεπτομέρειες αδικήματος παρέμειναν ως έχουν. Υπό το φως των πιο πάνω, καταλήγω ότι, ως έχει το Κατηγορητήριο, δεν έχει αποδειχτεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορουμένης στην 1η Κατηγορία. Κρίνω περαιτέρω ότι το Κατηγορητήριο είναι ελαττωματικό. Το κατά πόσον ένα κατηγορητήριο είναι ή όχι ελαττωματικό, αποτελεί θέμα που δεν συναρτάται μόνο με τα εξωτερικά γνωρίσματα του κατηγορητηρίου και ειδικότερα με τη διατύπωση των κατηγοριών, αλλά και με το πώς η Κατηγορούσα Αρχή αντικρίζει τις κατηγορίες, έχοντας ως κριτήριό της το αποδεικτικό υλικό το οποίο έχει στη διάθεσή της, ή, σε μεταγενέστερο στάδιο, δηλαδή στην εξέλιξη της δίκης, τη μαρτυρία που προσκομίστηκε. Με βάση το άρθρο 83
(1), το Δικαστήριο δύναται, δεν υποχρεούται να τροποποιήσει ελαττωματικό κατηγορητήριο και πράττει τούτο εάν ικανοποιείται ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης (βλ. σχετικά Γεν. Εισαγγελέας ν. 'Αβισσινός'',
(1993)2 Α.Α.Δ. 104 ). Στην Κλεοβούλου Κλείτος Β. ν. Αστυνομίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 65 , έχουν λεχθεί τα ακόλουθα σε σχέση με την ευχέρεια του Δικαστηρίου να προχωρεί σε τροποποίηση του Κατηγορητηρίου με βάση το άρθρο 83 του Κεφ. 155: «Τα θέματα της μεταβολής ελαττωματικού κατηγορητηρίου ρυθμίζονται από το άρθρο 83
(1)του περί της Ποινικής Δικονομίας Nόμου, Κεφ. 155. Το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια, σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης, να προχωρήσει στην τροποποίηση του κατηγορητηρίου, εκδίδοντας σχετικό διάταγμα ως κρίνει αναγκαίο, ώστε αυτό να ανταποκρίνεται στα περιστατικά της υπόθεσης, νοουμένου, πάντοτε, ότι, με την τροποποίηση, δεν επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα του κατηγορουμένου.» Το ζητούμενο σε κάθε περίπτωση είναι κατά πόσον ο Κατηγορούμενος θα επηρεαστεί δυσμενώς στην υπεράσπιση του και γενικότερα στα δικαιώματα του. Η τροποποίηση του κατηγορητηρίου εύκολα εγκρίνεται στα αρχικά στάδια της δίκης, δεδομένου ότι το αντικείμενο της είναι συναφές προς την υφιστάμενη κατηγορία. Όσο η δίκη προχωρεί τόσο μεγαλώνει και η δυνατότητα δυσμενούς επηρεασμού του Κατηγορουμένου. (βλ. Άκης Φάντης
(1995)1 ΑΑΔ 714 με παραπομπή στην R. v. Johal and Ram [1972] 56 Cr. App. R. 348). Τα δικαιώματα κατηγορουμένου επηρεάζονται όταν ο τελευταίος ενώ αντιμετωπίζει κάποιο αδίκημα, βρίσκεται στην συνέχεια αντιμέτωπος με ένα άλλο αδίκημα το οποίο δεν μπορούσε να προβλέψει ότι θα αντιμετωπίσει. Στην προκειμένη περίπτωση, η Κατηγορούμενη δεν θα κληθεί να αντιμετωπίσει διαφορετικό αδίκημα. Θα κληθεί να αντιμετωπίσει το ίδιο αδίκημα με διαφορετικές λεπτομέρειες αδικήματος ώστε αυτές να συνάδουν με την υπάρχουσα μαρτυρία. Εξάλλου, η Κατηγορούμενη δήλωσε ετοιμότητα να παραδεχτεί το αδίκημα μετά από σχετική τροποποίηση των λεπτομερειών. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, οι λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης Κατηγορίας τροποποιούνται με τρόπο ώστε να διαβάζονται ως ακολούθως: «Στις 29.10.2017, ενώ υπήρχε εύλογη υποψία ότι σε προγενέστερο άγνωστο χρόνο η Κατηγορούμενη οδήγησε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής XXXXX44 στην περιοχή Χαλεπιανών, παρά το Κοιμητήριο Λευκωσίας, στο Πέρα Χωριό της Επαρχίας Λευκωσίας, καθ' όν χρόνο είχε στο σώμα της ποσότητα αλκοόλης και υπήρχε εύλογη υποψία ότι εξακολουθούσε να έχει στο σώμα της αλκοόλη και της ζητήθηκε από τον Αστ.XXX4 Β. Ιωακείμ να δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρκτική εξέταση, άνευ ευλόγου αιτίας αρνήθηκε να παράσχει δείγμα εκπνοής για να διαπιστωθεί κατά πόσο βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλης» 2η Κατηγορία Η κατηγορούμενη κατηγορείται επίσης ότι διέπραξε το αδίκημα της οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών κατά παράβαση του άρθρου 9 του Ν.86/72, το οποίο προνοεί τα εξής «9.-
(1)Πας όστις, καθ' ον χρόνον οδηγεί ή πειράται να οδηγήση μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου ή άλλως πως είναι υπεύθυνος διά το τοιούτον όχημα εν όσω τούτο ευρίσκεται επί τινος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου, τελεί υπό την επήρειαν οινοπνευματωδών ποτών, ναρκωτικών ή φαρμάκων κατά τρόπον ώστε, καθ' ον χρόνον οδηγεί η ικανότης αυτού προς ασφαλή οδήγησιν να είναι ηλαττωμένη, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας ,1000 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως ήδη επισημάνθηκε πιο πάνω, δεν υπάρχει μαρτυρία περί οδήγησης ή απόπειρας οδήγησης κατά τον ουσιώδη χρόνο. Διερωτάται κανείς με ποιο τρόπο μια γυναίκα η οποία βρίσκεται αναίσθητη στο όχημα της οδηγεί ή αποπειράται να οδηγήσει. Οι ίδιοι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής δεν απέκλεισαν το ενδεχόμενο η Κατηγορούμενη να βρισκόταν απλά στο αυτοκίνητο της μέχρι να συνέλθει. Επαναλαμβάνω επίσης ότι δεν υπάρχει μαρτυρία για το πότε οδήγησε η Κατηγορούμενη για να μεταβεί στο σημείο και κατά πόσο το έπραξε ενώ τελούσε υπό την επήρεια αλκοόλης. Δεν μπορεί κανείς να αποκλείσει το ενδεχόμενο, η Κατηγορούμενη να μετέβη στο σημείο νηφάλια και να κατανάλωσε αλκοόλη επί τόπου χωρίς να οδηγήσει εκ νέου ή έστω να επιχειρήσει να οδηγήσει. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η κλήση της Κατηγορουμένης σε απολογία στην 2η Κατηγορία θα επιτελούσε ένα και μόνο σκοπό∙ να δώσει στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη ενώ δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Τελειώνοντας, δεν μπορώ παρά να εκφράσω την λύπη μου για την στάση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής. Αρκούμαι μόνο για σκοπούς προβληματισμού να υπενθυμίσω ότι οι εκπρόσωποι της Κατηγορούσας Αρχής αποτελούν συλλειτουργούς της δικαιοσύνης και ο ρόλος τους διωκτικός αλλά όχι καταδιωκτικός. Οφείλουν να είναι δίκαιοι προς ένα Κατηγορούμενο και να παρέχουν βοήθεια στο Δικαστήριο να απονέμει δικαιοσύνη (βλ. Kλεάνθους Mαρίνος Kώστα ν. Aστυνομίας,
(1998)2 Α.Α.Δ. 31 και Το Δίκαιο της Απόδειξης Ηλιάδη - Σάντη σελ. 611) Καταληκτικά, η Κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται στην 2η Κατηγορία. Οι λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης Κατηγορίας τροποποιούνται ως ανωτέρω. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.