Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Καραϊσκάκη, Αρ. Υπόθεσης: 4404/2016, 11/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B141 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4404/2016 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. XXXXX Καραϊσκάκη Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 11 Ιουνίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ελ. Θεοδότου Για Κατηγορούμενη: κ. Μ. Βλαδιμήρου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Είναι κοινό έδαφος ότι περί τις 07:40 της 21.8.2015 συνέβη τροχαίο δυστύχημα στον κύριο δρόμο Πεδουλά - Κύκκου - Καμιναριών. Σε αυτό εμπλεκόταν ο Κατηγορούμενος που οδηγούσε την μοτοσικλέτα με αρ. εγγραφής XXXXX42 έχοντας ως συνεπιβάτη την σύζυγο του (ΜΥ2). Κάτω από συνθήκες που αμφισβητούνται και οι οποίες θα διερευνηθούν πιο κάτω, η μοτοσικλέτα ανατράπηκε με αποτέλεσμα και οι δύο επιβάτες να τραυματιστούν. Η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος αφορά το αδίκημα της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του ν.86/
- ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για να αποδείξει την υπόθεση της, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες κατηγορίας. Μετά που κλήθηκε σε απολογία, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και κάλεσε περαιτέρω τρεις μάρτυρες υπεράσπισης. Πιο κάτω, καταγράφω με την μέγιστη δυνατή πληρότητα την μαρτυρία κάθε μάρτυρα. Αστ.XXXX3 XXXXX Αριστείδου (ΜΚ1) Στις 08:20 της ημέρας του δυστυχήματος, ο ΜΚ1 μετέβη στο σημείο, όπου εντόπισε τραυματισμένους τόσο τον Κατηγορούμενο όσο και την σύζυγο του. Και οι δύο ανέφεραν στον ΜΚ1 ότι κατευθύνονταν από την διασταύρωση Πεδουλά - Κύκκου προς Καμινάρια και μετά από μια δεξιά στροφή, αφού διένυσαν περί τα 50 μέτρα σε ευθεία, ο Κατηγορούμενος απώλεσε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας η οποία ανατράπηκε. Δεν αναφέρθηκε από τους εμπλεκόμενους, οτιδήποτε σε σχέση ύπαρξη πέτρας εντός του δρόμου, ούτε εντοπίστηκε οποιαδήποτε πέτρα στο σημείο. Την 15.10.2015, ο ΜΚ1 κατηγόρησε γραπτώς τον Κατηγορούμενο για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης, κάτι που ο τελευταίος δεν αποδέχτηκε (βλ. Τεκμήριο 2). Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι όταν μετέβη στην σκηνή, η μοτοσικλέτα ήταν πεσμένη πλάγια και η δεξιά της πλευρά εφαπτόταν στην άσφαλτο. Είχε οπτική επαφή με την μοτοσικλέτα από πολύ κοντινή απόσταση. Εξέτασε τη μοτοσικλέτα και οι μόνες ζημιές που διαπίστωσε βρίσκονταν στην δεξιά της μεριά (βλ. Τεκμήριο 4). Ο ΜΚ1 δεν γνωρίζει αν η ζημιά στο exhaust προκλήθηκε από κτύπημα σε πέτρα. Δεν απέκλεισε όμως αυτό το ενδεχόμενο. Επανέλαβε όμως, ότι κατά την άφιξη του στην σκηνή δεν υπήρχε οποιαδήποτε πέτρα στον δρόμο αλλά ούτε και υπολείμματα πέτρας τα οποία θα ήταν εμφανή, αν η πέτρα είχε διαλυθεί λόγω του χτυπήματος. Γ/Αστ.XXX0 Δ. Αναστάση (ΜΚ2) Η ΜΚ2 επισκέφθηκε μαζί με τον ΜΚ1 την σκηνή του δυστυχήματος. Όπως και ο ΜΚ1, έτσι και η μάρτυρας αυτή, είπε ότι και οι δύο επιβαίνοντες στην μοτοσικλέτα ανέφεραν ότι μετά από μια δεξιά στροφή του δρόμου διένυσαν περί τα 50 μέτρα σε ευθεία και στην συνέχεια ο Κατηγορούμενος απώλεσε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας. Δεν αναφέρθηκε οτιδήποτε σε σχέση με τον λόγο της ανατροπής τους, ούτε υπήρχε στο σημείο οποιαδήποτε πέτρα. Η ΜΚ2 είδε την μοτοσικλέτα να βρίσκεται στο έδαφος αλλά δεν ήταν σε θέση να θυμάται τις ζημιές που υπέστη. Υπέβαλε τον Κατηγορούμενο σε έλεγχο αλκοόλης με μηδενική ένδειξη και ακολούθως ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος (βλ. Τεκμήριο 6). Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι από την δεξιά στροφή που παρουσιάζει ο δρόμος ως η πορεία του Κατηγορουμένου μέχρι και το σημείο του δυστυχήματος μεσολαβούν περί τα 50 μέτρα σε ευθεία πορεία. Γνωρίζει αρκετά καλά την περιοχή και επιβεβαίωσε ότι κατά τους χειμερινούς μήνες, πέφτουν πέτρες από το βουνό στην άσφαλτο. Επανέλαβε όμως ότι κατά την άφιξη των αστυνομικών στην σκηνή, κανένας από τους δύο εμπλεκόμενους ανέφερε οτιδήποτε για πέτρα στον δρόμο. Ο ισχυρισμός για ύπαρξη πέτρας προβλήθηκε για πρώτη φορά στο νοσοκομείο, τρεις μέρες μετά το δυστύχημα. Η μάρτυρας δήλωσε με βεβαιότητα ότι αν υπήρχε πέτρα στον δρόμο θα την έβλεπε και θα την σημείωνε στο σχέδιο που ετοίμασε. Κατηγορούμενος Κατά την ένορκη μαρτυρία του, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι το πρωί της 21.8.2015 εκκίνησε από την Λευκωσία οδηγώντας την μοτοσικλέτα του αδερφού του με αριθμούς εγγραφής XXXXX
- Είχε ως συνεπιβάτη την σύζυγό του και είχαν σκοπό να μεταβούν στα Καμινάρια. Τέσσερα με πέντε χιλιόμετρα πριν το τελικό τους προορισμό, αφού εξήλθε από μια δεξιά στροφή και ενώ κινείτο με ταχύτητα 25 με 30 ΧΑΩ, είδε στο βάθος μια άλλη αριστερή στροφή. Υποστήριξε ότι η απόσταση από την μια στροφή στην άλλη, ήταν περίπου 5-10 μέτρα. Πριν όμως φτάσει στην επόμενη στροφή, η μοτοσικλέτα του κτύπησε σε μια πέτρα και ανατράπηκε. Όταν είχε δει την πέτρα υπολόγισε ότι ήταν 5-6 μέτρα μακριά της. Μετά το δυστύχημα, η σύζυγος του τηλεφώνησε στην Αστυνομία. Όταν ήρθαν στο σημείο οι αστυνομικοί, ρώτησαν τι συνέβη και τότε τόσο ο Κατηγορούμενος όσο και η σύζυγος του, ανέφεραν στους αστυνομικούς ότι κτύπησαν σε πέτρα και ανατράπηκαν. Η αστυνομικός που εξέτασε το δυστύχημα, επισκέφθηκε τον Κατηγορούμενο στο νοσοκομείο και του ανέφερε ότι δεν εντόπισε πέτρα στην σκηνή και του ζήτησε να αλλάξει την κατάθεση του και να αναφέρει ότι έπεσε σε λακκούβα. XXXXX Ρούσου Καραϊσκάκη (ΜΥ2) Η ΜΥ2 είναι η σύζυγος του Κατηγορουμένου. Ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε σε μια στροφή όταν η ίδια διέκρινε μια πέτρα σε μέγεθος μπάλας ποδοσφαίρου στην μέση του δρόμου. Αμέσως, φώναξε στον Κατηγορούμενο και ταυτόχρονα του υπέδειξε την πέτρα με το χέρι της. Ο Κατηγορούμενος όταν η πέτρα βρισκόταν περί τα 20 μέτρα μακριά τους, έκανε νόημα ότι την είχε αντιληφθεί. Κατά την άποψη της ΜΥ2, η πέτρα ήταν σε σημείο που δεν ήταν εφικτή η αποφυγή της χωρίς κινδύνους. Ειδικότερα, δεξιά ήταν γκρεμός, αριστερά ήταν όχθος και ο δρόμος παρουσίαζε καμπυλότητα. Ακολούθησε το κτύπημα στην πέτρα και συνακόλουθα η ανατροπή της μοτοσικλέτας η οποία σύρθηκε στο έδαφος. Σύμφωνα με την ΜΥ2, είπε από την πρώτη στιγμή στην αστυνομικό ότι υπήρχε πέτρα στον δρόμο, αλλά ταυτόχρονα έστρεψε την προσοχή και των δύο Αστυνομικών στο γεγονός ότι μοτοσικλέτα ήταν πεσμένη στην άσφαλτο και έχανε καύσιμο. Η αστυνομικός είχε επισκεφτεί την ΜΥ2 αργότερα στον νοσοκομείο και, σύμφωνα πάντα με την ίδια, με ερειστικό ύφος της είπε στην ότι δεν πρόκειται να ψευδομαρτυρήσει ότι υπήρχε πέτρα στον δρόμο. Μετά την κατάθεση, η αστυνομικός ρώτησε την ΜΥ2 αν είχαν πρόθεση να υποβάλουν παράπονο σε σχέση με την ύπαρξη της πέτρας στον δρόμο. Αντεξεταζόμενη, η ΜΥ2 αναγνώρισε την κατάθεση που έδωσε στις 24.8.2015 (βλ. Τεκμήριο 11). Σε αυτήν, είχε αναφέρει μεταξύ άλλων ότι εξήλθαν από δεξιά στροφή και εισήλθαν σε ευθεία. Ξαφνικά είδε μπροστά της στην αριστερή μεριά του δρόμου μια πέτρα και φώναξε και έκανε σήμα στον σύζυγο της. Πριν προλάβει ο τελευταίος να αντιδράσει, χτύπησαν στην πέτρα και ανατράπηκαν. Απαντώντας περαιτέρω, σε ερωτήσεις τις συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι η ταχύτητα με την οποία ταξίδευαν ήταν πολύ χαμηλή. Σε ερώτηση γιατί δεν έδειξε στους αστυνομικούς την πέτρα, ανέφερε ότι βρισκόταν σε κατάσταση σοκ και ότι η αστυνομικός δεν ζήτησε να δει πέτρα. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή της γνώσης τους, η μνήμη τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα επίσης υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νου, σημειώνω ότι οι μάρτυρες κατηγορίας ήταν σαφείς στις θέσεις τους και απαντούσαν με αμεσότητα και ευθύτητα. Δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε προσπάθεια παραποίησης των γεγονότων ή απόκρυψης της αλήθειας. Και οι δύο μάρτυρες ήταν ήρεμοι και δεν φάνηκε να διακατέχονται από αμηχανία ή δισταγμό στις απαντήσεις τους. Δεν περιέπεσαν σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις και ήταν σταθεροί στις θέσεις τους, στις οποίες επέμειναν μέχρι τέλους. Η αξιοπιστία τους δεν πλήγηκε ούτε κατά την διάρκεια της αντεξέτασης τους. Επισημαίνω ότι δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε σημεία τα οποία να μπορούν ενδεχομένως να οδηγήσουν σε εύρημα ή έστω υποψία ότι είτε ο ένας είτε ο άλλος μάρτυρας κατηγορίας, ενήργησαν με σκοπό να συγκαλύψουν την ευθύνη οποιουδήποτε προσώπου. Δεν παρουσιάστηκε οτιδήποτε που να πείθει ότι οι εν λόγω μάρτυρες θα είχαν να κερδίσουν οτιδήποτε αποκρύβοντας την αλήθεια. Υπό το φως της συνολικής τους παρουσίας, καταλήγω ότι και οι δύο μάρτυρες κατηγορίας κατέθεσαν αμερόληπτα και ανέφεραν στο Δικαστήριο την αλήθεια σε σχέση με όσα διαπίστωσαν κατά την διερεύνηση του επίδικου δυστυχήματος. Ο Κατηγορούμενος από την άλλη, δεν με έπεισε ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια,. Μου έδωσε την εντύπωση ότι όσα είπε είναι προϊόν ενός ευφάνταστου σεναρίου με σκοπό να αποφύγει τις συνέπειες των πράξεων του. Σύγχυση προκαλεί το γεγονός ότι ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι πριν φτάσει στην επόμενη στροφή η μοτοσικλέτα του κτύπησε σε μια πέτρα και ανατράπηκε, ενώ στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία ανέφερε ότι σε μια αριστερόστροφη στροφή είδε μια μεγάλη πέτρα στην μέση του δρόμου. Περαιτέρω, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, είχε δει την πέτρα ενώ βρισκόταν σε απόσταση 5-6 μέτρων από αυτήν. Αν συνδυάσει κανείς τον ισχυρισμό αυτό με το ότι στην άσφαλτο βρέθηκαν ίχνη τριβής μήκους 8,90 μέτρων από το σημείο πτώσης σε ευθεία πορεία, διαπιστώνει κανείς ότι αποκλείεται η στροφή από την οποία εξήλθε ο Κατηγορούμενος να απείχε από την επόμενη μόνο 5 με 10 μέτρα, ως ήταν ο ισχυρισμός του Κατηγορουμένου. Περαιτέρω, η μαρτυρία του Κατηγορουμένου παρουσιάζει ουσιαστικές αντιφάσεις με την μαρτυρία της ΜΥ2, η οποία ανέφερε ότι η απόσταση από την πέτρα όταν την είδε η ίδια για πρώτη φορά ήταν περί τα 20 μέτρα. Προσθέτω ανάμεσα στα άλλα ότι σύμφωνα με την μαρτυρία της ΜΚ2, η απόσταση από την στροφή μέχρι το σημείο πτώσης της μοτοσικλέτας ήταν περί τα 50 μέτρα. Τελειώνοντας, επισημαίνω ότι ο Κατηγορούμενος ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση ότι η πέτρα ήταν τέτοιου τύπου και μεγέθους που δεν μετακινήθηκε. Παρά ταύτα κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι ενδεχομένως η εν λόγω πέτρα να διαλύθηκε, για αυτό και δεν εντοπίστηκε από την αστυνομία. Η εκδοχή αυτή όμως στερείται πειστικότητας αφού έστω κι αν μια πέτρα διαλυθεί, δεν θα εξαϋλωθεί αλλά, όπως ανέφερε και ο ΜΚ1, τα υπολείμματα θα ήταν εμφανή στην άσφαλτο. Γενικά η μαρτυρία του Κατηγορουμένου στερείται σαφήνειας, πειστικότητας και σταθερότητας. Λαμβάνοντας υπόψη μου τη συνολική του παρουσία στο εδώλιο του μάρτυρα, και ειδικότερα τον τρόπο με τον οποίο απαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας του και καταλήγω ότι όσα αυτός ανέφερε είναι προϊόν δεύτερων σκέψεων. Ούτε η ΜΥ2 με έχει πείσει για την ανεξαρτησία της μαρτυρίας της και για την πρόθεση του να πει στο Δικαστήριο την αλήθεια. Απεναντίας, έχω την άποψη ότι το εν λόγω πρόσωπο προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να βοηθήσει τον σύζυγο της ο οποίος βρέθηκε στην δεινή θέση του Κατηγορουμένου. Δεν είναι πιστευτός ο ισχυρισμός της μάρτυρος ότι η ίδια πρόλαβε να δει την πέτρα, να φωνάξει, να δείξει στον σύζυγο της που βρισκόταν η πέτρα, ο τελευταίος να ανταποκριθεί στο νόημα δείχνοντας ότι είδε την πέτρα 20 μέτρα πριν χτυπήσει σε αυτήν, αλλά να μην κάνει οποιαδήποτε κίνηση αποφυγής της. Επισημαίνω επίσης το παράδοξο γεγονός ότι ενώ η πέτρα βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα ενός δρόμου δύο λωρίδων κυκλοφορίας, ο Κατηγορούμενος, ο οποίος σύμφωνα πάντα με τον ισχυρισμό του ιδίου και της συζύγου του κινείτο με χαμηλή ταχύτητα, δεν έκανε οποιαδήποτε κίνηση αποφυγής χρησιμοποιώντας την δεξιά λωρίδα του δρόμου. Ερωτηματικά προκαλεί και η απάντηση της μάρτυρος ότι από τη στιγμή που είδε την πέτρα μέχρι και τη στιγμή που προειδοποίησε τον Κατηγορούμενο για τον κίνδυνο πέρασαν λιγότερο από δύο λεπτά. Θα ανέμενε κανείς ότι όλα τούτα, αν όντως συνέβησαν, θα έλαβαν χώρα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα και όχι σε λεπτά. Επισημαίνω επίσης ότι το δυστύχημα συνέβη περί τις 7:40. Η αστυνομία επισκέφθηκε το σημείο 40 λεπτά αργότερα. Χωρίς να παραγνωρίζω ότι τόσο ο Κατηγορούμενος όσο και η ΜΥ2 ήταν τραυματισμένοι, δεν μπορώ να δεχτώ ότι καθ' όλο αυτό το χρονικό διάστημα δεν εντόπισαν την ισχυριζόμενη πέτρα, με τον ίδιο τρόπο που εντόπισαν το καύσιμο που έρεε από την μοτοσικλέτα. Τέλος, σημειώνω την ατεκμηρίωτη και επιπόλαια τοποθέτηση της μάρτυρος ότι η αστυνομία προσπαθεί να συγκαλύψει των έχοντα την ευθύνη για τη διατήρηση της καθαρότητας του συγκεκριμένου δρόμου. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω και γενικά λαμβάνοντας υπόψη την παρουσία της ΜΥ2 καταλήγω να μην αποδεχτώ την μαρτυρία της την οποία και απορρίπτω ως αναξιόπιστη. Δεν έχει εμφιλοχωρήσει αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου σε σχέση με την αλήθεια της μαρτυρίας των μαρτύρων Κατηγορίας. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΓΝΩΜΗΣ Η προσκόμιση μαρτυρίας πραγματογνώμονα παρακάμπτει τον γενικό κανόνα που δεν επιτρέπει σε μάρτυρα να εκφράσει γνώμη. Ένας πραγματογνώμονας μπορεί να εκφράσει γνώμη αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της ειδικότητας του για αυτό και πρέπει να παρουσιάσει στο Δικαστήριο τα γεγονότα εκείνα που θα τον καθιστούν ως ειδικό σε κάποιο ζήτημα. Το ότι δεν αμφισβητείται ότι συγκεκριμένος μάρτυρας διαθέτει τα απαραίτητα προσόντα ή γνώσεις για να εκφέρει γνώμη, δεν δεσμεύει το Δικαστήριο. Βεβαίως, η μαρτυρία των πραγματογνωμόνων υπόκειται σε αξιολόγηση. Το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες επιστημονικές πληροφορίες για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας των συμπερασμάτων του, έτσι ώστε το δικαστήριο να είναι σε θέση, εφαρμόζοντας αυτές τις πληροφορίες στα γεγονότα της ενώπιον του υπόθεσης που έχουν αποδειχθεί, να σχηματίσει τη δική του κρίση (βλ. Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Άννας Κονναρή,
(2011)1 Α.Α.Δ. 2298). XXXXX Τζιρκαλλής (ΜΥ1) Ο ΜΥ1 είναι μηχανολόγος και εκτιμητής ζημιών μηχανοκίνητων οχημάτων καθώς και κάτοχος πιστοποιητικού αναπαράστασης τροχαίων δυστυχημάτων (βλ. Τεκμήριο 9). Στις 11.9.2015, εξέτασε τη μοτοσυκλέτα και ετοίμασε σχετική έκθεση (βλ. Τεκμήριο 8), στην οποία αναγράφεται ότι η μοτοσικλέτα κτύπησε με τον μπροστινό τροχό σε ένα συμπαγές αντικείμενο που βρισκόταν στον δρόμο και ακολούθως έγειρε στην δεξιά πλευρά. Στην εν λόγω έκθεση, παρουσιάζονται φωτογραφίες της μοτοσικλέτας, καμία εκ των οποίων δεν αφορά το κάτω μέρος της μοτοσικλέτας. Ένεκα του κτυπήματος και της επακόλουθης ανατροπής, ο μοτοσικλετιστής έχασε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας η οποία έπεσε στη δεξιά πλευρά, με αποτέλεσμα να προκαλέσει ζημιές ύψους €3.590,25 στις οποίες όμως δεν φαίνεται να περιλαμβάνονται ζημιές στο κάτω μέρος της μοτοσικλέτας. Κατά την μαρτυρία του στο Δικαστήριο, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι η μοτοσυκλέτα χτύπησε αρχικά με τον μπροστινό τροχό πάνω σε ένα σταθερό αντικείμενο, πιθανώς πέτρα, ανέβηκε πάνω από αυτό και ακολούθως επήλθε χτύπημα του σταθερού αντικειμένου πάνω στη σωλήνα του exhaust που είναι στο κάτω μέρος της μοτοσικλέτας. Ο μάρτυρας παρουσίασε φωτογραφίες ημερομηνίας 17.11.2015 οι οποίες παρουσιάζουν ζημιές στο κάτω μέρος της μοτοσικλέτας (βλ. Τεκμήριο 10). Υποστήριξε ότι οι εν λόγω ζημιές δεν θα μπορούσαν να προκληθούν με μια απλή τριβή στην άσφαλτο, ούτε από μια μικρή λακκούβα. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι το αντικείμενο στο οποίο κτύπησε η μοτοσικλέτα θα έπρεπε να ήταν ύψους περίπου 20 με 25 εκατοστών. Ο ίδιος δεν εξέτασε την μοτοσικλέτα στις 21.8.2015 και συνεπώς, δεν γνωρίζει τι ζημιές είχε εκείνη την ημέρα. XXXXX Χρίστου (ΜΥ3) Ο ΜΥ3 είναι μηχανικός μοτοσυκλετών από το
- Προέβη σε επιδιόρθωση της επίδικης μοτοσικλέτας η οποία μεταφέρθηκε στο κατάστημα που εργάζεται στις 21.8.
- Έγινε μια πρώτη εκτίμηση της μοτοσικλέτας και στην συνέχεια κλήθηκε εκ νέου ο εκτιμητής καθότι εντοπίστηκαν χτυπήματα στις σωλήνες κάτω από το exhaust. Ο μάρτυρας παρουσίασε φωτογραφίες που κατά τον ισχυρισμό του λήφθηκαν στις 22.8.2015 (βλ. Τεκμήριο 12). Κατά την γνώμη του, η ζημιά στο exhaust προκλήθηκε λόγω κτυπήματος της μοτοσικλέτας πάνω σε πέτρα. Η μοτοσικλέτα ζυγίζει 292 κιλά και έχει απόσταση από το έδαφος (ground clearance) 13 εκατοστά. Με δύο άτομα στην μοτοσικλέτα, η απόσταση αυτή μειώνεται. Για να προκληθεί αυτή η ζημιά θα έπρεπε είτε να υπάρχει λακκούβα βάθους 20 εκατοστών ή πέτρα διαμέτρου 13 με 14 εκατοστών. Σε ερώτηση πώς κατέληξε ότι η μοτοσικλέτα χτύπησε πάνω σε μιαν πέτρα και ανασηκώθηκε ανέφερε ότι είδε τις ζημιές και έμαθε ότι ο οδηγός της ένιωσε κάτι και ακολούθως ανατράπηκε. Ο ΜΥ3 ανέφερε επίσης ότι η μοτοσικλέτα δεν θα μπορούσε να οδηγηθεί με σπασμένα exhaust. Κατ' αρχάς επισημαίνω ότι τα προσόντα και η πείρα των δύο μαρτύρων υπεράσπισης δεν έχουν τύχει αμφισβήτησης. Παρ' όλα αυτά, θεωρώ ότι κανένας από τους εν λόγω μάρτυρες, δεν επιτέλεσε το καθήκον του ως πραγματογνώμονας, ήτοι να εφοδιάσει το δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας των συμπερασμάτων τους, έτσι ώστε το δικαστήριο να είναι σε θέση, εφαρμόζοντας αυτές τις πληροφορίες στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, να σχηματίσει τη δική του κρίση. Πρέπει να επισημανθεί ότι το καθήκον του πραγματογνώμονα προς το Δικαστήριο έχει προτεραιότητα έναντι οποιουδήποτε καθήκοντος ή υποχρέωσης προς τον πελάτη του. Στην παρούσα περίπτωση, δεν έχω πεισθεί για την αντικειμενικότητα με την οποία οι ΜΥ1 και ΜΥ3 εξέτασαν την επίδικη μοτοσικλέτα. Κατ' αρχάς, ο ΜΥ1 εξέτασε την μοτοσικλέτα αρκετές μέρες μετά το επίδικο δυστύχημα, ήτοι στις 11.9.2015 και αρχικά δεν κατέληξε σε εύρημα ότι η μοτοσικλέτα αναπήδησε και κτύπησε και στο κάτω μέρος. Αναφέρθηκε μόνο σε κτύπημα στον μπροστινό τροχό. Κατά την μαρτυρία του στο Δικαστήριο, ο ΜΥ1 πρόσθεσε ότι εξέτασε για δεύτερη φορά την μοτοσικλέτα δύο μήνες αργότερα, ήτοι στις 17.11.2015 και ισχυρίστηκε ότι η μοτοσικλέτα αναπήδησε πάνω στην πέτρα. Δικαιολόγησε την παράλειψη του να καταλήξει εξ αρχής σε ορθά συμπεράσματα στο γεγονός ότι η ζημιά στο κάτω μέρος της μοτοσικλέτας δεν ήταν εμφανής παρά μόνο μετά που ξηλώθηκε η μοτοσικλέτα. Υποστήριξε ότι οι εν λόγω ζημιές δεν θα μπορούσαν να προκληθούν με μια απλή τριβή στην άσφαλτο. Δεν έδωσε όμως επιστημονική εξήγηση για την γνώμη που εξέφρασε, ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να ελέγξει την ορθότητα των διαπιστώσεων του. Ούτε ο ΜΥ3 ήταν κατατοπιστικός. Ο εν λόγω μάρτυρας έδωσε την εντύπωση ότι πρώτα ενημερώθηκε για τους ισχυρισμούς του οδηγού της μοτοσικλέτας και ακολούθως επιχείρησε να καταλήξει σε ετυμηγορία. Σε ερώτηση πώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η μοτοσικλέτα χτύπησε πάνω σε μια πέτρα και ανασηκώθηκε, ανέφερε ότι είδε τις ζημιές και έμαθε ότι ο οδηγός ένιωσε κάτι και έπεσε. Χωρίς καν να ερωτηθεί απέκλεισε το ενδεχόμενο η ζημιά να είχε προκληθεί από λακκούβα. Χωρίς καμία παραπομπή σε μεθοδολογία, ο μάρτυρας αναφέρθηκε επίσης και στην ταχύτητα της μοτοσικλέτας λέγοντας ότι μπορεί να την υπολογίσει με βάση τα τριψίματα στη μοτοσυκλέτα. Κάνοντας ορισμένους υπολογισμούς του οποίους δεν εξήγησε, κατέληξε ότι πρέπει να πήγαινε γύρω στα 30ΧΑΩ. Πρέπει να επισημανθεί τέλος, ότι η μαρτυρία πραγματογνωμόνων δεν υποκαθιστά την πρωτογενή μαρτυρία των εμπλεκομένων μερών της διαφοράς. Θεμελιώνει επιστημονικά τη μία ή την άλλη εκδοχή των διαδίκων αλλά το πράττει συμπληρωματικά και προς επίρρωση ή αναίρεση, αναλόγως, της πρωταρχικής και ουσιαστικής μαρτυρίας των ιδίων των μερών (βλ. Ευσταθίου v. Alpha Bank Ltd
(2012)1 A.A.Δ. 1682). Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας, ούτε ο Κατηγορούμενος αλλά ούτε και η σύζυγος του παραπονέθηκαν εξ αρχής για την ύπαρξη πέτρας και περαιτέρω δεν εντοπίστηκε πέτρα ή υπολείμματα πέτρας στο σημείο του δυστυχήματος. Κανένας από τους μάρτυρες που παρουσιάστηκαν ως πραγματογνώμονες δεν έδωσαν οποιαδήποτε πειστική εξήγηση ως προς τούτο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Ο κατηγορούμενος κατηγορείται δυνάμει του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 το οποίο προνοεί ότι «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 A.A.Δ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Όπως αναφέρεται στην Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Η υποχρέωση της προσήκουσας επιμέλειας υπόκειται στην προϋπόθεση ότι και οι άλλοι οδηγοί θα εκπληρώσουν το καθήκον τους για επιμέλεια και δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών (βλ. Χρ. Νικολαϊδης ν. Ρ. Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 422, 428). Στη Χρυσοστόμου ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 300 ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε μεταξύ άλλων κατηγορία για αμελή οδήγηση. Δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το όχημα οδειγείτο από τον Κατηγορούμενο και ενεπλάκη σε δυστύχημα. Ο μοναδικός μάρτυρας για την κατηγορούσα αρχή ήταν ο εξεταστής μηχανοκινήτων οχημάτων, ο οποίος μετά το δυστύχημα εξέτασε το αυτοκίνητο στο οποίο διαπίστωσε εκτεταμένες ζημιές λόγω δυστυχήματος. Εύρημα δε του μάρτυρα ήταν ότι το αυτοκίνητο οδηγείτο με ελαττωματικά φρένα και κατεστραμμένο το πισινό αριστερό ελαστικό. Ο μάρτυρας περιέγραψε την κατάσταση του αυτοκινήτου αθλιότατη. Το Ανώτατο Δικαστήριο (με παραπομπή στην R. v. Spurge [1961] 2 All E.R. 688) ανέφερε ότι αποτελεί υπεράσπιση σε κατηγορία αμελούς οδήγησης ότι ο οδηγός χωρίς δική του υπαιτιότητα στερήθηκε του ελέγχου του οχήματος του ένεκα μηχανικής του βλάβης για την οποία δεν γνώριζε και η οποία δεν ήταν τέτοια που θα έπρεπε να την είχε ανακαλύψει εάν ασκούσε εύλογη σύνεση και εφόσον υπάρχει κάποια μαρτυρία για τέτοια βλάβη. Ο κατηγορούμενος πρέπει να αθωωθεί εάν η εξήγησή του αφήνει πραγματική αμφιβολία στη σκέψη του Δικαστηρίου. Λέχθηκε όμως ότι υποθέσεις στις οποίες μπορούσε με επιτυχία να γίνει επίκληση μιας τέτοιας υπεράσπισης πρέπει να είναι πράγματι σπάνιες. Στην υπόθεση Spurge η καταδίκη επεκυρώθη διότι μια και ο εφεσείων γνώριζε για την τάση του αυτοκινήτου να τραβά προς τα δεξιά όταν χρησιμοποιούνταν τα φρένα, η υπεράσπιση της μηχανικής βλάβης δεν μπορούσε να επιτύχει διότι ήταν επικίνδυνο γι' αυτόν να οδηγεί το όχημα όπως έκαμε με την γνώση της μηχανικής βλάβης. (βλ. επίσης Wilkinnson's Road Traffic Offences, 14η Έκδοση, Τόμος 1, σελ. 1/323, παρ. 5.34-40). Αναφέρθηκε επίσης στη ρηθείσα απόφαση ότι, σε υποθέσεις επικίνδυνης οδήγησης το βάρος της αποδείξεως ουδέποτε μετατίθεται στην υπεράσπιση. Αυτό δεν σημαίνει ότι εάν η κατηγορούσα αρχή αποδείξει ότι ένα όχημα οδηγούμενο από τον κατηγορούμενο έχει θέσει σε κίνδυνο το κοινό, ο κατηγορούμενος θα μπορούσε με επιτυχία να υποβάλει στο τέλος της υπόθεσης της κατηγορίας ότι δεν είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση για να κληθεί να απαντήσει, για το λόγο ότι η κατηγορούσα αρχή δεν ανέτρεψε την υπεράσπιση της μηχανικής βλάβης. Το Δικαστήριο δεν θα εξετάσει μια τέτοια ειδική υπεράσπιση, εκτός εάν και μέχρις ότου προβληθεί από τον κατηγορούμενο. Όταν όμως έχει προβληθεί πρέπει να εξεταστεί με το υπόλοιπο της μαρτυρίας στην υπόθεση. Εάν η εξήγηση του κατηγορουμένου αφήνει πραγματική αμφιβολία στη σκέψη του Δικαστηρίου, τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται να αθωωθεί. Εάν το Δικαστήριο όμως απορρίψει την εξήγηση του κατηγορουμένου, το Δικαστήριο πρέπει να τον καταδικάσει. Στο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences, 23rd ed, 2007, σελ. 1/413, §5.50, αναφέρεται ότι στις ποινικές υποθέσεις το δόγμα του res ipsa loquitur δεν έχει εφαρμογή. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι η κατηγορούσα αρχή οφείλει να αντικρούσει κάθε πιθανή εξήγηση του κατηγορούμενου για να πετύχει καταδίκη εάν τα γεγονότα στη σκηνή του δυστυχήματος είναι τέτοια που, στην απουσία οποιασδήποτε εξήγησης από τον κατηγορούμενο, το Δικαστήριο δεν έχει επιλογή παρά να καταδικάσει. Είναι σύνηθες, όπως αναφέρεται στο σχετικό σύγγραμμα, ότι η μόνη μαρτυρία που δυνατόν να προσκομιστεί από την κατηγορούσα αρχή είναι μαρτυρία ότι το όχημα του κατηγορούμενου εξήλθε του δρόμου και κτύπησε σε παρακείμενο τοίχο ή βρέθηκε αναποδογυρισμένο. Εάν στην απουσία οποιασδήποτε εξήγησης, το μόνο συμπέρασμα στο οποίο μπορεί να καταλήξει το Δικαστήριο είναι ότι ο κατηγορούμενος ήταν αμελής το Δικαστήριο πρέπει να τον καταδικάσει (βλ. Rabjohns v Burgar [1971] R.T.R. 234,Watts v Carter [1971] R.T.R. 232 και Wright v. Wenlock [1971] R.T.R. 228). Όπου όμως ο κατηγορούμενος, δίδει εξήγηση, η οποία δεν είναι ευφάνταστη (fanciful), η κατηγορούσα αρχή οφείλει να την αντικρούσει και αν δεν το πράξει τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται να έχει το όφελος της αμφιβολίας (βλ. Wilkinson's Road Traffic Offences, 23rd ed, 2007, σελ. 1/414, §5.51). Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση την αξιόπιστη ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, ενώ ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του, σε κάποιο σημείο του δρόμου, για λόγους που μόνο ο ίδιος ο Κατηγορούμενος θα μπορούσε να γνωρίζει, απώλεσε τον έλεγχο με αποτέλεσμα την ανατροπή του. Η θέση της υπεράσπισης ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο υπήρχε μεγάλη πέτρα στον δρόμο, καταρρίφθηκε μέσα από την μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας οι οποίοι δεν εντόπισαν οποιαδήποτε πέτρα ή υπολείμματα πέτρας στην σκηνή. Περαιτέρω, τόσο ο Κατηγορούμενος όσο και η σύζυγός του δεν έδωσαν οποιαδήποτε πειστική εξήγηση κατά την άφιξη της αστυνομίας στην σκηνή. Παραπέμπω στην υπόθεση Χαράλαμπος Ιωάννου ν. Αστυνομίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 399 που αφορούσε αδίκημα στην βάση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα για το οποίο μάλιστα απαιτείται απόδειξη ψηλότερου βαθμού αμέλειας από ότι το άρθρο 8 του ν.86/1972. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνοντας την καταδίκη και επιβάλλοντας 15μηνη φυλάκιση στον εφεσείοντα, ανέφερε τα ακόλουθα: «Ο εφεσείων οδηγεί το αυτοκίνητο με ταχύτητα μερικά χιλιόμετρα πέραν της επιτρεπόμενης των 80χαω, σε ασφαλτοστρωμένο δρόμο, με αναμμένα φώτα. Αφού διέρχεται αριστερόστροφη καμπή του δρόμου και βρίσκεται επί της ευθείας, ξαφνικά παρεκκλίνει της πορείας του, προσκρούει στον αριστερό όχθο και, ακυβέρνητο, ακινητοποιείται τελικά μεταξύ του όχθου και ενός κυπαρισσιού. Ως αποτέλεσμα, το αυτοκίνητο καταστρέφεται ολοσχερώς, ο εφεσείων και ένας από τους συνεπιβάτες τραυματίζονται, ο δε δεύτερος συνεπιβάτης τραυματίζεται θανάσιμα. Ο εφεσείων δίδει σειρά εξηγήσεων ως προς τους λόγους για τους οποίους έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου. Όμως, το πρωτόδικο Δικαστήριο απορρίπτει όλες τις εξηγήσεις του ως αναξιόπιστες. Τι παραμένει ως πραγματικό γεγονός; Το μόνο που παραμένει είναι ότι ο εφεσείων, χωρίς οποιαδήποτε εκ μέρους του ικανοποιητική εξήγηση, ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο με ταχύτητα μερικών μόνο χιλιομέτρων πέραν του επιτρεπομένου, αφού διήλθε αριστερόστροφη καμπή του δρόμου και βρέθηκε επί της ευθείας, ξαφνικά παρεξέκλινε της πορείας του, προσέκρουσε στον αριστερό όχθο και, με ακυβέρνητο πλέον το αυτοκίνητο, ακινητοποιήθηκε μεταξύ του όχθου και ενός κυπαρισσιού, με τα γνωστά τραγικά αποτελέσματα. Με αυτά τα δεδομένα, δεν μπορεί, κατά την άποψή μας, παρά να θεωρηθεί, πέραν πάσης ευλόγου αμφιβολίας, ότι, κατά την ώρα του δυστυχήματος, ο εφεσείων, για λόγους που μόνο ο ίδιος γνωρίζει, οδηγούσε το αυτοκίνητο κατά τρόπο που συνιστούσε αλόγιστη και ή απερίσκεπτη εκ μέρους του οδική συμπεριφορά ώστε να στοιχειοθετείται τόσο η αντικειμενική όσο και η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος του Άρθρου 210.» Έχω την άποψη, ότι τα πιο πάνω τυγχάνουν εφαρμογής και στην παρούσα. Ευτυχώς για όλους, στην προκειμένη περίπτωση δεν προέκυψε ο θάνατος οποιουδήποτε προσώπου. Στην απουσία οποιαδήποτε πειστικής εξήγησης για τον λόγο που ο Κατηγορούμενος απώλεσε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του, δεν μπορεί να υπάρξει άλλη κατάληξη πέρα από το ότι οδηγούσε αμελώς. Συνακόλουθα, ο Κατηγορούμενος κρίνεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ένοχος στην Κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο