Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Γιουφτής, Αρ. Υπόθεσης: 9741/2016, 14/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B143 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9741/2016 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. XXXXX Γιουφτής Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 14 Ιουνίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Φρ. Κακούρη Για Κατηγορούμενο: κα Τ. Σαββίδου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Είναι κοινό έδαφος ότι στις 6.9.2015 και περί ώρα 08:00 συνέβη τροχαίο δυστύχημα στην οδό Γρίβα Διγενή παρά την υπεραγορά «Θησέας» στο Αρεδιού της επαρχίας Λευκωσίας. Εμπλεκόμενα μέρη ήταν ο Κατηγορούμενος που οδηγούσε το αυτοκίνητο XXXXX22, ο XXXXX Έλληνας (ΜΚ2) που οδηγούσε το αυτοκίνητο XXXXX27 και η πεζή XXXXX XXXXX Singh. Είναι επίσης αδιάψευστο ότι τόσο ο Κατηγορούμενος, όσο και ο XXXXX Έλληνας, οδηγούσαν τα οχήματα τους στην πιο πάνω οδό, με κατεύθυνση από Ανθούπολη προς Παλαιχώρι. Η οδός Γρίβα Διγενή, στο σημείο του δυστυχήματος, είναι δρόμος ευθύς με ορατότητα πέραν των 300 μέτρων. Αποτελείται από δύο λωρίδες κυκλοφορίας, μια για κάθε κατεύθυνση. Το όριο ταχύτητας είναι 65ΧΑΩ. Οι δύο λωρίδες κυκλοφορίας διαχωρίζονται με άσπρη συνεχή γραμμή, ενώ 120 μέτρα πριν από το σημείο του δυστυχήματος ως η πορεία των δύο αυτοκινήτων, υπάρχουν πινακίδες που απαγορεύουν το προσπέρασμα. Παρά ταύτα, ο XXXXX Έλληνας επιχειρούσε να προσπεράσει το όχημα του Κατηγορουμένου χρησιμοποιώντας την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας ως η πορεία του ενώ, την ίδια στιγμή, ο Κατηγορούμενος επιχειρούσε στροφή δεξιά για να εισέλθει σε χώρο στάθμευσης της υπεραγοράς «Θησέας». Ως αποτέλεσμα, επήλθε η σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων, τα οποία εξήλθαν του δρόμου. Το μεν όχημα του Κατηγορουμένου συγκρούστηκε σε πάσσαλο της ΑΤΗΚ και ακινητοποιήθηκε, το δε όχημα XXXXX27 προχώρησε και χτύπησε μεταξύ άλλων, την πεζή. Το δυστύχημα έγινε κατά τη διάρκεια της ημέρας, ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος στεγνή και καθαρή. Η 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος αφορά το αδίκημα της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου ν.86/72. Η 2η Κατηγορία αφορά μη συμμόρφωση σε σήμα τροχαίας κατά παράβαση του Κανονισμού 58
(2)(δ) των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών. Για να αποδείξει την υπόθεση της, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 3 μάρτυρες κατηγορίας. Το Δικαστήριο αφού εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου, τον κάλεσε σε απολογία. Αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, ο Κατηγορούμενος επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή της γνώσης τους, η μνήμη τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και η αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Πιο κάτω παραθέτω με τη μέγιστη δυνατή πληρότητα το περιεχόμενο της μαρτυρίας κάθε μάρτυρα. Α/Αστ.XX9 XXXXX Χατζηπιερή (ΜΚ1) Στις 6.9.2015 και περί ώρα 08:10, ο ΜΚ1 επισκέφτηκε την σκηνή του δυστυχήματος όπου εντόπισε τους δύο οδηγούς καθώς και την πεζή η οποία ήταν βαριά τραυματισμένη. Τα εμπλεκόμενα οχήματα ήταν στην τελική τους θέση. Ο ΜΚ1 ετοίμασε σχεδιάγραμμα της σκηνής (βλ. Τεκμήρια 3 και 4) στο οποίο τοποθέτησε μεταξύ άλλων, το σημείο σύγκρουσης μεταξύ των δύο οχημάτων, το σημείο σύγκρουσης του οχήματος του Κατηγορουμένου σε πάσσαλο της ΑΤΗΚ καθώς και τα σημεία που το όχημα XXXXX27 συγκρούστηκε σε ομπρέλα που ήταν στερεωμένη εκτός δρόμου, στην πεζή καθώς και σε κορμό δέντρου. Δεν εντοπίστηκαν οποιαδήποτε ίχνη τροχοπέδησης στον δρόμο. Οι δύο οδηγοί συμφώνησαν με το σχέδιο και το υπέγραψαν. Τα δύο οχήματα υπέστησαν εκτεταμένες ζημιές (βλ. Τεκμήριο
- Στις 4.10.2015, ο ΜΚ1 κατηγόρησε γραπτώς τον XXXXX Έλληνα ο οποίος δεν παραδέχτηκε την διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι όταν έφτασε στη σκηνή του δυστυχήματος υπήρχε πυκνή τροχαία κίνηση η οποία συνεχίστηκε καθ' όλη την διάρκεια που παρέμεινε στην σκηνή. Ανέφερε επίσης ότι δεν υπήρχαν στην σκηνή ευρήματα, στην βάση των οποίων να μπορεί να υπολογιστεί η ταχύτητα του XXXXX Έλληνα. Συμφώνησε ότι ο τελευταίος επιχειρούσε προσπέρασμα τουλάχιστον δύο οχημάτων και άρα σε κάποιο χρονικό σημείο βρισκόταν τουλάχιστον περίπου 15 μέτρα πίσω από το μπροστινό μέρος του οχήματος του κατηγορουμένου. Από την άλλη, ο Κατηγορούμενος διένυσε με το όχημα του περί τα 3,10 μέτρα εντός της δεξιάς λωρίδας ως η πορεία του, προτού επέλθει η σύγκρουση. Δεν έχω αμφιβολία ότι ο ΜΚ1 προσήλθε στο Δικαστήριο με πρόθεση να αναφέρει αληθώς όσα περιήλθαν στην αντίληψη του. Πλην όμως, ο εν λόγω μάρτυρας, σε πολλά σημεία δεν ήταν σαφής στις απαντήσεις του. Επισημαίνω όμως ότι αρκετές πτυχές της μαρτυρίας του ΜΚ1 δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση. Δεν αμφισβητήθηκε λόγου χάρη το σημείο σύγκρουσης το οποίο τοποθετήθηκε στο σχέδιο, ούτε και οι ζημιές στα δύο οχήματα. Ζητήθηκε από τον ΜΚ1 να εξηγήσει που έγκειται η αμέλεια του Κατηγορουμένου και αυτός ανέφερε γενικά και αόριστα ότι κάποιοι παράγοντες συνέτειναν την πρόκληση δυστυχήματος, χωρίς όμως να είναι σε θέση να τους εξειδικεύσει. Αναφέρθηκε στην παραβίαση άσπρης συνεχόμενης γραμμής από την Κατηγορούμενο καθώς και για το ότι αυτός δεν βεβαιώθηκε ότι υπήρχε οποιοδήποτε όχημα πριν στρίψει. Και πάλι όμως δεν ήταν σε θέση να διαφωτίσει αν κατά τον χρόνο που ο Κατηγορούμενος επιχείρησε να στρίψει, θα μπορούσε να είχε εντοπίσει οποιοδήποτε όχημα και δη το όχημα του XXXXX Έλληνα μέσα από τους καθρέφτες του οχήματος του. Με άλλα λόγια, δεν γνωρίζει αν κατά την στιγμή που ο Κατηγορούμενος ξεκίνησε να υλοποιήσει την πρόθεση του να στρίψει δεξιά, το όχημα του XXXXX Έλληνα βρισκόταν εντός του οπτικού του πεδίου. XXXXX Έλληνα (ΜΚ2) Ο ΜΚ2 στην κατάθεση του στην Αστυνομία ανέφερε ότι το επίδικο πρωινό οδηγούσε το όχημα του με ταχύτητα περίπου 70ΧΑΩ όταν σε κάποια στιγμή συνάντησε τροχαία κίνηση. Επειδή βιαζόταν να μεταβεί σε μνημόσυνο, αποφάσισε να προσπεράσει δύο αυτοκίνητα σε σημείο όπου υπήρχε άσπρη συνεχόμενη γραμμή. Αφού βεβαιώθηκε ότι η δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας ήταν καθαρή, ανέπτυξε ταχύτητα και ξεκίνησε να προσπερνά. Την στιγμή που προσπαθούσε να προσπεράσει το δεύτερο από τα δύο οχήματα, ήτοι το όχημα του Κατηγορουμένου, και ειδικότερα ενώ βρισκόταν περί τα 4 μέτρα πριν από αυτό, ο Κατηγορούμενος χωρίς οποιοδήποτε σήμα, επιχείρησε να στρίψει δεξιά για να μπει στον χώρο της φρουταρίας. Εκείνη την στιγμή, ο ΜΚ2 κινείτο γύρω στα 80ΧΑΩ. Προσπάθησε να πατήσει τα φρένα κορνάροντας ταυτόχρονα, χωρίς όμως κάποιο αποτέλεσμα αφού επήλθε εν τέλει η σύγκρουση και ο ίδιος έχασε τον έλεγχο του οχήματος του. Ο μάρτυρας συμφώνησε με το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων, όπως αυτό αποτυπώθηκε επί του σχεδίου που ετοίμασε ο ΜΚ
- Ο ΜΚ2 δεν με έπεισε ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να αναφέρει την αλήθεια σε σχέση με τα επίδικα περιστατικά. Δεν ήταν σαφής στις απαντήσεις του και δεν απαντούσε με την αναμενόμενη ευθύτητα. Επίσης, σε αρκετά σημεία περιέπεσε σε αντιφάσεις σε σχέση με όσα ο ίδιος ανέφερε στην κατάθεση του. Ειδικότερα, παρά το ότι στην κατάθεση του ανέφερε ότι βιαζόταν, κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι και να αργούσε να πάει στο μνημόσυνο, δεν θα υπήρχε κάποιο πρόβλημα για τον ίδιο. Σε άλλο σημείο ανέφερε ότι επιχείρησε να προσπεράσει παρά το ότι υπήρχε σήμα με το οποίο απαγορευόταν το προσπέρασμα, αλλά αρνήθηκε ότι το έπραξε επειδή βιαζόταν. Ανέφερε επίσης ότι πριν αποφασίσει να προσπεράσει, έβλεπε το όχημα του Κατηγορουμένου και δεν το είδε να ελαττώνει ταχύτητα. Υποστήριξε ότι εάν έβλεπε ότι ο Κατηγορούμενος είχε πρόθεση να στρίψει στη φρουταρία, δεν θα επιχειρούσε να προσπεράσει. Όλα τα πιο πάνω έρχονται σε πλήρη αντίφαση με την μαρτυρία της ΜΚ3 στην οποία θα αναφερθώ πιο κάτω, η οποία ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος χρησιμοποίησε δείκτη δείχνοντας την πρόθεση του να στρίψει και ταυτόχρονα ελάττωσε ταχύτητα. Ερωτηματικά προκαλεί τέλος και το γεγονός ότι ο μάρτυρας δεν αναγνώρισε το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής στο οποίο βρίσκεται η υπογραφή του. Ανέφερε δε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι πρώτη φορά το βλέπει και δεν αντιλαμβάνεται τι απεικονίζει. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω και κρίνοντας την συνολική εικόνα του ΜΚ2 καταλήγω να μην αποδεχτώ την μαρτυρία του. XXXXX Κατσαρή (ΜΚ3) Η ΜΚ3 οδηγούσε το αυτοκίνητο της μεταξύ του οχήματος του Κατηγορουμένου και του οχήματος του ΜΚ2, έχοντας την ίδια κατεύθυνση με αυτούς. Κινείτο με ταχύτητα περίπου 65‑70 ΧΑΩ και απείχε από το όχημα του Κατηγορουμένου περίπου 4‑5 μέτρα. Ενόσω κινείτο πίσω από τον Κατηγορούμενο, δεν είχε προσέξει οποιανδήποτε τροχαία κίνηση πίσω της. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, παρά την υπεραγορά «Θησέας», το όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος ελάττωσε ταχύτητα και χρησιμοποίησε τον δείκτη του οχήματος, δείχνοντας πρόθεση να στρίψει δεξιά. Τότε, η ΜΚ3 ελάττωσε ταχύτητα και τότε αντιλήφθηκε να την προσπερνά ένα άλλο όχημα χρησιμοποιώντας την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Είδε το εν λόγω αυτοκίνητο για πρώτη φορά όταν ο οδηγός του επιχειρούσε το προσπέρασμα. Το όχημα του Κατηγορουμένου είχε ήδη εισέλθει στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με αποτέλεσμα την σύγκρουση των δύο οχημάτων. Η ΜΚ3 απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα. Δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε προσπάθεια παραποίησης των γεγονότων ή απόκρυψης της αλήθειας. Ήταν ήρεμη και δεν φάνηκε να διακατέχεται από αμηχανία ή δισταγμό στις απαντήσεις της. Επιπρόσθετα, δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις και η αξιοπιστία της δεν πλήγηκε κατά την διάρκεια της αντεξέτασης της. ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Η κατάθεση του Κατηγορουμένου κατατέθηκε στο Δικαστήριο από μάρτυρα της Κατηγορούσας αρχής (βλ. Τεκμήριο 2). Έγγραφα τα οποία κατατίθενται ως τεκμήρια, αποτελούν μέρος του μαρτυρικού υλικού και πρέπει να αξιολογούνται με την υπόλοιπη μαρτυρία (βλ. Καύκαρκου ν. Χαπούπη
(1992)1 ΑΑΔ 260). Ειδικά, σε σχέση με την αξιολόγηση καταθέσεων Κατηγορουμένου παραπέμπω στην Γαβριήλ v. Δημοκρατίας 2009
(2)ΑΑΔ 693. Στην κατάθεση του λοιπόν, ο Κατηγορούμενος ανέφερε μεταξύ άλλων, ότι οδηγούσε το όχημα του με κανονική ταχύτητα. Πλησιάζοντας την φρουταρία «Θησέας», στην οποία ήθελε να σταματήσει για ψώνια, κοίταξε από το καθρεφτάκι και διαπίστωσε ότι υπήρχε ένα αυτοκίνητο πίσω του. Δεν έρχονταν οχήματα από την αντίθετη κατεύθυνση και έτσι ξεκίνησε για να υλοποιήσει την πρόθεση του να στρίψει δεξιά. Προς τούτο, χρησιμοποίησε τον δείχτη του αυτοκινήτου του, ελάττωσε ταχύτητα και αφού δεν είδε οποιοδήποτε όχημα να έρχεται από πίσω του, επιχείρησε να στρίψει χωρίς να αντιληφθεί ότι στο σημείο υπήρχε άσπρη συνεχής γραμμή. Μπαίνοντας στην αντίθετη λωρίδα, είδε ένα όχημα που είχε την ίδια κατεύθυνση με τον ίδιο, να κινείται με μεγάλη ταχύτητα προς το μέρος του. Προτού προλάβει να αντιδράσει, επήλθε η σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Ο κατηγορούμενος κατηγορείται δυνάμει του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 A.A.Δ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο, ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Όπως αναφέρεται στην Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 378). Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας, κρίνω ότι η Κατηγορούσα αρχή δεν παρουσίασε ενώπιον μου επαρκή μαρτυρία επί της οποίας να μπορώ να βασιστώ για να καταλήξω σε ασφαλές συμπέρασμα σε σχέση με τις ενέργειες του Κατηγορουμένου οι οποίες να συνηγορούν σε αμέλεια. Η μη αποφυγή της σύγκρουσης δεν συνεπάγεται από μόνη της αμέλεια (βλ. Παππάς ν. Ναθαναήλ
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 275). Ο ΜΚ1 έφτασε στην σκηνή του δυστυχήματος μετά το συμβάν και εκτός από το σχέδιο το οποίο ετοίμασε και τα ευρήματα και μετρήσεις της σκηνής, δεν μπόρεσε να διαφωτίσει περαιτέρω το Δικαστήριο ως προς τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος. Ειδικότερα, δεν μπόρεσε να διαφωτίσει ως προς το κατά πόσον κατά την στιγμή που ο Κατηγορούμενος ξεκίνησε για να υλοποιήσει την πρόθεση του να στρίψει δεξιά, το όχημα που οδηγούσε ο ΜΚ2 ήταν ορατό για τον Κατηγορούμενο. Ούτε η μαρτυρία της ΜΚ3 ήτα ιδιαίτερα διαφωτιστική ως προς τούτο. Όσον αφορά την μαρτυρία του ΜΚ2, εν όψει της αξιολόγησης μου σε σχέση με την αξιοπιστία της, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 στις σελ. 365, 366 «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Στην παρούσα περίπτωση, δεν μπορώ να αποκλείσω το ενδεχόμενο, ο Κατηγορούμενος να ξεκίνησε να υλοποιήσει την πρόθεση του να στρίψει δεξιά αφού πρώτα είχε διαπιστώσει ότι ο δρόμος ήταν καθαρός. Το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος παραβίασε συνεχή άσπρη γραμμή δεν μπορεί να αποτελέσει από μόνο του υπόβαθρο για να διαπιστωθεί ότι ο Κατηγορούμενος ήταν αμελής. Προσθέτω επίσης ότι με βάση την νομολογία (βλ. Χρ. Νικολαϊδης ν. Ρ. Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 422, 428), η υποχρέωση προσήκουσας επιμέλειας υπόκειται στην προϋπόθεση ότι και οι άλλοι οδηγοί θα εκπληρώσουν το καθήκον τους για επιμέλεια και δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων. Είναι εμφανές ότι στην προκειμένη περίπτωση, ο ΜΚ2 εκδήλωσε αμέλεια αφού σε κανένα στάδιο δεν έστρεψε την προσοχή του στο γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είχε ελαττώσει ταχύτητα έχοντας αναμμένο τον δεξί δείχτη πορείας του. Συνέχισε την πορεία του στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, σε σημείο όπου απαγορεύεται το προσπέρασμα και με ταχύτητα πέραν του καθορισμένου ορίου. Είναι εύστοχη η παραπομπή της ευπαίδευτης συνηγόρου υπεράσπισης στην αγγλική υπόθεση Powell v. Moody
(1966)Times 10 March, 110 Sol Jo 215 όπου αποφασίστηκε ότι οποιοδήποτε όχημα το οποίο προσπερνά ουρά σταματημένων οχημάτων αναλαμβάνει μία πολύ επικίνδυνη επιχείρηση η οποία πρέπει να διεκπεραιωθεί με μεγάλη επιμέλεια. Διερωτάται κάποιος αν ο Κατηγορούμενος όφειλε σε κάθε χρονικό σημείο να έχει στραμμένη την προσοχή του σε σημείο ή σε κατεύθυνση όπου δεν αναμένεται υπό κανονικές συνθήκες να κινείται οποιοδήποτε όχημα, με τον τρόπο μάλιστα που κινείτο το όχημα του Στέλιου Έλληνα. Με άλλα λόγια, έχω ισχυρές αμφιβολίες αν ο κίνδυνος που υπήρχε στην προκειμένη περίπτωση λόγω του προσπεράσματος από τον Στέλιο Έλληνα ήταν εύλογα προβλεπτός ή και αντιληπτός προς τον Κατηγορούμενο. Εν όψει όλων των πιο πάνω, καταλήγω ότι ο Κατηγορούμενος δικαιούται το ευεργέτημα της αμφιβολίας. 2η Κατηγορία Ο Κανονισμός 58
(2)(δ) της Κ.Δ.Π. 66/84 ορίζει ότι: «58.-
(2)Κάθε πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο μηχανοκινήτου οχήματος, έχει τα πιο κάτω καθήκοντα και υποχρεώσεις- . .. . (δ) να συμμορφώνεται προς όλα τα σήματα τροχαίας, συμπεριλαμβανομένων πινακίδων, που τοποθετούνται ή χαράσσονται πάνω ή κοντά σε οποιοδήποτε δρόμο με ή κατ' εντολή της Αστυνομίας, ή αρχής τοπικής διοίκησης ή άλλης αρχής, στην οποία έχει ανατεθεί δυνάμει οποιασδήποτε νομοθετικής διάταξης ο έλεγχος ή η ρύθμιση της τροχαίας κυκλοφορίας». Σύμφωνα με τον Κανονισμό 2 - «σήμα τροχαίας» σημαίνει οποιονδήποτε αντικείμενον ή μέσον (μονίμως τοποθετημένον ή κινητόν) ή οποιονδήποτε σημείον, σήμανσιν, σύμβολον ή γραμμήν, προς μετάδοσιν εις την τροχαίαν κίνησιν εν γένει ή εις ωρισμένην κατηγορία ταύτης, προειδοποιήσεων, πληροφοριών, κανόνων, περιορισμών ή απαγορεύσεων οποιασδήποτε φύσεως, καθών και οιονδήποτε σημείον, σήμανσιν, σύμβολον ή γραμμήν επί ή πλησίον οιασδήποτε οδού ή κεχαραγμένον επί του καταστρώματος οιασδήποτε οδού προς μετάδοσιν τοιούτων προειδοποιήσεων, πληροφοριών, κανόνων, περιορισμών ή απαγορεύσεων.» Στην παρούσα υπόθεση, ο Κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε ούτε την ύπαρξη ούτε και την νομιμότητα της σήμανσης επί του οδοστρώματος, ήτοι την συνεχή άσπρη γραμμή. Η κεντρική συνεχής γραμμή κατά μήκος οδοστρώματος, σημαίνει ότι τα οχήματα δεν επιτρέπεται να διασταυρώσουν τη γραμμή αυτή σε αντίθεση με τη διακεκομμένη γραμμή της οποίας η διασταύρωση επιτρέπεται με προσοχή. Με βάση την αξιόπιστη ενωπιον μου μαρτυρία, καταλήγω σε εύρημα ότι ο Κατηγορούμενος επιχείρησε να στρίψει δεξιά διασταυρώνοντας την συνεχή άσπρη γραμμή η οποία ήταν χαραγμένη κατά μήκος του δρόμου και ήταν εμφανής επί του οδοστρώματος. Συνακόλουθα καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την 2η Κατηγορία. Συνεπώς, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην 1η Κατηγορία. Κρίνεται όμως ένοχος στην 2η Κατηγορία. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο