Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ανδρέου, Αρ. Υπόθεσης: 4244/2016, 20/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B147 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4244/2016 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. XXXXX Ανδρέου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 20 Ιουνίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Φρ. Κακούρη Για Κατηγορούμενο: κ. Δ. Τσολακίδης Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μεταξύ άλλων, κατηγορία για αμελή οδήγηση κατά παράβαση του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν.86/72(1η Κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, o Κατηγορούμενος την 12.7.2014 στην διασταύρωση των λεωφόρων Στροβόλου, Σπύρου Κυπριανού και Πεύκου στη Λακατάμεια της Επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX99 χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε ενοχή στην εν λόγω Κατηγορία και ακολούθησε ακροαματική διαδικασία. Για να αποδείξει την υπόθεση της, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε μόνο ένα μάρτυρα κατηγορίας. Κατατέθηκαν επίσης παραδεκτά γεγονότα τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Α/Αστ.XX4 XXXXX Σιαλής Ο μοναδικός μάρτυρας κατηγορίας που κατέθεσε δια ζώσης στο Δικαστήριο, ανέφερε ότι στις 12.7.2014 και ώρα 04:35 μετέβη στη σκηνή τροχαίου δυστυχήματος που έγινε την ίδια μέρα και περί ώρα 03:55 στη διασταύρωση των λεωφόρων Στροβόλου, Σπύρου Κυπριανού και Πεύκου στη Λακατάμεια. Εμπλεκόμενοι ήταν ο XXXXX Χαραλάμπους που οδηγούσε το αυτοκίνητο XXXXX73 και ο Κατηγορούμενος που οδηγούσε το αυτοκίνητο XXXXX
- Στο όχημα του Χαραλάμπους επέβαινε ως συνοδηγός ο XXXXX Τσάτσος (θύμα) και στο πίσω κάθισμα ο XXXXX Κωνσταντίνου. Ο Κατηγορούμενος βρισκόταν μόνος του στο αυτοκίνητο του. Κατά την άφιξη του μάρτυρα στην σκηνή, τα εμπλεκόμενα οχήματα βρίσκονταν στις τελικές τους θέσεις ενώ όλοι οι επιβαίνοντες των οχημάτων, πλην του θύματος που βρισκόταν νεκρός εντός ενός ασθενοφόρου οχήματος, είχαν μεταφερθεί, στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Στη απουσία των εμπλεκόμενων οδηγών, ο μάρτυρας κατηγορίας ετοίμασε σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (βλ. Τεκμήριο 5), όπου σημείωσε, μεταξύ άλλων, τις πορείες και τα σημεία σύγκρουσης των εμπλεκόμενων οχημάτων. Με το σχέδιο συμφώνησαν πλήρως και οι δύο οδηγοί. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, το δυστύχημα έγινε κατά την διάρκεια της νύχτας και ενώ ο καιρός ήταν αίθριος. Η άσφαλτος ήταν στεγνή και καθαρή. Η λεωφόρος Σπύρου Κυπριανού ως η πορεία του XXXXX Χαραλάμπους αποτελείται από δύο λωρίδες κυκλοφορίας για την κατεύθυνση που ακολουθούσε και μία λωρίδα κυκλοφορίας για την αντίθετη κατεύθυνση. Η λεωφόρος Στροβόλου ως η πορεία του Κατηγορουμένου αποτελείται επίσης από δύο λωρίδες κυκλοφορίας για την κατεύθυνση που ακολουθούσε ο Κατηγορούμενος και μία λωρίδα κυκλοφορίας για την αντίθετη κατεύθυνση. Οι εν λόγω λεωφόροι συμβάλλονται κάθετα στην διασταύρωση όπου έγινε το δυστύχημα η οποία ελέγχεται από φωτεινούς σηματοδότες που λειτουργούσαν κανονικά. Ειδικότερα, όταν το φως για την λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού ήταν κόκκινο, ταυτόχρονα το φως για την λεωφόρο Στροβόλου ήταν πράσινο και αντιστρόφως. Δεν υπήρχε κανένας καμένος λαμπτήρας. Και οι δύο οδηγοί είχαν ανεμπόδιστη ορατότητα προς τους φωτεινούς σηματοδότες αλλά και προς το σημείο σύγκρουσης. Κατά την αντεξέταση, ο μάρτυρας κατηγορίας συμφώνησε ότι στην δεξιά γωνία της διασταύρωσης ως η πορεία του οχήματος του κατηγορουμένου και αριστερά ως η πορεία του XXXXX Χαραλάμπους, υπάρχει μάντρα πώλησης οχημάτων με περίφραξη η οποία εμπόδιζε το οπτικό πεδίο του ενός οδηγού προς τον άλλο. Δεν έγιναν όμως μετρήσεις για να διαπιστωθεί η ακριβής ορατότητα. Το όριο ταχύτητας της λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού ως η πορεία του XXXXX Χαραλάμπους, ήταν 50 ΧΑΩ ενώ το όριο ταχύτητας της λεωφόρου Στροβόλου, ως η πορεία του Κατηγορουμένου, ήταν 65ΧΑΩ. Τα όργανα μετρήσεων του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος δεν μηδενίστηκαν και παρέμειναν όλοι οι δείκτες ακινητοποιημένοι σε συγκεκριμένες θέσεις. Μεταξύ άλλων, ο δείκτης ταχύτητας έδειχνε περί τα 102 ΧΑΩ. Στην σκηνή, δεν εντοπίστηκαν ίχνη τροχοπέδησης ή άλλα ευρήματα που να δείχνουν αντίδραση των εμπλεκόμενων οδηγών πριν την σύγκρουση. Το σημείο σύγκρουσης των δύο αυτοκινήτων, εντοπίστηκε βάσει των ζημιών τους, της πορείας που ακολουθούσαν και των ιχνών εκτροπής που προκλήθηκαν ένεκα της σύγκρουσης. Και τα δύο οχήματα υπέστησαν εκτεταμένες ζημιές. Αντεξεταζόμενος, ο μάρτυρας συμφώνησε ότι η αιτία σύγκρουσης των δύο οχημάτων ήταν το γεγονός ότι ο XXXXX Χαραλάμπους παραβίασε τον κόκκινο φωτεινό σηματοδότη. Σε ερώτηση αν ο Κατηγορούμενος είχε την δυνατότητα να αντιδράσει στην επικείμενη σύγκρουση, ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν προέβη σε σχετικούς υπολογισμούς καθότι δεν το θεώρησε αναγκαίο. ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι κατά τη στιγμή του δυστυχήματος, ο κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο του με ταχύτητα 102ΧΑΩ. Περαιτέρω, κατατέθηκαν στο Δικαστήριο εκ συμφώνου και ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους, διάφορες καταθέσεις μαρτύρων. Μεταξύ άλλων, ο Ανώτερος Υπαστυνόμος Χ. Ευριπίδου ανέφερε στην κατάθεση του (βλ. Τεκμήριο 7) ότι με βάση την μαρτυρία που συνελέγη, ο οδηγός του XXXXX73 είχε παραβιάσει το κόκκινο φωτεινό σηματοδότη κάτι που διαβεβαίωσε και ο ίδιος μέσα από διάφορους υπολογισμούς. Ο εν λόγω μάρτυρας προέβη επίσης σε υπολογισμό ταχύτητας με τη χρήση του λογισμικού προγράμματος. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα των υπολογισμών, η ταχύτητα του XXXXX73 πριν την σύγκρουση ήταν 44.09 ΧΑΩ. Η Γ/Αστ.XXX9, στην κατάθεση της (βλ. Τεκμήριο 9) ανέφερε ότι στις 04:10, επισκέφθηκε την σκηνή του δυστυχήματος όπου οι πυροσβέστες στην παρουσία νοσηλευτικού προσωπικού, εργάζονταν για απεγκλωβισμό του συνοδηγού και του επιβάτη του αυτοκινήτου XXXXX73 και του Κατηγορουμένου από το αυτοκίνητο XXXXX
- Η μάρτυρας ενημερώθηκε ότι ο συνοδηγός στο αυτοκίνητο XXXXX73, δεν είχε σφυγμό και αναπνοή. Παρόντες στην σκηνή ήταν ο XXXXX Κουρέας, ο XXXXX Κυπριανού και ο XXXXX Πολυδώρου οι οποίοι ανάφεραν ότι ήταν μάρτυρες του δυστυχήματος και ήταν οι πρώτοι που έφτασαν στην σκηνή. Στην έκθεση που ετοίμασε ο Λοχίας XXX1 Θεοκλέους (βλ. Τεκμήριο 10), καταγράφονται οι ζημιές επί των δύο οχημάτων. Η 1η επαφή ανάμεσα στα δύο οχήματα βρισκόταν στα αριστερά του οχήματος XXX73 με επίκεντρο όλη την πόρτα του συνοδηγού και στο μπροστινό μέρος του οχήματος του Κατηγορουμένου. Ο εν λόγω μάρτυρας δεν εντόπισε οποιοδήποτε πρόβλημα στα δύο οχήματα εξαιτίας του οποίου να προκλήθηκε το δυστύχημα. Όλες οι ζημίες ήταν πρόσφατες και προκλήθηκαν κατά το δυστύχημα. Τέλος, παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο η κατάθεση του XXXXX Πολυδώρου (βλ. Τεκμήριο 11) στην οποία αναφέρεται ότι το εν λόγω πρόσωπο οδηγούσε το όχημα του στην Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού με κατεύθυνση την επίδικη διασταύρωση. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο XXXXX Χαραλάμπους εμφανίστηκε ξαφνικά πίσω του, προσπέρασε το όχημα του μάρτυρα από δεξιά και αφού εισήλθε ξανά στην αριστερή λωρίδα, ανέπτυξε μεγάλη ταχύτητα προς την διασταύρωση. Ο Πολυδώρου έχασε οπτική επαφή με το εν λόγω αυτοκίνητο για περίπου 2 δευτερόλεπτα και ακολούθως είδε καπνό και σκόνη μέσα στην διασταύρωση. Μέσα από την σκόνη και τον καπνό διαπίστωσε ότι το φως για την πορεία του ήταν κόκκινο. Ο μάρτυρας συνέχισε την πορεία του και καθώς προχωρούσε, το φως άλλαξε από πορτοκαλί σε πράσινο. Έτσι χωρίς να σταματήσει, εισήλθε στην διασταύρωση όπου διαπίστωσε ότι το όχημα που είχε δει προηγουμένως ενεπλάκη σε τροχαίο δυστύχημα. Ο Πολυδώρου πλησίασε το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου, ο οποίος ήταν ήρεμος και ανέφερε αμέσως ότι πέρασε με πράσινο. Ακολούθως, πλησίασε το όχημα του XXXXX Χαραλάμπους ο οποίος είχε βγει από το όχημα του και κάθισε στο έδαφος. Μύριζε αλκοόλ και ανέφερε ότι δεν ήξερε τι είχε κάνει. ΚΑΤΑΘΕΣΕΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Στις δύο καταθέσεις που έδωσε ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι στις 12.7.2014 βρισκόταν στο σπίτι του μαζί με την κοπέλα του. Περί τις 3.30 ξεκίνησε με το αυτοκίνητό του για να την μεταφέρει στο σπίτι της. Κατά την επιστροφή στο σπίτι του, ακολούθησε την ίδια διαδρομή όντας μόνος του στο αυτοκίνητο και έχοντας τα φώτα αναμμένα. Η Λεωφόρος Στροβόλου ήταν άδεια. Δεν μπόρεσε να θυμηθεί με ποια ταχύτητα κινείτο αλλά δεν αμφισβήτησε την ένδειξη του ταχυμέτρου. Πλησιάζοντας την επίδικη διασταύρωση, ο δρόμος ήταν ευθύς και εντός της διασταύρωσης ή και σε παρακείμενο δρόμο δεν υπήρχαν οχήματα. Η διασταύρωση ήταν καλά φωτισμένη και ο φωτεινός σηματοδότης για την πορεία του ήταν πράσινος. Μετά από αυτό, δεν θυμάται οτιδήποτε άλλο σε σχέση με το δυστύχημα αφού έχασε τις αισθήσεις του και έχει κενό μνήμης. Αφού ξύπνησε μετά την σύγκρουση, άνοιξε τα μάτια του και είδε πολίτες, πυροσβέστες και νοσηλευτές που ήρθαν να τον βοηθήσουν. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο Κατηγορούμενος, μέσω του συνηγόρου του εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του. Ως εκ τούτου κάλεσε το Δικαστήριο να τον αθωώσει και απαλλάξει σε αυτό το στάδιο. Αντίθετη ήταν η θέση της συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, η οποία υποστήριξε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και συναφώς εισηγήθηκε όπως ο κατηγορούμενος κληθεί σε απολογία. Τα όσα ανέφεραν οι δύο πλευρές για υποστήριξη των θέσεων τους είναι καταγραμμένα στα πρακτικά, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να επαναληφθούν. Οι παράμετροι, οι οποίες καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Γιάγκου άλλως Λεμόνα ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 και Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 515. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται από αυτό το στάδιο όταν: (α) Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων (εξ όψεως) και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και στη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Σε διαφορετική περίπτωση είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Εξετάζεται επομένως μόνο κατά πόσο αντικειμενικά κρινόμενη η μαρτυρία δικαιολογεί την κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση. Η μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή λαμβάνεται υπόψη στο απόγειο της (βλ. R. v. Galbraith
(1981)2 All ER 1060, 1062). Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Χριστοδούλου ανωτέρω). Το βάρος απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή σε αυτό το στάδιο είναι διαφορετικό από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό είναι αρκετό η κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9). Ο κατηγορούμενος κατηγορείται δυνάμει του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 A.A.Δ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Όπως αναφέρεται στην Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 378). Στην περίπτωση διασταυρώσεων που ρυθμίζονται από φώτα τροχαίας η απόδοση ευθύνης είναι πάντοτε ζήτημα γεγονότων. Στην υπόθεση Mιχαήλ Φοινικαρίδης κ.α. v. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 475 αναφέρθηκε ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε αρχή που θα ήταν δυνατό να αναχθεί σε κανόνα δικαίου που θα δίεπε όλες τις περιπτώσεις ανεξάρτητα από τα ιδιαίτερα περιστατικά τους. Έγινε παραπομπή στην αγγλική υπόθεση Joseph Eva Ltd v. Reeves [1938] 2 All ER 115 όπου λέχθηκε ότι ένας οδηγός δεν έχει καθήκον έναντι κάποιου που παραβιάζει κόκκινο φανάρι. Κάποιος οδηγός μπορεί να υποθέσει ότι κανένας άλλος οδηγός δεν θα παραβιάσει τα φώτα τροχαίας. Αναγνωρίστηκε όμως καθήκον σε ένα οδηγό, ο οποίος όντως είδε κάποιο όχημα να παραβιάζει κόκκινο φωτεινό σηματοδότη, να πάρει εύλογα μέτρα για αποφυγή της σύγκρουσης. Η πιο πάνω προσέγγιση υιοθετήθηκε στην μεταγενέστερη Knight v. Wiper Supply Services Ltd. [1965] 109 Sol Jo, 358 όπου ο Εναγόμενος οδηγός που παραβίασε κόκκινο φανάρι κρίθηκε αποκλειστικά υπεύθυνος για το δυστύχημα που προκλήθηκε. Ομοίως, στην Davis v. Hassan [1967] Times 13 January, CA, αφού πρώτα τονίστηκε ότι η κάθε περίπτωση κρίνεται στην βάση των δικών της δεδομένων, αποφασίστηκε ότι η Ενάγουσα, η οποία εισήλθε σε μια μεγάλη διασταύρωση με πράσινο φως και δεν είδε το αυτοκίνητο του Εναγομένου που ερχόταν από δεξιά παρά μόνο την τελευταία στιγμή, δεν ήταν αμελής. Τα πιο πάνω συμβαδίζουν και με την αρχή που καθιερώθηκε στην Χρ. Νικολαϊδης ν. Ρ. Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 422, 428 ότι η υποχρέωση της προσήκουσας επιμέλειας υπόκειται στην προϋπόθεση ότι και οι άλλοι οδηγοί θα εκπληρώσουν το καθήκον τους για επιμέλεια και δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών (βλ. επίσης Varnavas K. Varnakides v. The Police
(1969)2 C.L.R. 1). Στην υπόθεση Φοινικαρίδης (ανωτέρω), ο Εφεσείων είχε δει έναν μοτοσικλετιστή να ισορροπεί στη μοτοσυκλέτα του αδημονώντας να διασταυρώσει τα φώτα τροχαίας. Ο Εφεσείων πέρασε τη νοητή γραμμή των φώτων της δικής του πλευράς με πράσινο αλλά πριν μπει στη διασταύρωση το φως άλλαξε σε κίτρινο. Παρά ταύτα, προχώρησε μέσα στη διασταύρωση χωρίς να στρέψει ξανά την προσοχή του προς το μοτοσικλετιστή. Έτσι κρίθηκε ότι είχε μερίδιο ευθύνης ένεκα του ότι η ανυπομονησία ήταν έκδηλη στη στάση του μοτοσικλετιστή και η αλλαγή στα φώτα θα έπρεπε εύλογα να του είχε δημιουργήσει αίσθηση κινδύνου από την πιθανή βιασύνη του μοτοσικλετιστή να διασταυρώσει. Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση την μαρτυρία που δόθηκε στο Δικαστήριο, στη δεξιά πλευρά ως η πορεία του οχήματος του Κατηγορούμενου, υπήρχε μάντρα αυτοκινήτων και υπήρχε το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος να μην είχε παρατηρήσει καθόλου το όχημα το οποίο παραβίασε τα φώτα τροχαίας. Παρά το γεγονός ότι έγιναν μετρήσεις ως προς την ορατότητα που είχαν οι δύο οδηγοί προς το σημείο σύγκρουσης, εντούτοις δεν έγινε οποιαδήποτε μέτρηση σε σχέση με το πότε θα ήταν δυνατό για τον Κατηγορούμενο να δει το όχημα το οποίο παραβίασε τον φωτεινό σηματοδότη και πότε αυτό εισήλθε εντός της διασταύρωσης. Συνεπώς, δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος εισερχόμενος στην διασταύρωση, ήταν αμελής. Το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος κινείτο με ταχύτητα πέραν του επιτρεπομένου ορίου, δεν είναι από μόνο του στοιχείο ικανό να προσδώσει σε αυτόν αμέλεια. Στην υπόθεση Κυριάκος Τσολάκης ως διαχειριστής της περιουσίας του Αντώνη Τσολάκη ν. Κρίστη Ανδρέου κ.α.
(2007)1 Α.Α.Δ. 129 επαναλήφθηκε η γενική αρχή ότι η υπέρβαση του ορίου ταχύτητας δεν αποτελεί από μόνη της αμέλεια, εκτός αν η υπέρβαση, συνδυαζόμενη με άλλα γεγονότα και/ή περιστάσεις οδηγεί σε τέτοια κατάληξη. Στο σύγγραμμα Wilkinson´s Road Traffic Offences, Tenth edition, σελ. 241 αναφέρονται τα εξής: «Ιf there is nothing more to the case than disobedience to the red light (or other minor charge) and the driver has otherwise been careful, it is submitted that a conviction on the light charge suffices and the careless driving one can be properly dismissed». Στην προκειμένη περίπτωση, παρά το ότι ο Κατηγορούμενος παραβίασε το όριο ταχύτητας, κάτι για το οποίο έχει δηλώσει την παραδοχή του, είχε δικαίωμα για ελεύθερη και ανεμπόδιστη χρήση του μέρους του δρόμου που βρισκόταν στην πορεία του. Από την άλλη, ο XXXXX Χαραλάμπους είχε αντίστοιχο καθήκον να σεβαστεί το δικαίωμα του Κατηγορουμένου και να παρέχει προτεραιότητα σε αυτόν για τη χρήση της διασταύρωσης. Περαιτέρω, δεν υπάρχει μαρτυρία, στην βάση της οποίας να μπορεί να κριθεί ότι ο Κατηγορούμενος όφειλε να εντοπίσει το όχημα του XXXXX Χαραλάμπους και να λάβει οποιαδήποτε μέτρα για αποφυγή της σύγκρουσης. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να παραθέσει μαρτυρία η οποία να καθιστά τη καταδίκη του Κατηγορουμένου στην 1η Κατηγορίας μια πραγματική δυνατότητα. Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 στις σελ. 365, 366 «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Στην παρούσα περίπτωση, ο κατηγορούμενος θα πρέπει να απαλλαγεί της 1ης κατηγορίας από το στάδιο αυτό, χωρίς να κληθεί να προβάλει την υπεράσπιση του. Ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην 1η Κατηγορία. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο