← Κύπρος

Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. Σταυρινού κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14622/17, 4/6/2018

Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. Σταυρινού κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14622/17, 4/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2018:23 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Σ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14622/17 Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α v. 1. XXXXX Σταυρινού 2. XXXXX Ματσάγκου 3. XXXXX Χατζηνεοφύτου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 4 Ιουνίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χ. Καραολίδου για Γενικό Εισαγγελέα Για τους Κατηγορούμενους 1 και 3: κ. Ε. Πουργουρίδης Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Π. Σταύρου Κατηγορούμενοι 1 και 3 παρόντες Κατηγορούμενος 2 απών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (Εκ Πρώτης Όψεως) Οι Κατηγορούμενοι 1-3 αντιμετωπίζουν από κοινού συνολικά 10 κατηγορίες για αδικήματα (
  2. i)συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, ήτοι κατοχής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και κατοχής εκρηκτικών υλών, (
  3. ii)κατοχής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα ελεγχόμενων φαρμάκων τάξεως Α και Β, ήτοι 7 κιλά και 84.66 γρ. κοκαΐνης και 5 κιλά και 192.74 γρ. κάνναβης, και (iii) κατοχής εκρηκτικών υλών, ήτοι 11 σφαίρες, ένα βραδύκαυστο ακαριαίο σχοινί μήκους 225 μμ., δύο πυροκροτητές, ένα κομμάτι ΤΝΤ βάρους μίας λίβρας και ένα κομμάτι ΤΝΤ βάρους 0,5 λίβρας. Περαιτέρω ο Κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες για νομιμοποίηση εσόδων για το συνολικό ποσό των €7.100, ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει δύο αντίστοιχες κατηγορίες για το ποσό των €28.640 και ο Κατηγορούμενος 3 αντίστοιχη κατηγορία για το ποσό των €215. Τέλος ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει κατηγορία για κάπνισμα φυτού κάνναβης. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων όπως αναγράφονται στο κατηγορητήριο, τα αδικήματα της συνωμοσίας φέρονται να διαπράχθηκαν μεταξύ Ιανουαρίου του 2016 και 13.4.16 ενώ αυτά της κατοχής και της κατοχής με σκοπό την προμήθεια ναρκωτικών, καθώς επίσης και της κατοχής εκρηκτικών υλών, φέρονται να διαπράχθηκαν στις 13.4.16. Όλες δε οι κατηγορίες τις οποίες οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 αντιμετωπίζουν από κοινού καθώς επίσης η 9η κατηγορία εναντίον του Κατηγορουμένου 1 για νομιμοποίηση εσόδων ποσού €100 και η 13η κατηγορία εναντίον του Κατηγορουμένου 3 για νομιμοποίηση εσόδων ποσού €215 αποδίδουν τη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων «σε περιοχή του Ύψωνα που εμπίπτει εντός της Κυρίαρχης Βρετανικής Βάσης Ακρωτηρίου». Ο Κατηγορούμενος 2 παραδέχθηκε όλες τις κατηγορίες και έτσι η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση μόνο αναφορικά με τους Κατηγορούμενους 1 και 3 οι οποίοι δήλωσαν μη παραδοχή. Σημειώνεται πως ποινή θα επιβληθεί στον Κατηγορούμενο 2 μετά το πέρας της ακρόασης για τους άλλους δύο Κατηγορούμενους. Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας για την Κατηγορούσα Αρχή κατέθεσαν συνολικά 34 μάρτυρες κατηγορίας, κατατέθηκε όγκος τεκμηρίων (συνολικά 208) και δηλώθηκαν παραδεκτά γεγονότα. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή ο συνήγορος των Κατηγορουμένων 1 και 3 υπέβαλε εισήγηση πως δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τους ούτως ώστε αυτοί να υποχρεώνονται να κληθούν σε απολογία. Οι βασικοί άξονες της εισήγησης της Υπεράσπισης ήταν (
  4. i)η έλλειψη δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, (
  5. ii)η μη δίκαιη δίκη, (iii) η απουσία μαρτυρίας η οποία να στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία κάποιων αδικημάτων και (
  6. iv)ειδικά για τον Κατηγορούμενο 3 η παντελής απουσία μαρτυρίας που να τον συνδέει με τα υπό κρίση αδικήματα. Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής εξέφρασε αντίθετη άποψη, προβάλλοντας τη θέση πως το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση, πως τηρούνται οι προϋποθέσεις αναφορικά με την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον και των δύο Κατηγορουμένων και πως το θέμα της δίκαιης δίκης εξετάζεται στο τέλος της δίκης με βάση όλα τα δεδομένα της υπόθεσης, και όχι στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο. Οι αρχές που διέπουν το θέμα της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι πολύ καλά γνωστές. Σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ένας κατηγορούμενος καλείται σε απολογία μόνο όταν η προσαχθείσα από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής μαρτυρία, κρινόμενη αντικειμενικά στο απόλυτο απόγειο της, δημιουργεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του. Αντιθέτως, εάν από αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας προκύψει (α) ότι δεν στοιχειοθετείται ένα ή περισσότερα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή (β) ότι η μαρτυρία έχει κλονισθεί σε τέτοιο μεγάλο βαθμό ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης ή είναι τόσο έκδηλα αβάσιμη ή αντινομική που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να καταλήξει σε εύρημα ενοχής στηριζόμενη σ' αυτή, η δίκη διακόπτεται και ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" υποδηλώνει η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως, δηλαδή, μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Χρήσιμη ανάλυση του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" γίνεται στην απόφαση της ολομέλειας In Re Kakos
(1985)1 C.L.R. 250. To δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Άλλωστε, τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της Κατηγορίας είναι αξιόπιστη. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962 που υιοθετήθηκε στην απόφαση της ολομέλειας Azinas and Another v. Police,
(1981)2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η Κατηγορία έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα. Είναι με αυτή την έννοια που ο όρος χρησιμοποιείται στην Πρακτική του 1962. Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού δικαστηρίου. Στην υπόθεση Azina (ανωτέρω), το δικαστήριο επεσήμανε ότι η προγενέστερη κυπριακή απόφαση Rex v. Mustafa Kara Mehmed, 16 C.L.R. 46 συσχετίζεται με την ερμηνεία και εφαρμογή των νομοθετικών διατάξεων που ίσχυαν κατά το χρόνο της έκδοσης της, δηλαδή, των Άρθρων 143 και 144 της Περί των Κυπριακών Δικαστηρίων Διαταγής του 1927, η οποία δέσμευε το πρωτόδικο δικαστήριο να εξετάσει, μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορίας, κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία ήταν επαρκής για να υποστηρίξει την καταδίκη. Οι διατάξεις του Άρθρου 74
(1)(β) του Κεφ. 155 εναρμονίζονται, όπως επεξηγείται, με τα αγγλικά θέσμια στον προσδιορισμό εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και για το λόγο αυτό τόσο η Πρακτική του 1962 όσο και η σχετική αγγλική νομολογία (Βλέπε μεταξύ άλλων: (α) Wiseman & Another v. Bomeman & Others [1967] 3 All E.R. 1045. (
  1. b)Cozens v. Brutus [1972] 2 All E.R. 1. (
  2. c)Ellis v. Jones [1973] 2 All E.R. 893. (
  3. d)R. v. Galbraith [1981] 2 All E.R. 1061. (
  4. e)R. v. Barker (Note [1975] 65 Cr.App.R. 287) οριοθετούν το πλαίσιο διαπίστωσης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η συνταύτιση του έργου του κριτή του δικαίου και των γεγονότων στο πρόσωπο του δικαστή στην Κύπρο, δεν μεταβάλλει το πλαίσιο καθορισμού της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Δεν προβαίνει ο δικαστής στο στάδιο εκείνο της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφαση του περιορίζεται, όπως αναφέραμε, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σ' εκείνο το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα.» Αναφορικά με το δεύτερο κριτήριο και τον τρόπο προσέγγισης της μαρτυρίας σε αυτό το στάδιο, χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση Παναγιώτου v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, από την οποία παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα: «Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί.» Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Δράκου κ.ά., Ποιν. Έφ. 5-9/12, ημ. 11.12.12, τονίστηκε πως η Αγγλική υπόθεση R. v. Galbraith
(1981)2 All. E.R. 1060, η οποία υιοθετήθηκε στην Κυπριακή νομολογία, «καθιστά την κατ΄ εξοχή καθοδηγητική αυθεντία» από την οποία γίνεται παραπομπή στο ακόλουθο απόσπασμα: «How then should be judge approach a submission of 'no case'?
(1)If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case.
(2)The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (
  1. a)Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (
  2. b)Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness´s reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury.» Όπως έχει ήδη αναφερθεί, το πρώτο σκέλος της εισήγησης της Υπεράσπισης αφορά την έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο τα πλείστα αδικήματα φέρονται να διαπράχθηκαν στον Ύψωνα, περιοχή η οποία εμπίπτει εντός της κυρίαρχης Βρετανικής Βάσης Ακρωτηρίου. Η μαρτυρία η οποία δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή, ιδωμένη στην όψη της, αφορά σε επιχείρηση σε χωράφι στον Ύψωνα, εντός των Βρετανικών Βάσεων Ακρωτηρίου, ιδιοκτησίας του Κατηγορουμένου 3, εντός του οποίου, κατόπιν έρευνας δυνάμει δικαστικού εντάλματος του Δικαστηρίου των Βρετανικών Βάσεων, εντοπίστηκαν και οι τρεις Κατηγορούμενοι καθώς επίσης και ανευρέθηκαν ναρκωτικά και εκρηκτικές ύλες. Το θέμα της δικαιοδοσίας διέπεται από τις πρόνοιες του άρθρου 5 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Ειδικότερα, το άρθρο 5
(1)προνοεί ως εξής: «5.-
(1)Ο Ποινικός Κώδικας και οποιοσδήποτε άλλος νόμος που συνιστά αδίκημα, εφαρμόζονται σε όλα τα αδικήματα τα οποία διαπράχτηκαν- . (δ) σε οποιαδήποτε ξένη χώρα από πολίτη της Δημοκρατίας, αν το αδίκημα τιμωρείται στη Δημοκρατία με φυλάκιση που υπερβαίνει τα δύο χρόνια και η πράξη ή η παράλειψη που συνιστά το αδίκημα, είναι επίσης αξιόποινη πράξη σύμφωνα με το νόμο της χώρας όπου αυτό διαπράχτηκε, ή (ε) σε οποιαδήποτε ξένη χώρα από οποιοδήποτε πρόσωπο αν το αδίκημα- . (iv) αφορά παράνομη εμπορία επικίνδυνων φαρμάκων .» Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 5
(3), προκύπτει πως η Κυρίαρχη Περιοχή Βάσης Ακρωτηρίου εμπίπτει εντός της έννοιας του όρου «Κυρίαρχες Περιοχές Βάσεων» οι οποίες με τη σειρά τους εμπίπτουν εντός της έννοιας του όρου «ξένη χώρα». Θεωρούμε πως οι κατηγορίες οι οποίες αφορούν τα αδικήματα της συνωμοσίας, της κατοχής, της κατοχής με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενων φαρμάκων τάξεως Α και Β, καθώς επίσης της νομιμοποίησης εσόδων εμπίπτουν εντός του άρθρου 5
(1)(ε)(iv) ανωτέρω. Σαφώς τα ελεγχόμενα φάρμακα αποτελούν «επικίνδυνα φάρμακα», εξ ου και η κατοχή τους απαγορεύεται. Η χρήση της λέξης «εμπορία» δεν περιορίζεται στο αδίκημα της προμήθειας, όπως εισηγήθηκε ο συνήγορος Υπεράσπισης, αλλά έχει ευρύτερη ερμηνεία και καλύπτει κάθε ενέργεια η οποία σχετίζεται ή αποσκοπεί στην εμπορία ναρκωτικών. Η συγκεκριμένη λέξη δεν εντοπίζεται αυτούσια στον Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Ν. 29/77, ως συνιστώσα αδίκημα, και προφανώς χρησιμοποιείται στο άρθρο 5 του Κεφ. 154 για να καλύπτει όλα τα αδικήματα τα αφορώντα σε εμπορία η οποία συνεπάγεται και εμπεριέχει το στοιχείο της κατοχής. Ως εκ τούτου θεωρούμε πως το άρθρο 5
(1)
(3)(iv) περιλαμβάνει την κατοχή, την κατοχή με σκοπό την προμήθεια, ακόμα και τη συνωμοσία προς διάπραξη τούτων, και σαφώς επεκτείνεται και στην προμήθεια ναρκωτικών. Επίσης περιλαμβάνει και το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες οι οποίες αφορούν σε ναρκωτικά. Αυτή η ερμηνεία συνάγεται και από την πρόθεση του Νομοθέτη καθότι δεν είναι λογικό αυτός, στην προσπάθεια πάταξης αδικημάτων αφορώντων σε ναρκωτικά, να επιδίωκε τη συμπερίληψη του αδικήματος μόνο της προμήθειας και να εξαιρούσε τα υπόλοιπα συναφή αδικήματα σχετιζόμενα με ναρκωτικά. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις μας βρίσκουν έρεισμα στις υποθέσεις Καττής κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 262, η οποία αφορούσε τα αδικήματα της κατοχής, της κατοχής με σκοπό την προμήθεια και της προμήθειας ναρκωτικών, όπου παρόμοιος ισχυρισμός απορρίφθηκε, και Ghani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134, η οποία αφορούσε κατοχή, κατοχή με σκοπό την προμήθεια και συνωμοσία για τη διάπραξη του κακουργήματος της κατοχής και της εμπορίας ναρκωτικών. Σημειώνουμε επίσης πως για την εφαρμογή του άρθρου 5
(1)(ε)(iv), είναι αρκετό τα αδικήματα να συνιστούν αδικήματα μόνο σύμφωνα με τους Νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας, σε αντίθεση με άλλα εδάφια, όπως το 5
(1)(δ), τα οποία ρητά απαιτούν επίσης να συνιστούν αδικήματα και σύμφωνα με τους Νόμους της ξένης χώρας. Το επιχείρημα της Υπεράσπισης ότι η ανάγκη ύπαρξης μαρτυρίας ότι τα αδικήματα είναι αδικήματα βάσει του Νόμου της ξένης χώρας προκύπτει από το άρθρο 5
(2), δεν είναι βάσιμο εφόσον το εν λόγω εδάφιο αφορά τις περιπτώσεις όπου το αδίκημα αποτελεί και αδίκημα στη ξένη χώρα και διασφαλίζει την αρχή του ne bis in idem, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 12 του Συντάγματος και στο άρθρο 4 του 7ου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Εδώ είναι κατάλληλο το στάδιο να αναφέρουμε πως δεν υιοθετούμε τη θέση της Υπεράσπισης πως το αδίκημα της συνωμοσίας για τη διάπραξη του κακουργήματος της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου με σκοπό την προμήθεια είναι άγνωστο στον Νόμο. Η συνωμοσία για τη διάπραξη οποιουδήποτε κακουργήματος συνιστά αδίκημα σύμφωνα με το άρθρο 371 του Κεφ. 154. Όσον αφορά το αδίκημα της κατοχής εκρηκτικών υλών και της συνωμοσίας προς διάπραξη του κακουργήματος της κατοχής εκρηκτικών υλών, θεωρούμε πως σχετικό είναι το άρθρο 5
(1)(δ) ανωτέρω. Αυτά τα αδικήματα τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης πέραν των δύο ετών, ήτοι το αδίκημα της κατοχής εκρηκτικών υλών τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη (άρθρο 4
(4)(ζ) του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ. 54) και το αδίκημα της συνωμοσίας για τη διάπραξη του κακουργήματος της κατοχής εκρηκτικών υλών επισύρει ποινή φυλάκισης επτά ετών (άρθρο 371 του Κεφ. 154). Επίσης έχει προσαχθεί μαρτυρία δυνάμει της οποίας οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 φαίνεται να είναι πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αυτή προκύπτει μέσα από διάφορα έγγραφα τα οποία έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο, όπως ανακριτικές καταθέσεις των Κατηγορουμένων 1 και 3 από Αστυνομικούς των Βρετανικών Βάσεων (π.χ. Τεκμήρια 114, 115, 117, 119), εντάλματα σύλληψης τους (π.χ. Τεκμήρια 124, 128, 140, 155), Γραπτή Συγκατάθεση του Κατηγορουμένου 1 για λήψη μετρήσεων κ.λπ. (Τεκμήριο 158) και Στοιχεία Καταθέτη του Κατηγορουμένου 1 (Τεκμήριο 160), στα οποία καταγράφεται ο αριθμός Κυπριακής Ταυτότητας, η διεύθυνση τους και άλλα στοιχεία. Είναι γεγονός πως σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)(δ), απαιτείται όπως η πράξη που συνιστά αδίκημα αποτελεί επίσης αξιόποινη πράξη σύμφωνα με τον Νόμο της χώρας όπου αυτό διαπράχθηκε. Είναι σαφές από το λεκτικό του συγκεκριμένου εδαφίου πως εκείνο που πρέπει να καταδειχθεί είναι το διττό αξιόποινο της πράξης, για το οποίο θεωρούμε πως υπάρχει μαρτυρία. Συγκεκριμένα αυτή προέρχεται τόσο από την προφορική μαρτυρία των Αστυνομικών των Βάσεων αναφορικά με την επιχείρηση στον επίδικο χώρο και την ανεύρεση και κατάσχεση των εκρηκτικών υλών όσο και από διάφορα έγγραφα, όπως ανακριτικές καταθέσεις των Κατηγορουμένων 1 και 3 από Αστυνομικούς των Βάσεων, ήτοι Τεκμήρια 114, 115, 117, 119, στα οποία αναφέρεται ρητώς πως διερευνάται υπόθεση κατοχής εκρηκτικών υλών κατά παράβαση της Νομοθεσίας περί Παράνομης Κατοχής Εκρηκτικών Υλών. Θεωρούμε πως για σκοπούς του παρόντος άρθρου δεν απαιτείται η μαρτυρία εμπειρογνώμονα επί του αλλοδαπού δικαίου, όπως εισηγήθηκε η Υπεράσπιση, αλλά μαρτυρία πως η συγκεκριμένη πράξη συνιστά αδίκημα και στη ξένη χώρα. Ικανοποιούμαστε πως τέτοια μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία η κατοχή εκρηκτικών υλών απαγορεύεται δυνάμει του Νόμου των Βρετανικών Βάσεων. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω ικανοποιούμαστε πως τα αδικήματα τα οποία αποδίδονται στους Κατηγορούμενους 1 και 3 εμπίπτουν εντός του άρθρου 5 του Κεφ. 154. Με βάση το άρθρο 6 του Κεφ. 154, όλα αυτά τα αδικήματα είναι αδικήματα δυνάμει του Ποινικού Κώδικα ή άλλων Νόμων που εφαρμόζονται στη Δημοκρατία και φέρονται να διαπράχθηκαν σε ξένη χώρα, επομένως αρμόδιο για την εκδίκαση τους είναι το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας. Ως εκ τούτου θεωρούμε πως το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία και είναι το αρμόδιο Δικαστήριο για την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Η εισήγηση της Υπεράσπισης περί μη δίκαιης δίκης βασίστηκε στη μη ύπαρξη τεκμηρίων και συνακόλουθα στη μη διάθεση αυτών προς την Υπεράσπιση, στερώντας της έτσι το δικαίωμα αφενός επαρκούς αντεξέτασης μαρτύρων κατηγορίας, και δη εμπειρογνωμόνων, και αφετέρου πρόσβασης σε αυτά για σκοπούς διενέργειας εξετάσεων (από την Υπεράσπιση) επί αυτών. Αυτό το ζήτημα προέκυψε λόγω της καταστροφής μέρους των κατατεθειμένων Τεκμηρίων της υπόθεσης, περιλαμβανομένων της ξηρής φυτικής ύλης, της άσπρης σκόνης και των συσκευών κινητών τηλεφώνων, ενόσω αυτά φυλάσσονταν στην αποθήκη τεκμηρίων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Ο συνήγορος Υπεράσπισης ήγειρε θέμα δίκαιης δίκης το οποίο επίσης ισοδυναμεί και με κατάχρηση διαδικασίας ή και παραβίαση της αρχής της ισότητας των όπλων. Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής επισήμανε πως η καταστροφή των τεκμηρίων δεν οφείλεται στην Κατηγορούσα Αρχή και επομένως δεν τίθεται θέμα ισότητας των όπλων, και εισηγήθηκε πως με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης δεν υπάρχει παραβίαση των δικαιωμάτων των Κατηγορουμένων για δίκαιη δίκη. Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή πως η έννοια της δίκαιης δίκης η οποία κατοχυρώνεται από το άρθρο 30 του Συντάγματος και το άρθρο 6
(3)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου απαιτεί σεβασμό προς την αρχή της ισότητας των όπλων μεταξύ της Κατηγορούσας Αρχής και της Υπεράσπισης - βλ. Κορέλλης v. Γενικού Εισαγγελέα
(1998)1 Α.Α.Δ 1718. Όπως έχει λεχθεί στις υποθέσεις Αντωνίου v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 746 και Α.Α. v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 140, το ερώτημα κατά πόσο δίκη είναι δίκαιη ή όχι απαντάται με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας στο σύνολο της. Σύμφωνα με την υπόθεση Yacoob v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 72/12, ημ. 19.3.14, «.ισχυρισμός περί δίκαιης δίκης δεν αποφασίζεται κατά τρόπο αφηρημένο, αλλά πάντοτε σε συνάρτηση με όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης. Είναι επίσης απόλυτα ορθή η παρατήρηση ότι για να στοιχειοθετηθεί ο ισχυρισμός για μη διεξαγωγή δίκαιης δίκης θα πρέπει να αποδειχθεί ότι πράγματι ο Εφεσείων είχε επηρεαστεί δυσμενώς». Οι ίδιες αρχές είχαν αναφερθεί και προγενέστερα στην υπόθεση Kouppis v. Republic
(1977)και υιοθετήθηκαν στην πρόσφατη υπόθεση Κυπριανού v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 318/15, ημ. 7.9.17. Οι πιο πάνω αρχές συνάδουν και με την Αγγλική νομολογία και τη νομολογία του ΕΔΑΔ, στην οποία παρέπεμψε ο συνήγορος Υπεράσπισης, αναφορικά με την εξέταση του ζητήματος της δίκαιης δίκης στο τέλος της δίκης σε συνάρτηση με όλα τα δεδομένα της υπόθεσης. Σχολιάζοντας ειδικά την Αγγλική υπόθεση R. v. Sunderland Magistrates' Court, ex. parte Z
(1989)Crim.L.R. 56, αρκεί να παρατηρήσουμε πως εκεί το Δικαστήριο αποφάσισε τη διακοπή της παραπομπής της υπόθεσης λόγω, μεταξύ άλλων, κατάχρησης διαδικασίας η οποία προέκυψε λόγω απώλειας ή καταστροφής σημαντικού αριθμού τεκμηρίων της υπόθεσης η οποία οφειλόταν στην Αστυνομία, δεδομένο το οποίο διαφοροποιεί την υπό κρίση περίπτωση αφού τα τεκμήρια καταστράφηκαν μετά την παρουσίαση και κατάθεση τους στα πλαίσια της δίκης, και ενόσω αυτά βρίσκονταν στον χώρο φύλαξης τεκμηρίων του Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, θεωρούμε πως το ζήτημα της δίκαιης δίκης δεν δύναται να αποφασιστεί σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο αλλά θα αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης στο τέλος της δίκης. Ο συνήγορος Υπεράσπισης ισχυρίστηκε πως ελλείπει μαρτυρία η οποία να στοιχειοθετεί τα συστατικά κάποιων αδικημάτων, ειδικότερα της νομιμοποίησης εσόδων, και όλων των αδικημάτων των κατηγοριών εναντίον του Κατηγορουμένου
  1. Καθοδηγούμενοι από τις πιο πάνω νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και με γνώμονα το ότι στο στάδιο αυτό η απόφαση του κατά πόσον θα κληθούν ή όχι σε απολογία οι Κατηγορούμενοι θα γίνει στη θεώρηση-όψη της μαρτυρίας, λαμβάνοντας υπόψιν τα συστατικά των αδικημάτων των κατηγοριών, το τι αποδίδεται στους Κατηγορούμενους 1 και 3 με βάση τις λεπτομέρειες του κάθε αδικήματος καθώς επίσης και την προσαχθείσα μαρτυρία, ιδωμένη στην όψη της, ικανοποιούμαστε πως σε αυτό το στάδιο υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία η οποία να στοιχειοθετεί τα συστατικά όλων των αδικημάτων εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και
  2. Αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 3, περιοριζόμαστε σε αυτό το στάδιο να αναφέρουμε πως υπάρχει περισσότερη μαρτυρία πέραν της απλής παρουσίας του στον χώρο κατά την επίδικη μέρα και της ιδιοκτησίας από αυτόν του εν λόγω χώρου. Αναφορικά με το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων της 10ης κατηγορίας, θεωρούμε πως οι αναφορές του γιου του Κατηγορουμένου 1 ως προς την προέλευση των χρημάτων αποτελεί ένα μέρος της μαρτυρίας ως ο ισχυρισμός του ιδίου, η οποία και θα τύχει αξιολόγησης στο κατάλληλο στάδιο με βάση το σύνολο της μαρτυρίας. Επιπλέον θεωρούμε πως η προσαχθείσα μαρτυρία δεν είναι τόσο αντινομική ούτε και στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη των Κατηγορουμένων σε αυτή. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, ικανοποιούμαστε πως η Κατηγορούσα Αρχή έχει καταφέρει να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 3 αναφορικά και με όλες τις κατηγορίες ούτως ώστε αυτοί καλούνται να προβάλουν την υπεράσπιση τους. (Υπ.) ........ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ....... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ........ Σ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Ε.Π. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.