← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Χριστοδούλου κ.α., Αρ. Υπόθεσης:15161/16, 7/12/2018

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Χριστοδούλου κ.α., Αρ. Υπόθεσης:15161/16, 7/12/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2018:37 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Στ. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Ε. Γεωργίου ‑ Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:15161/16 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ -v-

  1. ΧΧΧ Χριστοδούλου
  2. ΧΧΧ Ζολώτα
  3. ΧΧΧ Fole
  4. ΧΧΧ Χριστοδούλου
  5. ΧΧΧ Κιζουρίδη
  6. A.C. Christodoulou Consultants Ltd
  7. Marfin Investment Group Ανώνυμος Εταιρεία Συμμετοχών, πρώην Marfin Financial Group Ανώνυμος Εταιρεία Συμμετοχών
  8. Focus Maritime Corp Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 07/12/18 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Αριστείδης με κα Α. Ματθαίου Για Κατηγορούμενους 1 και 6: κ. Ε. Ευσταθίου με τον κ. Νικολετόπουλο και κα Παπαχαραλάμπους Για Κατηγορούμενο 2, 3 και 8: κ. Ε. Ευσταθίου, κ. Δ. Μιχαηλίδη για κ. Χρ. Τριανταφυλλίδη και κ. Α. Λουκά για κ. Αχ. Αιμιλιανίδη Για Κατηγορούμενη 4: κ. Χρ. Μίτσιγγας Για Κατηγορούμενο 5: Ουδεμία εμφάνιση Για Κατηγορούμενη 7: κ. Α. Χαβιαράς και κ. Ν. Θρασυβούλου Κατηγορούμενοι απόντες ---------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Δίκη εντός Δίκης Αρ. 3) Η παρούσα, τρίτη κατά σειρά, δίκη εντός δίκης (στη συνέχεια «ΔΕΔ») σχετίζεται με 10 έγγραφα τα οποία λήφθηκαν από τους ανακριτές στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης. Όταν ο ΜΚ1 στην κυρίως δίκη, ΧΧΧ Φουλλίδης, επιχείρησε να τα καταθέσει ως Τεκμήρια, οι συνήγοροι των Κατηγορουμένων 2, 3, 4, 7 και 8, ήγειραν ένσταση, υποστηρίζοντας ότι λήφθηκαν κατά παράβαση του δικαιώματος του απορρήτου της επικοινωνίας. Τα υπό ένσταση Τεκμήρια είναι τα Τεκμήρια με αριθμούς 252, 253, 263, 264, 265, 266, 267, 269, 270 και 271 του καταλόγου Τεκμηρίων (Τεκμήριο Α στην κυρίως δίκη) και κατατέθηκαν από το Μ1ΔΕΔ, ΧΧΧ Φουλλίδη, στα πλαίσια της ΔΕΔ ως Τεκμήρια 1-10, αντίστοιχα. Ειδικότερα: i. Το Τεκμήριο 1 (Τεκμήριο αρ. 252 του καταλόγου Τεκμηρίων) είναι επιστολή ημερομηνίας 22/2/07 από ΧΧΧ Καρδαμάκη προς ΧΧΧ Ζολώτα με θέμα «Focus Maritime Corp./Eur 80,000,000 Overdraft facility dated 22/2/07». ii. Το Τεκμήριο 2 (Τεκμήριο αρ. 253 του καταλόγου Τεκμηρίων) είναι Τηλεομοιοτυπικό μήνυμα από ΧΧΧ Παπαγρηγοράκη προς ΧΧΧ Φόλε ημερομηνίας 29/3/07 σχετικά με έμβασμα 1 εκ. το οποίο αφορά έξοδα διεκπεραίωσης δανείου. iii. Το Τεκμήριο 3 (Τεκμήριο αρ. 263 του καταλόγου Τεκμηρίων) είναι email ημερομηνίας 14/9/2007 από ΧΧΧ Yaroslav προς ΧΧΧ Alexander όπου επισυνάπτονται τα στοιχεία επικοινωνίας του Κυριάκου Μάγειρα. iv. Το Τεκμήριο 4 (Τεκμήριο αρ. 264 του καταλόγου Τεκμηρίων) είναι email ημερομηνίας 17/9/2007 από ΧΧΧ Alexander προς ΧΧΧ Μάγειρα όπου επισυνάπτεται ανυπόγραφη συμφωνία συμβουλευτικών υπηρεσιών ημερ. 17/9/07 μεταξύ Focus Maritime Corp και Abendale. v. Το Τεκμήριο 5 (Τεκμήριο αρ. 265 του καταλόγου Τεκμηρίων) είναι email ημερομηνίας 17/9/2007 από ΧΧΧ Alexander προς ΧΧΧ Μάγειρα με θέμα «Consulting Agreement». vi. Το Τεκμήριο 6 (Τεκμήριο αρ. 266 του καταλόγου Τεκμηρίων) είναι email ημερομηνίας 17/9/2007 από ΧΧΧ Alexander προς ΧΧΧ Μάγειρα με θέμα «Consulting Agreement». vii. Το Τεκμήριο 7 (Τεκμήριο αρ. 267 του καταλόγου Τεκμηρίων) είναι email ημερομηνίας 21/9/2007 από ΧΧΧ Φόλε προς ΧΧΧ Alexander με θέμα «Abendale transfer». viii. Το Τεκμήριο 8 (Τεκμήριο αρ. 269 του καταλόγου Τεκμηρίων) είναι email ημερομηνίας 28/9/2007 από ΧΧΧ Alexander προς ΧΧΧ Φόλε με θέμα «transfer details». ix. Το Τεκμήριο 9 (Τεκμήριο αρ. 270 του καταλόγου Τεκμηρίων) είναι email ημερομηνίας 28/9/2007 από ΧΧΧ Φόλε προς ΧΧΧ Alexander με θέμα «transfer details». x. Το Τεκμήριο 10 (Τεκμήριο αρ. 271 του καταλόγου Τεκμηρίων) είναι email ημερομηνίας 01/10/2007 από ΧΧΧ Φόλε προς ΧΧΧ Alexander με θέμα «Abendale». Στα πλαίσια της ΔΕΔ, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 5 μάρτυρες: - Τον ΧΧΧ Φουλλίδη (Μ1ΔΕΔ), ο οποίος, ως ανεφέρθη, κατέθεσε τα υπό ένσταση Τεκμήρια, - τον ΧΧΧ Βιολάντη (Μ2ΔΕΔ), - τον ΧΧΧ Χ''Γιαννάκη, Γενικό Διευθυντή της εταιρείας Renaissance Securities (Cyprus) Ltd (στη συνέχεια «Renaissance») (Μ3ΔΕΔ), - τον ΧΧΧ Πογιατζή (Μ4ΔΕΔ) και - τον ΧΧΧ Χρυσάφη (Μ5ΔΕΔ), πρώην υπάλληλο της Λαϊκής Τράπεζας. ΣΥΝΟΨΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Ο Μ1, πέραν των υπό ένσταση Τεκμηρίων, κατάθεσε δύο Διατάγματα άρσης του απορρήτου της ιδιωτικής επικοινωνίας που εκδόθηκαν από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, κατόπιν σχετικών αιτημάτων της Αστυνομίας (Τεκμήρια 11 και 13, αντίστοιχα). Κατέθεσε, περαιτέρω, διατάγματα αναστολής ενημέρωσης θιγέντων προσώπων με τα συνοδευτικά έγγραφα (Τεκμήρια 12, 14, 15 και 16). Όπως, ανέφερε, το Διάταγμα που εκδόθηκε στα πλαίσια της αίτησης Αρ. 49/16 (Τεκμήριο 11), καλύπτει τα υπό ένσταση Τεκμήρια 1 και 2 και το Διάταγμα που εκδόθηκε στα πλαίσια της αίτησης αρ. 50/16 (Τεκμήριο 13), τα υπό ένσταση Τεκμήρια 3-
  9. Υποδεικνύεται πως με βάση τα Τεκμήρια 12, 14, 15 και 16, διατάχθηκε αναστολή ενημέρωσης των θιγέντων προσώπων μέχρι και την απόφαση για παραπομπή της υπόθεσης στο Κακουργιοδικείο (βλ. Τεκμήριο 16). Ο Μ2 ανέφερε ότι, στην παρουσία του, επιδόθηκαν στους δικηγόρους των Κατηγορουμένων από συγκεκριμένη δικηγόρο της Νομικής Υπηρεσίας (κα Ε. Παπαγαπίου) έγγραφο ενημέρωσης θιγέντων προσώπων, με βάση το Νόμο Περί Προστασίας του Απορρήτου της Ιδιωτικής Επικοινωνίας. Ετοίμασε για το σκοπό αυτό ημερολόγιο ενεργείας, το οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο 17, όπου καταγράφεται το γεγονός της επίδοσης της σχετικής επιστολής από την αναφερθείσα λειτουργό της Νομικής Υπηρεσίας, προς τους δικηγόρους των Κατηγορουμένων. Κατέθεσε, επίσης, αντίγραφο της επιστολής που παραδόθηκε στους δικηγόρους (Τεκμήριο 18). Στις υποδείξεις των συνηγόρων των Κατηγορουμένων 2, 3 και 7 (κ.κ. Ευσταθίου και Θρασυβούλου) ότι δεν τους είχε επιδοθεί τέτοιο έγγραφο, ο μάρτυρας απάντησε πως το έγγραφο παραδόθηκε σε όλους τους δικηγόρους που είχαν εμφανιστεί για τους Κατηγορούμενους τη συγκεκριμένη ημερομηνία, τους οποίους και κατονόμασε. Ο Μ3 αναγνώρισε τα Τεκμήρια 3-10 ως έγγραφα της εταιρείας Renaissance, τα οποία παρέδωσε στην Αστυνομία, μετά από σχετική παράκληση των ανακριτών. Όπως εξηγεί στη σχετική κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (Έγγραφο 1) την οποία υιοθέτησε και αποτέλεσε μέρος της κυρίως του εξέτασης, τα έγγραφα αυτά αφορούσαν ηλεκτρονικά μηνύματα που ανταλλάγησαν μεταξύ στελεχών της Renaissance Ουκρανίας και της FOCUS, στα πλαίσια συμφωνίας παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών. Αφορούν, όπως αναφέρει στο Έγγραφο 1, ποσά τα οποία σχετίζονται με τη συμφωνία εξαγοράς της Τράπεζας ΜΤΒ, από τη Marfin Popular Bank. Όπως αναφέρει στο Έγγραφο 1 και επεξήγησε στη μαρτυρία του, τα υπό αναφορά ηλεκτρονικά μηνύματα εντοπίστηκαν στον ηλεκτρονικό εξυπηρετητή (mail server) της εταιρείας Renaissance, στον οποίο αποθηκεύονταν όλα τα ηλεκτρονικά μηνύματα που αποστέλλονταν από τους υπαλλήλους της εταιρείας. Ανέφερε, επίσης, πως πρόκειται για εταιρικά ηλεκτρονικά μηνύματα, γεγονός που συνάγεται από τα διακριτικά @rencap.com. Στη συνέχεια της μαρτυρίας του, ανέφερε ότι στον εξυπηρετητή ηλεκτρονικών μηνυμάτων έχει πρόσβαση τόσο ο δημιουργός, το άμεσα δηλαδή εμπλεκόμενο πρόσωπο, όσο και η διοίκηση της Εταιρείας. Αντεξεταζόμενος από το συνήγορο της Κατηγορούμενης 7, δέχθηκε ότι οι εταιρείες του Ομίλου Renaissance που έχουν την έδρα τους στην Ουκρανία, τη Μόσχα ή και αλλού, ήταν χωριστές νομικές οντότητες και είχαν δικούς τους εξυπηρετητές στους οποίους αποθηκεύονταν τα ηλεκτρονικά μηνύματα των υπαλλήλων τους. Υπέδειξε, ωστόσο, ότι ζήτησε και εξασφάλισε σχετική εξουσιοδότηση από τη διοίκηση της εταιρείας στη Μόσχα για να παραδώσει τα έγγραφα στην Αστυνομία. Σε άλλες σχετικές ερωτήσεις του συνηγόρου, ανέφερε πως στις συμβάσεις που υπέγραφε η εταιρεία Renaissance με όλους τους πελάτες της, υπήρχε όρος που επέτρεπε στην εταιρεία να παραδίδει έγγραφα και πληροφορίες στην Αστυνομία και σε άλλες νόμιμες αρχές, εφόσον της εζητούντο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρέδωσε τα έγγραφα στην Αστυνομία οικειοθελώς, στα υπό αναφορά πλαίσια, χωρίς να πάρει προηγουμένως νομική συμβουλή και χωρίς να εξασφαλίσει τη συγκατάθεση των προσώπων που αναφέρονται τα ονόματα τους στα ηλεκτρονικά μηνύματα. Ο Μ4, κατέθεσε την αίτηση αρ. 137/14 για έκδοση διατάγματος αποκάλυψης (Τεκμήριο 21(α)), η οποία υποστηριζόταν από ένορκη δήλωση του ιδίου (Τεκμήριο 21(β)). Όπως εξήγησε εκδόθηκαν δύο διατάγματα. Το ένα απευθυνόταν προς την Τράπεζα και το άλλο (Τεκμήριο 21(γ)) προς τον Ειδικό Διαχειριστή. Στη βάση του υπό αναφορά διατάγματος, ανέφερε, παρέλαβε από τον Ειδικό Διαχειριστή τα υπό ένσταση Τεκμήρια 1 και 2, καταθέτοντας προς τούτο και τη σχετική απόδειξη παράδοσης-παραλαβής (Τεκμήριο 22). Εκ του περισσού, θα λέγαμε, ο μάρτυρας εξήγησε υπό την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα σε θέματα ηλεκτρονικών υπολογιστών (βλ. βιογραφικό Τεκμήριο 23), τα πεδία στα οποία εντοπίζονται ο αποστολέας, ο παραλήπτης και το πρόσωπο στο οποίο κοινοποιείται ("cc") το ηλεκτρονικό μήνυμα. Ο Μ5 ανέφερε ότι ήταν υπάλληλος της Λαϊκής Τράπεζας τη χρονική περίοδο 1985 μέχρι 2013, ενώ τα τελευταία 13 χρόνια (2000-2013) ήταν Διευθυντής Δικτύου και Υποδομής. Όπως εξήγησε, κάθε υπάλληλος της Λαϊκής είχε δικό του ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ("e-mail") το οποίο ήταν εταιρικό. Όλα τα e-mails των υπαλλήλων, ανέφερε, αποθηκεύονταν στον εξυπηρετητή ("server") του Ομίλου της Λαϊκής, στον οποίο είχε πρόσβαση μόνο ο διαχειριστής (administrator) του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Όλοι οι υπάλληλοι της Λαϊκής, πρόσθεσε, γνώριζαν ότι το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο τους ήταν εταιρικό και το περιεχόμενό του αποθηκευόταν στον server. Γνώριζαν, επίσης, ότι είχε πρόσβαση στον server ο διαχειριστής και για το λόγο αυτό αρκετοί χρησιμοποιούσαν άλλο, προσωπικό e-mail. Σε σχέση με τα υπό ένσταση Τεκμήρια, αναγνώρισε ότι τα Τεκμήρια 7-10 φέρουν τα διακριτικά του εταιρικού λογαριασμού της Λαϊκής. Αντεξεταζόμενος από τους συνηγόρους των Κατηγορουμένων 2, 3 και 8, ανέφερε πως, παρόλο που δεν επιτρεπόταν, οι υπάλληλοι έστελλαν προσωπικά ηλεκτρονικά μηνύματα, μέσω των ηλεκτρονικών υπολογιστών της Τράπεζας. Απαντώντας άλλη ερώτηση των συνηγόρων, ανέφερε πως υπήρχε άλλος διαχειριστής για το παράρτημα της Τράπεζας στην Ελλάδα, ο οποίος δεν ήταν κάτω από τις δικές του οδηγίες. Ερωτηθείς υπό ποιες συνθήκες ο διαχειριστής μπορούσε να είχε πρόσβαση στα e-mails, απάντησε πως δεν ήταν πρακτική να βλέπει ο διαχειριστής τα e-mails των υπαλλήλων. Έπρεπε, εξήγησε, να υπήρχε κάποιος λόγος για τον οποίο εζητείτο από την διοίκηση πρόσβαση σε συγκεκριμένα e-mails. Σε σχέση με τις οδηγίες, ανέφερε ότι υπήρχε ειδικό Τμήμα που ονομαζόταν Operations & Methods (O&M) το οποίο ετοίμαζε και κοινοποιούσε στους υπαλλήλους σχετικές εγκυκλίους για τη χρήση του ηλεκτρονικού υπολογιστή. Παλαιότερα, εξήγησε, οι εγκύκλιοι αποστέλλονταν σε χαρτί ενώ, αργότερα, όταν εγκαταστάθηκε το ηλεκτρονικό σύστημα, γινόταν ηλεκτρονική αρχειοθέτηση και ενημέρωση σε ειδικό αρχείο (employee portal) στο οποίο είχαν πρόσβαση όλοι οι υπάλληλοι. Του υποβλήθηκε ότι στον Κατηγορούμενο 3 δεν κοινοποιήθηκε οποιαδήποτε οδηγία, ενόσω ήταν υπάλληλος του Ελληνικού Τμήματος της Λαϊκής (Marfin Ελλάδος). Ο μάρτυρας απάντησε πως δεν μπορεί να γνωρίζει εάν κοινοποιήθηκαν οι εγκύκλιοι στον Κατηγορούμενο
  10. Πρόσθεσε, όμως, πως οι εγκύκλιοι, προτού καταχωρηθούν στο Portal, κοινοποιούνταν είτε γραπτώς είτε ηλεκτρονικά στους υπαλλήλους. Αντεξεταζόμενος από το συνήγορο της Κατηγορούμενης 7, επανέλαβε ότι η κάθε χώρα στην οποία είχε κατάστημα η Λαϊκή Τράπεζα είχε δικό της ξεχωριστό server στον οποίο αποθηκεύονταν όλα τα e-mails. Σε ερώτηση εάν απαιτείτο η άδεια του επηρεαζόμενου υπαλλήλου, προτού ο διαχειριστής ανατρέξει σε κάποια e-mails, ο μάρτυρας απάντησε πως δεν γνωρίζει εάν ο υπάλληλος είχε δικαίωμα να ενστεί. Εκείνο που γνωρίζει, πρόσθεσε, είναι πως ουδέποτε υπήρξε ένσταση από οποιοδήποτε υπάλληλο στη διεξαγωγή έρευνας του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν τις θέσεις των Κατηγορουμένων με εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τις οποίες ανέπτυξαν και προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου. Το ίδιο έπραξαν και οι συνήγοροι της Κατηγορούσας Αρχής, υποστηρίζοντας, βέβαια, ότι η ένσταση των Κατηγορουμένων είναι αβάσιμη για τους ακόλουθους λόγους: (α) Δεν τίθεται θέμα παραβίασης του απορρήτου της επικοινωνίας των Κατηγορουμένων σε σχέση με τα Τεκμήρια 3, 4, 5 και 6, καθόσον ουδείς από αυτούς εμπλέκεται στα υπό αναφορά έγγραφα. Υπέδειξαν, με παραπομπές σε νομολογία, ότι η ένσταση για προσβολή ατομικού δικαιώματος μπορεί να εγερθεί μόνο από τα πρόσωπα που επηρεάζονται και όχι από τρίτα πρόσωπα. (β) Δεν εγείρεται ζήτημα αναδρομικότητας του Νόμου 216(Ι)/2015 στα περιστατικά της κρινόμενης υπόθεσης, επειδή η επικοινωνία που περιέχεται στα υπό ένσταση Τεκμήρια ήταν ενεστώσα. Με άλλα λόγια, η θέση των συνηγόρων της Κατηγορούσας Αρχής είναι πως επειδή η επικοινωνία περιέχεται σε γραπτό λόγο (επιστολές και ηλεκτρονικά μηνύματα), εξακολουθεί να υφίσταται και δεν εγείρεται ζήτημα αναδρομικής εφαρμογής του Νόμου. (γ) Διαζευκτικά και σε περίπτωση που γίνει δεκτό ότι η επικοινωνία έχει λήξει, τότε δεν μπορεί να γίνει επίκληση του Άρθρου 17 του Συντάγματος, εφόσον δεν υπάρχει επικοινωνία αλλά πλέον τυγχάνει εφαρμογής το Άρθρο 15, που προστατεύει την ιδιωτική ζωή και καλύπτει τα προσωπικά δεδομένα. Προς επίρρωση της πιο πάνω θέσης οι συνήγοροι επικαλέστηκαν, μεταξύ άλλων, την πρόσφατη απόφαση της Πολιτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου Αριθμός 1/2017 ημερομηνίας 16/2/
  11. (δ) Άλλη εισήγηση των συνηγόρων της Κατηγορούσας Αρχής είναι πως η τροποποίηση του Μέρους IVA του Ν.92

(1)/96 που επήλθε με το Ν. 216
(1)/2015 αφορά πρόνοια δικονομικής και διαδικαστικής φύσης που ρυθμίζει τους κανόνες απόδειξης και προσαγωγής μαρτυρίας και έχει συνεπώς αναδρομική ισχύ. Προς υποστήριξη της θέσης αυτής οι συνήγοροι επικαλέστηκαν, μεταξύ άλλων, τις υποθέσεις Μιχάλης Μιχαηλίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2013)1 Α.Α.Δ. 1977 και Κωνσταντίνος (Ντίνος) Μιχαηλίδης
(2013)1Β Α.Α.Δ.
  1. (ε) Σε κάθε περίπτωση, κατέληξαν οι συνήγοροι, η ένσταση θα πρέπει να απορριφθεί επειδή η επικοινωνία που περιέχεται στα υπό ένσταση Τεκμήρια δεν έχει χαρακτήρα ιδιωτικό ή και εάν είχε τέτοιο χαρακτήρα τον απώλεσε. Ειδικότερα και καθόσον αφορά τα Τεκμήρια 1 και 2, με βάση τη μαρτυρία, εντοπίστηκαν καταχωρημένα στο αρχείο της Λαϊκής Τράπεζας και παραλήφθηκαν από το Διαχειριστή, δυνάμει δικαστικού διατάγματος (Τεκμήριο 21). Υπέδειξαν, περαιτέρω, ότι το Τεκμήριο 2 αποτελεί εσωτερικό μήνυμα μεταξύ δύο υπαλλήλων της Λαϊκής, σε σχέση με τις εργασίες της Τράπεζας και δεν μπορεί να έχει το χαρακτήρα ιδιωτικής επικοινωνίας, ώστε να τυγχάνει της προστασίας του απορρήτου. Σε σχέση με τα Τεκμήρια 7-10, υποστήριξαν πως δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως απόρρητα, παραπέμποντας στο περιεχόμενο τους. Πρόκειται, ανέφεραν, για ηλεκτρονικά μηνύματα που αντάλλαξαν ο Κατηγορούμενος 3 και τρίτο πρόσωπο (ΧΧΧ Fedorkiv) σε σχέση με την επαγγελματική τους δραστηριότητα και δεν αφορούν την ιδιωτική ζωή του Κατηγορούμενου 3, ώστε να εγείρεται ζήτημα προστασίας του απορρήτου της επικοινωνίας του. Επεσήμαναν, επίσης, το γεγονός ότι τα Τεκμήρια 8, 9 και 10, κοινοποιήθηκαν σε τρίτο πρόσωπο, καθιστώντας με τον τρόπο αυτό γνωστό το περιεχόμενο τους και συνεπώς δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι επικοινωνούντες ανέμεναν εύλογα ότι η επικοινωνία τους ήταν απόρρητη. (στ) Οι συνήγοροι επεσήμαναν, τέλος, ότι η πρόσβαση στο περιεχόμενο της επικοινωνίας των Κατηγορουμένων έλαβε χώρα μετά την τροποποίηση του Άρθρου 17 του Συντάγματος αλλά και κατόπιν εκδόσεως Διαταγμάτων, τα οποία δεν προσβλήθηκαν από τα θιγέντα πρόσωπα και παραμένουν μέχρι σήμερα σε ισχύ. Δεν μπορεί, επομένως, εισηγήθηκαν οι συνήγοροι να γίνεται λόγος για αντισυνταγματικά ληφθείσα μαρτυρία. Διαμετρικά αντίθετες ήταν οι εισηγήσεις των Κατηγορουμένων 2, 3, 4, 7 και
  2. Ειδικότερα: Στις γραπτές τους αγορεύσεις οι συνήγοροι των Κατηγορουμένων 2, 3, 7 και 8, τις οποίες υιοθέτησε και ο συνήγορος της Κατηγορούμενης 4, υποστήριξαν ότι τα υπό ένσταση Τεκμήρια περιέχουν ιδιωτική επικοινωνία των Κατηγορουμένων, συντάχθηκαν σε περίοδο που υπήρχε πλήρης προστασία του απορρήτου της αλληλογραφίας και σε κάθε περίπτωση η έκδοση μεταγενέστερων διαταγμάτων για πρόσβαση και επιθεώρηση του περιεχομένου της ιδιωτικής επικοινωνίας, είναι παράνομη και αντισυνταγματική. Αφού αναφέρθηκαν στις πρόνοιες του Άρθρου 17 του Συντάγματος και του Άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, επεσήμαναν ότι, η επίδικη αλληλογραφία έλαβε χώρα το έτος 2007, όταν δεν επιδεχόταν περιορισμού το δικαίωμα της αλληλογραφίας, αφού η τροποποίηση του Άρθρου 17 του Συντάγματος έλαβε χώρα το έτος 2010 ενώ ο τροποποιητικός Νόμος 216
(1)/2015, δυνάμει του οποίου τροποποιήθηκε ο βασικός Νόμος 92
(1)/1996 προβλέποντας τη δυνατότητα για πρόσβαση και επεξεργασία ιδιωτικής επικοινωνίας, ψηφίστηκε το έτος 2015. Κατά συνέπεια, υποστήριξαν οι συνήγοροι, το δικαίωμα των Κατηγορουμένων για προστασία του απορρήτου της αλληλογραφίας, κατά το χρόνο που αποστάληκε η επίδικη αλληλογραφία, ήταν απόλυτο. Σε σχέση με τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο τροποποιητικός Νόμος 216(Ι)/2015 έχει αναδρομική ισχύ, πρόσθεσαν, με παραπομπές σε συγγράμματα και νομολογία, ότι δεν προκύπτει τέτοια πρόθεση του νομοθέτη από το λεκτικό του Νόμου. Εάν ο Νομοθέτης, υποστήριξαν, είχε πρόθεση να συμπεριλάβει και αλληλογραφία που απεστάλη πριν την τροποποίηση του Νόμου, θα το ανέφερε ρητά. Επεσήμαναν συναφώς τη γνωστή νομολογιακή αρχή ότι ένας Νόμος δεν έχει αναδρομική ισχύ εκτός εάν ρητά προβλέπεται στις διατάξεις του ίδιου του νόμου ή αφορά μόνο σε θέματα διαδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, εισηγήθηκαν, δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι ο τροποποιητικός Νόμος 216(Ι)/2015, αφορά θέματα διαδικασίας, εφόσον επηρεάζει τον πυρήνα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Πέραν τούτου, επεσήμαναν ότι τα επίδικα έγγραφα χρονολογούνται πριν από το 2010 και καλύπτονται από την πλήρη απαγόρευση του Άρθρου 17 του Συντάγματος, προτού αυτό τροποποιηθεί. Αναφορικά με το γεγονός ότι οι διευθύνσεις ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, μέσω των οποίων στάληκαν τα επίδικα ηλεκτρονικά μηνύματα, ήταν εταιρικές, υποστήριξαν με παραπομπές σε νομολογία του ΕΔΑΔ καθώς και αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι εμπίπτουν στην έννοια της προσωπικής ζωής και προστατεύονται από το Άρθρο 8 της ΕΣΔΑ. Όσον αφορά τη θέση των συνηγόρων της Κατηγορούσας Αρχής ότι οι Κατηγορούμενοι δεν προσέβαλαν τα διατάγματα με αιτήσεις Certiorary, υποστήριξαν πως τούτο δεν τους εμποδίζει να εγείρουν ένσταση στο στάδιο που επιχειρείται η κατάθεση των Τεκμηρίων στα πλαίσια της ακρόασης της υπόθεσης και επικαλέστηκαν προς τούτο σχετικές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Ellinas
(1989)2 Α.Α.Δ. 17, Αρτέμη Κκολού, Πολ. Αίτ. 1/17 ημερ. 31/01/2017 κ.ά.). Το γεγονός, ανέφεραν οι συνήγοροι, ότι τα επίδικα Τεκμήρια περιήλθαν νομότυπα στην κατοχή του Μ3 (εφόσον γίνει αποδεκτή η μαρτυρία του από το Δικαστήριο) δεν επηρεάζει την ύπαρξη επέμβασης στο κατοχυρωμένο δικαίωμα του Άρθρου 8 της ΕΣΔΑ. Πέραν των ανωτέρω, οι συνήγοροι της Κατηγορούμενης 7 υποστήριξαν ότι νομιμοποιούνται να εγείρουν ένσταση στην κατάθεση των επίδικων εγγράφων, εφόσον τα υπό ένσταση Τεκμήρια επηρεάζουν την εξέλιξη της δίκης και κατά συνέπεια επηρεάζονται άμεσα από την κατάθεση τους. ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ-ΕΥΡΗΜΑΤΑ Προσεγγίσαμε τη μαρτυρία με γνώμονα τη γνωστή νομολογιακή αρχή ότι στην ενδιάμεση αυτή διαδικασία θα πρέπει να αποφεύγεται η ενδελεχής αξιολόγηση της μαρτυρίας, έτσι ώστε όλα τα θέματα να παραμένουν ανοικτά μέχρι τέλους (βλ. μεταξύ άλλων Αστυνομία ν. Ησαΐα, άλλως Μπλάκκη
(1997)2 ΑΑΔ 177). Έχουμε εξετάσει τη μαρτυρία υπό το πρίσμα της ανωτέρω αρχής και δεν διαπιστώσαμε προσπάθεια απόκρυψης ή παραποίησης οποιουδήποτε γεγονότος περιήλθε στη γνώση των μαρτύρων. Ειδικότερα: - Ο Μ1 (χειριστής Τεκμηρίων) κατέθεσε τα υπό ένσταση Τεκμήρια τα οποία είχε στην κατοχή του (γεγονός που δεν τελεί υπό αμφισβήτηση) καθώς και τα σχετικά Δικαστικά διατάγματα τα οποία επίσης δεν αμφισβητούνται. - Η μαρτυρία του Μ2 περιστράφηκε γύρω από την επίδοση του Τεκμηρίου 18 στους δικηγόρους των Κατηγορουμένων στις 8/6/2017, από τη δικηγόρο της Κατηγορούσας Αρχής, κα Ε. Παπαγαπίου, γεγονός που κατέγραψε σε ημερολόγιο ενεργείας την ίδια ημέρα (βλ. Τεκμήριο 17). Ανέφερε επίσης ότι επέδωσε ο ίδιος προσωπικά στους δικηγόρους των Κατηγορουμένων 5 αντίγραφα καταθέσεων, γεγονός που επίσης καταγράφεται στο Τεκμήριο
  1. Η προσπάθεια αμφισβήτησης των συνηγόρων των Κατηγορουμένων 2, 3, 7 και 8 (κκ Ευσταθίου και Θρασυβούλου) ότι τους δόθηκε από την κα Παπαγαπίου το Τεκμήριο 18, παρέμεινε μετέωρη. Ο μάρτυρας εξήγησε πως η επιστολή από την κα Παπαγαπίου όπως και τα αντίγραφα των καταθέσεων από τον ίδιο, επιδόθηκαν στους δικηγόρους των Κατηγορουμένων τους οποίους και κατονόμασε. Συγκεκριμένα και καθόσον αφορά τους Κατηγορούμενους 2, 3 και 8, τους οποίους εκπροσωπούσε ο κ. Ευσταθίου, επιδόθηκαν σε συγκεκριμένο δικηγόρο από το γραφείο του (Ανδρέα Ξενοφώντος) ενώ για την Κατηγορούμενη 7 στον δικηγόρο κ. Α. Χαβιαρά. Αναφέρθηκε, επίσης και στους δικηγόρους των άλλων Κατηγορούμενων, οι οποίοι, ας σημειωθεί, δεν υποστήριξαν ότι δεν παρέλαβαν το Τεκμήριο
  2. Αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του Μ2, η οποία αμφισβητήθηκε μόνο με σχετικές υποβολές, χωρίς να προσκομιστεί από την πλευρά των Κατηγορουμένων οποιαδήποτε μαρτυρία που να την αντικρούει. - Ο Μ3 εξήγησε κάτω από ποιες συνθήκες εξασφάλισε τα υπό ένσταση Τεκμήρια 3-10, τα οποία παρέδωσε στην Αστυνομία, καταθέτοντας και σχετική με το θέμα αλληλογραφία που είχε με την υπεύθυνη του γραφείου της Renaissance Μόσχας (Τεκμήρια 19 και 20), από όπου του αποστάληκαν τα έγγραφα. Έδωσε σαφείς και ικανοποιητικές εξηγήσεις τόσο για το σύστημα που τηρούσε η εταιρεία Renaissance σε σχέση με την αποθήκευση των ηλεκτρονικών μηνυμάτων στον εξυπηρετητή (server) όσο και για τις συνθήκες υπό τις οποίες εξασφάλισε και παρέδωσε στην Αστυνομία τα Τεκμήρια 3-
  3. - Ο Μ4 εξήγησε τις συνθήκες υπό τις οποίες παρέλαβε από τον Ειδικό Διαχειριστή της Λαϊκής Τράπεζας τα υπό ένσταση Τεκμήρια 1 και 2, καταθέτοντας τα σχετικά διατάγματα αποκάλυψης μαζί με την αίτηση (Τεκμήρια 21(α)(β) και (γ)). Υποδεικνύεται ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. - Ο Μ5, τέλος, αναφέρθηκε στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο της Λαϊκής Τράπεζας και τη χρήση του από τους υπαλλήλους. Όλες οι εξηγήσεις που έδωσε σε σχέση με τον τρόπο λειτουργίας του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου κρίνονται πειστικές. Ο μάρτυρας είπε στην ουσία τα αυτονόητα. Ότι, δηλαδή, όλοι οι υπάλληλοι ενημερώνονταν και γνώριζαν ότι το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο που χρησιμοποιούσαν ήταν εταιρικό. Αναγνώρισε δε ότι τα υπό ένσταση Τεκμήρια 7-10 φέρουν διακριτικά του εταιρικού λογαριασμού της Λαϊκής. Δεν διακρίναμε προσπάθεια να υπερβάλει ή αποκρύψει οτιδήποτε περιήλθε στην αντίληψη του σε σχέση με τα γεγονότα που κατέθεσε. Για τους πιο πάνω λόγους αποδεχόμαστε τη μαρτυρία των Μ1-5 και καταλήγουμε ότι τα υπό ένσταση Τεκμήρια παραλήφθηκαν από την Αστυνομία υπό τις συνθήκες που εξήγησαν στη μαρτυρία τους οι Μ3 και
  4. Δεχόμαστε, επίσης, ότι το Τεκμήριο 18 παραδόθηκε σε όλους τους δικηγόρους των Κατηγορουμένων στις 08/06/2017, από τη δικηγόρο της Νομικής Υπηρεσίας κα Ε. Παπαγαπίου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ-ΚΑΤΑΛΗΞΗ Εφόσον εγερθεί ένσταση από κατηγορούμενο σε σχέση με τη νομιμότητα παραλαβής ενός τεκμηρίου που επιχειρείται να κατατεθεί, η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να αποδείξει ότι αποκτήθηκε νόμιμα. Όπως έχει πλειστάκις υποδειχθεί, σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι η μαρτυρία που επιχειρείται να κατατεθεί εξασφαλίστηκε κατά παράβαση νομοθετικής διάταξης, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να επιτρέψει την κατάθεση της, εφόσον κριθεί πως η μαρτυρία είναι σχετική και δεν θα επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα του κατηγορουμένου. Αντίθετα, αποκλείεται εξ' ορισμού όπου διαπιστώνεται ότι η μαρτυρία εξασφαλίστηκε κατά παράβαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται από το Σύνταγμα (βλ. Police ν. Georghiades
(1983)2 C.L.R. 33, Αστυνομία ν. Γιάλλουρου
(1992)2 Α.Α.Δ. 147, Parris ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 186 κ.ά.). Το πρώτο θέμα που θα πρέπει ίσως να εξεταστεί είναι κατά πόσο η εγερθείσα ένσταση εμπίπτει εντός του καθορισθέντος πλαισίου της ΔΕΔ, ζήτημα το οποίο αναδεικνύεται στην αγόρευση των ευπαιδεύτων συνηγόρων της Κατηγορούσας Αρχής. Συγκεκριμένα, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, υπέδειξαν πως μόνο εάν η υπό συζήτηση αλληλογραφία (τα ηλεκτρονικά μηνύματα) θεωρηθεί ενεστώσα, υπάρχουσα στον παρόντα χρόνο δηλαδή, τυγχάνει προστασίας από το Άρθρο 17 του Συντάγματος που διασφαλίζει το απόρρητο της επικοινωνίας. Από την άλλη, αν η αλληλογραφία θεωρηθεί λήξασα, υπό την έννοια ότι ανάγεται σε παρελθόντα χρόνο και έχει ολοκληρωθεί με την παραλαβή από τον αποδέκτη, τότε, παύει να τυγχάνει προστασίας από τον Άρθρο
  1. Δεν μένει, βέβαια, ακάλυπτη από πλευράς συνταγματικής προστασίας, αλλά η προστασία μετακυλά στο Άρθρο 15 που αφορά ευρύτερα την προστασία της ιδιωτικής ζωής. Αυτή, κατά τους συνηγόρους - με παραπομπή σε ξένες αποφάσεις και συγγράμματα - είναι η κρατούσα άποψη. Με κάθε εκτίμηση, θεωρούμε, ότι στην προκειμένη περίπτωση, το ζήτημα έχει περισσότερο ακαδημαϊκή παρά ουσιαστική σημασία αφού η γενικότητα του πλαισίου της ΔΕΔ είναι τέτοια που δύναται να καλύψει και τα δύο αυτά άρθρα. Συγκεκριμένα στις 18/10/2018 που καθορίστηκε το πλαίσιο της ΔΕΔ αναφέρθηκε από πλευράς Υπεράσπισης και καταγράφηκε στο πρακτικό (σελ. 25) ότι η ΔΕΔ «θα αφορά τα υπό ένσταση τεκμήρια και το κατά πόσο επηρεάζουν ή όχι το δικαίωμα επικοινωνίας (χωρίς αναφορά σε οποιοδήποτε Άρθρο του Συντάγματος), κατά τρόπο που να μην γίνονται παραδεκτά». Σε κατοπινό στάδιο (βλ. σελ. 26 του πρακτικού) η Υπεράσπιση επανέλαβε, ότι, η ένσταση αφορά, «γενικά παράβαση του απορρήτου της επικοινωνίας» (πάλι χωρίς παραπομπή σε οποιοδήποτε Άρθρο του Συντάγματος). Σε ερώτηση μάλιστα του συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής αν η ένσταση αφορά το θέμα της αντισυνταγματικότητας της λήψης (γενικά), η πλευρά της Υπεράσπισης απάντησε καταφατικά (βλ. σελ. 27 των πρακτικών). Η συνάρτηση των πιο πάνω αναφορών αποτελεί λοιπόν το γενικό πλαίσιο της ΔΕΔ και παρά το γεγονός ότι στις εισαγωγικές τοποθετήσεις των συνηγόρων, φαίνεται να εστιάζουν περισσότερο στο Άρθρο 17, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αποκλεισθεί η εξέταση και υπό το πρίσμα του Άρθρου
  2. Έτσι κι αλλιώς η απόλυτη προστασία που παρέχουν τα δύο άρθρα συμπλέκεται. Στη Σιάμισιης ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 308, που αφορούσε τη λήψη μαρτυρίας σε σχέση με το περιεχόμενο μηνυμάτων δια τηλεφώνου (sms) που είχε αποστείλει ο εφεσείοντας προς το θύμα και στην ταυτοποίηση του με αναφορά στο ip address του ηλεκτρονικού του υπολογιστή, αποφασίστηκε, χωρίς διάκριση, πως είχε παραβιαστεί το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής (Άρθρο 15) και το απόρρητο της επικοινωνίας (Άρθρο 17). Ομοίως στην υπόθεση Αστυνομία ν. Γιάλλουρου
(1992)2 Α.Α.Δ. 147 που αφορούσε τηλεφωνική επικοινωνία, στη σελίδα 155 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η τηλεφωνική επικοινωνία λόγω της φύσης και του χαρακτήρα της συνιστά εξ αντικειμένου πτυχή της ιδιωτικής ζωής βάσει του άρθρου 15.1 και, ταυτόχρονα, μορφή επικοινωνίας το απόρρητο της οποίας διαφυλάσσεται από το άρθρο 17.1. Η τηλεφωνική συνομιλία έχει τα χαρακτηριστικά της ιδιαίτερης επικοινωνίας μεταξύ των συνομιλητών, που ανάγεται στην ιδιωτική τους ζωή και συγχρόνως συνιστά κλασσική μορφή επικοινωνίας το απόρρητο της οποίας διαφυλάσσεται από το Σύνταγμα. Κανένας τρίτος, εκτός αν του παρέχεται εξουσιοδότηση από το νόμο για τους σκοπούς που ορίζει το Σύνταγμα, δεν έχει δικαίωμα να εποπτεύσει ή να διεισδύσει στις τηλεφωνικές επικοινωνίες μεταξύ των πολιτών. Οποιαδήποτε χαλάρωση του κανόνα θα ερχόταν σε αντίθεση με τον απόλυτο χαρακτήρα της απαγόρευσης, όπως διατυπώνεται στα άρθρα 15.1 και 17.1 του Συντάγματος, και μακροχρόνια θα εκφύλιζε τη δραστικότητα του δικαιώματος που κατοχυρώνεται.». Στην ίδια πιο πάνω υπόθεση, στις σελίδες 152-153, επισημαίνεται, επίσης, ότι: «Η ερμηνεία των αντίστοιχων άρθρων του Συντάγματος και των σχετικών διατάξεων του άρθρου 8 της Συνθήκης εξετάστηκαν από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη Police v. Georghiades
(1983)2 C.L.R. 33 όπου κρίθηκε ότι το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής καλύπτει ολόκληρο το χώρο που εξ αντικειμένου εμπίπτει στην ιδιωτική λειτουργία του ατόμου και ταυτίζεται με τον αγγλικό όρο "right to privacy". Εξίσου ευρεία είναι και η έννοια του δικαιώματος για ελεύθερη επικοινωνία συνυφασμένη με την κατοχύρωση της ανεμπόδιστης επικοινωνίας με το συνάνθρωπο. Η διαφύλαξη της ιδιωτικής ζωής και της ελεύθερης επικοινωνίας ως θεμελιωδών ελευθεριών του ατόμου, σκοπεί στη θεμελίωση της αυτονομίας του ατόμου σε τομείς όπου η ανθρώπινη υπόσταση επιτάσσει την αυτοτελή λειτουργία του.». Αξίζει να αναφερθεί πως τα δύο αυτά θεμελιώδη δικαιώματα, ήτοι της «ιδιωτικής ζωής» και του «απορρήτου της αλληλογραφίας», προστατεύονται στο ίδιο άρθρο, το Άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Άρθρο 8 Δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής
  1. Παν πρόσωπον δικαιούται εις τον σεβασμόν της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του.
  2. Δεν επιτρέπεται να υπάρξη επέμβασις δημοσίας αρχής εν τη ασκήσει του δικαιώματος τούτου, εκτός εάν η επέμβασις αύτη προβλέπεται υπό του νόμου και αποτελεί μέτρον το οποίον, εις μίαν δημοκρατικήν κοινωνίαν, είναι αναγκαίον δια την εθνικήν ασφάλειαν, την δημοσίαν ασφάλειαν, την οικονομικήν ευημερίαν της χώρας, την προάσπισιν της τάξεως και την πρόληψιν ποινικών παραβάσεων, την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων.». Από τα προαναφερθέντα είναι σαφής πιστεύουμε ο συσχετισμός και η αλληλοεπίδραση των δύο άρθρων και τούτο, σε συνάρτηση με τη γενικότητα του πλαισίου, μας παρέχει τη δυνατότητα να εξετάσουμε την ένσταση και τα επί μέρους ζητήματα που τίθενται. Το επόμενο ερώτημα που εγείρεται είναι, κατά την εκτίμηση μας, εάν τα υπό ένσταση Τεκμήρια περιέχουν ιδιωτική επικοινωνία που τυγχάνει της προστασίας των Άρθρων 15 και 17 του Συντάγματος. Για να αποφασιστεί το ερώτημα θα πρέπει να εξεταστούν ένα προς ένα τα έγγραφα, αφού πρώτα υποδείξουμε ότι όλα παραλήφθηκαν στη βάση Διαταγμάτων, όπως προέκυψε από τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή. Ειδικότερα, τα Τεκμήρια 1 και 2 παραδόθηκαν στον Μ4 από τον Ειδικό Διαχειριστή της Λαϊκής Τράπεζας δυνάμει του διατάγματος αποκάλυψης (Τεκμήριο 21) και καλύπτονται από το Διάταγμα άρσης του απορρήτου της ιδιωτικής επικοινωνίας (Τεκμήριο 11), ενώ τα Τεκμήρια 3-10 παραλήφθηκαν από τον Μ3 και καλύπτονται από το διάταγμα Τεκμήριο
  3. Τεκμήρια 1 και 2 Αφορούν επιστολή και τηλεομοιότυπο, αντίστοιχα, που αποστάληκαν από λειτουργούς της Τράπεζας Εγνατία στους Κατηγορούμενους 2 και
  4. Το Τεκμήριο 1, αναφέρεται σε πληρωμή από την Τράπεζα ποσού €1.000.000 για "Arrangement Fee", στα πλαίσια κάποιας διευκόλυνσης ("overdraft facility") που είχε παραχωρήσει η Τράπεζα προς την εταιρεία FOCUS. Το Τεκμήριο 2 αποτελεί εσωτερική επιστολή της ίδιας Τράπεζας (Εγνατία) που αποστάληκε από συγκεκριμένο λειτουργό προς τον Κατηγορούμενο 3, με οδηγίες ως προς τον τρόπο πληρωμής του ποσού (€1 εκ) προς την FOCUS. Είναι φανερό πως πρόκειται για επικοινωνία που αφορά τις εργασίες της Τράπεζας και δεν μπορεί να έχει τα χαρακτηριστικά της ιδιωτικής-εμπιστευτικής επικοινωνίας, ως ο όρος έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία. Υποδεικνύεται, συναφώς πως με βάση το άρθρο 2 του Ν. 92(Ι)/96, «ιδιωτική επικοινωνία σημαίνει οποιαδήποτε προφορική ή γραπτή ή άλλης μορφής επικοινωνία η οποία γίνεται από πρόσωπο κάτω από περιστάσεις κατά τις οποίες είναι λογικό το πρόσωπο αυτό να αναμένει ότι δεν θα υποκλαπεί ή θα παρακολουθηθεί από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο εκτός από εκείνο το οποίο σκοπείται να λάβει την επικοινωνία αυτή.». Το γεγονός, βέβαια, ότι η επικοινωνία λαμβάνει χώρα στον εργασιακό χώρο των επικοινωνούντων, δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πως δεν τυγχάνει της προστασίας που παρέχουν τα Άρθρα 15 και 17 του Συντάγματος. Όπως ορθά υποδεικνύεται από τους συνηγόρους των Κατηγορουμένων, το ΕΔΑΔ σε αρκετές υποθέσεις διαπίστωσε παραβίαση του Άρθρου 8 της ΕΣΔΑ σε σχέση με παρακολούθηση επικοινωνίας εργαζομένων που έλαβε χώρα στο εργασιακό τους περιβάλλον (βλ. μεταξύ άλλων, Halford v. The United Kingdom, 25/6/1997, Amann v. Switzerland [G.C] Αρ. 27798/95 & 44, ECHR 2000-II, Copland v. The United Kingdom Αρ. 62617/00 & 41, ECHR 2007-1, Barbulescu v. Ρουμανίας 61496/2008, ημερ. 5/9/2017 και Niemietz v. Germany
(1992)16 EHRR 97). Κριτήριο αποτελεί το κατά πόσο η επικοινωνία που αποστέλλεται από τον εργασιακό χώρο (π.χ. την εταιρική διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ως είναι η περίπτωση μας) είναι ιδιωτική, εν τη εννοία του Νόμου και της νομολογίας. Όπως επεξηγήθηκε στην σχετικά πρόσφατη απόφαση του ΕΔΑΔ στην υπόθεση Libert v. France ημερ. 22/2/2018, η επικοινωνία που αποστέλλεται από ένα υπάλληλο στον εργασιακό του χώρο, με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή που του παραχωρήθηκε από τον εργοδότη για εκτέλεση της εργασίας του, τυγχάνει της προστασίας του Άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, εφόσον δεν σχετίζεται με την εργασία του και έχει ξεκάθαρο χαρακτήρα ιδιωτικής επικοινωνίας. Δεν παραβιάζεται όμως το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής που προστατεύεται από το Άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, όταν η επικοινωνία αφορά την επαγγελματική του δραστηριότητα. Κρίνουμε, κατά συνέπεια, ότι τα Τεκμήρια 1 και 2 δεν περιέχουν ιδιωτική επικοινωνία η οποία τυγχάνει προστασίας από το Άρθρο 17 του Συντάγματος. Τεκμήρια 3, 4, 5 και 6 Τα Τεκμήρια 3, 4, 5 και 6 αφορούν ηλεκτρονικά μηνύματα που ανταλλάγηκαν από τρίτα πρόσωπα που δεν είναι κατηγορούμενοι (ΧΧΧ Simonov, ΧΧΧ Fedorkiv και ΧΧΧ Μάγειρα) και συνεπώς κρίνουμε ότι οι Κατηγορούμενοι δεν νομιμοποιούνται να εγείρουν ένσταση, υποστηρίζοντας ότι παραβιάζεται το απόρρητο της επικοινωνίας τους. Είναι τρίτα, ξένα πρόσωπα σε σχέση με την αλληλογραφία αυτή και ασχέτως των όποιων αναφορών σε εκείνους, δεν δύνανται να προβάλουν παραβίαση του δικού τους απορρήτου της επικοινωνίας. Σύμφωνα με συγγράμματα που πραγματεύονται τα ανθρώπινα δικαιώματα για να μπορεί ένα πρόσωπο να προσφύγει, σε σχέση με ατομικό δικαίωμα, θα πρέπει αυτός να πλήττεται προσωπικά και ευθέως από τη παραβίαση (βλ. σύγγραμμα «Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου», Λίνος - Αλέξανδρος Σισιλιανός, στη σελ. 561 κ.ε, «Cases, Materials and Commentary on the European Convention on Human Rights», Alastair Mowbray, 3rd edition στη σελ. 29 κ.ε. και «Law of the European Convention on Human Rights», D.J.Harris, M. O' Boyle and C. Warbrick, 3rd edition, στη σελ. 580). Θεωρούμε, επομένως, πως δεν θα μπορούσε να επιτύχει η ένσταση σε σχέση με τα υπό αναφορά Τεκμήρια. Τεκμήρια 7, 8, 9 και 10 Πρόκειται για ηλεκτρονικά μηνύματα που αντάλλαξε ο Κατηγορούμενος 3 με τρίτο πρόσωπο (ΧΧΧ Fedorkiv) και αφορούν, σαφώς, εργασίες της Τράπεζας (Marfin Egnatia Bank). Πρόκειται δηλαδή για επικοινωνία που αντάλλαξε ο Κατηγορούμενος 3 με τρίτο πρόσωπο στα πλαίσια της επαγγελματικής του δραστηριότητας και δεν εγείρεται ζήτημα παραβίασης του απορρήτου της ιδιωτικής επικοινωνίας του, όπως επεξηγήθηκε πιο πάνω. Όπως εξήγησε ο Μ3, η μαρτυρία του οποίου έγινε αποδεκτή, τα υπό αναφορά ηλεκτρονικά μηνύματα, όπως και τα Τεκμήρια 3-6, φέρουν την ένδειξη του εταιρικού λογαριασμού της Renaissance και ήταν αποθηκευμένα στον εξυπηρετητή ηλεκτρονικών μηνυμάτων της εταιρείας, όπου είχε πρόσβαση ο διαχειριστής και κατ' επέκταση η διοίκηση της εταιρείας. Είναι, συνεπώς, φανερό πως δεν πρόκειται για ιδιωτική εμπιστευτική επικοινωνία, αλλά για αλληλογραφία που ανταλλάγηκε στα πλαίσια των εργασιών του Κατηγορούμενου 3 και του τρίτου προσώπου. Ως εκ τούτου, κρίνουμε πως ούτε τα Τεκμήρια 7-10, περιέχουν ιδιωτική επικοινωνία η οποία τυγχάνει της προστασίας των Άρθρων 15 και 17 του Συντάγματος. Παρενθετικά και χωρίς πλέον το ζήτημα να έχει οποιαδήποτε ουσιαστική σημασία, ενόψει της κύριας κατάληξης μας, σημειώνουμε, ότι, η κοινοποίηση μιας αλληλογραφίας σε τρίτο ή τρίτα πρόσωπα δεν είναι στοιχείο που αίρει αυτόματα και χωρίς άλλο το απόρρητο της επικοινωνίας. Έχει σημασία το πρόσωπο προς το οποίο έχει κοινοποιηθεί η αλληλογραφία και οι περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η κοινοποίηση. Για παράδειγμα η κοινοποίηση μιας επιστολής μεταξύ δύο προσώπων προς τα μέσα μαζικής ενημέρωσης σαφώς αίρει το όποιο απόρρητο της επικοινωνίας. Από την άλλη, σε μια συναλλαγή μεταξύ 3 ή περισσοτέρων προσώπων, η αλληλογραφία μεταξύ των 2 που αφορά όμως και τους άλλους και ως εκ τούτου τους κοινοποιείται για να καταστούν και αυτοί κοινωνοί της εν εξελίξει διαδικασίας, ουδόλως καθιστά την αλληλογραφία δημόσια και προσβάσιμη στον καθένα. Στην εδώ περίπτωση, το πρόσωπο προς το οποίο κοινοποιήθηκαν τα τεκμήρια 8, 9 και 10 είναι ο Κυριάκος Μάγειρας, ο οποίος δεν είναι άσχετο προς την όλη συναλλαγή πρόσωπο. Έχει άμεση σχέση και εμπλοκή εξού και είναι ο αποδέκτης των Τεκμηρίων 4, 5 και 6. Συνεπώς το ότι τα Τεκμήρια 8, 9 και 10 δεν απευθύνονται απευθείας σ' αυτόν αλλά του κοινοποιούνται, προφανώς για να κρατηθεί ενήμερος της εν εξελίξει διαδικασίας, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να εκληφθεί ως στοιχείο αναιρετικό του απορρήτου και της εμπιστευτικότητας της επικοινωνίας αν και εφόσον βέβαια υπήρχε τέτοιο στοιχείο στην επικοινωνία. Οι συνήγοροι Υπεράσπισης ήγειραν ακόμη ένα λόγο ο οποίος, κατά την εισήγηση τους, θα πρέπει να οδηγήσει το Δικαστήριο σε κατάληξη για τον αποκλεισμό των υπό ένσταση Τεκμηρίων. Υποστήριξαν, συναφώς, ότι δεν τηρήθηκε η προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο 17
(1)του Νόμου 92(Ι)/96, ως έχει τροποποιηθεί με το Ν. 216(Ι)/2015, για την επίδοση των διαταγμάτων στα θιγέντα πρόσωπα. Υπέδειξαν προς τούτο ότι η κοινοποίηση, με βάση το Τεκμήριο 17, έλαβε χώρα στις 08/06/2017, ενώ η απόφαση για την παραπομπή της υπόθεσης στο Κακουργιοδικείο λήφθηκε στις 23/03/2017. Υποδεικνύεται ότι με βάση τα Διατάγματα αναστολής ενημέρωσης των θιγέντων προσώπων (Τεκμήρια 12, 14, 15 και 16) διατάχθηκε η αναστολή ενημέρωσης των θιγέντων προσώπων μέχρι και την απόφαση για παραπομπή της υπόθεσης στο Κακουργιοδικείο. Προκύπτει, όντως, κάποια καθυστέρηση στην ενημέρωση των Κατηγορουμένων. Με βάση το άρθρο 17
(1)του Νόμου, η ενημέρωση θα έπρεπε να γίνει εντός 30 ημερών από την εκτέλεση των δικαστικών ενταλμάτων. Δεδομένου ότι στην προκειμένη περίπτωση είχαν εξασφαλίσει διατάγματα αναστολής ενημέρωσης, μέχρι και την παραπομπή, θα μπορούσε να λεχθεί ότι ο χρόνος των 30 ημερών αρχίζει από τις 13/03/2017, ημερομηνία που λήφθηκε η απόφαση για την παραπομπή των Κατηγορουμένων στο Κακουργιοδικείο. Θεωρούμε πως η αναφερθείσα καθυστέρηση στην ενημέρωση των Κατηγορουμένων, δεν θα αποτελούσε ικανό λόγο για τον αποκλεισμό της δεκτότητας της μαρτυρίας. Πρόκειται για τυπική, διαδικαστικής φύσης παράβαση, η οποία δεν επηρέασε καθ' οιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα των Κατηγορούμενων. Όπως έχει υποδειχθεί νωρίτερα, η παράβαση Νόμου δεν οδηγεί, χωρίς άλλο, στον αποκλεισμό της μαρτυρίας. Η πιο πάνω κατάληξη μας σφραγίζει την τύχη της ένστασης. Παρά ταύτα θα εξετάσουμε και το ζήτημα της αναδρομικότητας του Νόμου, ώστε να υπάρχει η κρίση μας και επί της πτυχής αυτής. Όπως είναι γνωστό, το δικαίωμα του απορρήτου της επικοινωνίας προστατεύεται από το Άρθρο 17 του Συντάγματος. Υπενθυμίζουμε ότι η επίδικη επικοινωνία έλαβε χώρα το έτος 2007 (βλ. Τεκμήρια 1-10), διάστημα κατά το οποίο, η προστασία ήταν απόλυτη, με μόνες εξαιρέσεις τις περιπτώσεις προσώπων που τελούσαν υπό φυλάκιση ή προφυλάκιση ή σε σχέση με την επαγγελματική αλληλογραφία και επικοινωνία πτωχευσάντων. Με την τροποποίηση που επέφερε ο Τροποποιητικός του Συντάγματος Ν. 51(Ι)/2010(Ο Περί της Έκτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος του 2010), το Άρθρο 17, διαμορφώθηκε ως ακολούθως: «ΑΡΘΡΟΝ 17
  1. Έκαστος έχει το δικαίωμα σεβασμού και διασφαλίσεως του απορρήτου της αλληλογραφίας ως και πάσης άλλης επικοινωνίας αυτού, εφ' όσον η τοιαύτη επικοινωνία διεξάγεται διά μέσων μη απαγορευομένων υπό του νόμου.
  2. Δε χωρεί επέμβαση κατά την άσκηση του δικαιώματος τούτου, εκτός αν η επέμβαση αυτή επιτρέπεται σύμφωνα με το νόμο, στις ακόλουθες περιπτώσεις: Α. Προσώπων που τελούν υπό φυλάκιση ή προφυλάκιση. Β. Κατόπιν δικαστικού διατάγματος που εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου, μετά από αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, και η επέμβαση αποτελεί μέτρο το οποίο σε μια δημοκρατική κοινωνία είναι αναγκαίο μόνο προς το συμφέρον της ασφάλειας της Δημοκρατίας ή την αποτροπή, διερεύνηση ή δίωξη των ακόλουθων σοβαρών ποινικών αδικημάτων: (α) Φόνος εκ προμελέτης ή ανθρωποκτονία, (β) εμπορία ενηλίκων ή ανηλίκων προσώπων και αδικήματα που 11 σχετίζονται με την παιδική πορνογραφία, (γ) εμπορία, προμήθεια, καλλιέργεια ή παραγωγή ναρκωτικών φαρμάκων, ψυχοτρόπων ουσιών ή επικίνδυνων φαρμάκων, (δ) αδικήματα που σχετίζονται με το νόμισμα ή το χαρτονόμισμα της Δημοκρατίας και (ε) αδικήματα διαφθοράς για τα οποία προβλέπεται, σε περίπτωση καταδίκης, ποινή φυλάκισης πέντε ετών και άνω. Γ. Κατόπιν δικαστικού διατάγματος, που εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου, για τη διερεύνηση ή δίωξη σοβαρού ποινικού αδικήματος για το οποίο προβλέπεται, σε περίπτωση καταδίκης, ποινή φυλάκισης πέντε ετών και άνω και η επέμβαση αφορά πρόσβαση στα σχετικά με ηλεκτρονική επικοινωνία δεδομένα κίνησης και θέσης και στα συναφή δεδομένα που είναι αναγκαία για την αναγνώριση του συνδρομητή ή και του χρήστη.». Ο Νόμος, ο οποίος προέβλεψε τον τρόπο και τη διαδικασία εφαρμογής των επιτρεπτών επεμβάσεων του δικαιώματος αυτού, που προβλέπονται στο Άρθρο 17
(2)του Συντάγματος (ανωτέρω), ψηφίστηκε μόλις την 31/12/2015. Πρόκειται για το Νόμο που τροποποιεί τον Περί Προστασίας της Ιδιωτικής Επικοινωνίας (Παρακολούθηση Συνδιαλέξεων) Νόμο του 1996 (Ν. 216(Ι)/2015). Είναι στη βάση του Νόμου αυτού που εκδόθηκαν τα επίδικα διατάγματα πρόσβασης στο περιεχόμενο της ιδιωτικής επικοινωνίας των Κατηγορουμένων (βλ. άρθρο 23 του Ν. 216(Ι)/2015), κατόπιν των σχετικών αιτήσεων που υπέβαλε ο Γενικός Εισαγγελέας δυνάμει των άρθρων 21 και 22 του υπό αναφορά Νόμου. Οι συνήγοροι της Κατηγορούσας Αρχής εισηγήθηκαν ότι ο Νόμος είναι δικονομικός στο βαθμό που ρυθμίζει τους κανόνες απόδειξης και προσαγωγής μαρτυρίας, παραπέμποντας, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις Μιχάλη Μιχαηλίδη και Κωνσταντίνου (Ντίνου) Μιχαηλίδη (ανωτέρω). Είναι γεγονός ότι ο υπό αναφορά Νόμος περιέχει και διαδικαστικές διατάξεις που ρυθμίζουν τη διαδικασία και τον τρόπο υποβολής της αίτησης για πρόσβαση σε καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας (βλ. άρθρο 21 του Μέρους IVA του Νόμου). Δεν συμμεριζόμαστε, όμως, την εισήγηση των συνηγόρων της Κατηγορούσας Αρχής ότι ήταν η πρόθεση του Νομοθέτη να καλύψει αναδρομικά την ιδιωτική επικοινωνία των πολιτών που έλαβε χώρα πριν την τροποποίηση. Όπως ορθά υπέδειξαν οι συνήγοροι των Κατηγορουμένων δεν είναι δυνατό να έχει αναδρομική ισχύ ένας Νόμος που επηρεάζει κεκτημένα δικαιώματα και μάλιστα δικαιώματα που προστατεύονται από το Σύνταγμα, όπως είναι το δικαίωμα της επικοινωνίας. Είναι πάγια νομολογημένο πως ένας Νόμος, εκτός εάν είναι δηλωτικός ή αφορά μόνο σε θέματα διαδικαστικά ή αποδείξεως, δεν έχει αναδρομική ισχύ. Εάν ο νομοθέτης επιθυμεί να προσδώσει αναδρομική ισχύ σε μια νομοθετική πρόνοια θα πρέπει να το καθορίσει ρητά (βλ. Κώστας Σάντης ν. Interfund Investments Ltd,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1670, ΣΠΕ Κοντέας ν. Γενοβέφας Λουκά-Ξιαρή, Ποιν. Έφ. Αρ. 218/2012 ημερ. 24/6/2014, Σταύρος Ξιούρουπας κ.ά. ν. Λαϊκής Τράπεζας, ECLI:CY:AD:2016:A522, Πολιτική Έφεση Αρ. 386/2010, ημερ. 15/11/2016 κ.ά.). Σε κάθε περίπτωση, συμφωνούμε με την εισήγηση των συνηγόρων Υπεράσπισης πως ο συγκεκριμένος Νόμος δεν θα μπορούσε να έχει αναδρομική ισχύ και μάλιστα πριν από την τροποποίηση του Άρθρου 17 του Συντάγματος με το Ν.51(Ι)/2010. Δεδομένου δε ότι η επίδικη επικοινωνία έλαβε χώρα το έτος 2007, χρόνο κατά τον οποίο ήταν απόλυτη η προστασία του απορρήτου της επικοινωνίας, δεν εγείρεται ζήτημα αναδρομικής ισχύος των προνοιών του Ν. 216(Ι)/2015, ο οποίος τροποποίησε το βασικό Νόμο 92(Ι)/1996, ώστε να ίσχυε σε χρονικό ορίζοντα πριν από το έτος 2010 που τροποποιήθηκε το Άρθρο 17 του Συντάγματος. Ένα άλλο ζήτημα που ήγειραν στην αγόρευσή τους οι συνήγοροι της Κατηγορούσας Αρχής είναι το γεγονός ότι οι Κατηγορούμενοι δεν προσέβαλαν τα διατάγματα με βάση τα οποία επετράπη η πρόσβαση στο απόρρητο της επικοινωνίας τους και ως εκ τούτου, τα διατάγματα παρέμειναν μέχρι σήμερα σε ισχύ. Ενόψει τούτου, υποστήριξαν οι συνήγοροι, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για μαρτυρία που λήφθηκε αντισυνταγματικά. Το γεγονός ότι οι Κατηγορούμενοι δεν προσέβαλαν τα επίδικα διατάγματα με διάβημα της φύσης Certiorari δεν τους εμποδίζει να εγείρουν ένσταση κατά την προσαγωγή της μαρτυρίας στα πλαίσια της δίκης (βλ. Parris ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 186 και Αναφορικά με την Αίτηση Αρτέμη Κκολού, Πολ. Αίτ. Αρ. 1/2017 ημερ. 31/1/2017). Όπως υποδείχθηκε στην τελευταία πιο πάνω απόφαση «το ότι η νομολογία αναγνώρισε τη δυνατότητα υποβολής αιτήματος Certiorari εναντίον διατάγματος έρευνας . δεν σημαίνει ότι αποκλείεται η έγερση του ζητήματος της ορθότητας να εγερθεί στο στάδιο ακρόασης της ουσίας της ποινικής δίωξης.». Δεν ευσταθεί, συνεπώς, η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι δεν μπορεί να εγερθεί το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας, επειδή δεν έχουν προσβληθεί τα διατάγματα πρόσβασης. Για τους λόγους, όμως, που εξηγήσαμε, η ένσταση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. (Υπ.) Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) Στ. Σταύρου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.