Δημοκρατία ν. Abbas, Αρ. Υπόθεσης: 9377/17, 7/12/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2018:38 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Στ. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9377/17 Δημοκρατία ν. ΧΧΧ Abbas Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 07/12/2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Σιαπανή Για τον Κατηγορούμενο: κ. Δ. Παυλίδης με κα Παυλίδη και κα Βασιλείου Κατηγορούμενος παρών (Παρών ο μεταφραστής Μαρζούκ Τζιωτρζή ο οποίος μεταφράζει από τα ελληνικά στα αραβικά όσο καλύτερα γνωρίζει) ---------------------------------- Π Ο Ι Ν Η Μια νεανική απερισκεψία, η οποία θα μπορούσε να είχε ολέθριες συνέπειες, οδήγησε τον Κατηγορούμενο, ανήλικο κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος, να αντιμετωπίζει τη σοβαρή κατηγορία της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, την οποία παραδέχθηκε (κατηγορία 5). Συγκεκριμένα παραδέχθηκε ότι στις 07/08/2017 παράνομα προκάλεσε βαριά σωματική βλάβη στον ΧΧΧ Kadhi, από το Ιράκ. Τα γεγονότα, όπως αναφέρθηκαν από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και έγιναν αποδεκτά από την Υπεράσπιση θα μπορούσαν να συνοψισθούν, ως ακολούθως: Πρωινές ώρες της 07/08/17 και ενώ το θύμα με δυο φίλους του περπατούσαν στην αυλή της εκκλησίας της Παναγίας Φανερωμένης, στη Λευκωσία, είδαν μια παρέα πέντε ατόμων να κάθονται στο πλακόστρωτο έξω από το ιερό της εκκλησίας. Το θύμα γνώριζε εξ όψεως τον Κατηγορούμενο και δυο από τις κοπέλες της παρέας του και τους χαιρέτισε συνεχίζοντας το δρόμο του. Σε κάποια στιγμή, ο Κατηγορούμενος ακολούθησε την παρέα του θύματος για να ξεκινήσει μια φραστική αντιπαράθεση μεταξύ της δικής του παρέας και αυτής του Κατηγορούμενου ενώ πλησιάζοντας το θύμα τοποθέτησε το μέτωπό του στο μέτωπο του θύματος λέγοντάς του «έσιει κάτι ρε» με το θύμα να του απαντά «όι εν εσιει τίποτε». Ακολούθως, βάζοντας το χέρι στη τσέπη, ο Κατηγορούμενος κινήθηκε προς το μέρος του θύματος και στο άκουσμα ότι ο Κατηγορούμενος κρατούσε μαχαίρι, το θύμα από φόβο τον έπιασε από τα χέρια με αποτέλεσμα αυτός να πέσει στο έδαφος συμπαρασύροντας τον μαζί του. Το θύμα ενώ βρισκόταν στο έδαφος δέχθηκε χτυπήματα τα οποία ανταπέδωσε. Ακολούθως το θύμα απομακρύνθηκε από το χώρο του καυγά πλην όμως όταν είδε τον Κατηγορούμενο να επιτίθεται σ' ένα από τους φίλους του μετακινήθηκε προς το προαύλιο, για να διαπιστώσει ότι ο Κατηγορούμενος κινείτο προς το μέρος του. Φοβούμενος ανέβηκε στα κάγκελα της εκκλησίας, με σκοπό να διαφύγει, όμως ενώ βρισκόταν στα κάγκελα ο Κατηγορούμενος του επιτέθηκε με το μαχαίρι τραυματίζοντας τον στο λαιμό. Είχε τραυματισθεί και στο στήθος αλλά δεν γνώριζε πως είχε προκληθεί το συγκεκριμένο τραύμα. Λόγω του ότι αιμορραγούσε οι φίλοι του κάλεσαν ασθενοφόρο, το οποίο τον μετέφερε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου ο επι καθήκοντι αγγειοχειρούργος διαπίστωσε ότι έφερε τραύμα 5 εκατοστών στην τραχηλική χώρα που έφτανε στους εντωβάθει ιστούς και επιφανειακό τραύμα στο πρόσθιο θωρακικό τοίχωμα δέρματος μήκους 20 εκατοστά. Εισάχθηκε στο χειρουργείο όπου διαπιστώθηκε τρώση της εσωσγαγίτιδας φλέβας, τόσο στο πρόσθιο όσο και στο οπίσθιο τοίχωμα και έγινε συρραφή με 16 μεταλλικά ράμματα μήκους 7 εκατοστών. Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, σε σχέση με την έκταση του τραυματισμού, παρέδωσε ιατροδικαστική έκθεση της κας Παπέττα, η οποία είχε διενεργήσει ιατροδικαστική εξέταση στο θύμα στις 09/08/17 και υπερηχογράφημα του Δρ. Ζαμπά ημερομηνίας 03/11/17 (Τεκμήρια 1 και 2, αντίστοιχα), καθώς επίσης και δέσμη φωτογραφιών, οι οποίες είχαν ληφθεί κατά την ιατροδικαστική εξέταση (Τεκμήριο 3). Σύμφωνα με τα αρχεία που τηρούνται, ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου έκανε αναφορά στους ακόλουθους μετριαστικούς παράγοντες: - Την παραδοχή του, αμέσως μετά την τροποποίηση του κατηγορητηρίου με την προσθήκη της κατηγορίας για πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης. Υποδεικνύεται πως στο αρχικό κατηγορητήριο ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε τέσσερις κατηγορίες, μεταξύ των οποίων και απόπειρα φόνου, τις οποίες δεν είχε παραδεχθεί. - Τις προσωπικές του συνθήκες, όπως προκύπτουν μέσα από την Έκθεση του Γραφείου Κοινωνικής Ευημερίας. Με βάση την υπό αναφορά Έκθεση ο Κατηγορούμενος, ηλικίας σήμερα 18 ετών, είναι Παλαιστίνιος και κατάγεται από πολυμελή οικογένεια από τη Συρία. Συγκεκριμένα είναι το 3ο από τα 4 παιδιά της προσφυγικής οικογένειας η οποία διατηρούσε επιχείρηση πώλησης τροφίμων στη Συρία και ζούσε άνετα. Όμως αναγκάστηκαν να έρθουν στη Κύπρο το 2014, με βάρκα, σε μια προσπάθεια να σωθούν από το μαινόμενο πόλεμο στη Συρία. Αρχικά διέμεναν στο Κέντρο Υποδοχής Κοφίνου και στη συνέχεια ενοικίασαν σπίτι, πρώτα στο χωριό Επισκοπειό και στη συνέχεια στο χωριό Μαλούντα. Οι γονείς είναι άνεργοι και η οικογένεια λαμβάνει Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα, ύψους €1.550, λόγω του ότι είναι πολιτικοί πρόσφυγες. Ο Κατηγορούμενος, ηλικίας σήμερα 18 ετών, έχει αποφοιτήσει από το Λύκειο και αναζητά εργασία. - Τις συνέπειες από την πράξη του. Ανέφερε επί του προκειμένου, ο συνήγορος, ότι ο Κατηγορούμενος βιώνει μεγάλη συναισθηματική φόρτιση, αντιμετωπίζοντας την όλη δικαστική διαδικασία. - Το νεαρό της ηλικίας του, το λευκό του μητρώο και τη μεταμέλειά του καθώς και το γεγονός ότι ήταν μια επιπόλαια πράξη, χωρίς προσχεδιασμό. - Την πρόκλησή του από το θύμα, η οποία συνίστατο σε κατ' ισχυρισμό βαριές βρισιές που του είχε εκστομίσει. - Την κατανάλωση ποτού. Όπως υποστήριξε ο συνήγορος, ο Κατηγορούμενος είχε καταναλώσει μερικά ποτά πριν από τη διάπραξη του αδικήματος χωρίς όμως να περιέλθει σε κατάσταση μέθης. Αναγνωρίζοντας τη σοβαρότητα του αδικήματος το οποίο παραδέχθηκε ο Κατηγορούμενος, ο συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο να επιδείξει τη μέγιστη δυνατή επιείκεια, λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είναι άτομο πολύ νεαρό, ότι έχει μετανιώσει για την πράξη του και δεν πρόκειται να επιδείξει οποιαδήποτε παραβατική συμπεριφορά στο μέλλον. Παραπέμποντας σε σχετικές επι του θέματος αποφάσεις, εισηγήθηκε ότι θα μπορούσε να δοθεί στον Κατηγορούμενο το ευεργέτημα της ποινής φυλάκισης με αναστολή λόγω του πολύ νεαρού της ηλικίας του. Το αδίκημα της βαριάς σωματικής βλάβης είναι από τη φύση του σοβαρό. Αρκεί να υποδείξουμε την προβλεπόμενη από το Νόμο ανώτατη ποινή που είναι η φυλάκιση μέχρι 7 χρόνια (άρθρο 231 Π.Κ.). Επί πλέον το υπό αναφορά αδίκημα και γενικότερα τα αδικήματα που σχετίζονται με τη χρήση βίας, ως μέσο επικράτησης, εκδίκησης, τιμωρίας ή άλλως πως, βρίσκονται σε έξαρση, γεγονός που διαπιστώθηκε από τα Δικαστήρια σε σωρεία υποθέσεων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95, Αχτάρ κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 397, Urgur v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 189). Στην τελευταία πιο πάνω υπόθεση, το Ανώτατο Δικαστήριο, εκφράζοντας την αγωνία του για την έξαρση που παρουσιάζουν τα αδικήματα που σχετίζονται με την επίδειξη βίας, επεσήμανε και τα ακόλουθα: «Τα φαινόμενα βίας που συχνά παρατηρούνται τον τελευταίο καιρό σε διάφορες εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής, μας προκαλούν ιδιαίτερη ανησυχία. Η βία στα γήπεδα, στους δρόμους, στην οικογένεια ακόμη και στα σχολεία είναι πλέον θέματα της καθημερινότητας. Προτού αυτά τα φαινόμενα προσλάβουν μεγαλύτερες διαστάσεις και με ολέθριες συνέπειες, κάποιοι πρέπει να προβληματιστούν ώστε εγκαίρως και με τα κατάλληλα μέτρα να αντιμετωπιστεί όσο μπορεί πιο αποτελεσματικά η κατάσταση. Τα δικαστήρια από τη δική τους πλευρά, οφείλουν να μεριμνούν ώστε οι υποθέσεις αυτού του είδους να εκδικάζονται χωρίς καθυστέρηση και να επιβάλλονται στους δράστες αποτρεπτικές ποινές, στέλλοντας έτσι μήνυμα μηδενικής ανοχής.». Είναι δε νομολογημένο πως όπου διαπιστώνεται έξαρση, στη διάπραξη συγκεκριμένου αδικήματος, σε συνάρτηση βέβαια και με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, προέχει η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών (βλ. Χατζηπέτρου ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 468, Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342, Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 551). Τα Δικαστήρια, έχουν αντιμετωπίσει διαχρονικά με αυστηρότητα τα αδικήματα επίδειξης βίας εναντίον συνανθρώπων μας, τόσο γιατί πλήττεται το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου, το οποίο κατοχυρώνεται από το Άρθρο 7
(1)του Συντάγματος, όσο και επειδή καταρρακώνεται η αξιοπρέπεια των θυμάτων. Στην Χαραλάμπους-άλλως Θέμης ν. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 241, η ποινή φυλάκισης 4 ετών που επιβλήθηκε πρωτόδικα, μειώθηκε στα 3 χρόνια. Ο εκεί Εφεσείων είχε κτυπήσει το θύμα με σωλήνα στο κεφάλι προκαλώντας θλαστικά τραύματα στο πρόσωπο και ρωγμώδη κατάγματα στο κρανίο, χωρίς ωστόσο να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του. Το θύμα, τελώντας σε κατάσταση σύγχυσης, επιχείρησε να διασταυρώσει τον αυτοκινητόδρομο αλλά παρασύρθηκε από αυτοκίνητο και υπέστη σοβαρά τραύματα, συνεπεία των οποίων υπέκυψε λίγες μέρες μετά. Το Εφετείο, μειώνοντας την ποινή από 4 σε 3 χρόνια, δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να επέδρασε στη σκέψη του Πρωτόδικου Δικαστηρίου ο επακόλουθος θάνατος του θύματος στον καθορισμό του ύψους της ποινής, παρά την ορθή αυτοκαθοδήγηση ότι αποτελούσε εξωγενές στοιχείο. Στην Χατζηπέτρου (ανωτέρω), επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 3½ ετών που είχε επιβληθεί πρωτόδικα στον Εφεσείοντα, ο οποίος τραυμάτισε τον παραπονούμενο με μαχαίρι, προκαλώντας του κάκωση του παρεκχύματος του πνεύμονα, χωρίς να του αφήσει μόνιμη βλάβη. Το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την Έφεση, επεσήμανε ότι τα αδικήματα βίας που θέτουν σε κίνδυνο τη σωματική ακεραιότητα και υγεία των θυμάτων, πρέπει να αντιμετωπίζονται με την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Στην Αχτάρ (ανωτέρω),οι Εφεσείοντες αντιμετώπισαν το ίδιο πιο πάνω αδίκημα καθώς και σωρεία άλλων αδικημάτων και τους επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη την ποινή των 4½ ετών στον ένα εκ των τριών. Οι Εφεσείοντες είχαν τραυματίσει 4 αστυνομικούς που επιχείρησαν να εκτελέσουν ένταλμα έρευνας στην οικία τους. Σοβαρότερος υπήρξε ο τραυματισμός του ενός από τους 4 αστυνομικούς, ο οποίος είχε υποστεί πλήρη ρήξη των έσω πλαγίων συνδέσμων και της έσω πλευράς του θύλακα του αριστερού αγκώνα που του προκάλεσαν σοβαρής μορφής αστάθεια του αγκώνα και έχρηζε χειρουργικής επέμβασης για τη σταθεροποίηση του. Προς εκφοβισμό των αστυνομικών και αποτροπή της σύλληψης τους, οι κατηγορούμενοι είχαν προτάξει εναντίον τους σπαθιά. Το Εφετείο μείωσε τις μεγαλύτερες ποινές των 4½, 3½ και 2½ χρόνων που είχαν επιβληθεί στους 3 Εφεσείοντες σε 3½, 2½ χρόνια και 18 μήνες, αντίστοιχα, λαμβάνοντας κυρίως υπόψη τη συναισθηματική τους φόρτιση, το λευκό τους μητρώο και την έλλειψη προσχεδιασμού. Στη Σακαρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 272, η ποινή των 2½ ετών που είχε επιβληθεί πρωτόδικα στους Εφεσείοντες για το αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 231 Π.Κ., μειώθηκε από το Εφετείο σε 18 μήνες, λαμβάνοντας υπόψη τη σημαντικότατη πρόκληση που είχε προηγηθεί από τους παραπονούμενους. Είναι βέβαια γνωστό πως προηγούμενες αποφάσεις δεν προσδιορίζουν το ορθό μέτρο τιμωρίας σε κάθε μεταγενέστερη υπόθεση. Η αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, κατά το δυνατό, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (βλ. Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1 και Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123). Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Σάμπη ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 100 «.δεν υπάρχει προκαθορισμένο πλαίσιο και ακριβής προσδιορισμός της επιβαλλόμενης ποινής αναλόγως των προηγούμενων αποφάσεων». Τούτο γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση, είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη. Θεωρούμε την κρινόμενη υπόθεση πολύ σοβαρή. Αφ' ενός λόγω του γεγονότος ότι ο Κατηγορούμενος χρησιμοποίησε μαχαίρι για να πλήξει το θύμα, με ότι αυτό συνεπάγεται και αφ' ετέρου λόγω της έκτασης των τραυμάτων που του προκάλεσε. Υποδεικνύεται πως με βάση το Τεκμήριο 1, το θύμα έφερε συραμμένο τραύμα με 16 μεταλλικά ράμματα μήκους 7εκ. στη δεξιά πλάγια τραχηλική χώρα, μικροεκδορές με εφελκίδα στη ραχιαία επιφάνεια του αριστερού αντίχειρα και εξωτερική επιφάνεια αριστερής κνημαίας χώρας ενώ η έσω σφαγίτιδα φλέβα στη μέση του τραχήλου παρουσιάζει σημαντική στένωση με αυξημένη τελοδιαστολική ροή. Το ευτύχημα είναι πως δεν παρέμεινε οποιαδήποτε μόνιμη ανικανότητα στο θύμα από τα τραύματα που του προκάλεσε ο Κατηγορούμενος. Η ποινή, συνεπώς, που θα επιβληθεί στον Κατηγορούμενο θα πρέπει να είναι αυστηρή, ώστε να αντικατοπρίζεται η σοβαρότητα του αδικήματος και οι περιστάσεις που περιβάλλουν την όλη υπόθεση. Όπως έχει επισημανθεί και στη σχετική νομολογία, βλ. Πισκόπου (ανωτέρω), τα αποτελέσματα της ασκηθείσας βίας σχετίζονται άμεσα με τη σοβαρότητα του συγκεκριμένου αδικήματος και «οι συνέπειες εγκλήματος βίας στο θύμα άπτονται άμεσα αυτού τούτου του εγκλήματος και συνιστούν μια από τις παραμέτρους που προσδιορίζουν τη σοβαρότητα του». Παρά τη διαπιστωθείσα σοβαρότητα του επίδικου αδικήματος και την ανάγκη για επιβολή αυστηρής και αποτρεπτικής ποινής, το καθήκον προς εξατομίκευση υπάρχει πάντοτε και δεν ατονεί, ούτως ώστε αυτή να προσιδιάζει στις περιστάσεις της υπόθεσης και του Κατηγορουμένου. Στα πλαίσια του καθήκοντος μας αυτού λαμβάνουμε υπόψιν το πολύ νεαρό της ηλικίας του Κατηγορούμενου. Δεν είχε συμπληρώσει το 17ο έτος της ηλικίας του κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος και όπως έχει πλειστάκις υποδειχθεί, οι νεαροί παραβάτες δικαιούνται μεγαλύτερης επιείκειας από τα Δικαστήρια. Λαμβάνουμε, επίσης, υπόψη το λευκό μητρώο του καθώς και τις προσωπικές του συνθήκες. Επισημαίνουμε ότι στην προκειμένη περίπτωση, όπως προέκυψε από τα ενώπιον μας τεθέντα γεγονότα, δεν υπήρξε από πλευράς Κατηγορούμενου οποιοσδήποτε προσχεδιασμός ή προμελέτη του εγκλήματος το οποίο διέπραξε με αποτέλεσμα να ελλείπει ένας επιβαρυντικός παράγοντας. Ιδιαίτερη βαρύτητα προσδίδουμε στο γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος συνεργάστηκε με την Αστυνομία και ότι, τελικώς, παραδέχτηκε και ενώπιον του Δικαστηρίου, στοιχείο που υποδηλώνει και μεταμέλεια για την παράνομη πράξη του. Πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου υποδεικνύουν ότι η παραδοχή του κατηγορούμενου λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο προς όφελος του ως ένδειξη μεταμέλειας. Δεν συμφωνούμε, όμως, με την εισήγηση της Υπεράσπισης ότι υπήρξε πρόκληση από το θύμα, όπως ο όρος ερμηνεύθηκε από τη νομολογία, επειδή αντάλλαξαν βρισιές ή γιατί το θύμα του είπε «όι εν έσειε τίποτε», όταν τον ρώτησε ο Κατηγορούμενος «έσιει κάτι ρε»; Όπως προκύπτει από την πλούσια επί του θέματος αυτού νομολογία, η πρόκληση, για να λειτουργήσει ως μετριαστικός παράγοντας, θα πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε στην υπόθεση Πισκόπου (ανωτέρω): «η πρόκληση, ως παράγοντας μετριαστικός της ποινής, δεν αποτιμάται αόριστα αλλά συγκεκριμένα, στο πλαίσιο στο οποίο εκδηλώνεται και σε συνάρτηση πάντα με τις αντιδράσεις του προκληθέντα». (βλ. επίσης Selim v. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 199, Hussain Radyan v. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2015:B667, Ποιν. Έφεση Αρ. 115/13 ημερ. 9/10/2015 κ.ά.). Ούτε η κατανάλωση μερικών ποτών από τον Κατηγορούμενο, για την οποία έγινε λόγος από το συνήγορο του, θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις να λειτουργήσει ως μετριαστικός παράγοντας. Συνεκτιμώντας όλα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, κρίνουμε ότι η επιβολή στον Κατηγορούμενο στερητικής της ελευθερίας ποινής προβάλλει ως αναπόφευκτη. Όσον αφορά το ύψος της αυτή θα αντανακλά κατά τρόπο ισοζυγισμένο όλους τους πιο πάνω παράγοντες και ειδικότερα τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου και τους ελαφρυντικούς παράγοντες που επισημάνθηκαν ανωτέρω. Σταθμίζοντας όλα τα πιο πάνω, επιβάλλουμε στον Κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 3 ετών στην 5η κατηγορία. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μας σε σχέση με την ποινή που επιβλήθηκε, θα εξετάσουμε στη συνέχεια εάν δικαιολογείται διαταγή για αναστολή, δεδομένου ότι εμπίπτει στο νομοθετικό όριο που επιτρέπει κάτι τέτοιο. Η εξουσία του Δικαστηρίου για αναστολή ποινής φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3
(2)του Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτέλεσης της Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου (Ν.95/72) όπως τροποποιήθηκε από το Ν. 186(Ι)/2003. Το νέο Άρθρο 3
(2)προβλέπει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου» Η διάταξη αυτή έτυχε νομολογιακής ανάλυσης σε σωρεία υποθέσεων. Όπως έχει επισημανθεί στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583, με το Ν. 186(Ι)/2003, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, ώστε αυτή να μπορεί να αποφασίζεται εάν δικαιολογείται στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου. Με βασικό πάντοτε το ερώτημα κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσε ή έπρεπε οι παράγοντες αυτοί να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί όπως δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία στον κατηγορούμενο (βλ. επίσης Πωλ Σώζου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 12/2016 ημερ. 29/3/2016, Παρασκευά Παπαπαντελή ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 11/2016 ημερ. 17/10/2016, Κωνσταντίνος Ασσιώτης ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 146/16, ημερ. 18/01/2017). Ιδιαίτερα κατατοπιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930: «Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.». Στη Θεόδωρος Αργυρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 449, λέχθηκαν τα ακόλουθα ενδιαφέροντα γύρω από τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου όταν εξετάζει θέμα που αφορά σε αναστολή έκτισης της ποινής: «Όμως ο ίδιος ο Νόμος του 2003, τροποποιώντας τον παλαιό Νόμο, αλλά και επιφέροντας ουσιαστικά αλλαγή στην καθιερωθείσα νομολογία η οποία έχει βασιστεί στον παλαιότερο Νόμο, θέλησε να εκφράσει τη θέση του Νομοθέτη ότι τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Θέλησε δηλαδή ο Νομοθέτης να δώσει στο Δικαστήριο την ευχέρεια να δει αν η αναστολή θα δικαιολογείτο από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης και τα προσωπικά δεδομένα του κάθε κατηγορούμενου, ορίζοντας ταύτα ως κατευθυντήριες γραμμές και μη περιορίζοντας το θέμα της αναστολής της επιβληθείσας ποινής στα κριτήρια που θα έπρεπε να υπάρχουν σύμφωνα με την παλαιότερη αντίληψη και δη μη περιορίζοντας την ευχέρεια του Δικαστηρίου να εξετάσει παράγοντες οι οποίοι μπορεί να έχουν σημασία και ως προς την αναστολή.» Το Εφετείο στην πιο πάνω αναφερθείσα υπόθεση αποφάσισε να αναστείλει τις επιβληθείσες ποινές αφού έλαβε υπόψη του το νεαρό της ηλικίας των παραβατών. Επρόκειτο για άτομα ηλικίας μεταξύ 18 και 20 ετών. Επαναλαμβάνουμε ότι εδώ ο Κατηγορούμενος κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος, δεν είχε συμπληρώσει τα 17 του χρόνια. Το Εφετείο είπε τα ακόλουθα ενδιαφέροντα: «Νεαρά άτομα αυτής της ηλικίας ιδιαίτερα χρήζουν αυτής της μεταχείρισης εφόσον το αποτέλεσμα που θα επιτυγχάνετο από μια ποινή άμεσης φυλάκισης μακράς σχετικώς διάρκειας, όπως είναι οι ποινές που επιβλήθησαν στην προκειμένη περίπτωση, ενδέχεται να είναι πολύ μικρότερο από το όφελος που θα προέρχετο από την προσδοκία, με την καλή χρήση του μέτρου της αναστολής, ότι όντως θα υπάρξει αναμόρφωση και θα αποφευχθεί μια χειροτέρευση της θέσης των Εφεσειόντων εάν αυτοί περνούσαν στη φυλακή το μεγάλο αυτό σχετικά χρονικό διάστημα.» (βλ. επίσης Κωσταντίνος Γεωργίου κ.α. ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 27/16 κ.α. ημερ. 19/07/16). Όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αυθεντίες το Δικαστήριο επανεξετάζει κάθε παράγοντα που δυνατό να προσμετρήσει στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας με βάση το άρθρο 3
(2)του σχετικού νομοθετήματος. Έχουμε επανεξετάσει όλα τα δεδομένα που αναφέρονται στην απόφασή μας, τόσο σε σχέση με τις περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος, όσο και με τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου. Σταθμίζοντας όλα τα δεδομένα, κρίνουμε ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της αναστολής. Σε σχέση με τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, σημαίνοντα ρόλο στην κατάληξη μας αυτή διαδραμάτισε το γεγονός ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός αλλά ήταν το αποτέλεσμα μιας παρορμητικής νεανικής απερισκεψίας. Δεν παραγνωρίζουμε, βέβαια, το γεγονός ότι η παράνομη πράξη του Κατηγορούμενου θα μπορούσε να είχε ολέθρια αποτελέσματα για το θύμα. Ευτυχώς, όπως υποδείξαμε, δεν του προκάλεσε μόνιμη σωματική ανικανότητα. Αναφορικά με τις προσωπικές του συνθήκες, ιδιαίτερα σημαντικά θεωρούμε το νεαρό της ηλικίας του, το καθαρό ποινικό του μητρώο καθώς και την παραδοχή και έμπρακτη μεταμέλεια του. Όλα αυτά σε συνάρτηση και με τους άλλους παράγοντες στους οποίους έχουμε αναφερθεί, του δίνουν το δικαίωμα μιας δεύτερης ευκαιρίας. Εκδίδεται συνεπώς διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε, για περίοδο 3 ετών από σήμερα. Τα έξοδα ύψους €60 να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) Στ. Σταύρου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο