← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Fodotova, Αρ. Υπόθεσης: 12361/16, 20/7/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Fodotova, Αρ. Υπόθεσης: 12361/16, 20/7/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B162 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12361/16 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. XXXXX Fodotova Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 20 Ιουλίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Φρ. Κακούρη Για την Κατηγορουμένη: κ. Α. Γεωργίου Κατηγορούμενη παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η Κατηγορούμενη κατηγορείται ότι απέφυγε να παρέχει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής για τελική εξέταση κατά παράβαση των άρθρων 7 και 11 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου Ν.174/

  1. Με βάση τις λεπτομέρειες αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, η Κατηγορούμενη στις 26.3.2016 στην οδό Ανδρέα Δημητρίου στη Λευκωσία, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής XXXXX46 και της ζητήθηκε από τον Αστ.XXX7 Μ. Τζιωνή να δώσει δείγμα εκπνοής για τελική εξέταση, άνευ ευλόγου αιτίας απέφυγε να παράσχει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής για να διαπιστωθεί κατά πόσο βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλης, δηλαδή απέφυγε να παράσχει τέτοια ποσότητα εκπνοής η οποία θα κρινόταν ικανοποιητική για διενέργεια τελικής εξέτασης. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για να αποδείξει την υπόθεση της, η Κατηγορούσα αρχή κάλεσε ένα μάρτυρα κατηγορίας. Αφού το Δικαστήριο κάλεσε την Κατηγορουμένη σε απολογία, η τελευταία κατέθεσε ενόρκως. Δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Αστ.497 Μάριος Τζιωνής (ΜΚ) Ο ΜΚ ανέφερε ότι στις 26.3.2016 και ώρα 01:20 στην οδό Α. Δημητρίου στη Λευκωσία ανέκοψε για έλεγχο το όχημα που οδηγείτο από την Κατηγορούμενη. Κατά την διάρκεια της συνομιλίας μαζί της διαπίστωσε ότι μύριζε έντονα οινόπνευμα. Τότε, της ζήτησε να δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρτική εξέταση, πράγμα που η Κατηγορούμενη έπραξε στις 01:
  2. Η ένδειξη στην συσκευή προκαταρκτικής εξέτασης ήταν 99mg%. Ο ΜΚ πληροφόρησε την Κατηγορουμένη για το αποτέλεσμα της εξέτασης και την συνέλαβε για το αδίκημα της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης. Ακολούθως, ο ΜΚ ζήτησε από την Κατηγορούμενη να δώσει 2 ικανοποιητικά δείγματα εκπνοής στην συσκευή τελικής εξέτασης με αρ. 80-
  3. Χρησιμοποιώντας ο ίδιος ένα επιστόμιο, επεξήγησε στην Κατηγορούμενη τον τρόπο με τον οποίο έπρεπε να φυσήξει και ότι όταν η συσκευή λάμβανε το απαιτούμενο δείγμα εκπνοής, θα κατέγραφε στην οθόνη ένδειξη ότι έπρεπε να σταματήσει να φυσά. Ο ΜΚ επίστησε την προσοχή της Κατηγορουμένης στο ότι τυχόν άρνηση ή αποφυγή να παραχωρήσει δείγμα δυνατόν να συνιστά αδίκημα. Την ίδια μέρα και περί τις 01:47, η Κατηγορούμενη, χωρίς στο μεταξύ να καταναλώσει οτιδήποτε, οδηγήθηκε στην συσκευή τελικής εξέταση με σκοπό να δώσει δείγμα. Παρά τις προσπάθειες που έκανε, η Κατηγορούμενη δεν κατάφερε να δώσει ικανοποιητικό δείγμα, καθότι σταματούσε να φυσά νωρίτερα από ότι έπρεπε. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ εξήγησε ότι η συσκευή παρέχει χρόνο δύο λεπτών εντός των οποίων, ο εξεταζόμενος μπορεί να επιχειρήσει να δώσει τρία ή ακόμα και τέσσερα δείγματα. Όταν τελειώσει ο χρόνος των δύο λεπτών, τότε η συσκευή διακόπτει την λειτουργία. Στην παρούσα περίπτωση, μετά το πέρας της διαδικασίας, εκδόθηκε από την συσκευή σχετικό έντυπο (βλ. Τεκμήριο 5) στο οποίο αναγράφεται ως αποτέλεσμα «Insufficient Sample». Σε σχέση με την ορθότητα της συσκευής τελικής εξέτασης, ο μάρτυρας ανέφερε ότι με το που τίθεται σε λειτουργία, η ίδια η συσκευή προβαίνει στους απαραίτητους αυτοελέγχους με την επιτυχή εκτέλεση των οποίων, παρουσιάζει την ένδειξη «pass». Εάν για κάποιο λόγο παρουσιαστεί πρόβλημα στη συσκευή, τότε παρουσιάζεται η ένδειξη «failed» και η συσκευή δεν μπορεί να δεχτεί οποιοδήποτε δείγμα εκπνοής. Ο MK παρουσίασε στο Δικαστήριο πιστοποιήσεις από το Τμήμα Ηλεκτρομηχανολογικών Υπηρεσιών σε σχέση με το ότι τόσο η συσκευή τελικής εξέτασης όσο και η συσκευή προκαταρκτικής εξέτασης συνάδουν με τα πρότυπα κατασκευής που περιλαμβάνονται στο Υπουργικό Διάταγμα Κ.Δ.Π. 305/2006 (βλ. Τεκμήρια 2 και 3). Κατά την αντεξέταση, ανέφερε ότι οι συσκευές ελέγχονται περιοδικά στο Τμήμα Δ' του Αρχηγείου Αστυνομίας Κατηγορουμένη Η Κατηγορούμενη κατά την μαρτυρία της ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι στις 26.3.2016 ανακόπηκε από την αστυνομία για έλεγχο αλκοόλης. Ο αστυνομικός της είχε εξηγήσει τον τρόπο με τον οποίο έπρεπε να φυσήξει στην συσκευή τελικής εξέτασης. Η Κατηγορούμενη επιχείρησε να φυσήξει 2 φορές, χωρίς όμως η συσκευή να καταγράψει αποτέλεσμα. Η Κατηγορούμενη παρουσίασε στο Δικαστήριο ιατρική βεβαίωση ημερομηνίας 4.5.2018 (βλ. Τεκμήριο 6), σύμφωνα με την οποία, τα τελευταία 5 χρόνια πάσχει από χρόνια ασθματική βρογχίτιδα. Προς αντιμετώπιση του προβλήματος της, λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Ήταν η θέση της ότι δεν απέφυγε με οποιονδήποτε τρόπο να δώσει ικανοποιητικό δείγμα και δεν ενημερώθηκε για το δικαίωμα της να παρουσιάσει πιστοποιητικό, σε σχέση με την κατάσταση της υγείας της. Αντεξεταζόμενη, η Κατηγορούμενη ανέφερε ότι λόγω της πάθησης της, είναι δύσκολο να εκπνέει αέρα, αλλά δεν είναι σε θέση να γνωρίζει αν αυτό το πρόβλημα την καθιστούσε ανίκανη να δώσει δείγμα εκπνοής. Κατά την χρονική περίοδο που αφορά η παρούσα υπόθεση, η πάθηση της παρουσίαζε βελτίωση, αλλά όταν βρίσκεται υπό κατάσταση άγχους χειροτερεύει. Επιβεβαίωσε επίσης ότι εκείνο το βράδυ είχε καταναλώσει κάποια ποσότητα αλκοόλης. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Έχοντας κατά νου την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα κατηγορίας και αφού αποτίμησα τη συνολική του παρουσία στη βάση των χαρακτηριστικών της μαρτυρίας του, κρίνω ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια. Κατά την αντεξέταση του υποβλήθηκαν διευκρινιστικές ερωτήσεις στις οποίες απάντησε με σαφήνεια και χωρίς υπεκφυγές. Εξάλλου, η ίδια η Κατηγορούμενη επιβεβαίωσε κατά την μαρτυρία της ότι εκείνο το βράδυ είχε καταναλώσει αλκοόλη, ότι της επεξηγήθηκε η λειτουργία της συσκευής και ότι μετά τις ισχυριζόμενες προσπάθειες της, δεν κατόρθωσε να δώσει ικανοποιητικό δείγμα. Η μοναδική θέση που πρόβαλε προς υπεράσπιση, ήταν ότι προσπάθησε να φυσήξει, πλην όμως δεν κατόρθωσε να δώσει δείγμα. Υπέθεσε ότι τούτο οφείλεται στην χρόνια ασθματική βρογχίτιδα, από την οποία πάσχει. Ως προς το ζήτημα αυτό, θα αναφερθώ κατά την παράθεση της νομικής πτυχής της υπόθεσης. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, κρίνω ότι η αξιόπιστη μαρτυρία αποδεικνύει ότι στις 26.3.2016 στην οδό Α. Δημητρίου, ενώ ο ΜΚ βρισκόταν για έλεγχο, ανέκοψε όχημα που οδηγείτο από την Κατηγορούμενη. Κατά την συνομιλία του με την Κατηγορούμενη, ο ΜΚ διαπίστωσε ότι αυτή μύριζε αλκοόλ. Ο ΜΚ νομίμως ζήτησε από την Κατηγορούμενη να δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρτική εξέταση με την μηχανή υπ' αριθμό 38918 πράγμα που έπραξε στις 01:23 με ένδειξη 99mg%. Ακολούθως, πληροφόρησε την Κατηγορουμένη για το αποτέλεσμα της εξέτασης και της ζήτησε να δώσει δύο ικανοποιητικά δείγματα εκπνοής για τελική εξέταση στην συσκευή Lion Intoxilyzer 8000 με αρ. 80-
  4. Ο ΜΚ εξήγησε στην Κατηγορούμενη τον τρόπο λειτουργίας της συσκευής. Επίσης, της επίστησε την προσοχή στο ότι τυχόν άρνηση ή αποφυγή να παραχωρήσει δείγμα δυνατόν να συνιστά αδίκημα. Την ίδια μέρα και περί τις 01:47, η Κατηγορούμενη, χωρίς στο μεταξύ να καταναλώσει οτιδήποτε, οδηγήθηκε στην συσκευή τελικής εξέτασης με σκοπό να δώσει δείγμα. Η συσκευή προέβη σε αυτοέλεγχο, κατά τον οποίο διαπιστώθηκε ότι λειτουργούσε κανονικά. Η Κατηγορούμενη δεν έδωσε τέτοια ποσότητα δείγματος ώστε αυτό να κριθεί ικανοποιητικό. Η ένδειξη στην συσκευή τελικής εξέτασης ήταν «Insufficient Sample». ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 7 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου ν.174/1986 επί του οποίου εδράζεται η κατηγορία που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη προνοεί ότι για να διαπιστωθεί ότι οιονδήποτε πρόσωπο που έχει δώσει δείγμα για προκαταρκτική εξέταση, έχει διαπράξει αδίκημα κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 5 του ιδίου νόμου, οιοσδήποτε αστυνομικός δύναται να ζητήσει από το εν λόγω πρόσωπο όπως παράσχει δύο δείγματα εκπνοής για τελική εξέταση μετά παρέλευση δέκα τουλάχιστον λεπτών από την χρονική στιγμή κατά την οποίαν είχε παρασχεθεί το δείγμα εκπνοής για την προκαταρκτική εξέταση. Ο αστυνομικός υποχρεούται όπως επιστήσει την προσοχή του προσώπου από το οποίο ζητείται η παραχώρηση δειγμάτων, ότι η άρνηση ή αποφυγή παραχώρησης του ζητηθέντος δείγματος δυνατόν να συνιστά ποινικό αδίκημα. Στην προκειμένη περίπτωση, στην βάση της μαρτυρίας που έχει δοθεί θεωρώ ότι έχει γίνει ορθά η διαδικασία που προνοείται στο άρθρο 7 του ν. 174/
  5. Ειδικότερα, η Κατηγορούμενη είναι πρόσωπο από το οποίο, κατά τον ουσιώδη χρόνο, είχε ληφθεί δείγμα για προκαταρκτική εξέταση. Ακολούθως, ο ΜΚ ευλόγως και ως είχε εξουσία, ζήτησε από την Κατηγορούμενη να δώσει δείγματα για διενέργεια τελικής εξέτασης. Επιστήθηκε η προσοχή της στο ότι η άρνηση ή αποφυγή παραχώρησης του ζητηθέντος δείγματος δυνατόν να συνιστά ποινικό αδίκημα. Περαιτέρω παρήλθαν πέραν των 10 λεπτών από την χρονική στιγμή που παρασχέθηκε το δείγμα προκαταρκτικής εξέτασης. Απομένει να εξεταστεί κατά πόσον η Κατηγορουμένη απέφυγε να δώσει δείγμα εκπνοής, δεδομένου ότι σύμφωνα με την μαρτυρία επιχείρησε 2 φορές να φυσήξει στην συσκευή τελικής εξέτασης, χωρίς όμως να υπάρξει επιτυχής καταγραφή στην συσκευή. Το εδάφιο

(4)του άρθρου 7 προνοεί ότι όποιος χωρίς εύλογη αιτία αποφεύγει με οποιοδήποτε τρόπο να παρέχει δείγμα εκπνοής όταν τούτο ζητηθεί είναι ένοχος αδικήματος. Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 του ιδίου νόμου «δείγμα εκπνοής σημαίνει τοιαύτην ποσότηταν εκπνοής, η οποία θα εκρίνετο ικανοποιητική προς διενέργειαν προκαταρκτικής ή τελικής εξετάσεως». Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κώστα Δημητρίου
(2013)2 ΑΑΔ 171, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η αποφυγή παροχής δείγματος εκπνοής ως συστατικό στοιχείο του αδικήματος πρέπει να αποδεικνύεται με μαρτυρία αναγόμενη στη συμπεριφορά του υφιστάμενου τον έλεγχο ατόμου η οποία, λογικά κρινόμενη, να μπορεί να οδηγήσει με βεβαιότητα σε ένα και μόνο συμπέρασμα ότι το ανεπαρκές δείγμα εκπνοής, ένεκα του οποίου η ένδειξη «insufficient» στη συσκευή, οφείλεται αποκλειστικά στο ότι το υφιστάμενο τον έλεγχο άτομο σκοπίμως ή άλλως πως απέφυγε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να δώσει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής. Θεωρούμε αυτόδηλο πως η ένδειξη «insufficient» στη συσκευή δεν είναι από μόνη της αρκετή για την απόδειξη του συγκεκριμένου αδικήματος. Απαιτείται προς τούτο και η προσαγωγή σχετικής μαρτυρίας προς απόδειξη της επιλήψιμης συμπεριφοράς εφόσον το αδίκημα δεν είναι αυστηρής ευθύνης (strict liability). Στην υπό κρίση υπόθεση η μαρτυρία που προσκόμισε η Κατηγορούσα Αρχή δεν μπορούσε να οδηγήσει με τη βεβαιότητα που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις στο συμπέρασμα ότι ο εφεσίβλητος απέφυγε να δώσει δείγμα εκπνοής.» Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Παύλου Αραμπίδη (Αρ. 1)
(2013)2 ΑΑΔ 713, που εκδόθηκε στις 1.11.2013, ήτοι 9 μήνες μετά από την απόφαση Δημητρίου ανατράπηκε η πρωτόδικη απόφαση με την οποία αθωώθηκε ο κατηγορούμενος στην κατηγορία της αποφυγής παροχής δείγματος εκπνοής για σκοπούς τελικής εξέτασης. Το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε ότι από τη στιγμή που το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχτηκε ότι η συσκευή τελικής εξέτασης λειτουργούσε κανονικά, η καταγραφή στο έντυπο που εκτυπώθηκε από την συσκευή τελικού ελέγχου της ένδειξης «NO BREATH FLOW DETECTED - NO SPECIMEN», κατέτασσε την υπόθεση σε καθαρή υπόθεση ενοχής. Λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Το ρήμα όμως «αποφεύγω», όπως αυτό χρησιμοποιείται στο Άρθρο 7
(4)του Νόμου, έχουμε την άποψη πως έκδηλα έχει την έννοια «του προσπαθώ να μην κάνω κάτι» ή «να ξεφύγω από κάτι» (βλ. και Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, Γ΄ έκδοση, σελ. 260), παρά το γεγονός ότι την ίδια στιγμή παρουσιάζομαι να μην αρνούμαι να πράξω αυτό που μου έχει ζητηθεί να πράξω, καθότι τέτοια συμπεριφορά θα ισοδυναμούσε με άρνηση. Με αυτή την έννοια χρησιμοποιείται στο Άρθρο 7
(4)του Νόμου το οποίο, για στοιχειοθέτηση του αδικήματος που δημιουργεί, δεν περιορίζεται μόνο στην «άρνηση» του προσώπου που καλείται να δώσει δείγμα εκπνοής, αλλά και στην «αποφυγή» του να δώσει δείγμα. Δηλαδή, ενώ φαίνεται πως το περί ου ο λόγος πρόσωπο συνεργάζεται στο να δώσει δείγμα, εντούτοις η συνεργασία του δεν είναι γνήσια και κατά τη διαδικασία που ακολουθεί προσπαθεί και κατορθώνει με κάποιο τρόπο να μην δώσει δείγμα. Αυτό συνέβη και στην παρούσα περίπτωση και αδιάψευστος μάρτυρας ότι ο εφεσίβλητος προσπάθησε και κατόρθωσε με κάποιο τρόπο να μην δώσει δείγμα εκπνοής για τελική εξέταση είναι η σχετική καταγραφή στο έντυπο που εκτύπωσε η μηχανή και ενόψει τούτου οι παρατηρήσεις του Δικαστηρίου ότι ο ΜΚ.3 «δεν έχει αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος είτε έβαλε τη γλώσσα του μπροστά στο στόμιο της μηχανής, είτε ότι διέκοψε το συνεχές φύσημα στο στόμιο της μηχανής, ούτε και ότι γέμισε σάλιο το στόμιο της μηχανής» δεν είχαν θέση στην υπόθεση. Καταλήγουμε, επομένως, ότι από τη στιγμή που το Δικαστήριο δέχθηκε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η συσκευή λειτουργούσε κανονικά και ότι ο ΜΚ.3 προέβη σε όλους τους προκαταρκτικούς ελέγχους για να διαπιστώσει - όπως και διαπίστωσε - την ορθότητα λειτουργίας της συσκευής, επρόκειτο για καθαρή υπόθεση ενοχής του εφεσίβλητου στο αδίκημα που του καταλογίστηκε και ανάλογη είναι και η απόφαση μας.» Προφανώς, βρισκόμαστε προ περίπτωσης αντικρουόμενων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Θα ανέμενε κανείς ότι, στην απόφαση Αραμπίδη (ανωτέρω), ως μεταγενέστερη, θα γινόταν αναφορά στην προηγούμενη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Δημητρίου (ανωτέρω). Εντούτοις, ως φαίνεται η τελευταία δεν τέθηκε υπόψη του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το οποίο συνεδρίαζε υπό διαφορετική σύνθεση. Κατ' αρχάς επισημαίνω, ότι δεν θεωρώ ότι υπάρχει διαφοροποίηση στην προσέγγιση και ερμηνεία των αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είτε η αναγραφή στο σχετικό έντυπο που εκδίδει η συσκευή είναι «insufficient sample» όπως ήταν η ένδειξη στην υπόθεση Δημητρίου (ανωτέρω) ή «no breath flow detected - no specimen» όπως ήταν η ένδειξη στην υπόθεση Αραμπίδη (ανωτέρω). Η φράση «insufficient sample» είναι σίγουρα ευρύτερη από την φράση «no breath flow detected - no specimen». Η ουσία όμως έγκειται στο ότι η απόφαση Αραμπίδη εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση που «ενώ φαίνεται πως το περί ου ο λόγος πρόσωπο συνεργάζεται στο να δώσει δείγμα, εντούτοις η συνεργασία του δεν είναι γνήσια και κατά τη διαδικασία που ακολουθεί προσπαθεί και κατορθώνει με κάποιο τρόπο να μην δώσει δείγμα» (αυτούσιο απόσπασμα από την απόφαση Αραμπίδη). Μετά από αυτή την επισήμανση προχωρώ να εξετάσω ποια από τις δύο αποφάσεις θα τύχει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση. Εν όψει της ύπαρξης συγκρουόμενων αποφάσεων της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με το υπό εξέταση ζήτημα, θεωρώ ότι τυγχάνουν εφαρμογής οι αρχές της Ιωσηφίδης ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 490 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Ενόψει των ανωτέρω θεωρούμε ότι, σε περίπτωση που υπάρχουν συγκρουόμενες αποφάσεις της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου πάνω σε ένα ζήτημα (όπως οι αποφάσεις Payiata και Παπαδοπούλλου), οι Δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην πρωτόδική τους δικαιοδοσία, οφείλουν, και τούτο είναι ορθό, να θεωρούν ότι δεσμεύονται και να ακολουθούν την τελευταία, εφόσον αυτή ασχολήθηκε και δεν αποδέχθηκε την προηγούμενη ή τις προηγούμενες. Εξαίρεση μπορούν να αποτελέσουν μόνο οι τυχόν αποφάσεις της Ολομέλειας που λήφθηκαν per incuriam, δηλαδή εξ αβλεψίας ή εν αγνοία προηγούμενης απόφασης ή αποφάσεων της Ολομέλειας, πάνω στο ίδιο θέμα, ή εν αγνοία νομοθετικής διατάξεως. Σε τέτοια περίπτωση ο πρωτόδικος δικαστής έχει την ευχέρεια να επιλέξει ποια να ακολουθήσει. Όπως παρατηρεί ο Salmond on Jurisprudence, 12th Edition, στη σελίδα 153:- "... The lower court may refuse to follow the later decision on the ground that it was arrived at per incuriam, or it may follow such decision on the ground that it is the latest authority. Which of these two courses the court adopts depends, or should depend, upon its own view of what the law ought to be."» Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και με πλήρη σεβασμό προς τις δύο αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το πρωτόδικο Δικαστήριο στην παρούσα περίπτωση, είναι υποχρεωμένο να καταλήξει στην τελική του ετυμηγορία επιλέγοντας ποια από τις δύο αποφάσεις θα ακολουθήσει. Χρήσιμη και ίσως βοηθητική παραπομπή σε αντίστοιχες Αγγλικές διατάξεις έχω κάνει σε απόφαση μου στην υπόθεση Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μαριάννας Κωνσταντίνου Αρ. Υπόθεσης 9849/17 ημερομηνίας 14.12.2017. Ερμηνεύοντας λοιπόν την νομοθετική πρόνοια του άρθρου 7 του ν.174/1986 καταλήγω ότι δεν είναι απαραίτητο να αποδειχθεί πρόθεση του υποβαλλόμενου στον έλεγχο προσώπου στο να αποτύχει να παρέχει δείγμα. Νοουμένου ότι έχουν προηγηθεί όλες οι προαπαιτούμενες ενέργειες σε σχέση με τον έλεγχο της συσκευής και την κλήση του οδηγού σε έλεγχο, μόνο και μόνο η αποτυχία του εν λόγω προσώπου να πετύχει να δώσει δείγμα, ως γεγονός είναι αρκετή για να οδηγήσει σε καταδίκη,. Αυτό που απομένει στον οδηγό ο οποίος αποτυγχάνει να δώσει το σχετικό δείγμα είναι να επικαλεστεί την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας. Δεν παραγνωρίζω ότι οι ποινικοί νόμοι πρέπει να ερμηνεύονται αυστηρά και εάν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ή ασάφεια, αυτή αποφασίζεται υπέρ του κατηγορούμενου (βλ. Χριστοδούλου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1993)Α.Α.Δ. 443). Η ποινική ευθύνη πρέπει να καθορίζεται απερίφραστα από το λεκτικό της διάταξης και όχι να αφήνεται να συνάγεται από τα συμφραζόμενα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπαλαζάρου κ.ά.
(1995)2 Α.Α.Δ. 128). Από την άλλη, οι λέξεις σε ένα νομοθέτημα γενικά ερμηνεύονται με τη συνήθη σημασία τους και λαμβάνοντας υπόψη και το σκοπό του νόμου (βλ. Southfields Industries Ltd v. Δήμου Λευκωσίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 59). Αυτό ακριβώς θεωρώ ότι έπραξε το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση Αραμπίδη όπου, αφού αναφέρθηκε αρχικά στην γραμματική ερμηνεία του ρήματος «αποφεύγω» με αναφορά σε Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας («προσπαθώ να μην κάνω κάτι»), εξήγησε στην συνέχεια ότι το εν λόγω ρήμα χρησιμοποιείται στο άρθρο 7
(4)του Νόμου, με την έννοια ότι κάποιος «προσπαθεί να μην κάνει κάτι» παρά το γεγονός ότι την ίδια στιγμή παρουσιάζεται να μην αρνείται να το πράξει. Προσπαθώντας να επεκτείνω την πιο πάνω σκέψη, θεωρώ ότι το ρήμα «αποφεύγω» στο άρθρο 7
(4)του Νόμου, δεν μπορεί να ερμηνεύεται με μόνο την γραμματική του σημασία καθότι κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε ταύτιση της ερμηνείας του ρήματος "αποφεύγω" με την ερμηνεία του ρήματος "αρνούμαι". Κάτι τέτοιο θα ήταν πλεονασμός. Ο σκοπός του νομοθέτη δεν μπορεί να είναι άλλος από το να καταστήσει την αποτυχία (περιλαμβανομένης και της άρνησης) παροχής ικανοποιητικού δείγματος εκπνοής για τελική εξέταση ποινικά κολάσιμη πράξη και να εναποθέσει έτσι στον εκάστοτε Κατηγορούμενο το βάρος επίκλησης της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας. Το άρθρο 7
(4)του νόμου δεν καταλείπει την εν λόγω υπεράσπιση μόνο σε αυτόν που αρνείται, αλλά και σε αυτόν που αποφεύγει να δώσει δείγμα εκπνοής. Θα ήταν οξύμωρο να προσφέρεται η εν λόγω υπεράσπιση σε κάποιον που σκόπιμα αποφεύγει να δώσει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής. Είναι όμως εύλογο να παρέχεται η εν λόγω υπεράσπιση σε άτομα τα οποία προσπάθησαν πραγματικά και ειλικρινά να δώσουν δείγμα εκπνοής και δεν τα κατάφεραν. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, καταλήγω να ακολουθήσω τα αποφασισθέντα στην υπόθεση Αραμπίδη (ανωτέρω). Συνακόλουθα, από την στιγμή που στην προκειμένη περίπτωση, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, είχαν διενεργηθεί τα αναγκαία προκαταρκτικά για τη λήψη των δειγμάτων εκπνοής από την Κατηγορουμένη για σκοπούς τελικής εξέτασης και ένεκα του ευρήματος ότι η συσκευή τελικής εξέτασης λειτουργούσε κατά τον επίδικο χρόνο ορθά καθότι ολοκλήρωσε με επιτυχία όλους τους απαραίτητους ελέγχους, καταλήγω ότι η ένδειξη "Insufficient Sample" στην συσκευή είναι αρκετή για να οδηγήσει σε εύρημα ενοχής. Επισημαίνω επίσης ότι η συσκευή η οποία χρησιμοποιήθηκε συνάδει πλήρως με τις απαιτήσεις της νομοθεσίας. Δόθηκε στην Κατηγορούμενη ο χρόνος που παρέχει η συσκευή τελικής εξέτασης προκειμένου να δώσει ικανοποιητικό δείγμα. Φάνηκε να επιχειρεί να δώσει δείγμα 2 φορές, πλην όμως δεν κατόρθωσε σε καμιά από τις «προσπάθειες» της να δώσει ικανοποιητικό δείγμα. Μάλιστα δε, με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΚ, η Κατηγορούμενη σταματούσε να φυσά νωρίτερα από ότι έπρεπε παρά το ότι ο αστυνομικός της είχε εξηγήσει ότι έπρεπε να φυσά μέχρι την αναγραφή της ένδειξης «stop blowing». Η Κατηγορουμένη παρουσίασε ιατρική βεβαίωση με βάση την οποία, τα τελευταία 5 έτη πάσχει από χρόνια ασθματική βρογχίτιδα. Η πιο πάνω βεβαίωση, δεν είναι ικανή να αποδείξει, έστω στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η μη παροχή ικανοποιητικού δείγματος στην παρούσα υπόθεση, οφείλεται σε φυσική αδυναμία της Κατηγορουμένης να το πράξει. Δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία πραγματογνώμονα η οποία να αποδίδει την αποτυχία παροχής ικανοποιητικού δείγματος, στην ασθένεια. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να έχει δικαστική γνώση για το είδος και τις επιπτώσεις της πάθησης από την οποία πάσχει η Κατηγορούμενη. Περαιτέρω, με την βεβαίωση, δεν διασυνδέεται με οποιοδήποτε τρόπο η ασθένεια της Κατηγορουμένης με την ικανότητα της να δώσει δείγμα. Η ίδια η Κατηγορούμενη ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν λόγω της πάθησης, παρουσίαζε αδυναμία στο να δώσει δείγμα. Τέλος, δεν έχει τεθεί ενώπιων μου ιατρική ή άλλη μαρτυρία σε σχέση με την κατάσταση της υγείας της Κατηγορουμένης σε χρόνο που να πλησιάζει με τον επίδικο χρόνο, δηλαδή κατά πόσον αυτή εξακολουθούσε να υποφέρει από την εν λόγω ασθένεια την επίδικη ημερομηνία. Αντιθέτως, η Κατηγορούμενη είπε ότι κατά την επίδικη περίοδο, η πάθηση της παρουσίαζε βελτίωση. Εν όψει των πιο πάνω, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεση εναντίον της Κατηγορουμένης. Η Κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στην Κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.