← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Παναγιώτου, Αρ. Υπόθεσης: 21054/2016, 30/7/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Παναγιώτου, Αρ. Υπόθεσης: 21054/2016, 30/7/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B165 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 21054/2016 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. XXXXX Παναγιώτου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 30 Ιουλίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Φρ. Κακούρη Για Κατηγορούμενη: κ. Μ. Κιτρομηλίδης Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος κατηγορείται για παράλειψη συμμόρφωσης σε σήμα αστυνομικού με στολή, κατά παράβαση των κανονισμών 2, 58

(2)(στ) και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών Κ.Δ.Π.66/
  1. Σύμφωνα με τις επί του κατηγορητηρίου λεπτομέρειες, ο Κατηγορούμενος στις 8.3.2016 στην περιοχή Λυμπιών της Επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX75 και παρέλειψε να συμμορφωθεί σε οδηγίες αστυνομικού με στολή, ήτοι του Αστ.XXX0 Μ. Θεοχάρους για να ακινητοποιήσει το όχημα του μέχρι ο αστυνομικός να του επιτρέψει να συνεχίσει την πορεία του. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε ενοχή και ακολούθησε ακροαματική διαδικασία. Για να αποδείξει την υπόθεση, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες κατηγορίας. Πιο κάτω παραθέτω την μαρτυρία τους και ακολούθως προβαίνω σε αξιολόγηση της. Ε/Αστ.XXX0 XXXXX Θεοχάρους (ΜΚ1) Περί τις 21:15 της 8.3.2016, ο ΜΚ1 βρισκόταν μαζί με τον Αστ.XXX6 (ΜΚ2) και άλλους 4 αστυνομικούς πλησίον της νεκρής ζώνης στην περιοχή Λυμπιών, με σκοπό την πάταξη της λαθροθηρίας. Σε κάποια στιγμή, αντιλήφθηκε ένα όχημά να κινείται εντός της νεκρής ζώνης καταδιώκοντας λαγούς. Αφού λήφθηκε άδεια από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών για είσοδο στην νεκρή ζώνη, ο ΜΚ1 οδηγώντας το υπηρεσιακό όχημα με συνοδηγό τον ΜΚ2 εισήλθε στην νεκρή ζώνη. Ενώ βρίσκονταν σε χωμάτινο δρόμο, έκαναν χρήση σειρήνας και φάρου που εκπέμπει μπλε χρώμα, κάνοντας σήμα στον οδηγό του ύποπτου οχήματος να σταματήσει. Ο οδηγός παρέλειψε να υπακούσει στο σήμα και συνέχισε την πορεία του αναπτύσσοντας ταχύτητα. Διαπιστώθηκε ότι το ύποπτο όχημα έφερε αριθμούς εγγραφής XXXXX
  2. Ακολούθησαν το εν λόγω όχημα και χωρίς να χάσουν οπτική επαφή με αυτό, κατόρθωσαν να το ανακόψουν στις 21:58 στην Λεωφόρο Ελευθερίας στα Λύμπια. Τότε διαπιστώθηκε ότι οδηγός του οχήματος ήταν ο Κατηγορούμενος. Ο ΜΚ1 πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο για το αδίκημα καταδίωξης θηράματος και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο, ο Κατηγορούμενος απάντησε «Ρε φίλε επήα να πιάσω κανένα λαό και φοήθηκα και εν σταμάτησα που μου νέψετε». Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι το σήμα έγινε κοντά σε εγκαταλελειμμένο φυλάκιο των Ηνωμένων Εθνών. Δίπλα από το φυλάκιο υπάρχει χωμάτινος δρόμος, ο οποίος οδηγεί προς τις τουρκοκρατούμενες περιοχές. Από τη μια πλευρά του δρόμου βρίσκεται το φυλάκιο και από την άλλη πλευρά υπάρχει γκρεμός. Κατά τον χρόνο του σήματος, το περιπολικό ήταν μέσα στον δρόμο αλλά δεν ήταν σε τέτοια θέση ώστε να ανακόψει το ύποπτο αυτοκίνητο. Η ανακοπή του οχήματος του Κατηγορουμένου έγινε περίπου 1 χιλιόμετρο μακριά από το φυλάκιο των Ηνωμένων Εθνών και ειδικότερα στη λεωφόρο Ελευθερίας, στα Λύμπια. Εκεί, ο ΜΚ1 προσπέρασε το όχημα του Κατηγορουμένου και ανέκοψε την πορεία του. Αστ.XXX6, XXXXX Λοϊζίδης (ΜΚ2) Ο ΜΚ2 ήταν στο ίδιο καθήκον με τον ΜΚ1 όταν αντιλήφθηκε ένα όχημα να κινείται στα εντός της νεκρής ζώνης και να καταδιώκει θήραμα. Επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τα τα γραφεία του οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, ως η συνήθης διαδικασία και έλαβε άδεια εισόδου εντός της νεκρής ζώνης, με σκοπό να ανακοπεί το συγκεκριμένο όχημα. Ακολούθως, εισήλθαν στην νεκρή ζώνη με το όχημα που οδηγούσε ο ΜΚ1 και έκαναν σήμα με φάρο και σειρήνα στο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX75, όμως αυτό παρέλειψε να σταματήσει και συνέχισε την πορεία του αναπτύσσοντας ταχύτητα. Έγινε κατορθωτή η ανακοπή του στις 21:58 στην Λεωφόρο Ελευθερίας στα Λύμπια. Στο όχημα επέβαινε μόνο ο Κατηγορούμενος. Ο ΜΚ1 πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο για τα αδικήματα που διέπραξε και ακολούθως διενήργησε έρευνα στο όχημα κατά την οποία εντόπισε ένα κλαδευτήρι, μια πένσα, δύο κατσαβίδια και δύο μαχαίρια. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ2 περιέγραψε το σημείο όπου έγινε σήμα στο ύποπτο όχημα. Ανέφερε ότι πρόκειται για χωμάτινο δρόμο κοντά στο φυλάκιο των Ηνωμένων Εθνών. Στο σημείο όπου έγινε το σήμα, υπάρχουν δύο δρόμοι οι οποίοι σχηματίζουν μια διακλάδωση. Το περιπολικό ήταν σταθμευμένο στο εν λόγω σημείο που βρίσκεται σε απόσταση 80 ‑ 100 μέτρων μακριά από το φυλάκιο των Ηνωμένων Εθνών. Το ύποπτο όχημα πέρασε σε απόσταση 7‑ 8 μέτρων από το όχημα της Αστυνομίας και αφού ακολούθησε τον ένα εκ των δύο δρόμων της διακλάδωσης, έφυγε από το σημείο. Ανακόπηκε αργότερα όταν έγινε εκ νέου σήμα και σταμάτησε. Δεν τον ακολούθησαν και δεν τον προσπέρασαν. Κατηγορούμενος Κατά την μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι κατοικεί στο Δάλι και εργάζεται ως οικοδόμος. Στις 8.3.2016 περί τις 22:00 το βράδυ αποχώρησε από το σπίτι του παππού του στα Λύμπια, όπου είχε πάει για επίσκεψη. Σε απόσταση περίπου 100 με 150 μέτρων μακριά από το σπίτι του παππού του και ενώ ο Κατηγορούμενος κατευθυνόταν προς το σπίτι του, σταμάτησε σε Αλτ το οποίο οδηγεί στον κεντρικό δρόμο των Λυμπιών. Ενώ ήταν σταματημένος, ένα όχημα το οποίο ερχόταν από δεξιά, σταμάτησε μπροστά του. Από αυτό κατέβηκαν τρία άτομα που φορούσαν κουκούλες. Ο Κατηγορούμενος διαπίστωσε ότι επρόκειτο για αστυνομικούς οι οποίοι ήθελαν να τον υποβάλουν σε έλεγχο κάτι το οποίο όντως έπραξαν. Ένας από τους αστυνομικούς υπέδειξε στον Κατηγορούμενο ένα έγγραφο στο οποίο αναγραφόταν μεταξύ άλλων, κατηγορία για «παρενόχληση θηράματος» και ανυπακοή σε σήμα αστυνομικού. Ο Κατηγορούμενος ρώτησε για ποιο λόγο αναγράφονται οι εν λόγω κατηγορίες στο έγγραφο. Τότε, ένας εκ των αστυνομικών ανέφερε «Αν θέλω γράφω ότι έκαμες τζιαί φόνο» και «θέλω να σε πάρω μέσα». Δείχνοντας το όπλο του, ο εν λόγω αστυνομικός του είπε «Τζιαί την επόμενη φορά θα σε ράψουμε με τούτο». Ακολούθως, μετέβησαν στον αστυνομικό σταθμό. Αντεξεταζόμενος, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι ουδέποτε βρέθηκε με το αυτοκίνητο στη νεκρή ζώνη και ούτε του έγινε σήμα να σταματήσει. Ήταν η θέση του ότι οι αστυνομικοί ήταν προκατειλημμένοι εναντίον του επειδή άλλοι συγχωριανοί του όντως καταδιώκουν θήραμα. Αφού πήγε στον αστυνομικό σταθμό, ανέφερε ότι δεν έχει κάτι να πει κάτι το οποίο αναγράφηκε και στην κατάθεση του. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή της γνώσης τους, η μνήμη τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και η αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελ. 251). Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα επίσης υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Σε σχέση με την μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2, επισημαίνω ότι και οι δύο αυτοί μάρτυρες ήταν ήρεμοι στο εδώλιο του μάρτυρα. Πλην όμως, η μαρτυρία τους παρουσιάζει αντιφάσεις και ανακρίβειες σε σχέση με ουσιαστικά για την παρούσα υπόθεση ζητήματα. Ειδικότερα, από την μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου καθίσταται σαφές ότι, η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής στηρίζεται στην ορθή αναγνώριση των αριθμών εγγραφής του οχήματος που κατ' ισχυρισμό κινούταν εκείνη την μέρα εντός της νεκρής ζώνης. Είναι επίσης σαφές ότι, η υπεράσπιση του Κατηγορουμένου είναι ότι δεν εισήλθε εντός της νεκρής ζώνης αλλά αναχωρούσε από το σπίτι του παππού του όταν ανακόπηκε από το περιπολικό της αστυνομίας. Οι κατευθυντήριες γραμμές ως προς το θέμα της αναγνώρισης τέθηκαν στην υπόθεση R. ν. Turnbull
(1976)3 All E.R. 549, η οποία έχει υιοθετηθεί σε πολλές αποφάσεις κυπριακών Δικαστηρίων (βλ. Rossides v. The Republic
(1983)2 C.L.R. 391 , Θεοδωρίδης ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 160 και Λαζάρου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Προκύπτει από την πιο πάνω νομολογία ότι, τα ακόλουθα λαμβάνονται υπόψη ώστε να αποφασιστεί αν μπορεί να γίνει αποδεκτή η αναγνώριση ή όχι: (α) Για πόσο χρονικό διάστημα υπήρξε οπτική επαφή με το όχημα του Κατηγορουμένου; (β) από πόση απόσταση; (γ) υπό ποιου είδους φωτισμού; (δ) αν υπήρχε οποιοδήποτε εμπόδιο στην ορατότητα; (ε) το κατά πόσο ο μάρτυρας είχε ξαναδεί τον Κατηγορούμενο ή το όχημα του και, αν ναι, πόσες φορές; (στ) κατά πόσο η αναγνώριση των αριθμών εγγραφής του οχήματος στηρίζεται σε μία παροδική ματιά (fleeting glance); Αν η αναγνώριση, με βάση τα πιο πάνω, είναι καλής ποιότητας, τότε το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει με ασφάλεια και να κρίνει την αξιοπιστία της μαρτυρίας αυτής, έστω και στην απουσία μαρτυρίας προς υποστήριξη. Όταν, όμως, η αναγνώριση είναι κακής ποιότητας, το Δικαστήριο θα πρέπει να απαλλάξει τον Κατηγορούμενο εκτός αν υπάρχει άλλη μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι το πρόσωπο αυτό, είναι το πρόσωπο που διέπραξε το αδίκημα. Στην προκειμένη περίπτωση, κανένας από τους δύο μάρτυρες κατηγορίας δεν αναφέρθηκε στις συνθήκες υπό τις οποίες έγινε η αναγνώριση των πινακίδων εγγραφής του οχήματος που κινείτο στην νεκρή ζώνη. Δεν μπορεί συνεπώς να εξαχθεί συμπέρασμα σε σχέση με τις συνθήκες υπό τις οποίες έγινε αναγνώριση όπως λ.χ. αν η ματιά που οδήγησε στην αναγνώριση ήταν φευγαλέα ή όχι ή αν οι συνθήκες φωτισμού ήταν ικανοποιητικές. Άλλο σημείο της μαρτυρίας που δημιουργεί ερωτηματικά είναι η ουσιαστική αντίφαση στα λεγόμενα των δύο μαρτύρων κατηγορίας ως προς το αν η ανακοπή έγινε μετά από προσπέρασμα ή αν χάθηκε σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο η οπτική επαφή με το όχημα του Κατηγορουμένου. Ως προς τούτο, η θέση του ΜΚ1 ήταν ότι το όχημα το οποίο κατ' ισχυρισμό οδηγούσε ο Κατηγορούμενος, ανακόπηκε μετά που το προσπέρασαν με το περιπολικό όχημα και ότι δεν χάθηκε οπτική επαφή με αυτό. Αντιθέτως, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι δεν ακολούθησαν το όχημα του Κατηγορουμένου και δεν έγινε οποιοδήποτε προσπέρασμα. Οι ασάφειες τούτες και τα ερωτηματικά σε σχέση με το ουσιαστικότερο ζήτημα για την παρούσα υπόθεση δεν μπορούν παρά να δημιουργήσουν εύλογες αμφιβολίες. Από την άλλη, ο Κατηγορούμενος ήταν σταθερός στις θέσεις του και δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Έχω διεξέλθει με πολύ μεγάλη προσοχή την μαρτυρία του και δεν εντοπίζεται η παραμικρή ασάφεια ή ασυνέπεια. Όλα τα πιο πάνω δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν σε αμφιβολίες στο μυαλό του Δικαστηρίου σε σχέση με την ενοχή του Κατηγορουμένου. Ειδικότερα, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε ασφαλές εύρημα ως προς το αν όντως σε σχέση με το αν όντως το όχημα του Κατηγορουμένου βρέθηκε εντός της νεκρής ζώνης. Εν όψει τούτου, ο κατηγορούμενος δικαιούται το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 στις σελ. 365, 366 «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.