Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μοδέστου, Αρ. Υπόθεσης: 16760/2016, 25/7/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B163 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16760/2016 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. XXXXX Μοδέστου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 25 Ιουλίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ελ. Θεοδότου Για Κατηγορούμενο: κ. Α. Κορωμίας Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Είναι κοινό έδαφος ότι στις 4.2.2016 και περί ώρα 12:00 συνέβη τροχαίο δυστύχημα στην Λεωφόρο Στροβόλου στον Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας. Εμπλεκόμενα μέρη ήταν ο Κατηγορούμενος που οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής XXXXX16 και η πεζή XXXXX Ελευθερίου (MK2). Το δυστύχημα έγινε κατά την διάρκεια της ημέρας και ο καιρός ήταν αίθριος. Η Λεωφόρος Στροβόλου είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης, με δύο λωρίδες κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση. Οι δύο κατευθύνσεις διαχωρίζονται μεταξύ τους από κτιστή νησίδα, ενώ οι λωρίδες κάθε κατεύθυνσης διαχωρίζονται με διακεκομμένη γραμμή. Δεξιά και αριστερά του δρόμου, υπάρχουν πεζοδρόμια. Η περιοχή είναι κατοικημένη με όριο ταχύτητας 50ΧΑΩ. Κάτω από συνθήκες που αμφισβητούνται επήλθε η επαφή του οχήματος που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος με την πεζή. Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου ν.86/72. Για να αποδείξει την υπόθεση της, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 2 μάρτυρες κατηγορίας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή της γνώσης τους, η μνήμη τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Περαιτέρω η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίστηκε σε απόλυτη αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά συσχετίστηκε, αντιπαραβλήθηκε και διερευνήθηκε μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Πιο κάτω, καταγράφω με την μέγιστη δυνατή πληρότητα την μαρτυρία κάθε μάρτυρα και παράλληλα προβαίνω σε αξιολόγηση της. Αστ.XXX3 XXXXX Αγιώτης (ΜΚ1) Ο ΜΚ1 επισκέφθηκε την σκηνή του δυστυχήματος στις 12:20 και ετοίμασε σχέδιο στο οποίο σημείωσε, μεταξύ άλλων, το σημείο επαφής του αυτοκινήτου XXXXX16 με την πεζή. Το εν λόγω σημείο εντοπίστηκε με βάση τα ίχνη τροχοπέδησης των δεξιών τροχών του αυτοκινήτου, τις πορείες του αυτοκινήτου και της πεζής, τις ζημιές του αυτοκινήτου και την υπόδειξη του Κατηγορουμένου. Με το σχέδιο συμφώνησαν τόσο ο Κατηγορούμενος όσο και η πεζή. Ο ΜΚ1 έλεγξε με αστυνομικό όχημα την ορατότητα του Κατηγορουμένου προς την πεζή και διαπίστωσε ότι ο Κατηγορούμενος θα μπορούσε να αντιληφθεί οποιοδήποτε πεζό διασταύρωνε το δρόμο από απόσταση 100 μέτρων, ακόμα και αν υπήρχε αυτοκίνητο στην αριστερή λωρίδα, ως ο ισχυρισμός του Κατηγορουμένου. Επιπρόσθετα, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου έχει ύψος 1,98, ενώ ένα διπλοκάμπινο, που σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο κινείτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, έχει ύψος 1,
- Συνεπώς ο Κατηγορούμενος βρισκόταν πιο ψηλά και είχε ορατότητα πέρα από το διπλοκάμπινο. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι στην αναπαράσταση που προέβη, τοποθέτησε ένα αυτοκίνητο περίπου 10 μέτρα μπροστά του στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, και διαπίστωσε ότι μπορούσε να ελέγξει επαρκώς τόσο τον δρόμο, όσο και το πεζοδρόμιο από απόσταση 100 μέτρων. Για την μέτρηση, χρησιμοποίησε ένα αυτοκίνητο όμοιο με αυτό του Κατηγορουμένου και έκανε πολλές δοκιμές για να επιβεβαιώσει ότι η ορατότητα δεν εμποδίζεται από οιονδήποτε τύπο αυτοκινήτου. Δεν μέτρησε όμως ακριβώς, τα οχήματα για να ελέγξει αν έχουν τις ίδιες διαστάσεις. Ο ΜΚ1 προέβη επίσης σε 2 δοκιμές τροχοπέδησης χρησιμοποιώντας συσκευή Skidman. Αφού εφάρμοσε σχετική εξίσωση, κατέληξε ότι η ελάχιστη ταχύτητα του αυτοκινήτου, όταν αυτό ήρθε σε επαφή με την πεζή ήταν 19ΧΑΩ. Ακολούθως, ο ΜΚ1 υπολόγισε την αρχική ταχύτητα του αυτοκινήτου όταν αυτό άρχισε την τροχοπέδηση σε 45ΧΑΩ. Σύμφωνα με τον ΜΚ1, μία πεζή ηλικίας άνω των 60 ετών διανύει με κανονικό βηματισμό 1,40 μέτρα ανά δευτερόλεπτο. Η πεζή εισήλθε στον δρόμο και διένυσε απόσταση 5,20 μέτρων από την άκρη της αριστερής λωρίδας μέχρι το σημείο επαφής. Για να διανύσει την εν λόγω απόσταση με κανονικό βηματισμό, χρειάστηκε 3,71 δευτερόλεπτα. Συνεπώς, όταν η πεζή άρχισε να εισέρχεται εντός του δρόμου, το αυτοκίνητο βρισκόταν σε απόσταση 46 μέτρων πριν το σημείο επαφής. Εάν ο Κατηγορούμενος αντιδρούσε σε χρόνο 1,5 δευτερολέπτων που, σύμφωνα με τον ΜΚ1, είναι ο χρόνος αντίδρασης ενός μέσου οδηγού κατά την ημέρα, θα διένυε απόσταση συνολικά 30,45 μέτρα και θα απόφευγε το δυστύχημα. Ο ΜΚ1 ήταν ήρεμος και δεν φάνηκε να διακατέχεται από αμηχανία ή δισταγμό στις απαντήσεις του. Επίσης, δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις και η αξιοπιστία του δεν πλήγηκε κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του. Δεν έχω αμφιβολία ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να αναφέρει την αλήθεια. Είναι όμως τούτο αρκετό; Σε σχέση με τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος, ο ΜΚ1 αποτύπωσε τα ευρήματα του στο σχέδιο. Ένεκα της εμπειρίας και των προσόντων του ήταν σε θέση να το πράξει. Συνεπώς, αποδέχομαι ότι όταν η πεζή δέχτηκε το κτύπημα από το όχημα του Κατηγορουμένου βρισκόταν περίπου 5,20 μέτρα εντός του δρόμου ξεκινώντας από αριστερά προς δεξιά, ως η πορεία του οχήματος του Κατηγορουμένου. Αποδέχομαι επίσης τα ευρήματα του μάρτυρα σε σχέση με την ταχύτητα του οχήματος του Κατηγορουμένου τόσο κατά την έναρξη των ιχνών τροχοπέδησης όσο και κατά την επαφή του οχήματος με την πεζή. Ούτως η άλλως, τα πιο πάνω δεν έχουν τύχει αμφισβήτησης από την υπεράσπιση. Αν και αποδέχομαι ότι ο ΜΚ1 είναι μάρτυρας της αλήθειας, δεν μπορώ να στηριχτώ στην μαρτυρία του για να καταλήξω σε οποιοδήποτε εύρημα αναφορικά με την ταχύτητα με την οποία περπατούσε το θύμα και τον χρόνο που χρειάστηκε για να διανύσει την απόσταση μέχρι το σημείο επαφής. Ο μάρτυρας θεώρησε ως δεδομένο ότι το θύμα περπατούσε και δεν έτρεχε. Για να αντικρούσει την μαρτυρία του Κατηγορουμένου, έλαβε υπόψη ότι με βάση τον ισχυρισμό του τελευταίου, το διπλοκάμπινο που κινείτο στην αριστερή λωρίδα βρισκόταν 50 εκατοστά από την άκρη του δρόμου και κατέληξε ότι από τη στιγμή που η πεζή, σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο, ξεπρόβαλε από το διπλοκάμπινο, απέμειναν 3,10 μέτρα μέχρι το σημείο επαφής. Χρησιμοποιώντας σχετική βιβλιογραφία όπου αναφέρεται ότι μία πεζή ηλικίας άνω των 60 ετών, διανύει τρέχοντας 2.71 μέτρα ανά δευτερόλεπτο, κατέληξε ότι για να διανύσει η πεζή την απόσταση των 3,10 μέτρων, θα χρειαζόταν 1,14 δευτερόλεπτα. Αν λάβει κανείς υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος χρειάστηκε 1,05 δευτερόλεπτα τροχοπέδησης, τότε σημαίνει ότι ο Κατηγορούμενος αντίδρασε σε χρόνο 0,09 δευτερόλεπτα, που σύμφωνα με τον ΜΚ1 είναι ανθρωπίνως αδύνατο. Η προσέγγιση του ΜΚ1 δεν με βρίσκει σύμφωνο. Κατ' αρχάς, ο μάρτυρας δεν τεκμηρίωσε με επιστημονική μαρτυρία ότι είναι ανθρωπίνως αδύνατο, κάποιος να αντιδράσει σε χρόνο 0,09 δευτερόλεπτων. Κατά δεύτερον, το δεδομένο που χρησιμοποίησε ο ΜΚ1, ότι δηλαδή απέμειναν 3,10 μέτρα μέχρι το σημείο επαφής, όταν η πεζή ξεπρόβαλε από το διπλοκάμπινο, είναι ακροσφαλές. Όταν ο Κατηγορούμενος υπέδειξε ότι το διπλοκάμπινο βρισκόταν περίπου μισό μέτρο από την άκρη του δρόμου, το είπε κατά προσέγγιση και όχι ακριβολογώντας. Ανάλογα με το αν η μέτρηση αυτή είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη, αλλάζει ανάλογα και η απόσταση των 3,10 μέτρων και άρα τα αποτελέσματα της εξίσωσης διαφοροποιούνται. Ακροσφαλές είναι και το δεδομένο που έλαβε υπόψη ο ΜΚ1 σε σχέση με την ταχύτητα με την οποία κινείτο η πεζή. Ειδικότερα, κατά την αντεξέταση του, ο ΜΚ1 ανέφερε, ότι ο μέσος χρόνος με τον οποίο κινείται μια πεζή, είναι αυτός που αναφέρεται στην βιβλιογραφία ασχέτως αν πρόκειται για άτομο 60 ή 85 ετών. Πρόσθεσε όμως ότι ο εν λόγω αριθμός είναι ακριβής νοουμένου ότι δεν υπάρχουν οποιαδήποτε προβλήματα υγείας. Η παραπονούμενη ήταν 79 χρονών τη μέρα του δυστυχήματος και δεν γνωρίζει την φυσική της κατάσταση. Επίσης, ο μάρτυρας συμφώνησε ότι το δείγμα με βάση το οποίο έγιναν οι μετρήσεις, είναι μεταξύ των ηλικιών 20 και
- Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, θεωρώ ότι, αν και οι μαθηματικοί υπολογισμοί του μάρτυρα είναι ορθοί, το υπόβαθρο επί των οποίων στηρίζονται, δεν είναι τόσο στερεό, ώστε να προσφέρουν, στον βαθμό που απαιτείται σε μια ποινική υπόθεση, την δυνατότητα εξαγωγής ευρημάτων. Έχω την άποψη ότι ο ΜΚ1 επιχείρησε να στηρίξει την υπόθεση της Κατηγορούσας αρχής σε μαθηματικούς υπολογισμούς χωρίς να λάβει υπόψη ότι οι εν λόγω υπολογισμοί μπορούν να δώσουν ασφαλή εικόνα μόνο όταν στηρίζονται σε ασφαλές υπόβαθρο. Στην υπόθεση Vakanas v. Thomas and Another
(1982)1 C.L.R. 530 όπου λέχθηκε ότι στον προσδιορισμό μιας κατάστασης, το δικαστήριο πρέπει να καθοδηγείται από την κοινής λογικής και είναι ασύμφορο να περιπλεκόμαστε με λεπτομέρειες όπως το ακριβές σημείο από το οποίο οι διάδικοι αντίκρυσαν ο ένας τον άλλο κάτι που δίνει την εντύπωση ότι καταπιανόμαστε με μαθηματική άσκηση. Επιπρόσθετα, έχω την άποψη ότι ο ΜΚ1 προέβη στους υπολογισμούς του, έχοντας προφανώς ως μέτρο τον τέλειο και όχι τον μέσο συνετό οδηγό. Ειδικότερα, έκρινε ως επιβεβλημένο ότι ο Κατηγορούμενος όφειλε να δει την πεζή από την στιγμή που αυτή εισήλθε στον δρόμο, ασχέτως του γεγονότος ότι μπροστά του στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, υπήρχε κινούμενο όχημα. Προσπάθησε να στηρίξει αυτή την άποψη, με την αναφορά ότι το ύψος του οχήματος του Κατηγορουμένου ήταν λίγα εκατοστά μεγαλύτερο από το ύψος ενός μέσου διπλοκάμπινου. Παρενθετικά αναφέρω ότι, ο ΜΚ1 δεν μέτρησε ακριβώς, τα οχήματα που χρησιμοποίησε για να ελέγξει αν έχουν τις ίδιες διαστάσεις. Έστω όμως ότι ισχύει η εν λόγω μέτρηση, δεν μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος είχε υποχρέωση να βλέπει πάνω από την οροφή ενός κινούμενου οχήματος, για να διαπιστώσει αν κινείται κάποιος πεζός στον δρόμο. Πέραν τούτου, κατά την αναπαράσταση στην οποία προέβη, ο ΜΚ1 τοποθέτησε ένα όχημα περίπου 10 μέτρα μπροστά του, χωρίς όμως μαρτυρία ότι όντως το εν λόγω αυτοκίνητο βρισκόταν ακριβώς 10 μέτρα μπροστά από το όχημα του Κατηγορουμένου. Υπό το φως των πιο πάνω, δεν συνάγεται με βεβαιότητα ότι στην αναπαράσταση που προέβη ο ΜΚ1 αντικατοπτρίζονται οι συνθήκες του δυστυχήματος. XXXXX Ελευθέριου (ΜΚ2) Η ΜΚ2 ανέφερε ότι σταμάτησε στην άκρη του πεζοδρομίου με πρόθεση να διασταυρώσει την Λεωφόρο Στροβόλου. Κοίταξε δεξιά και αφού διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε όχημα ξεκίνησε να διασταυρώνει με κανονικό βήμα. Λίγο πριν φτάσει στην κτιστή νησίδα που βρίσκεται στην μέση του δρόμου, ένοιωσε ένα χτύπημα στη δεξιά μεριά του σώματός της και έπεσε στην άσφαλτο. Ήρθε ασθενοφόρο που την μετέφερε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου παρέμεινε για μια εβδομάδα. Η μάρτυρας συμφώνησε με το σχέδιο του δυστυχήματος, όπως της επεξηγήθηκε. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι είδε καλά και δεξιά και αριστερά πριν ξεκινήσει να διασταυρώνει. Επιχείρησε να πείσει ότι σύμφωνα με κάποιο αυτόπτη μάρτυρα του οποίου τα στοιχεία δεν ανέφερε, ο Κατηγορούμενος κινείτο με μεγάλη ταχύτητα και προσπερνούσε άλλα αυτοκίνητα. Η ΜΚ2 δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Δεν απαντούσε με την απαιτούμενη σαφήνεια ή αμεσότητα. Κατ' αρχάς, οποιαδήποτε προσπάθεια της ΜΚ2 να εξηγήσει τις ενέργειες του Κατηγορουμένου, βασίζεται σε πιθανολογήσεις και ισχυριζόμενη ενημέρωση από τρίτο πρόσωπο, το οποίο η μάρτυρας δεν κατονόμασε. Πέραν τούτου, η ΜΚ2 ανέφερε ότι πριν μπει στον δρόμο και ενώ ήταν ακόμα στο πεζοδρόμιο, κοίταξε δεξιά και δεν είχε κανένα αυτοκίνητο να κινείται. Πως είναι δυνατόν η ΜΚ2 να μην είχε δει το διπλοκάμπινο όχημα, η παρουσία του οποίου δεν αμφισβητήθηκε από καμία πλευρά, ή έστω το όχημα του Κατηγορουμένου; Η μόνη λογική εξήγηση που μπορώ να δώσω είναι ότι η ΜΚ2 δεν ήταν παρατηρητική καθώς προσπαθούσε να διασταυρώσει ή απλά δεν μπορούσε να αποτυπώσει με ακρίβεια όσα συνέβηκαν σε σχέση με το επίδικο δυστύχημα. Όποιο από τα δύο τινά και να συμβαίνει, το σίγουρο είναι ότι από την μαρτυρία της ΜΚ2 δεν μπορούν να εξαχθούν ασφαλή ευρήματα ως προς τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος. Κατηγορούμενος Από την άλλη, ο Κατηγορούμενος, κατά την μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου, ήταν σαφής και σταθερός στις απαντήσεις του. Ήταν επίσης ήρεμος και δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Η αξιοπιστία του δεν πλήγηκε ούτε κατά την διάρκεια της αντεξέτασης. Κατά την μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου, ανέφερε ότι οδηγούσε το αυτοκίνητο του στη λεωφόρο Στροβόλου με κατεύθυνση την Λακατάμεια. Κινείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με ταχύτητα περίπου 50 ΧΑΩ. Στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, λίγο πιο μπροστά του, υπήρχε ένα αυτοκίνητο. Σε κάποια στιγμή, είδε ξαφνικά μια κοντή γυναίκα να ξεπροβάλλει τρέχοντας μπροστά από το αυτοκίνητο που βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα και το οποίο εξακολουθούσε να βρίσκεται σε κίνηση. Αμέσως, πάτησε τα φρένα του οχήματος του αλλά δεν κατάφερε να σταματήσει με αποτέλεσμα να χτυπήσει την πεζή. Αντεξεταζόμενος, ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι είχε ορατότητα προς την πεζή, την στιγμή που η τελευταία άρχισε να μπαίνει στον δρόμο. Πρόσθεσε ότι το μυαλό του ήταν να οδηγεί στη δική του λωρίδα κυκλοφορίας και όχι να βλέπει δεξιά ή αριστερά. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Ο κατηγορούμενος κατηγορείται δυνάμει του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 A.A.Δ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο, ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Όπως αναφέρεται στην Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Η υποχρέωση της προσήκουσας επιμέλειας υπόκειται στην προϋπόθεση ότι και οι άλλοι οδηγοί ή πεζοί θα εκπληρώσουν το καθήκον τους για επιμέλεια και δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων (βλ. Χρ. Νικολαϊδης ν. Ρ. Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 422, 428). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 378). Η παρουσία ενήλικου πεζού στο κράσπεδο του δρόμου δεν υποδηλώνει αφ' εαυτής την ύπαρξη κινδύνου, για τον οποίο πρέπει να ληφθούν προφυλακτικά μέτρα. Κίνδυνος μπορεί να προκύψει αφότου ο πεζός αποπειράται να διασταυρώσει τον δρόμο (βλ. Murrel v. Aστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 217, σελ. 223-4). Η μη αποφυγή της σύγκρουσης δεν συνεπάγεται από μόνη της αμέλεια (βλ. Παππάς ν. Ναθαναήλ
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 275). Στην υπόθεση Βάσω Ανδρέου και Νίκος Ανδρέου ν. Άντρης Πηλέα, ανηλίκου, δια των ασκούντων τη γονική μέριμνα Μιχάλη Πηλέα, πατρός και Χρυστάλλας Πηλέα, μητρός αυτής
(2000)1 Α.Α.Δ. 459, η εφεσείουσα ξεπρόβαλε μέσα από μια σειρά σταθμευμένων οχημάτων και προσπάθησε να διασταυρώσει τρέχοντας το δρόμο από τα αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του οχήματος της εφεσίβλητης, το οποίο οδηγείτο με μια ταχύτητα 20 ΧΑΩ. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η γνώση της ύπαρξης υπεραγοράς και παιδότοπου δεν μπορούσε να οδηγήσει σε ένα αυξημένο επίπεδο επιμέλειας και προσοχής για την εφεσίβλητη. Στην παρούσα περίπτωση, δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης μαρτυρίας, κρίνω ότι η Κατηγορούσα αρχή δεν παρουσίασε ενώπιον μου επαρκή μαρτυρία επί της οποίας να μπορώ να βασιστώ για να καταλήξω σε ασφαλές συμπέρασμα σε σχέση με τις ενέργειες του Κατηγορουμένου οι οποίες να συνηγορούν σε αμέλεια. Ο ΜΚ1 έφτασε στην σκηνή του δυστυχήματος μετά το συμβάν και εκτός από το σχέδιο το οποίο ετοίμασε και τα ευρήματα και μετρήσεις της σκηνής, δεν μπόρεσε να διαφωτίσει περαιτέρω το Δικαστήριο. Όσο αφορά την μαρτυρία της ΜΚ2, ένεκα της αξιολόγησης σε σχέση με την αξιοπιστία της, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Από την στιγμή που η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής δεν έχει γίνει αποδεκτή, δεν υπάρχουν ασφαλή ευρήματα στον βαθμό βεβαιότητας που απαιτείται σε μια ποινική υπόθεση. Ο Κατηγορούμενος δικαιούται το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 στις σελ. 365, 366 «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι ο Κατηγορούμενος υπήρξε υπαίτιος συμπεριφοράς η παράλειψης που να ανάγεται σε αμέλεια. Ούτε υπάρχει μαρτυρία η οποία να συνηγορεί στο ότι ο Κατηγορούμενος όφειλε να εντοπίσει τα ερεθίσματα εκείνα που να τον οδηγήσουν σε ένα αυξημένο επίπεδο επιμέλειας και προσοχής για την ΜΚ2. Αποτελεί, συνεπώς, αναπόδραστη κατάληξή μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία. Ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο