← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Χριστοδούλου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 15161/16, 6/8/2018

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Χριστοδούλου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 15161/16, 6/8/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2018:31 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Στ. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Ε. Γεωργίου ‑ Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15161/16 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ -v-

  1. XXXXX Χριστοδούλου
  2. XXXXX Ζολώτα
  3. XXXXX Fole
  4. XXXXX Χριστοδούλου
  5. XXXXX Κιζουρίδη
  6. A.C. Christodoulou Consultants Ltd
  7. Marfin Investment Group Ανώνυμος Εταιρεία Συμμετοχών, πρώην Marfin Financial Group Ανώνυμος Εταιρεία Συμμετοχών
  8. Focus Maritime Corp Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 06/08/2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Αριστείδης με κα Α. Ματθαίου Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Α. Λουκά Για την Κατηγορούμενη 7: κ. Α Χαβιαράς με κ. Θρασυβούλου Κατηγορούμενος 2 παρών --------------------------------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (Δίκη εντός Δίκης Αρ. 1) Η υπόθεση καταχωρίστηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας το Σεπτέμβριο του 2016 και παραπέμφθηκε ενώπιον του παρόντος Κακουργιοδικείου τον Απρίλιο του
  9. Στρέφεται εναντίον 5 φυσικών και 3 νομικών προσώπων, τα οποία αντιμετωπίζουν 24 συνολικά κατηγορίες, σε σχέση με αδικήματα διαφθοράς, δεκασμού, δωροδοκίας, δωροληψίας, κατάχρησης εξουσίας, κατάχρησης εμπιστοσύνης και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Οι Κατηγορούμενοι αρνήθηκαν όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν και αφού αποφασίστηκαν από το Δικαστήριο διάφορα προδικαστικά ζητήματα τα οποία ήγειραν οι συνήγοροι των Κατηγορουμένων (βλ. ενδιάμεσες αποφάσεις ημερ. 18/09/2017, 18/10/2017, 11/01/2018, 12/02/2018 και 13/03/2018), η υπόθεση άρχισε να εκδικάζεται στις 09/05/2018 με την κατάθεση του πρώτου μάρτυρα Ν. Φουλλίδη (ΜΚ1) χειριστή των τεκμηρίων. Αφού κατάθεσε μεγάλο αριθμό τεκμηρίων, του ζητήθηκε να καταθέσει το τεκμήριο με αριθμό 31 επί του καταλόγου τεκμηρίων (Τεκμήριο Α), που αφορά σε σκληρό δίσκο που περιέχει δεδομένα τα οποία σχετίζονται με την εκτέλεση ενταλμάτων έρευνας στην Ελλάδα, στη βάση αιτημάτων δικαστικής συνδρομής. Οι συνήγοροι των Κατηγορουμένων 2 και 7 ήγειραν ένσταση στην κατάθεση του υπό αναφοράν τεκμηρίου, υποστηρίζοντας ότι η παραλαβή του δεν ήταν νόμιμη. Μετά από διαβουλεύσεις των συνηγόρων των Κατηγορουμένων 2 και 7 με τους συνηγόρους της Κατηγορούσας Αρχής, δηλώθηκε ότι η ένσταση καλύπτει και τα τεκμήρια που περιέχονται στον κατάλογο τεκμηρίων (Τεκμήριο Α) με αριθμούς 206-208, 233-235, 238, 241, 247, 256-260, 268, 272-278, 280 και 282-285, τα οποία επίσης εξασφαλίστηκαν στη βάση αιτημάτων δικαστικής συνδρομής, από τις Ελληνικές Αρχές. Παρά τις αρχικές επιφυλάξεις των συνηγόρων της Κατηγορούσας Αρχής ως προς την αναγκαιότητα διεξαγωγής Δίκης εντός Δίκης (στη συνέχεια «ΔΕΔ»), το Δικαστήριο έκρινε ότι ήταν αναγκαίο να διεξαχθεί, προκειμένου να διαπιστωθούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες παραλήφθηκαν τα τεκμήρια, εφόσον με την ένσταση αμφισβητείτο η νομιμότητα της παραλαβής τους, λόγω κατ' ισχυρισμό παράβασης της διαδικασίας που καθορίζεται στο άρθρο 3 της σχετικής Νομοθεσίας (Ο περί της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για Αμοιβαία Αρωγή σε Ποινικά Θέματα και του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής (Κυρωτικός) Νόμος του 2000 (Ν.2(ΙΙΙ)/2000) - στη συνέχεια «ο Νόμος»). Μετά από σχετική παρέμβαση του Δικαστηρίου, οι συνήγοροι Υπεράσπισης συγκεκριμενοποίησαν τις ενστάσεις τους καθορίζοντας επακριβώς το πλαίσιο διεξαγωγής της ΔΕΔ ως ακολούθως: Ότι τα υπό αναφοράν τεκμήρια παραλήφθηκαν κατά παράβαση της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 3

(1)του Νόμου και συγκεκριμένα ότι τα τεκμήρια και/ή κάποια εξ αυτών δεν συγκαταλέγονται στα τεκμήρια που ζητήθηκαν με τα αιτήματα δικαστικής συνδρομής, ενώ δεν υπάρχει ταύτιση μεταξύ των αιτημάτων που υποβλήθηκαν προς τις Ελληνικές Αρχές και των απαντήσεων τους προς τις αρμόδιες Κυπριακές. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο Α/φ XXX5 Ν. Φουλλίδης (ΜΚ1 στην κυρίως δίκη) κλήθηκε ως πρώτος μάρτυρας στη ΔΕΔ και κατέθεσε τα τεκμήρια για τα οποία προβλήθηκε ένσταση, τα οποία αριθμήθηκαν ως Τεκμήρια 1-28 στα πλαίσια της ΔΕΔ. Εξήγησε πως η εμπλοκή του με τα τεκμήρια περιορίζεται στη φύλαξη τους ενώ του είχε ανατεθεί να μεταβεί στο Υπουργείο Δικαιοσύνης για να παραλάβει κάποια εξ αυτών. Δεύτερη μάρτυρας στη διαδικασία (ΜΚ2ΔΕΔ) κλήθηκε και κατέθεσε η XXXXX Μούντη, λειτουργός στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης (στη συνέχεια «το Υπουργείο») με καθήκοντα στον τομέα δικαστικής συνδρομής, η οποία αφού αναφέρθηκε στη διαδικασία που ακολουθείται από το Υπουργείο, κατέθεσε ως τεκμήρια τα αιτήματα δικαστικής συνδρομής που απέστειλε το Υπουργείο προς την αρμόδια αρχή εκτέλεσης της Ελλάδας που ήταν η Εισαγγελία Εφετών Αθηνών (Τεκμήρια 29, 33, 39 και 43) καθώς και τη σχετική με αυτά αλληλογραφία (Τεκμήρια 30-32, 34-38, 40-42 και 44-51). Τελευταίος μάρτυρας στη διαδικασία κατέθεσε ο Υπ/μος XXXXX Ανδρέου (ΜΚ3ΔΕΔ), ο οποίος αντιστοίχισε τα αιτήματα δικαστικής συνδρομής με τα υπό ένσταση τεκμήρια ενώ, περαιτέρω, κατάθεσε τα βουλεύματα με αρ. 2086/2014 και 2087/2014 (Τεκμήρια 52 και 53, αντίστοιχα) και άλλα σχετικά με τα αιτήματα έγγραφα που είχαν παραληφθεί από τις Ελληνικές Αρχές (Τεκμήρια 54, 55(α-γ), 56, 57, 58, 59, 60, 61, 62 και 63). ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ ΤΩΝ ΣΥΝΟΓΟΡΩΝ Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ετοίμασαν και κατέθεσαν εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις, προβάλλοντας διαμετρικά αντίθετες θέσεις. Ειδικότερα: - Οι συνήγοροι της Κατηγορούσας Αρχής υποστήριξαν ότι από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε αποδείχθηκε ότι η λήψη της υπό ένσταση μαρτυρίας ήταν νόμιμη και ακολουθήθηκαν πιστά οι πρόνοιες του Νόμου. Αφού υπέδειξαν πως δεν τελούσε υπό αμφισβήτηση η νομιμότητα εξασφάλισης της μαρτυρίας από τις Ελληνικές Αρχές, υποστήριξαν πως έχει καταδειχθεί από τη μαρτυρία ότι τα υπό ένσταση τεκμήρια αποστάληκαν από τις Ελληνικές Αρχές στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και ακολούθως παραλήφθηκαν από την αστυνομία, με βάση τέσσερα αιτήματα δικαστικής συνδρομής τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 29, 33, 39 και 44, αντίστοιχα. Υπέδειξαν, επίσης, πως ο ΜΚ3ΔΕΔ αντιστοίχισε τα υπό αμφισβήτηση τεκμήρια με τα αιτήματα δικαστικής συνδρομής, καταρρίπτοντας τη θέση της Υπεράσπισης ότι δεν είχαν ζητηθεί με τα αιτήματα ή ότι δεν υπάρχει ταύτιση αιτήματος με τα έγγραφα που απέστειλαν οι Ελληνικές Αρχές. Καταληκτικά οι συνήγοροι της Κατηγορούσας Αρχής εισηγήθηκαν πως, ακόμη και στην περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι η παραλαβή οποιουδήποτε Τεκμηρίου δεν καλύπτεται από τα αιτήματα δικαστικής συνδρομής, μπορεί να επιτραπεί η κατάθεση του. Επικαλέστηκαν προς τούτο τη γνωστή νομολογιακή αρχή με βάση την οποία εάν διαπιστωθεί ότι η μαρτυρία εξασφαλίστηκε κατά παράβαση Νόμου και όχι Συνταγματικού δικαιώματος, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να επιτρέψει την κατάθεση της. - Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου 2 εισηγήθηκε με τη σειρά του πως τα υπό ένσταση τεκμήρια αποτελούν έγγραφα που δεν είχαν ζητηθεί με τα αιτήματα δικαστικής συνδρομής. Στην επιχειρηματολογία την οποία ανέπτυξε ο εκ των συνηγόρων του Κατηγορουμένου 2 κ. Λουκά, υποστηρίζει, ανάμεσα σε άλλα, ότι υπάρχει αντίφαση στη μαρτυρία των ΜΚ1 και 2 στη ΔΕΔ, σε σχέση με τη διασύνδεση των υπό ένσταση τεκμηρίων με τα αιτήματα δικαστικής συνδρομής. Αντίφαση, υπέδειξε, υπάρχει και στη μαρτυρία του ΜΚ2(ΔΕΔ) Γ. Ανδρέου, με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου Α στην κυρίως δίκη. Συνεχίζοντας ο συνήγορος, εισηγήθηκε πως οι Ελληνικές Αρχές απέστειλαν έγγραφα τα οποία δεν ζητήθηκαν. Παρέπεμψε συγκεκριμένα στο αίτημα ημερ. 07/05/2014 (Τεκμήριο 33) και στα βουλεύματα με αρ. 2086/2014 και 2087/2014 (Τεκμήρια 52 και 53, αντίστοιχα), υποστηρίζοντας ότι με τα υπό αναφορά βουλεύματα επιτράπηκε η λήψη περαιτέρω εγγράφων που δεν είχαν ζητηθεί με το Τεκμήριο
  1. Αναφορικά με το Τεκμήριο 31, ο συνήγορος υποστήριξε πως εγείρονται θέματα τόσο σε σχέση με τη διακίνηση του όσο και σε σχέση με παραβίαση του απορρήτου της επικοινωνίας του Κατηγορούμενου
  2. Ειδικότερα: (α) Με βάση την εισήγηση, με το αίτημα Δικαστικής Συνδρομής ημερ. 12/08/2014 (Τεκμήριο 39) ζητήθηκε η συνδρομή των Ελληνικών Αρχών για εντοπισμό και κατάσχεση ηλεκτρονικών υπολογιστών κλπ των Κατηγορουμένων 2 και
  3. Η έρευνα, υποστηρίζει, δεν έγινε στα γραφεία της Κατηγορούμενης 8 αλλά κάποιας άλλης εταιρείας (Newlead) όπως προκύπτει και από το Τεκμήριο
  4. Εγείρεται, συνεπώς, κατά το συνήγορο, θέμα παραβίασης του απορρήτου της επικοινωνίας, εφόσον εξασφαλίστηκε ιδιωτική επικοινωνία του Κατηγορούμενου 2, χωρίς ένταλμα. (β) Πέραν τούτου, εγείρεται, κατά το συνήγορο, ζήτημα ως προς τη διαδικασία αντιγραφής του Τεκμηρίου 31, αφού δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να δείχνει από ποιο πρόσωπο έγινε η αντιγραφή καθώς και ποια διαδικασία ακολουθήθηκε και κυρίως, εάν είχε εκδοθεί σχετικό διάταγμα για το σκοπό αυτό. Στη συνέχεια της αγόρευσης του ο συνήγορος αναλύει τη νομική πτυχή, υποστηρίζοντας ότι η κατάθεση των τεκμηρίων που παραλήφθηκαν παραβιάζει το δικαίωμα του Κατηγορούμενου 2 για δίκαιη δίκη και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Ανεξάρτητα από την πιο πάνω θέση, ο κ. Λουκά εισηγείται ότι η αντιγραφή του Τεκμηρίου 31, στο βαθμό που έλαβε χώρα χωρίς δικαστικό διάταγμα απόκτησης ιδιωτικής επικοινωνίας του Κατηγορούμενου 2, παραβιάζει το δικαίωμα του απορρήτου της επικοινωνίας του, το οποίο προστατεύεται από το Άρθρο 17 του Συντάγματος, παραπέμποντας στη γνωστή επί του θέματος νομολογία. Καλεί, ως εκ τούτου, το Δικαστήριο να μην επιτρέψει την κατάθεση των υπό ένσταση τεκμηρίων, γιατί πρόκειται για παρανόμως ληφθείσα μαρτυρία που παραβιάζει συνταγματικά δικαιώματα του Κατηγορούμενου
  5. - Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της Κατηγορούμενης 7, αφού υιοθέτησαν την αγόρευση του συνηγόρου του Κατηγορούμενου 2, επεσήμαναν, περαιτέρω, ότι υπήρξε παράβαση των προνοιών του άρθρου 15 του Νόμου, εφόσον με βάση τη μαρτυρία που κατατέθηκε, το Υπουργείο Δικαιοσύνης της Κύπρου δεν είχε επικοινωνία με το αντίστοιχο Ελληνικό Υπουργείο Δικαιοσύνης, ως επιτακτικά προβλέπεται στην υπό αναφορά πρόνοια, αλλά με την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών. Πέραν τούτου, επεσήμαναν πως δεν τέθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ότι η Ελλάδα έχει κυρώσει τη Σύμβαση ούτε και μαρτυρία ότι η Εισαγγελία Εφετών Αθηνών θεωρείται δικαστική αρχή για τους σκοπούς του Νόμου όπως προβλέπεται στο άρθρο
  6. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Εξετάσαμε τη μαρτυρία έχοντας υπόψη μας τη γνωστή αρχή ότι σε διαδικασίες αυτής της φύσης θα πρέπει να αποφεύγεται η μικροσκοπική διερεύνηση καθώς και η εξαγωγή συμπερασμάτων που τείνουν να πλήξουν τη γενικότερη αξιοπιστία οποιουδήποτε μάρτυρα στην υπόθεση (βλ. Petri v. Republic
(1968)2 CLR 40). Υποδεικνύουμε πως δεν αμφισβητήθηκε η μαρτυρία των τριών μαρτύρων κατηγορίας σε οποιοδήποτε ουσιαστικό της μέρος. Ειδικότερα και καθόσον αφορά τη μαρτυρία του ΜΚ3ΔΕΔ, ο οποίος αντιστοίχισε τα υπό ένσταση Τεκμήρια με τα αιτήματα δικαστικής συνδρομής, η μαρτυρία του παρέμεινε στην ουσία αναντίλεκτη. Έχουμε εξετάσει τη μαρτυρία των ΜΚ1, 2 και 3 ΔΕΔ σε συνάρτηση με τα παράπονα και τις θέσεις των συνηγόρων των Κατηγορουμένων περί αοριστίας ή/και αναντιστοιχίας των υπό ένσταση Τεκμηρίων με τα τέσσερα αιτήματα δικαστικής συνδρομής (Τεκμήρια 29, 33, 39 και 43, αντίστοιχα) και δεν διαπιστώσαμε οποιοδήποτε κενό ή αντίφαση στη μαρτυρία τους, όπως εισηγήθηκαν οι συνήγοροι Υπεράσπισης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ-ΚΑΤΑΛΗΞΗ Εφόσον εγερθεί ένσταση από κατηγορούμενο σε σχέση με τη νομιμότητα παραλαβής ενός τεκμηρίου που επιχειρείται να κατατεθεί, η Κατηγορούσα Αρχή έχει υποχρέωση να αποδείξει ότι αποκτήθηκε νόμιμα. Ακόμα και στην περίπτωση που διαφανεί ότι η μαρτυρία αποκτήθηκε κατά παράβαση νομοθετικής πρόνοιας, η γενική αρχή είναι ότι το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να επιτρέψει την κατάθεση της, νοουμένου ότι κριθεί ότι είναι σχετική και δεν θα επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη. Αντίθετα, αποκλείεται εξ ορισμού η μαρτυρία που εξασφαλίζεται κατά παράβαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται από το Σύνταγμα (βλ. Parris v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 186 και Michael v. Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων
(2006)2 Α.Α.Δ. 411). Στην παρούσα υπόθεση η ένσταση αφορά σε παράβαση της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 3
(1)του Νόμου και ειδικότερα ότι τα Τεκμήρια δεν καλύπτονται από τα έγγραφα που ζητήθηκαν με τα αιτήματα δικαστικής συνδρομής. Η υπό αναφοράν πρόνοια, εντοπίζεται στο Κεφάλαιο ΙΙ του Νόμου και προβλέπει τα ακόλουθα: « ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ ΕΓΓΡΑΦΑ ΑΙΤΗΜΑΤΑ ΑΡΘΡΟ 3 1. Το Μέρος στο οποίο υποβάλλεται αίτηση θα εκτελεί με τον τρόπο που προνοεί η νομοθεσία έγγραφα αιτήματα σχετικά με ποινικό θέμα που απευθύνονται σε αυτό από τις δικαστικές αρχές του αιτούντος Μέρους, για τους σκοπούς παροχής μαρτυρίας ή μεταβίβασης αντικειμένων για να παρουσιαστούν σε μαρτυρία, αρχεία ή έγγραφα.» Από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μας έχει καταδειχθεί ότι όλα τα υπό ένσταση Τεκμήρια καλύπτονται από τα τέσσερα αιτήματα δικαστικής συνδρομής. Το γεγονός ότι υπήρξαν και άλλα αιτήματα τα οποία δεν έχουν κατατεθεί, δεν δημιουργεί κενό ή ρήγμα στη μαρτυρία που προσκόμισε η Κατηγορούσα Αρχή, εφόσον έχει καταδειχθεί ότι τα υπό ένσταση Τεκμήρια συμπεριλαμβάνονται στα έγγραφα που ζητήθηκαν με τα συγκεκριμένα αιτήματα (Τεκμήρια 29, 33, 39 και 43). Στη γραπτή του αγόρευση ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου 2, ήγειρε και θέματα τα οποία δεν καλύπτονται από την ένσταση και το πλαίσιο στο οποίο διεξήχθη η δίκη εντός δίκης. Συγκεκριμένα, υποστήριξε πως δεν έχει τεθεί μαρτυρία σε σχέση με τη διαδικασία αντιγραφής του σκληρού δίσκου (Τεκμήριο 31) και τη διακίνηση του. Τέτοιο, όμως, ζήτημα δεν έχει εγερθεί με την ένσταση και είναι εκτός του πλαισίου της ΔΕΔ. Σε κάθε περίπτωση, δεν τέθηκε στον ΜΚ3ΔΕΔ, που ήταν υπεύθυνος της ανακριτικής ομάδας, ότι δεν ακολουθήθηκε η ενδεδειγμένη διαδικασία αντιγραφής του Τεκμηρίου 31 ή ότι δεν διακινήθηκε ορθά. Αντίθετα, από τη μαρτυρία των ΜΚ2 και 3, συνάγεται αβίαστα το συμπέρασμα ότι όλα τα υπό ένσταση Τεκμήρια διακινήθηκαν με βάση την προβλεπόμενη στο άρθρο 3
(1)του Νόμου διαδικασία, αφού εξασφαλίστηκαν με βάση τα αιτήματα δικαστικής συνδρομής. Ειδικότερα, με βάση τη μαρτυρία των ΜΚ2 και 3 στη ΔΕΔ, το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης απέστειλε στην αρμόδια Ελληνική Αρχή (Εισαγγελία Εφετών Αθηνών) τα τέσσερα αιτήματα δικαστικής συνδρομής. Στη βάση των αιτημάτων αυτών, η Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, εξασφάλισε τα υπό ένσταση Τεκμήρια και τα διαβίβασε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης απ' όπου παραλήφθηκαν νομότυπα από την Αστυνομία. Οι ανωτέρω επισημάνσεις απαντούν και στην εισήγηση του συνηγόρου του Κατηγορούμενου 2 πως η αντιγραφή του Τεκμηρίου 1 ΔΕΔ παραβιάζει το δικαίωμα επικοινωνίας του Κατηγορούμενου 2 που προστατεύεται από το Άρθρο 17 του Συντάγματος. Θα πρέπει, βεβαίως, να επισημάνουμε πως οι συνήγοροι των Κατηγορουμένων 1, 2 και 8 επιφυλάχθηκαν να εγείρουν ξεχωριστή ένσταση για την παραβίαση του δικαιώματος επικοινωνίας των Κατηγορουμένων, αφού πρώτα αποφασιστεί από το Δικαστήριο η υπό εξέταση ένσταση καθώς και τυχόν ένσταση σε σχέση με τα τεκμήρια που παραλήφθηκαν στη βάση Δικαστικής Συνδρομής από τις Βρετανικές Αρχές. Δηλώθηκε, μάλιστα, ότι η σχετική επιχειρηματολογία για την παραβίαση του απορρήτου της επικοινωνίας θα αναπτυχθεί από τον κ. Ευσταθίου. Όσον αφορά τέλος τις εισηγήσεις των συνηγόρων της Κατηγορούμενης 7 περί παράβασης του άρθρου 15 του Νόμου και της απουσίας μαρτυρίας ότι η Ελλάδα έχει κυρώσει τη Σύμβαση, θα περιοριστούμε να υποδείξουμε πως δεν καλύπτονται από το πλαίσιο με βάση το οποίο έχει διεξαχθεί η ΔΕΔ. Οφείλουμε όμως να επισημάνουμε πως το πλαίσιο στο οποίο έχει διεξαχθεί η ΔΕΔ προϋποθέτει την εφαρμογή της Σύμβασης, με ότι αυτό συνεπάγεται, εφόσον η ένσταση στηρίχθηκε στην παράβαση της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 3
(1)του Κυρωτικού της Σύμβασης Νόμου. Για τους πιο πάνω λόγους, καταλήγουμε ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν από κάθε λογική αμφιβολία ότι η παραλαβή όλων των υπό ένσταση Τεκμηρίων έγινε νομότυπα, στη βάση των αιτημάτων Δικαστικής Συνδρομής, όπως προβλέπεται στο άρθρο 3
(1)του Νόμου. Ακόμη, όμως και στην περίπτωση που η κατάληξή μας ήταν διαφορετική, θεωρούμε πως οι περιστάσεις της υπόθεσης θα δικαιολογούσαν την αποδοχή των Τεκμηρίων. Όπως υποδείχθηκε πιο πάνω, σε περιπτώσεις παράβασης νομοθετικών διατάξεων, το Δικαστήριο διατηρεί εξουσία να επιτρέψει την κατάθεση της υπό ένσταση μαρτυρίας (βλ. Parris και Michael, ανωτέρω). Στην κρινόμενη υπόθεση, ακόμη και εάν αποφασίζαμε ότι κάποια από τα υπό ένσταση Τεκμήρια δεν προσδιορίζονται με ακρίβεια στα αιτήματα δικαστικής συνδρομής ή δεν έγινε η ορθή αντιστοίχηση τους, θα επιτρέπαμε την κατάθεση τους, αφού από τη μαρτυρία προκύπτει αβίαστα ότι: (α) Η αστυνομία, στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης ζήτησε την αρωγή των Ελληνικών Αρχών για εξασφάλιση μαρτυρίας και εγγράφων, με βάση τα Τεκμήρια 29, 33, 39 και 43. (β) Οι Ελληνικές Αρχές ανταποκρίθηκαν στα αιτήματα δικαστικής συνδρομής και αφού ακολούθησαν τις διαδικασίες που προβλέπονται στην Ελληνική Νομοθεσία (βλ. μεταξύ άλλων Βουλεύματα Τεκμήρια 52 και 53), εξασφάλισαν τα Έγγραφα και τη μαρτυρία που τους ζητήθηκε και τα απέστειλαν στην αρμόδια Κυπριακή Αρχή. (γ) Όλα τα υπό ένσταση Τεκμήρια σχετίζονται άμεσα με τα αιτήματα δικαστικής συνδρομής και κρίνονται ως σημαντικά για την εκδικαζόμενη υπόθεση. (δ) Δεν θεωρούμε ότι με την αποδοχή των Τεκμηρίων θα επηρεαστούν δυσμενώς τα δικαιώματα οποιουδήποτε από τους Κατηγορούμενους. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, οι ενστάσεις αποτυγχάνουν και απορρίπτονται. (Υπ.) Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) Στ. Σταύρου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) Ε. Γεωργίου‑Αντωνίου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.