← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ζαβρός, Αρ. Υπόθεσης: 8478/2017, 30/7/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ζαβρός, Αρ. Υπόθεσης: 8478/2017, 30/7/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B166 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8478/2017 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. XXXXX Ζαβρός Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 30 Ιουλίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Φρ. Κακούρη Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες: 1. Αδικαιολόγητη παρεμπόδιση της κανονικής κίνησης των υπολοίπων οχημάτων κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 58

(10)(δ) και 72 των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών Κ.Δ.Π. 66/
  1. Αλόγιστη ή επικίνδυνη οδήγηση κατά παράβαση των άρθρων 2, 7, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν. 86/
  2. Παράλειψη οδηγού να δώσει τα ακριβή στοιχεία ταυτότητας του όταν κλήθηκε για τον σκοπό αυτό από αστυνομικό με στολή κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 58
(2)(ζ), 71 και 72 των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών Κ.Δ.Π. 66/84. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, o Κατηγορούμενος στις 6.12.2016, στην οδό Μεγάλου Αλεξάνδρου στην περιοχή Λατσιών της Επαρχίας Λευκωσίας, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX25, σταμάτησε αδικαιολόγητα στην μέση του δρόμου και ανάγκασε όχημα που ακολουθούσε να σταματήσει απότομα. Επίσης, ο Κατηγορούμενος οδήγησε το εν λόγω όχημα αλόγιστα, απερίσκεπτα ή επικίνδυνα για το κοινό, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και της χρήσης της οδού, ως και του όγκου της τροχαίας που υπήρχε κατά το δεδομένο χρόνο ή που εύλογα αναμενόταν να υπάρχει κατά τον εν λόγω χρόνο επί της οδού. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος παρέλειψε να δώσει τα στοιχεία ταυτότητας του όταν κλήθηκε για τον σκοπό αυτό από τον Α/Λοχ.XXX4 Δ. Ροβέρτου. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε ενοχή και ακολούθησε ακροαματική διαδικασία. Για να αποδείξει την υπόθεση της, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε ένα μάρτυρα κατηγορίας (MK). Ακολούθως, το Δικαστήριο κάλεσε τον Κατηγορούμενο σε απολογία και του επεξήγησε τα δικαιώματα του. Ο Κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Κάλεσε ένα μάρτυρα υπεράσπισης. Α/Λοχ.XXX4 XXXXX Ροβέρτου (ΜΚ) Ο ΜΚ είναι βοηθός υπεύθυνος του Ουλαμού Πρόληψης Τροχαίων Δυστυχημάτων και υπεύθυνος του Ειδικού Ουλαμού Μοτοσικλετιστών. Στις 6.12.2016 και περί τις 12:40 βρισκόταν μαζί με τον Αστ.XXX8 Α. Αδάμου στην οδό Μεγάλου Αλεξάνδρου στα Λατσιά. Φορούσε αστυνομική στολή και διενεργούσε έλεγχο τροχαίας. Προς τούτο, στεκόταν σε σημείο όπου τα οχήματα εξέρχονταν του αυτοκινητοδρόμου Λευκωσίας - Λεμεσού και εντόπιζε οδηγούς που παραβίαζαν τους κανόνες. Ταυτόχρονα, ο Αστ.XXX8 βρισκόταν σε απόσταση περίπου 20 μέτρων μετά τον ΜΚ και ανέκοπτε τα οχήματα για τα οποία διαπιστωνόταν παράβαση. Οι δύο αστυνομικοί επικοινωνούσαν μεταξύ τους, μέσω ασυρμάτου. Ο μάρτυρας εξήγησε ότι η οδός Μεγάλου Αλεξάνδρου είναι πολυσύχναστος δρόμος και αποτελείται από δύο κατευθύνσεις. Ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX25, έχοντας κατεύθυνση από τα Λατσιά προς την αερογέφυρα Λατσιών. Χωρίς να γίνει οποιοδήποτε σήμα προς αυτόν, σταμάτησε αδικαιολόγητα, αναγκάζοντας όχημα που ακολουθούσε να σταματήσει απότομα ώστε να μην συγκρουστεί πάνω του. Αφού σταμάτησε το όχημα που οδηγούσε, ο Κατηγορούμενος φώναξε προς τον ΜΚ χρησιμοποιώντας τα εξής λόγια: «Εν αντρέπεστε ρε; Χώνεστε ρε; Μεν χώνεστε ρε, είσαι ένας κλέφτης ρε, κλέφκεις τον κόσμο». Τότε, ο ΜΚ ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να σταθμεύσει το όχημα του εκτός δρόμου. Αντί αυτού, ο Κατηγορούμενος συνέχισε να φωνάζει λέγοντας μεταξύ άλλων, «Άτε ρε που τζιαμέ ίντα που τούτα που κάμνεις;». Αφού τον πληροφόρησε για τα αδικήματα της ανησυχίας και διασάλευσης της ειρήνης, ο ΜΚ κάλεσε τον Κατηγορούμενο να δώσει τα στοιχεία του, κάτι το οποίο ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε επανειλημμένως. Μετά από αρκετές προσπάθειες, ο ΜΚ άγγιξε τον Κατηγορούμενο στον ώμο και τον πληροφόρησε ότι είναι υπό σύλληψη για τα αδικήματα που διέπραττε. Τότε, ο Κατηγορούμενος είπε «εγώ φεύκω τζιαι παρέτα με». Ενώ ο ΜΚ βρισκόταν περίπου 10 εκατοστά δίπλα από το όχημα του Κατηγορουμένου, ο τελευταίος ανέπτυξε ταχύτητα κάνοντας παράλληλα κίνηση δεξιά, θέτοντας σε κίνδυνο την σωματική ακεραιότητα του ΜΚ, αφού παραλίγο να τον κτυπήσει με τον δεξιό πισινό τροχό. Ακολούθως, ο ΜΚ μετέβη στον Αστυνομικό Σταθμό Λατσιών όπου προσήλθε αργότερα και ο Κατηγορούμενος. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ ανέφερε ότι δεν θυμάται το αυτοκίνητο που σταμάτησε πίσω από τον Κατηγορούμενο καθότι η προσοχή του ήταν στραμμένη προς τον Κατηγορούμενο, ο οποίος φώναζε και παρακώλυε την τροχαία κίνηση. Ειδικότερα, με την ενέργεια του να σταματήσει, ο Κατηγορούμενος προκάλεσε πρόβλημα με την τροχαία κίνηση καθότι τα οχήματα που βρίσκονταν πίσω του δεν μπορούσαν να προχωρήσουν προς την αερογέφυρα. Ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι επιχείρησε να ανοίξει την πόρτα του οχήματος του Κατηγορουμένου. Αρνήθηκε επίσης ότι έπραξε οτιδήποτε εκδικητικά. Είχε μάλιστα δώσει ο ίδιος τα στοιχεία του στον Κατηγορούμενο όταν ο τελευταίος τα ζήτησε προκειμένου να τον ηρεμήσει. Παρά την εν λόγω ενέργεια, ο Κατηγορούμενος επέμεινε στην αρνητική του στάση μέχρι που εγκατέλειψε το σημείο. Κατηγορούμενος Κατά την μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Κατηγορούμενος είπε ότι σταμάτησε στο σημείο όπου στεκόταν ο ΜΚ και είπε σε αυτόν ότι είναι ντροπή να κρύβονται και να καταγγέλλουν τους πολίτες. Τότε, ο ΜΚ τον πλησίασε με απειλητικό ύφος λέγοντας του: «Πιάσε πάντα και εν να σε γράψω για παράνομο παρκάρισμα». Μαζί του ήρθε και δεύτερος αστυνομικός, στον οποίο ο ΜΚ με αυστηρό τρόπο απαγόρευσε να μιλήσει. Ο ΜΚ φώναζε και δοκίμασε να ανοίξει την πόρτα του αυτοκινήτου του, αλλά την έκλεισε μόλις του το ζήτησε ο Κατηγορούμενος. Ο Κατηγορούμενος, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, φοβήθηκε και έφυγε από το σημείο. Μετέβη στην Αστυνομική Διεύθυνση Λευκωσίας όπου ανέφερε το περιστατικό στον αξιωματικό Υπηρεσίας. Ο τελευταίος, του ανέφερε ότι το περιστατικό διερευνά ο Αστυνομικός Σταθμός Λατσιών. Τότε, ο Κατηγορούμενος πήγε στον εν λόγω αστυνομικό σταθμό, όπου συνάντησε μια γυναίκα αστυνομικό στην οποία έδωσε κατάθεση. Σε κάποια στιγμή, ενώ έδιδε κατάθεση, ο ΜΚ εισήλθε στο δωμάτιο και ζήτησε την ταυτότητα του. Ο τελευταίος δεν του απάντησε και τότε ο ΜΚ αποχώρησε μετά από προτροπή της αστυνομικού που λάμβανε την κατάθεση. Αντεξεταζόμενος, ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι σταμάτησε απότομα και αντέταξε ότι κινείτο με ταχύτητα 30ΧΑΩ. Πρόσθεσε ότι πίσω του, σε απόσταση 20 ‑ 30 μέτρων δεν υπήρχε οποιοδήποτε όχημα. Εν πάση περιπτώσει, ήταν η θέση του ότι υπήρχε αρκετός χώρος για να τον προσπεράσουν άλλα διερχόμενα οχήματα. Αρνήθηκε ότι ήταν επιθετικός και ανέφερε ότι φώναζε λόγω του ότι αντιμετωπίζει πρόβλημα με τα αυτιά του και αναγκάζεται να μιλά δυνατά. Παραδέχτηκε ότι ο αστυνομικός ζήτησε τα στοιχεία του, και ότι ο ίδιος αποχώρησε χωρίς να τα δώσει. Μετά το περιστατικό μετέβη στην Αστυνομική Διεύθυνση προκειμένου να υποβάλει καταγγελία εναντίον του αστυνομικού. Αστ.XXX8 XXXX Αδάμου (ΜΥ) Ο ΜΥ βρισκόταν μαζί με τον Α/Λοχ.XXX4 κοντά στην αερογέφυρα Μεγάλου Αλεξάνδρου στα Λατσιά. Ειδικότερα, ο Α/Λοχ.XXX4 βρισκόταν στο σημείο εξόδου οχημάτων από τον αυτοκινητόδρομο, ενώ ο ΜΥ βρισκόταν περί τα 20 μέτρα πιο κάτω. Μέσω ασυρμάτου, ο Α/Λοχ.XXX4 τον ειδοποιούσε για οχήματα που έρχονταν προς το μέρος του, οι οδηγοί των οποίων διέπρατταν τροχαία αδικήματα. Σε κάποια στιγμή, ενώ κατάγγελλε κάποιον οδηγό, ο ΜΥ άκουσε φωνές. Γύρισε προς τα πίσω και είδε ένα αυτοκίνητο σταματημένο στη μέση του δρόμου και τον Α/Λοχ.XXX4 να κατευθύνεται προς το μέρος του. Είδε τον Α/Λοχ.XXX4 και τον οδηγό να συζητούν. Όταν τελείωσε με την καταγγελία στην οποία προέβαινε, κατευθύνθηκε προς το σημείο και είδε τον Α/Λοχ.XXX4, ο οποίος εκείνη την στιγμή βρισκόταν σε απόσταση περίπου 5 εκατοστών από την πόρτα του οχήματος του Κατηγορουμένου, να επιχειρεί να βάλει το χέρι του μέσα στο όχημα. Ταυτόχρονα, ο οδηγός του οχήματος ξεκίνησε απότομα και έφυγε από το σημείο. Δεν άκουσε οτιδήποτε όσον αφορά την συζήτηση μεταξύ των δύο προσώπων. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή της γνώσης τους, η μνήμη τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και η αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Περαιτέρω, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίστηκε σε απόλυτη αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά συσχετίστηκε, αντιπαραβλήθηκε και διερευνήθηκε μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νου, σημειώνω ότι ο μάρτυρας κατηγορίας ήταν σαφής στις θέσεις του και απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα. Δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε προσπάθεια παραποίησης των γεγονότων ή απόκρυψης της αλήθειας. Ήταν ήρεμος και δεν φάνηκε να διακατέχεται από αμηχανία ή δισταγμό στις απαντήσεις του. Επιπρόσθετα, δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Ήταν σταθερός στις θέσεις του και επέμεινε σε αυτές μέχρι τέλους. Η αξιοπιστία του δεν πλήγηκε ούτε κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του. Επισημαίνω ότι μεγάλο μέρος της αντεξέτασης αναλώθηκε σε ζητήματα άσχετα με τα επίδικα, όπως για την συμπεριφορά του αστυνομικού στον αστυνομικό σταθμό για την οποία, εν πάση περιπτώσει, δεν έχω διαπιστώσει κάτι μεμπτό. Αξιολογώντας την συνολική παρουσία του μάρτυρα κατηγορίας τον κρίνω καθ' όλα αξιόπιστο Ο Κατηγορούμενος επιβεβαίωσε εν πολλοίς την θέση του μάρτυρα κατηγορίας, ότι δηλαδή στις 6.12.2016 οδηγούσε το όχημα του στην οδό Μεγάλου Αλεξάνδρου και ότι σταμάτησε στο σημείο όπου στεκόταν ο ΜΚ και είπε σε αυτόν ότι είναι ντροπή να κρύβονται και να καταγγέλλουν πολίτες. Παραδέχτηκε επίσης ότι ο αστυνομικός ζήτησε τα στοιχεία του, και ότι ο ίδιος αποχώρησε χωρίς να τα δώσει. Η προσπάθεια του κατηγορουμένου σε σχέση πάντοτε με την παρούσα υπόθεση, ήταν να πείσει ότι δεν εμπόδισε την κυκλοφορία οχημάτων και εγκατέλειψε την σκηνή ένεκα του φόβου του. Πλην όμως, ο Κατηγορούμενος δεν με έπεισε για την ειλικρίνεια του. Από την μια επιχείρησε να πείσει ότι είχε φοβηθεί ότι θα του συνέβαινε κάποιο κακό, ενώ ευθύς εξ αρχής ήταν ο ίδιος που αδικαιολόγητα σταμάτησε στο σημείο και επιχείρησε να προβεί σε υποδείξεις προς την αστυνομία. Οι δύο τούτες θέσεις δεν συμβαδίζουν. Εκτός τούτου, οι θέσεις του Κατηγορουμένου έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τις θέσεις του μάρτυρα που ο ίδιος ο Κατηγορούμενος κάλεσε στο Δικαστήριο. Ο ΜΥ που ήταν σαφής και τον θεωρώ ως αξιόπιστο μάρτυρα, αναφέρθηκε στο περιστατικό και η εκδοχή του συμβαδίζει πλήρως με την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής παρά με τις θέσεις του Κατηγορουμένου. Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου, απορρίπτω την μαρτυρία του Κατηγορουμένου καταλήγω σε ευρήματα ως η μαρτυρία του ΜΚ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ 1η Κατηγορία Ο Κανονισμός 58
(10)(δ) των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών Κ.Δ.Π. 66/84 που προνοεί τα εξής: «
(10)Πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο μηχανοκίνητου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο οφείλει να- (δ) μη βραδυπορεί ούτε εμποδίζει την κανονική κίνηση των υπόλοιπων οχημάτων, εκτός σε όση έκταση αυτό είναι αναγκαίο για λόγους ασφάλειας και, σε περίπτωση που είναι αναγκασμένος να κινείται πολύ αργά, να οδηγεί το όχημα στην αριστερή πλευρά του δρόμου για να διευκολύνει την κυκλοφορία των υπόλοιπων οχημάτων» Η προσέγγιση που ακολουθείται στην Αγγλία για παρόμοιας φύσης αδικήματα μπορεί να προσφέρει καθοδήγηση. Όμοιας φύσης είναι ειδικότερα το αδίκημα που προνοείται με τον Αγγλικό κ. 103 των Motor Vehicles (Construction and Use) Regulations 1986, S.I. 1986 No 1078, σύμφωνα με τον οποίο: «103. No person in charge of a motor vehicle or trailer shall cause or permit the vehicle to stand on a road so as to cause any unnecessary obstruction of the road.» Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences, 27th ed, 2015 Vol.1 σελ. 578 η παρακώλυση της κυκλοφορίας μπορεί να προκληθεί από πραγματική παρακώλυση λωρίδας κυκλοφορίας, π.χ. καταλαμβάνοντας το μισό μέρος ενός στενού, πολυσύχναστου δρόμου ή μπορεί να είναι παράλογη χρήση δικαιώματος στάσης ακόμη και αν υπάρχει χώρος διέλευσης της κυκλοφορίας. Υφίσταται δηλαδή αδίκημα όπου υπάρχει παράλογη χρήση του δρόμου με σκοπό την παρακώλυση ή με ενδεχόμενο η κυκλοφορία να παρακωλυθεί ακόμα και χωρίς μαρτυρία ότι οποιοδήποτε πρόσωπο έχει όντως παρακωλυθεί (βλ. Wilkinson's Road Traffic Offences, ανωτέρω παρ. 6.205). Στην Nagy v. Weston [1965] 1 All ER 78 θεωρήθηκε ότι η στάθμευση ενός οχήματος για πέντε λεπτά σε ένα πλατύ, πολυσύχνατο δρόμο ισοδυναμούσε με παρακώλυση κυκλοφορίας. Αναφέρθηκαν ειδικότερα τα εξής: «While there must be proof of unreasonable use, whether or not user amounting to an obstruction was or was not un­reasonable use was a question of fact, depending on all the circumstances, including the length of time the obstruction continued, the place where it occurred, the purpose for which it was done and whether it caused an actual as opposed to a potential obstruction.» Σε ελεύθερη μετάφραση: «Αν και θα πρέπει να υπάρχει μαρτυρία για παράλογη χρήση, το κατά πόσο η χρήση αποτελούσε παρακώλυση ή όχι είναι ζήτημα γεγονότων, λαμβανομένων υπόψη όλων των παραγόντων, συμπεριλαμβανομένου του χρόνου διάρκειας της παρακώλυσης, του τόπου που έλαβε χώρα, τον σκοπό για τον οποίο προκλήθηκε και αν προκάλεσε πραγματική παρά πιθανή παρακώλυση.» Στην προκειμένη περίπτωση, ο Κατηγορούμενος χωρίς κανένα ουσιαστικό λόγο, όπως θα ήταν για παράδειγμα λόγος που σχετιζόταν με μηχανικό πρόβλημα ή με ζήτημα ασφάλειας, σταμάτησε το όχημα του σε σημείο που προοριζόταν για την διακίνηση οχημάτων ενός πολυσύχναστου δρόμου. Μοναδικός σκοπός του ήταν να επιπλήξει αστυνομικό ο οποίος εκείνη την στιγμή επιτελούσε το καθήκον του. Ακόμα και να μην υπήρχε μαρτυρία περί πραγματικής παρεμπόδισης οχημάτων, ο Κατηγορούμενος με τις πράξεις του, υπό το φως των πιο πάνω περιστάσεων, διέπραξε το αδίκημα της 1ης Κατηγορίας. Σε κάθε όμως περιπτώσει, με βάση την αξιόπιστη ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, ο Κατηγορούμενος με την πράξη του αυτή όντως προκάλεσε παρακώλυση κυκλοφορίας αφού ανάγκασε το όχημα που τον ακολουθούσε να σταματήσει προκειμένου να μην συγκρουστεί πάνω του. Περαιτέρω, καθ' όλη την διάρκεια που ο Κατηγορούμενος συνομιλούσε με τον ΜΚ, υπήρχαν αυτοκίνητα που κατευθύνονταν από τα Λατσιά προς την αερογέφυρα και εμποδίζονταν από το όχημα του Κατηγορουμένου. Δεν μπορεί να υπάρξει άλλη κατάληξη πέρα από την ενοχή του Κατηγορουμένου. 2η Κατηγορία Το άρθρο 7 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/72, το οποίο, προνοεί ότι: «Πάς όστις οδηγεί µηχανοκίνητον όχηµα επί τινος οδού αλογίστως, απερισκέπτως ή επικινδύνως διά το κοινόν, λαµβανοµένων υπ' όψιν πασών των περιστάσεων, ιδία δε της φύσεως, της καταστάσεως και της χρήσεως της οδού, ως και του όγκου της τροχαίας, ήτις πραγµατικώς υπάρχει κατά τον δεδοµένον χρόνον ή ήτις ευλόγως θα ανεµένετο να υπάρχη κατά τον εν λόγω χρόνον επί της οδού ταύτης, είναι ένοχος αδικήµατος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστηµα µη υπερβαίνον τα δύο έτη ή εις χρηµατικήν ποινήν µη υπερβαίνουσαν τας διακοσίας λίρας ή εις αµφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηµατικής τοιαύτης.» Το τι συνιστά επικίνδυνη οδήγηση έχει αποτελέσει αντικείμενο Νομολογίας. Έχει νομολογηθεί ότι η επικίνδυνη οδήγηση δεν εξομοιώνεται προς την οδήγηση χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 115). Συγκεκριμένα, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση αυτή, στη μία περίπτωση αναζητείται κατά πόσο το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνου που αναμένεται από τον μέσο συνετό οδηγό, ενώ στην άλλη περίπτωση κατά πόσο η συγκεκριμένη πράξη ή συμπεριφορά είναι επικίνδυνη. Η δε απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται επιπρόσθετα απόδειξη ότι την προκάλεσε κάποιο σφάλμα. Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Σάζου
(2001)2 Α.Α.Δ 18, η οποία αφορούσε κατηγορία πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης και επικίνδυνης πράξης, κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, η επικίνδυνη οδήγηση δεν αποδεικνύεται απόλυτα μόνο με την ύπαρξη κάποιου λάθους. Το στοιχείο αυτό (του σφάλματος) είναι το λιγότερο που θα πρέπει να αποδειχθεί και συνυπολογίζεται πάντα με τις υπόλοιπες συνθήκες και την οδική συμπεριφορά που οδήγησε στη σύγκρουση. Η λέξη «επικίνδυνος» στη συνήθη γραμματική ερμηνεία σημαίνει αυτό που εμπεριέχει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους. Η λέξη 'επικίνδυνος' στη συνήθη γραμματική της ερμηνεία, σημαίνει αυτόν που εμπεριέχει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους (Επίτομο Νέο Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας του Σπύρου Τσιούνη). Είναι επίσης, σαφώς νομολογημένο, ότι η κατηγορούσα αρχή δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να οδηγήσει επικίνδυνα ή άσχημα, δεν σημαίνει, ότι το αδίκημα μπορεί να διαπραχθεί χωρίς σφάλμα του οδηγού. Σε σχέση με την απερίσκεπτη πράξη, σχετική είναι η υπόθεση R. v. Lawrence
(1981)All E.R. 974. Στην απόφαση αυτή, αποφασίστηκε ότι η ένοχη σκέψη (mens rea), υπάρχει όταν ένας οδηγός πριν αρχίσει να οδηγεί με τρόπο που περιέχει σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς, παραλείπει να λάβει υπ' όψιν τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει, οδηγώντας με αυτό τον τρόπο. Τέλος, «αλόγιστος» σύμφωνα με το λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, Β' έκδοση, σελ. 127 πρόκειται για ενέργεια που δε στηρίζεται στη λογική, που ξεπερνά το μέτρο, που αγγίζει τα όρια της υπερβολής ή του παραλογισμού. Στην παρούσα υπόθεση, θεωρώ ότι τεκμηριώνεται επικίνδυνη αλλά και απερίσκεπτη οδήγηση από την πλευρά του Κατηγορουμένου. Ενώ, ο μάρτυρας κατηγορίας βρισκόταν σε πολύ κοντινή απόσταση από το όχημα του Κατηγορουμένου, ο τελευταίος εκκίνησε απότομα και με κίνηση δεξιά, δημιούργησε μια επικίνδυνη κατάσταση αφού για πολύ λίγο δεν κτύπησε στο σώμα του μάρτυρα Κατηγορίας. Η ενέργεια του Κατηγορουμένου ήταν τέτοια που δημιούργησε κίνδυνο, φόβο και απειλή στο πρόσωπο του ΜΚ, αλλά επιπρόσθετα περιείχε σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς. Ο Κατηγορούμενος, ενεργώντας απερίσκεπτα, παρέλειψε να λάβει υπ' όψιν τέτοια πιθανότητα ή την αγνόησε. Τούτο δε ανεξάρτητα του ευτυχούς γεγονότος ότι δεν προκλήθηκε εν τέλει τροχαίο ατύχημα. 3η Κατηγορία Ο Κανονισμό 58
(10)(δ) των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών Κ.Δ.Π. 66/84 που προνοεί τα εξής: «
(2)Κάθε πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο μηχανοκινήτου οχήματος, έχει τα πιο κάτω καθήκοντα και υποχρεώσεις- (ζ) στις περιπτώσεις όπου καλείται για το σκοπό αυτό από αστυνομικό με στολή, να δίνει σ' αυτόν τα ακριβή στοιχεία της ταυτότητας του και τη διεύθυνση του, καθώς και τα στοιχεία της ταυτότητας και τον τόπο διαμονής ή εργασίας του ιδιοκτήτη του μηχανοκινήτου οχήματος.» Στην βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να υπάρξει οποιαδήποτε αμφιβολία ότι ο Κατηγορούμενος διέπραξε και το αδίκημα της 3ης Κατηγορίας. Ενώ ο ΜΚ φορούσε την υπηρεσιακή του στολή, ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να δώσει τα στοιχεία της ταυτότητας του και ο τελευταίος χωρίς κάποια εύλογη αιτία παρέλειψε να το πράξει. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Υπό το φως των πιο πάνω, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σε όλες τις Κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.