← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μιχαηλίδης, Αρ. Υπόθεσης: 21069/2016, 2/8/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μιχαηλίδης, Αρ. Υπόθεσης: 21069/2016, 2/8/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B168 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 21069/2016 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. XXXXX Μιχαηλίδης Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 2 Αυγούστου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Φρ. Κακούρη Για Κατηγορούμενο: κα Ελ. Κωμοδρόμου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Είναι κοινό έδαφος ότι στις 11.4.2015 και περί ώρα 22:45 συνέβη τροχαίο δυστύχημα στην Λεωφόρο Σαλαμίνος στην Λευκωσία. Εμπλεκόμενοι ήταν ο Κατηγορούμενος που οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής XXXXX02 και ο πεζός, XXXXX Τσιάκκας. Το δυστύχημα έγινε κατά την διάρκεια της νύχτας, ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος ήταν στεγνή και καθαρή. Η Λεωφόρος Σαλαμίνος είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης με δυο λωρίδες κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση. Οι κατευθύνσεις χωρίζονται με άσπρη συνεχή γραμμή και οι λωρίδες κάθε κατεύθυνσης με άσπρη διακεκομμένη γραμμή. Στο σημείο του δυστυχήματος, ο δρόμος είναι επίπεδος. Η περιοχή είναι κατοικημένη, με όριο ταχύτητας 50 ΧΑΩ. Κάτω από συνθήκες που θα διερευνηθούν πιο κάτω, επήλθε η επαφή του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος με τoν πεζό, με αποτέλεσμα τον σοβαρό τραυματισμό του τελευταίου. Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου ν.86/72. Για να αποδείξει την υπόθεση της, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 3 μάρτυρες κατηγορίας. Αφού κλήθηκε σε απολογία, ο Κατηγορούμενος επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής. Δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης μαρτυρία και να αξιολογήσω την εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή γνώσης, μνήμη, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, προκατάληψη, ανιδιοτέλεια ή αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα έλαβα επίσης υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο αξιολόγησης με βάση το περιεχόμενο και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με βάση μόνο την εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου

(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Αστ.XXX8 XXXXX Αρναούτ (ΜΚ1) Ο ΜΚ1 επισκέφθηκε την σκηνή του δυστυχήματος στις 23:05 της 11.4.
  1. Ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής (βλ. Τεκμήριο 7) στο οποίο σημείωσε, μεταξύ άλλων, την πορεία του πεζού και το σημείο επαφής του με το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου. Τα εν λόγω σημεία εντοπίστηκαν μετά από μελέτη κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης. και με αυτά συμφώνησε ο Κατηγορούμενος, ο οποίος είχε υποδείξει αρχικά, διαφορετικά σημεία. Ο μάρτυρας σημείωσε επί του σχεδίου δύο κολώνες οδικού φωτισμού, οι οποίες όμως δεν παρείχαν φωτισμό καθότι οι λαμπτήρες ήταν καμένοι. Η ορατότητα του Κατηγορουμένου προς τον πεζό, καταμετρήθηκε στην σκηνή του δυστυχήματος και ήταν 30 μέτρα. Ειδικότερα, ο ΜΚ1 ζήτησε από αστυνομικό να σταθεί στο σημείο όπου είχε υποδείξει αρχικά ο Κατηγορούμενος ως το σημείο που είδε για πρώτη φορά τον πεζό. Οδηγώντας το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου με κατεύθυνση ως αυτή που ακολουθούσε ο κατηγορούμενος το βράδυ του δυστυχήματος, ο ΜΚ1 σημείωσε την απόσταση από την οποία μπορούσε να δει τον αστυνομικό. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν έγινε αναπαράσταση του δυστυχήματος, αλλά μόνο καταμέτρηση της ορατότητας. Στον εν λόγω δρόμο κινούνται συχνά οχήματα, τα οποία παρέχουν φωτισμό. Υπάρχει επίσης φωτισμός από παρακείμενα καταστήματα, αλλά δεν γνωρίζει αν η ακτίνα φωτός που εκπέμπεται από αυτά εκτείνεται μέχρι το σημείο του δυστυχήματος. Ο ΜΚ1 ανέφερε τέλος ότι ο δρόμος, ως η πορεία του Κατηγορουμένου, παρουσιάζει ελαφριά κλίση στα αριστερά. Δεν έχει μετρήσει την ακριβή κλίση, καθότι δεν θα άλλαζε οτιδήποτε όσον αφορά τις δικές του μετρήσεις. Θεωρώ ότι ο ΜΚ1 ανέφερε την αλήθεια στο Δικαστήριο σε σχέση με τις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά την διερεύνηση του δυστυχήματος. Αποδέχομαι την θέση του σε σχέση με το σημείο επαφής του οχήματος του Κατηγορουμένου με τον πεζό, αφού αυτό προκύπτει μέσα από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης στο οποίο καταγράφηκε το δυστύχημα. Εξάλλου, με το εν λόγω σημείο συμφώνησε τόσο ο Κατηγορούμενος όσο και ο πεζός. Παρά τα πιο πάνω, θεωρώ ότι ο ΜΚ1 υπέπεσε σε σφάλματα αναφορικά με την διερεύνηση του επίδικου δυστυχήματος και συγκεκριμένα σε σχέση με την καταμέτρηση της ορατότητας του Κατηγορουμένου. Κατ' αρχάς, όπως ο ίδιος ο μάρτυρας ανέφερε, αν καταμετρούσε την ακτίνα των φώτων του Κατηγορουμένου, ίσως τα ευρήματα του αναφορικά με την ορατότητα να ήταν διαφορετικά. Εντούτοις, δεν καταμέτρησε την ακτίνα των φώτων. Περαιτέρω, ο ΜΚ1 προέβη σε καταμέτρηση της ορατότητας από το σημείο που υπέδειξε αρχικά ο Κατηγορούμενος ως σημείο επαφής και όχι από το σημείο που εν τέλει ήταν το ορθό. Επίσης, η καταμέτρηση ορατότητας έγινε σε άλλη ημερομηνία και ενδεχομένως υπό διαφορετικές συνθήκες τροχαίας κίνησης. Ο ίδιος ο ΜΚ1 ανέφερε ότι η παρουσία ή όχι οχημάτων στον δρόμο, επηρεάζει την ορατότητα. Παρέμειναν λοιπόν άγνωστες οι συνθήκες καταμέτρησης. Στην προκειμένη περίπτωση, ο ΜΚ1 δεν εφοδίασε με εκείνα τα στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να αξιολογηθούν για να διαπιστωθεί η ορθότητα των συμπερασμάτων του. Προκαλώντας σύγχυση, κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι ο φωτισμός για ένα μέσο οδηγό ήταν ικανοποιητικός ενώ λίγο προηγουμένως είχε αναφέρει ότι ο φωτισμός από τους πασσάλους οδικού φωτισμού δεν ήταν ικανοποιητικός. Ακόμα μεγαλύτερη σύγχυση προκάλεσε το γεγονός ότι ο ΜΚ1 δεν γνώριζε κατά πόσον θα άλλαζαν τα ευρήματα του όσον αφορά την ορατότητα, αν καταμετρούσε την κλίση που παρουσίαζε ο δρόμος. Δεν απέκλεισε αυτό το ενδεχόμενο. Υπό το φως των πιο πάνω, δεν μπορεί με βεβαιότητα να συναχθεί ότι στην καταμέτρηση στην οποία προέβη ο ΜΚ1 αντικατοπτρίζονται οι συνθήκες του δυστυχήματος. Αστ.XXX3 XXXXX Αγιώτης (ΜΚ2) Ο ΜΚ2 έχει τύχει εκπαίδευσης σε θέματα τροχαίας και του ζητήθηκε από τον ΜΚ1 να προβεί σε διάφορους υπολογισμούς για να διαπιστωθεί κατά πόσο ο πεζός βρισκόταν εντός του οπτικού πεδίου του Κατηγορουμένου. Ο ΜΚ2 έλαβε ως δεδομένα όσα του μετέφερε ο ΜΚ
  2. Ειδικότερα, έλαβε υπόψη ότι ο πεζός εισήλθε στον δρόμο με γρήγορο βηματισμό και διένυσε 12,20 μέτρα από την άκρη του πεζοδρομίου μέχρι το σημείο επαφής. Με βάση βιβλιογραφία, ένας πεζός άνω των 80 ετών, διανύει με κανονικό βηματισμό 1,40 μέτρα/δευτερόλεπτο, ενώ αν τρέχει διανύει 2,77 μέτρα/δευτερόλεπτο Με βάση τα πιο πάνω, ο μάρτυρας κατέληξε ότι ο πεζός θα χρειαζόταν 8,71 δευτερόλεπτα για να διανύσει με κανονικό βηματισμό την απόσταση των 12,20 μέτρων, ενώ αν έτρεχε, θα χρειαζόταν 4,40 δευτερόλεπτα. Αφού έλαβε περαιτέρω υπόψη ότι σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο, αυτός κινείτο με ταχύτητα 30 ΧΑΩ, κατέληξε ότι στην 1η περίπτωση, όταν ο πεζός εισήλθε στον δρόμο, το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου θα βρισκόταν 72,55 μέτρα πριν το σημείο επαφής, ενώ στη 2η περίπτωση θα βρισκόταν 36,98 μέτρα πριν το σημείο επαφής. Συνεπώς, και στις δύο περιπτώσεις, όταν ο πεζός ξεκίνησε να διασταυρώνει το δρόμο ήταν εκτός της ορατότητας του Κατηγορουμένου. Ακολούθως, ο ΜΚ2 έλαβε υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος είχε ορατότητα 30 μέτρα προς τον πεζό. Με βάση αυτό και με δεδομένη την ταχύτητα των 30ΧΑΩ, ο ΜΚ2 υπολόγισε ότι όταν ο πεζός βρέθηκε εντός της ορατότητας του Κατηγορουμένου, το αυτοκίνητο του χρειάστηκε χρόνο 3,60 δευτερολέπτων για να διανύσει την απόσταση μέχρι το σημείο επαφής. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, ο χρόνος αντίδρασης ενός μέσου οδηγού ηλικίας 71 ετών, όσο δηλαδή ήταν ο Κατηγορούμενος, κατά την διάρκεια της νύχτας υπολογίζεται σε 2 δευτερόλεπτα. Εάν ο Κατηγορούμενος αντιδρούσε σε χρόνο 2 δευτερολέπτων, τότε θα διένυε απόσταση 16.66 μέτρων μέχρι να αντιδράσει και με βάση την ταχύτητα του θα χρειαζόταν 5 μέτρα για να ακινητοποιηθεί. Συνεπώς, αν αντιδρούσε έγκαιρα, θα σταματούσε το όχημα του σε απόσταση 8,34 μέτρων πριν την επαφή του με τον πεζό. Ο ΜΚ2 ήταν ήρεμος και δεν φάνηκε να διακατέχεται από αμηχανία ή δισταγμό στις απαντήσεις του. Δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις και η αξιοπιστία του δεν πλήγηκε κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του. Δεν έχω αμφιβολία ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να αναφέρει την αλήθεια. Ένεκα της εμπειρίας και των προσόντων του, κρίνω ότι ήταν σε θέση να προβεί στους μαθηματικούς υπολογισμούς, στους οποίους προέβη. Παρά ταύτα, η μαρτυρία του ΜΚ2 δεν προσφέρει ουσιαστική βοήθεια αναφορικά με το επίδικο δυστύχημα. Ο ΜΚ2 έλαβε ως δεδομένο ότι η ορατότητα του Κατηγορουμένου ήταν 30 μέτρα, κάτι που όπως έχει ήδη αναφερθεί δεν έχει αποδειχτεί με την μέγιστη δυνατή βεβαιότητα. Περαιτέρω, ο ΜΚ2 προέβη στους υπολογισμούς του χρησιμοποιώντας ταχύτητα 30ΧΑΩ, βασιζόμενος προφανώς σε όσα ο ίδιος ο Κατηγορούμενος ανέφερε στην κατάθεση του. Πλην όμως, δεν υπάρχει απόλυτο εύρημα περί της ταχύτητας. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε στην κατάθεση του ότι κινείτο με ταχύτητα «γύρω στα 30ΧΑΩ». Το να χρησιμοποιηθεί η εν λόγω ταχύτητα ώστε να διαπιστωθούν οι ακριβείς συνθήκες του δυστυχήματος είναι τουλάχιστον επισφαλές καθότι οποιαδήποτε διαφοροποίηση, αλλάζει τα αποτελέσματα. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, θεωρώ ότι το υπόβαθρο επί των οποίων στηρίζονται οι μαθηματικοί υπολογισμοί του ΜΚ2 δεν είναι τόσο στερεό, ώστε να προσφέρει στον βαθμό που απαιτείται σε μια ποινική υπόθεση, την δυνατότητα εξαγωγής ευρημάτων, αναφορικά με το επίδικο δυστύχημα. XXXXX Γεωργίου (ΜΚ3) Ο ΜΚ3 ανέφερε ότι στις 11.4.2015 και ώρα 22:40 οδηγούσε το αυτοκίνητο του στην Λεωφόρο Σαλαμίνος, έχοντας αναμμένα φώτα πορείας στην κανονική στάση. Η τροχαία κίνηση ήταν πολύ αραιή. Περίπου εκατό μέτρα μπροστά του, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας ως η πορεία του, βρισκόταν το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου, το οποίο φαινόταν να κινείται με χαμηλή ταχύτητα. Τότε, ο ίδιος εισήλθε στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας ως η πορεία του. Αφού πλησίασε το σημείο του δρόμου, όπου υπάρχει κλίση αριστερά και ενώ το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου βρισκόταν ακόμα μπροστά του σε απόσταση περίπου 20-30 μέτρων, ο ΜΚ3 είδε σε απόσταση περίπου 60 μέτρων, έναν πεζό να κινείται στον δρόμο με γοργό βήμα. Ο πεζός βρισκόταν στην δεξιότερη από τις 4 λωρίδες κυκλοφορίας του δρόμου. Φορούσε ρούχα σκούρου χρώματος και ο ΜΚ3 τον είδε με δυσκολία. Στο εν λόγω σημείο, ο οδικός φωτισμός είναι περιορισμένος. Ο πεζός συνέχισε την πορεία του και εισήλθε στην λωρίδα κυκλοφορίας στην οποία κινείτο ο ΜΚ3 και ακολούθως στην λωρίδα κυκλοφορίας όπου κινείτο το όχημα του Κατηγορουμένου. Τότε, ο ΜΚ3 είδε να ανάβουν τα stop lights του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος και ταυτόχρονα έχασε τον πεζό από το οπτικό του πεδίο. Αμέσως μετά, είδε τον πεζό να εκτινάσσεται στον αέρα. Ο ΜΚ3 συνέχισε να κινείται και αφού πέρασε μπροστά από το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου το οποίο είχε πλέον σταματήσει, σταμάτησε και ο ίδιος. Όταν πήγε στο σημείο, είδε τον πεζό να κάθεται στο πεζοδρόμιο και να έχει αίματα στο πρόσωπο του. Ούτε η μαρτυρία του ΜΚ3 ήταν διαφωτιστική αναφορικά με ουσιαστικές πτυχές της παρούσας υπόθεσης όπως η ορατότητα του Κατηγορουμένου. Εκείνο που με βεβαιότητα μπορεί να συναχθεί από την μαρτυρία του ΜΚ3 είναι ότι η ορατότητα στο σημείο του δυστυχήματος ήταν περιορισμένη. Το γεγονός ότι ο ΜΚ3 είχε δει τον πεζό σε μεγαλύτερη απόσταση από ότι ο Κατηγορούμενος δεν μπορεί να αποδείξει ότι ο Κατηγορούμενος ήταν αμελής σε αντίθεση με τον ΜΚ
  3. Το Δικαστήριο αναζητεί το καθήκον επιμέλειας που πρέπει να επιδεικνύει ο μέσος οδηγός. Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ο ΜΚ3 στην προκειμένη περίπτωση, ενήργησε ως ο μέσος συνετός οδηγός και άρα να προκύψει εύρημα ότι ο Κατηγορούμενος υπολειπόταν του μέτρου αυτού. Εξάλλου, κατά την αντεξέταση του, ο ΜΚ3 ανέφερε ότι θα ήταν δυσκολότερο για τον Κατηγορούμενο να δει τον πεζό, από ότι ο ίδιος λόγω του ότι ο ίδιος είχε μεγαλύτερο οπτικό πεδίο από τον Κατηγορούμενο. Εν πάση περιπτώσει, ο ΜΚ3 προκάλεσε κάποια σύγχυση με τις αναφορές του σε μέτρα αφού άλλα είχε πει στην κατάθεση του και άλλα ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν θεωρώ βεβαίως ότι το εν λόγω πρόσωπο προσπάθησε να παραπλανήσει. Θεωρώ όμως ότι δεν ήταν σε θέση να αποτυπώσει και να μεταφέρει με ακρίβεια όσα είδε εκείνη την ημέρα. Κατάθεση Κατηγορουμένου Επισημαίνω στο σημείο αυτό, ότι η κατάθεση του Κατηγορουμένου κατατέθηκε στο Δικαστήριο (βλ. Τεκμήριο 5). Έγγραφα τα οποία κατατίθενται ως τεκμήρια, είναι μέρος του μαρτυρικού υλικού και πρέπει να αξιολογούνται με την υπόλοιπη μαρτυρία (βλ. Καύκαρκου ν. Χαπούπη
(1992)1 ΑΑΔ 260). Σε σχέση με την αξιολόγηση καταθέσεων Κατηγορουμένου παραπέμπω στην Γαβριήλ v. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 693. Στην κατάθεση του λοιπόν, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι στις 11.4.2015 και γύρω στις 22:35 οδηγούσε το αυτοκίνητο του στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας από τις δυο που υπάρχουν για την πορεία του. Κινείτο με ταχύτητα γύρω στα 30 ΧΑΩ και είχε αναμμένα φώτα πορείας στην κανονική στάση. Η τροχαία κίνηση ήταν πολύ αραιή. Πλησιάζοντας στο σημείο όπου ο δρόμος παρουσίαζε στροφή προς τα αριστερά, ο οδικός φωτισμός ήταν περιορισμένος αφού υπήρχαν δυο πάσσαλοι που δεν λειτουργούσαν. Ενώ κινείτο στο υπό αναφορά σημείο, είδε σε απόσταση ενός μέτρου, έναν άντρα να βρίσκεται στην λωρίδα κυκλοφορίας του και να έχει κατεύθυνση από δεξιά προς αριστερά. Αμέσως, πάτησε τα φρένα του οχήματος του, πλην όμως δεν αποφεύχθηκε η επαφή με το σώμα του πεζού. Ο πεζός έγειρε πάνω στο καπό του αυτοκινήτου, το κεφάλι του κτύπησε στο αριστερό μέρος του ανεμοθώρακα στο αριστερό καθρεφτάκι και ακολούθως, έπεσε στην άσφαλτο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Ο κατηγορούμενος κατηγορείται δυνάμει του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Παύλου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 A.A.Δ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο, ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Όπως αναφέρεται στην Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 378). Η παρουσία ενήλικου πεζού στο κράσπεδο του δρόμου δεν υποδηλώνει αφ' εαυτής την ύπαρξη κινδύνου, για τον οποίο πρέπει να ληφθούν προφυλακτικά μέτρα. Κίνδυνος μπορεί να προκύψει αφότου ο πεζός αποπειράται να διασταυρώσει τον δρόμο. (Βλ. Murrel v. Aστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 217, σελ. 223-4). Η μη αποφυγή της σύγκρουσης δεν συνεπάγεται από μόνη της αμέλεια (βλ. Παππάς ν. Ναθαναήλ
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 275). Στην παρούσα περίπτωση, δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης μαρτυρίας, κρίνω ότι η Κατηγορούσα αρχή δεν παρουσίασε ενώπιον μου επαρκή μαρτυρία επί της οποίας να μπορώ να βασιστώ για να καταλήξω σε ασφαλές συμπέρασμα σε σχέση με τις ενέργειες του Κατηγορουμένου οι οποίες να συνηγορούν σε αμέλεια. Ο ΜΚ1 έφτασε στην σκηνή του δυστυχήματος μετά το συμβάν και εκτός από το σχέδιο το οποίο ετοίμασε και τα ευρήματα της σκηνής, δεν μπόρεσε να διαφωτίσει περαιτέρω το Δικαστήριο. Η μαρτυρία του ΜΚ2 δεν μπορεί να βοηθήσει καθότι το υπόβαθρο στο οποίο στηρίχθηκε δεν αντιπροσωπεύει τις συνθήκες του επίδικου δυστυχήματος. Τέλος, από την μαρτυρία του ΜΚ3 δεν μπορεί να εξαχθεί εύρημα ότι ο Κατηγορούμενος όφειλε ή μπορούσε να εντοπίσει νωρίτερα τον πεζό. Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 στις σελ. 365, 366 «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246 επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.» Από την στιγμή που η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής δεν έχει γίνει αποδεκτή όσον αφορά τα αμφισβητούμενα γεγονότα, δεν μπορούν να υπάρξουν ασφαλή ευρήματα στον βαθμό βεβαιότητας που απαιτείται σε μια ποινική υπόθεση. Ο Κατηγορούμενος δικαιούται το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Εάν το Δικαστήριο βασιζόταν αποκλειστικά στην επαφή του οχήματος του Κατηγορουμένου με τον πεζό, τούτο θα σήμαινε ότι θα έκρινε μικροσκοπικά τις ενέργειες ή παραλείψεις του Κατηγορουμένου παραβιάζοντας έτσι την νομολογιακή αρχή ότι οι πράξεις ενός οδηγού δεν πρέπει να κρίνονται μικροσκοπικά (βλ. Νικολαϊδης κ.α. ν. Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 422, 429). Αποτελεί, συνεπώς, αναπόδραστη κατάληξή μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία. Ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.