Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Mustafa, Αρ. Υπόθεσης: 6361/16, 31/7/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B167 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6361/16 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. XXXXX Mustafa Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 31 Ιουλίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Φρ. Κακούρη Για τον Κατηγορούμενο: κα Στ. Στυλιανού Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος κατηγορείται 1) για υποβολή ψευδούς εγγράφου στα πλαίσια αίτησης με σκοπό την απόκτηση άδειας οδήγησης και 2) για χρήση πλαστογραφημένου εγγράφου με σκοπό την απόκτηση άδειας οδήγησης, κατά παράβαση του περί Άδειας Οδήγησης Νόμου ν.94(Ι)/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων επί του Κατηγορητηρίου, ο Κατηγορούμενος στις 16.3.2015 στα γραφεία του Τμήματος Οδικών Μεταφορών στην Λευκωσία, παρουσίασε στον XXXXX Γρηγορίου, την άδεια οδήγησης Ιταλίας με αριθμό RM8734533 η οποία ήταν πλαστή, με σκοπό την μετατροπή της σε Κυπριακή άδεια οδήγησης. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε ενοχή και διεξήχθη ακροαματική διαδικασία. Η κατηγορούσα αρχή κάλεσε 4 μάρτυρες κατηγορίας. Τα βασικά γεγονότα δεν αμφισβητούνται. Εκείνο που αμφισβητείται είναι η ένοχη σκέψη του Κατηγορουμένου. Εκ των προτέρων αναφέρω ότι όλοι ο μάρτυρες κατηγορίας μου έκαναν θετική εντύπωση. Απαντούσαν με αμεσότητα και ευθύτητα και δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε προσπάθεια παραποίησης της αλήθειας. Εξάλλου, δεν επιχειρήθηκε ο κλονισμός της αξιοπιστίας των μαρτύρων κατηγορίας. Έγιναν απλώς διευκρινιστικές ερωτήσεις στις οποίες οι μάρτυρες απάντησαν με επάρκεια. Για σκοπούς πληρότητας παραθέτω συνοπτικά την μαρτυρία κάθε μάρτυρα. Σε σχέση με την μαρτυρία του Κατηγορουμένου προβαίνω σε αξιολόγηση της σε κατοπινό στάδιο. XXXXX Γρηγορίου (ΜΚ1) Ο ΜΚ1 εργάζεται στο γραφείο εξεταστών του Τμήματος Οδικών Μεταφορών. Ανάμεσα στα καθήκοντά του περιλαμβάνονται οι μετατροπές αδειών οδήγησης ξένων χωρών σε άδειες οδήγησης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στις 16.3.2015 επισκέφθηκε το γραφείο του ο Κατηγορούμενος, ο οποίος παρουσίασε άδεια οδήγησης της Ιταλίας με αρ. RM8734533, με σκοπό να την μετατρέψει σε κυπριακή. Προς τούτο συμπλήρωσε σχετικό έντυπο. Λόγω του ότι η άδεια οδήγησης της Ιταλίας φαινόταν ξεθωριασμένη, ο ΜΚ1 υποψιάστηκε ότι δεν ήταν γνήσια και απέστειλε αντίγραφο στα Κεντρικά Γραφεία, για έλεγχο γνησιότητας. Στις 4.5.2015 έλαβε απάντηση, σύμφωνα με την οποία η εν λόγω άδεια είναι πλαστή. XXXXX Χριστοφίδου (ΜΚ2) Η ΜΚ2 εργάζεται στο Εργαστήριο Εξέτασης Εντύπων της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών. Έχει τύχει εκπαίδευσης σε θέματα διαπίστωσης γνησιότητας εγγράφων. Η εν λόγω μάρτυρας παρουσίασε έκθεση πραγματογνωμοσύνης, σύμφωνα με την οποία, η αμφισβητούμενη άδεια οδήγησης δεν περικλείει τα απαραίτητα στοιχεία ασφαλείας και κατά την γνώμη της, είναι πλαστή. Εξήγησε ότι για διαπίστωση της γνησιότητας ενός εγγράφου, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ύπαρξη αντίστοιχου δειγματικού υλικού. Τόσο το γνήσιο δείγμα, όσο και το αμφισβητούμενο δείγμα εξετάζονται με εξειδικευμένο εξοπλισμό για τον εντοπισμό των στοιχείων ασφαλείας. Η γνήσια άδεια οδήγησης είναι έγγραφο υψηλής ποιότητας και περιέχει στοιχεία και εκτυπώσεις ασφαλείας που χαρακτηρίζονται από ευκρίνεια. Από την άλλη, το αμφισβητούμενο έγγραφο είναι εκτυπωμένο με την μέθοδο εξάχνωσης μελάνης και δεν παρουσιάζει υψηλής ποιότητας εκτύπωση. Η μάρτυρας ανέφερε επίσης, ότι με βάση οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όλα τα έγγραφα της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να πληρούν πρότυπα ISO για να μην υφίστανται αλλοίωση, όπως το αμφισβητούμενο δείγμα. XXXXX Παρασκευά (ΜΚ3) Ο ΜΚ3 εργάζεται στα Κεντρικά γραφεία του Τμήματος Οδικών Μεταφορών. Μεταξύ των καθηκόντων του περιλαμβάνεται ο έλεγχος της γνησιότητας αδειών οδήγησης ξένων χωρών. Στις 16.3.2015 έστειλε επιστολή στις αρμόδιες ιταλικές αρχές για να διαπιστωθεί κατά πόσον η άδεια οδήγησης που παρουσίασε ο Κατηγορούμενος στον ΜΚ1 είναι αυθεντική. Στις 27.4.2015 λήφθηκε απαντητική επιστολή, σύμφωνα με την οποία η εν λόγω άδεια οδήγησης δεν είναι καταχωρημένη στο Εθνικό Αρχείο Οδηγών της Ιταλίας. Αστ.XXX5 XXXXX Λοΐζου (ΜΚ4) Η μαρτυρία του ΜΚ4 μπορεί να χαρακτηριστεί και ως τυπική αφού η μόνη βοήθεια που παρείχε στην υπόθεση ήταν η λήψη ανακριτικής κατάθεσης από τον Κατηγορούμενο στην οποία θα αναφερθώ πιο κάτω. Κατηγορούμενος Κατά την μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Κατηγορούμενος υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία (βλ. Τεκμήριο 12) και απάντησε περαιτέρω σε ερωτήσεις. Ειδικότερα, ανέφερε ότι κατάγεται από την Αίγυπτο, αλλά γεννήθηκε στην Αγγλία όπου ήταν κάτοχος μαθητικής άδειας οδήγησης. Το 2005 κάποιος φίλος του, τον ενημέρωσε για ένα γραφείο στην Ρώμη, από το οποίο θα μπορούσε να εξασφαλίσει άδεια οδήγησης Ιταλίας με κόστος €
- Στην Αγγλία, η έκδοση άδειας οδήγησης θα στοίχιζε £350 και έτσι κατά την διάρκεια των διακοπών του στην Ιταλία, αποφάσισε να πάει στο εν λόγω γραφείο. Το γραφείο φαινόταν κυβερνητικό και έτσι δεν δημιουργήθηκε στο μυαλό του οποιαδήποτε αμφιβολία για την αυθεντικότητα του. Εκεί υπέβαλε σχετική αίτηση, καταθέτοντας την αγγλική άδεια οδήγησης, την αιγυπτιακή άδεια οδήγησης, φωτοτυπία του βρετανικού διαβατηρίου και 2 φωτογραφίες. Πλήρωσε επίσης €
- Του είπαν ότι το εν λόγω γραφείο συνεργάζεται με το Τμήμα Αδειών της Ιταλίας και του ζήτησαν να πάει την επόμενη ημέρα για να παραλάβει την καινούρια άδεια οδήγησης, κάτι το οποίο έπραξε. Κατά την αντεξέταση του, ο Κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι δεν γνώριζε κατά πόσο το γραφείο που επισκέφθηκε ήταν η αρμόδια αρχή που έκδιδε άδειες. Επανέλαβε όμως, ότι φαινόταν επίσημο γραφείο και η διαδικασία του φάνηκε φυσιολογική. Σε κάθε περίπτωση, από το 2005 οδηγούσε με το έγγραφο που εξασφάλισε από την Ιταλία, χωρίς οποιοδήποτε πρόβλημα παρά το ότι ανακόπηκε για ελέγχους από την Αστυνομία. Ο Κατηγορούμενος γνώρισε την γυναίκα του στην Αγγλία και ήρθε στην Κύπρο το 2011 για να εργαστεί. Όσο ζούσε στην Κύπρο οδηγούσε με την αμφισβητούμενη άδεια οδήγησης, επί της οποία μάλιστα έχουν προστεθεί 4 βαθμοί ποινής για τροχαίες παραβάσεις. Έτσι ποτέ δεν σκέφτηκε ότι η άδεια ήταν πλαστή. Ένεκα του ότι η εν λόγω άδεια οδήγησης έληξε το Φεβρουάριο του 2015, πήγε στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών, όπου πληροφορήθηκε για πρώτη φορά ότι η Ιταλική άδεια οδήγησης ήταν πλαστή. Μόλις το πληροφορήθηκε, αποτάθηκε αμέσως στο πλησιέστερο Αστυνομικό Σταθμό για να αναφέρει το γεγονός. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Οι νομοθετικές διατάξεις επί των οποίων εδράζονται οι Κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος είναι οι ακόλουθες: «
- Πρόσωπο το οποίο εν γνώσει του προβαίνει σε ψευδή δήλωση ή υποβάλλει ψευδές ή παραποιημένο έγγραφο κατά την υποβολή αίτησης για απόκτηση- (α) Άδειας οδήγησης, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 4· (β). (γ). (δ). είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια.»
- Πρόσωπο το οποίο, έχοντας δόλια πρόθεση- (α) . (β) χρησιμοποιεί ή επιτρέπει να χρησιμοποιηθεί από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο οποιαδήποτε άδεια, πιστοποιητικό ή άλλο έγγραφο που έχει πλαστογραφηθεί, παραποιηθεί ή αλλοιωθεί· ή (γ) . (δ) . (ε) . είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια.» Σε σχέση με το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας, ήτοι του άρθρου 46 (ανωτέρω), απαραίτητο συστατικό στοιχείο είναι η πράξη να έχει διενεργηθεί κατά την υποβολή αίτησης για απόκτηση άδειας οδήγησης δυνάμει του άρθρου 4 του ιδίου νόμου το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «4.—
(1)Αίτηση για απόκτηση άδειας οδήγησης υποβάλλεται πάνω στον καθορισμένο τύπο και ο αιτητής οφείλει να παράσχει ενυπόγραφα τις πληροφορίες και να προβεί στις δηλώσεις που περιέχονται στο σχετικό έντυπο.» Στην προκειμένη περίπτωση, προκύπτει αναντίλεκτα ότι οι ενέργειες του κατηγορουμένου, ήτοι η παρουσίαση του αμφισβητούμενου εγγράφου στον ΜΚ1, εντάσσονται στο πλαίσιο υποβολής αίτησης για απόκτηση άδειας οδήγησης. Περαιτέρω, προκύπτει αναντίλεκτα ότι το έγγραφο το οποίο ο Κατηγορούμενος παρουσίασε κατά την υποβολή αίτησης για απόκτηση άδειας οδήγησης είναι ψευδές. Όσον αφορά το πότε ένα έγγραφο θεωρείται πλαστό παραπέμπω στην υπόθεση Georghiou v. The Republic
(1984)2 CLR 65 σελ. 91 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «No forgery is committed unless the document tells a lie about itself. This proposition is generally sound in law and is reflected in the definition of "forgery" in R. v. Ritson [1869] L.R. 1 C.L.R. 200, defining the crime as the fraudulent making of an instrument which purports to be that which it is not». Στην παρούσα περίπτωση είναι αδιαμφισβήτητο ότι η άδεια οδήγησης Ιταλίας με αριθμό RM8734533 δεν είναι καταχωρημένη στο αρχείο των αρμόδιων αρχών της Ιταλίας. Έστω και αν το εν λόγω έγγραφο έφερε όλα τα χαρακτηριστικά ασφαλείας που έφερε μια ιταλική άδεια οδήγησης και πάλι θα εθεωρείτο πλαστό αφού επιμαρτυρεί ένα ψεύδος για τον εαυτό του, ότι δηλαδή ο Κατηγορούμενος είναι κάτοχος άδειας οδήγησης Ιταλίας, ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι. Απομένει να εξεταστεί κατά πόσον ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι κατά την υποβολή της αίτησης για εξασφάλιση άδειας οδήγησης, υπέβαλλε έγγραφο το οποίο είναι ψευδές. Η γνώση και ο δόλος ως εσωτερικές πνευματικές λειτουργίες ενός Κατηγορουμένου δεν είναι απαραίτητο να αποδειχθούν με άμεση μαρτυρία, αλλά μπορεί να συμπεραίνονται από τα ίδια τα περιστατικά της υπόθεσης (βλέπε Ιακώβου v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301 και Φανιέρος v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 104). Με άλλα λόγια, στις περιπτώσεις, που η κατηγορούσα αρχή δεν έχει τη δυνατότητα να παρουσιάσει άμεση μαρτυρία για να αποδείξει ότι η χρησιμοποίηση ενός πλαστού εγγράφου συνδέεται με συγκεκριμένη δόλια πρόθεση, η εξακρίβωση της συγκεκριμένης πρόθεσης του κατηγορουμένου, μπορεί να είναι αποτέλεσμα της αξιολόγησης όλων των περιστατικών που σχετίζονται με τη συμπεριφορά του. Συνεπώς, η "γνώση" και ο "δόλος" μπορούν να αποδειχθούν με περιστατική μαρτυρία. Στην υπόθεση Henry Hodfield v. Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων
(2002)2 Α.Α.Δ. 414 γίνεται παραπομπή στο απόσπασμα από το Criminal Law Review, 1989, σελίδα 212, το οποίο αναφέρει, τι αποτελεί εθελοτυφλία η οποία συνιστά γνώση: «A requirement of knowledge is sometimes held to be satisfied by proof of a "willful blindness" as where "the defendant had deliberately shut his eyes to the obvious or refrained from inquiring because he suspected the truth but did not want to have his suspicion confirmed". Westminster City Council v. Croyalgrange
(1986)2 All E.R. 353 at p.359 (H.L.)» Σε ελεύθερη μετάφραση: «Μερικές φορές θεωρείται ότι υπάρχει το στοιχείο της γνώσης με την απόδειξη εθελοτυφλίας όπου π.χ. ο κατηγορούμενος εσκεμμένα έκλεισε τα μάτια του στο φανερό (αγνόησε το φανερό) ή δεν προέβη σε διερεύνηση καθότι υποψιάστηκε την αλήθεια αλλά δεν επιθυμούσε να επιβεβαιωθούν οι υποψίες του.» Στην υπόθεση R. v. Griffiths
(1974)60 Cr. App. Rep. 14, εξηγώντας το Αγγλικό Εφετείο ότι εθελοτυφλία δεν αποτελεί βαθμό γνώσης διαφορετικό από την πραγματική γνώση η οποία πρέπει να διαπιστώνεται ως γεγονός, παρατηρεί τα εξής όσον αφορά τη μορφή που θα πρέπει να έχει η καθοδήγηση προς τους ενόρκους, σε ένα ορκωτό δικαστήριο: "To direct the jury that the offence is committed if the defendant suspecting that the goods were stolen, deliberately shut his eyes to the circumstances as an alternative to knowing or believing the goods were stolen is a misdirection. To direct the jury that, in common sense and in law, they may find that the defendant knew or believed the goods to be stolen because he deliberately closed his eyes to the circumstances is a perfectly proper direction". Σε ελεύθερη μετάφραση: «Καθοδήγηση προς τους ενόρκους ότι το αδίκημα διαπράχθηκε εάν ο κατηγορούμενος που υποψιάζεται ότι τα αγαθά είναι κλοπιμαία εσκεμμένα κλείνει τα μάτια εναλλακτικά της γνώσης ή της υποψίας ότι είναι κλοπιμαία, αποτελεί εσφαλμένη καθοδήγηση. Αποτελεί όμως ορθή καθοδήγηση προς τους ενόρκους ότι ως θέμα λογικής και νόμου, μπορούν να καταλήξουν ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ή υποψιαζόταν ότι τα αγαθά ήταν κλοπιμαία διότι εσκεμμένα έκλεισε τα μάτια του στις περιστάσεις». Στο σύγγραμμα Archbold, 35η έκδοση, σελ. 775, γίνεται παραπομπή στην ερμηνεία που έχει δοθεί στην πρόθεση καταδολίευσης στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 12: «intend to defraud means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss.» Πρέπει να επισημανθεί ότι εάν μπορεί να συναχθεί από τα περιστατικά της υπόθεσης ότι ήταν η πρόθεση του κατηγορούμενου να καταδολιεύσει δεν απαιτείται να αποδειχθεί ότι εξαπατήθηκε ή ότι υπήρχε πρόθεση εξαπάτησης κάποιου συγκεκριμένου προσώπου. Αντίθετα, η καταδολίευση αποδεικνύεται επαρκώς αν υπάρχει κάποιο άτομο γενικά που θα μπορούσε να καταδολιευτεί δηλ. οι ενέργειες του κατηγορούμενου να μπορούσαν να οδηγήσουν κάποιο πρόσωπο - όχι συγκεκριμένο - να ενεργήσει σε βλάβη του. Ακόμη και η πιθανότητα βλάβης δηλ. να ενεργήσει κάποιος εναντίον του συμφέροντος του είναι αρκετή (βλ. Archbold 37η έκδοση σελ. 670, Welham (ανωτέρω) και Georghiou (ανωτέρω). Κατά την μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Κατηγορούμενος ήταν σταθερός στις θέσεις του και δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Έχω διεξέλθει με πολύ μεγάλη προσοχή την μαρτυρία του και δεν εντοπίζω την παραμικρή ασάφεια ή ασυνέπεια. Η αξιοπιστία του ως μάρτυρα, δεν έχει κλονιστεί μέσα από την αντεξέταση του. Όλα τα πιο πάνω δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν σε αμφιβολίες στο μυαλό του Δικαστηρίου σε σχέση με την ενοχή του. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε ασφαλές εύρημα ως προς το αν όντως ο κατηγορούμενος γνώριζε περί της πλαστότητας της άδειας οδήγησης Ιταλίας με αριθμό RM8734533. Ούτε η μαρτυρία που δόθηκε στο Δικαστήριο από την Κατηγορούσα αρχή είναι τόσο ισχυρή που να αποδεικνύει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο Κατηγορούμενος έκλεισε τα μάτια του στο προφανές. Σύμφωνα με τη νομολογία η όποια τυχόν αμέλεια ή αδιαφορία του κατηγορουμένου, όσο μεγάλη και να είναι αυτή, δεν αναπληρώνει ούτε θέτει εκ ποδών την ανάγκη απόδειξης της ένοχης γνώσης και πρόθεσης του. (βλ. R. v. Panayi [1989] 1 W.L.R. 187). Έχω την άποψη ότι ο Κατηγορούμενος στην παρούσα περίπτωση, δικαιούται το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Συνεπώς, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις Κατηγορίες 1 και 2. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο