← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Στυλιανού, Αρ. Υπόθεσης: 18738/2017, 6/7/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Στυλιανού, Αρ. Υπόθεσης: 18738/2017, 6/7/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B158 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 18738/2017 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. XXXXX Στυλιανού Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 6 Ιουλίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Φρ. Κακούρη Για Κατηγορούμενο: κ. Π. Σαββίδης και κα Ε. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Είναι κοινό έδαφος ότι στις 4.12.2016 και περί ώρα 09:30 συνέβη τροχαίο δυστύχημα στην Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου στη Λακατάμεια. Εμπλεκόμενοι ήταν από την μια ο Κατηγορούμενος, που οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής XXXXX08 με συνοδηγό την κόρη του ηλικίας 9 ετών και από την άλλη η XXXXX Κώστα (ΜΚ2) που οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής XXXXX96 με συνοδηγό την XXXXX Χαραλάμπους (ΜΚ4) και επιβάτη την XXXXX Χαραλάμπους. Η λεωφόρος Αρχιεπισκόπου Μακαρίου είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης με μια λωρίδα κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση. Οι κατευθύνσεις χωρίζονται μεταξύ τους με άσπρη διακεκομμένη γραμμή. Ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του με κατεύθυνση από την Λακατάμεια προς την Δευτέρα, ενώ η ΜΚ2 οδηγούσε το όχημα της έχοντας αντίθετη κατεύθυνση. Το δυστύχημα έγινε στο ύψος της οδού Γεώργιου Καραϊσκάκη, η οποία συμβάλλεται κάθετα στην Λεωφόρο Αρχ. Μακαρίου και βρισκόταν δεξιά ως η πορεία του Κατηγορουμένου. Ο δρόμος είναι ευθύς και επίπεδος και έτσι οι οδηγοί των δύο οχημάτων είχαν ορατότητα ο ένας προς τον άλλο περί τα 60 μέτρα. Κάτω από συνθήκες που τελούν υπό αμφισβήτηση, επήλθε η σύγκρουση μεταξύ του οχήματος του Κατηγορουμένου με το όχημα της ΜΚ2. Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου ν.86/72. Για να αποδείξει την υπόθεση της, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 4 μάρτυρες κατηγορίας. Το Δικαστήριο κάλεσε τον Κατηγορούμενο σε απολογία και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή της γνώσης τους, η μνήμη τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και η αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου

(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Αστ.XXX8 XXXXX Αρναούτ (ΜΚ2) Ο ΜΚ2 επισκέφθηκε την σκηνή του δυστυχήματος περί τις 09:50, όπου εντόπισε όλους του εμπλεκόμενους καθώς και τα οχήματα στην τελική τους θέση. Στην παρουσία των δύο οδηγών, ετοίμασε σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος στο οποίο σημείωσε, μεταξύ άλλων, το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων (βλ. Τεκμήρια 2 και 5), το οποίο εντόπισε με βάση τις πορείες που είχαν τα οχήματα, τις ζημιές που υπέστησαν και με βάση ίχνος εκτροπής του πίσω δεξιού τροχού του οχήματος XXXXX
  1. Τόσο το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου, όσο και το αυτοκίνητο XXXXX96 έφεραν ζημία στην δεξιά μπροστινή γωνία. Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΚ2 είπε ότι οι διαστάσεις των λωρίδων κυκλοφορίας δρόμου ήταν 3.
  2. Σύμφωνα με τις μετρήσεις του, το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται ένα μέτρο εντός της λωρίδας κυκλοφορίας στην οποία κινείτο το όχημα της ΜΚ
  3. Ο μάρτυρας συμφώνησε ότι με βάση τις εν λόγω μετρήσεις, η ΜΚ2 ενδεχομένως να είχε δίοδο να περάσει και να αποφύγει την σύγκρουση, αλλά δεν είναι σε θέση να γνωρίζει αν είχε τον χρόνο να το πράξει. Θεωρώ ότι ο ΜΚ1 ανέφερε την αλήθεια στο Δικαστήριο σε σχέση με τις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά την διερεύνηση του επίδικου δυστυχήματος. Ήταν σαφής και δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Έχοντας κατά νου την συνολική του εικόνα στο Δικαστήριο, αποδέχομαι την μαρτυρία του ως προς τις ενέργειες στις οποίες προέβη για την διερεύνηση του επίδικου δυστυχήματος καθώς και την μαρτυρία του σχέση με τα ευρήματα που εντόπισε στην σκηνή και αποτυπώθηκαν επί του σχεδίου. Αποδέχομαι επίσης την θέση του σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων κάτι οποίο εξάλλου δεν αμφισβητήθηκε. Ως προς τα πιο πάνω προβαίνω σε αντίστοιχα ευρήματα. XXXXX Μαρνέρου (ΜΚ3) Η ΜΚ3 οδηγούσε το όχημα της στην οδό Γεώργιου Καραϊσκάκη. Καθώς πλησίαζε στο «Άλτ» της εν λόγω οδού, είχε δει το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου που βρισκόταν σταματημένο εντός της δικής του λωρίδας κυκλοφορίας, περίπου στο ύψος της συμβολής. Η ΜΚ3 αντιλήφθηκε ότι ο Κατηγορούμενος είχε πρόθεση να στρίψει δεξιά. Ακολούθως, η μάρτυρας είδε το αυτοκίνητο της XXXXX Κώστα (ΜΚ1) να έρχεται από δεξιά. Επακολούθησε η σύγκρουση με το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου. Η μάρτυρας δεν πρόσεξε αν το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου είχε κινηθεί πριν την σύγκρουση. Αντεξεταζόμενη, η ΜΚ3 είπε ότι το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου, ήταν σταματημένο για περίπου 10 δευτερόλεπτα πριν την σύγκρουση. Δήλωσε σίγουρη ότι η ΜΚ1 θα μπορούσε να δει ότι το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου ήταν εκεί σταματημένο. Θεωρεί μάλιστα ότι η πρόθεση του Κατηγορουμένου να στρίψει δεξιά ήταν εμφανής. Η ΜΚ3 απαντούσε με αμεσότητα. Δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε προσπάθεια παραποίησης των γεγονότων ή απόκρυψης της αλήθειας. Ήταν ήρεμη και δεν φάνηκε να διακατέχεται από αμηχανία ή δισταγμό στις απαντήσεις της. Επιπρόσθετα, δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις και η αξιοπιστία της δεν πλήγηκε κατά την διάρκεια της αντεξέτασης της. Θεωρώ ότι κατέθεσε ανεξάρτητα και αμερόληπτα καθώς δεν συνδέεται με οποιοδήποτε από τα εμπλεκόμενα στο δυστύχημα πρόσωπα. XXXXX Κώστα (ΜΚ1) Η ΜΚ1 είπε ότι οδηγούσε το αυτοκίνητο της στην λεωφόρο Αρχ. Μακαρίου με ταχύτητα περί τα 40 ΧΑΩ. Δεν κινείτο άλλο όχημα είτε μπροστά της είτε πίσω της. Πλησιάζοντας την οδό Γ. Καραϊσκάκη, η οποία ήταν αριστερά ως η πορεία της, είδε ότι στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας ερχόταν ένα αυτοκίνητο άσπρου χρώματος. Επίσης, πρόσεξε ότι μέσα στην πάροδό βρισκόταν σε στάση αναμονής ένα αυτοκίνητο μαύρου χρώματος. Αφού πλησίασε προς την οδό Γ. Καραϊσκάκη και είχε απόσταση 2 μέτρα από το άσπρο αυτοκίνητο, το τελευταίο άρχισε να εισέρχεται στην λωρίδα κυκλοφορίας στην οποία κινείτο η ίδια, ανακόπτοντας της την πορεία. Για να αποφύγει την σύγκρουση, η ΜΚ1 πάτησε φρένα, αλλά δεν ήταν αρκετό. Αφού εξήλθε από το όχημα της, την πλησίασε ο Κατηγορούμενος και ζήτησε συγγνώμη, λέγοντας ότι δεν τις πρόσεξε λόγω του μωρού που ήταν στο αυτοκίνητο. Αντεξεταζόμενη, η μάρτυρας ανέφερε ότι το όχημα του Κατηγορουμένου δεν έκανε οποιοδήποτε σήμα για να δείξει την πρόθεση του να στρίψει δεξιά. Όταν τον είδε για πρώτη φορά, το όχημα του βρισκόταν σε κίνηση. Είπε επίσης ότι δεν είχε χρόνο να χρησιμοποιήσει τα υπόλοιπα 2.80 μέτρα της λωρίδας της για να αποφύγει τη σύγκρουση, λόγω της απότομης κίνησης του Κατηγορουμένου. Έχουν δημιουργηθεί αμφιβολίες στο μυαλό μου ως προς το κατά πόσον όσα ανέφερε η ΜΚ1 σε σχέση με το επίδικο δυστύχημα είναι όντως όσα συνέβησαν εκείνη την μέρα. Η ΜΚ1 ανέφερε ότι ουδέποτε είδε το όχημα του Κατηγορουμένου να είναι σταματημένο, κάτι το οποίο έρχεται σε πλήρη αντίφαση με όσα ανέφερε η ΜΚ
  4. Ειδικότερα, η ΜΚ3 ανέφερε ότι το όχημα του Κατηγορουμένου ήταν σταματημένο για περίπου 10 δευτερόλεπτα πριν την σύγκρουση και ότι τούτο ήταν εμφανές και θα έπρεπε να είχε γίνει αντιληπτό από την ΜΚ
  5. Ερωτηματικά προκαλεί και το γεγονός ότι οι ζημιές επί των δύο αυτοκινήτων βρίσκονται στην δεξιά μπροστινή γωνία, ενώ θα ανέμενε κανείς ότι αν ο Κατηγορούμενος επιχειρούσε στροφή δεξιά, το όχημα του θα είχε μεγαλύτερη κλίση ώστε η ζημιά να βρίσκεται στο αριστερό μέρος και όχι στο δεξί. Όλα τα πιο πάνω ερωτηματικά δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν σε απόρριψη της μαρτυρίας της ΜΚ
  6. XXXXX Χαραλάμπους (ΜΚ4) Για τους ίδιους λόγους, ούτε η μαρτυρία της ΜΚ4 μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η ΜΚ4 είναι αδελφή της ΜΚ1 και βρισκόταν στην θέση του συνοδηγού. Ανέφερε ότι ενώ το όχημα τους κινείτο στην Λεωφόρο Αρχ. Μακαρίου, είδε το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου να κινείται στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας και κατάλαβε ότι ήθελε να στρίψει στην οδό Γ. Καραϊσκάκη, κάτι το οποίο έπραξε ξαφνικά και απότομα. Σύμφωνα με την ΜΚ4, η αδελφή της δεν πρόλαβε να κάνει οποιαδήποτε κίνηση για να αποφύγει την σύγκρουση. Αντεξεταζόμενη, η ΜΚ4 ανέφερε ότι δεν υπήρχαν άλλα οχήματα στον δρόμο. Σε αντίθεση με όσα είχε πει στην κυρίως εξέταση της, ανέφερε ότι είχε δει το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου αλλά δεν είχε καταλάβει ότι θα στρίψει. Υποστήριξε επίσης ότι η αδελφή της είδε το όχημα του Κατηγορουμένου μόνο την στιγμή της σύγκρουσης και όχι νωρίτερα. Κατηγορούμενος Από την άλλη, ο Κατηγορούμενος, κατά την μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου, ήταν σαφής και σταθερός στις απαντήσεις του. Ήταν επίσης ήρεμος και δεν φάνηκε να διακατέχεται από αμηχανία. Επιπρόσθετα, δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Η αξιοπιστία του δεν πλήγηκε ούτε κατά την διάρκεια της αντεξέτασης. Υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία όπου ανέφερε ότι οδηγούσε το αυτοκίνητο του με ταχύτητα περί τα 40 ΧΑΩ και είχε πρόθεση να στρίψει δεξιά προς την οδό Γ. Καραϊσκάκη. Πλησιάζοντας προς την συμβολή με την οδό Γ. Καραϊσκάκη, ελάττωσε ταχύτητα και χρησιμοποίησε τον δεξιό δείκτη του οχήματος του. Παρέμεινε σε στάση αναμονής και ανάμενε να καθαρίσει ο δρόμος από το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Ενώ βρισκόταν σε στάση αναμονής, ο δεξιός μπροστινός τροχός του αυτοκινήτου του βρισκόταν στην λωρίδα κυκλοφορίας των οχημάτων που κινούνταν στην αντίθετη κατεύθυνση. Από το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας ερχόταν το αυτοκίνητο XXXXX96 το οποίο συγκρούστηκε στο όχημα του. Κατά την αντεξέταση, ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι βρισκόταν σε κίνηση και επανέλαβε ότι ήταν σε στάση αναμένοντας το αυτοκίνητο της ΜΚ1 να περάσει. Σε σχέση με το ότι ο Κατηγορούμενος στην σκηνή του δυστυχήματος, ζήτησε συγγνώμη από την ΜΚ1 κρίνω τούτο δεν είναι γεγονός από μόνο του ικανό να οδηγήσει σε οποιοδήποτε εύρημα για το ότι ο Κατηγορούμενος ήταν όντως αμελής. Ομολογουμένως, ένας κατηγορούμενος μπορεί να καταδικαστεί με μόνο την ομολογία του. Πρέπει όμως το Δικαστήριο να βεβαιωθεί ότι το περιεχόμενο της συνάδει με την αλήθεια των γεγονότων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Ο Κατηγορούμενος κατηγορείται δυνάμει του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 A.A.Δ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Όπως αναφέρεται στην Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». Όπως προκύπτει από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Η υποχρέωση της προσήκουσας επιμέλειας υπόκειται στην προϋπόθεση ότι και οι άλλοι οδηγοί θα εκπληρώσουν το καθήκον τους για επιμέλεια και δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών (βλ. Χρ. Νικολαϊδης ν. Ρ. Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 422, 428). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 378). Στην Adamis v. Eracleous
(1982)1 CLR 746, 751, αναφέρθηκε ότι το κατά πόσο είναι ασφαλής ή όχι ή είσοδος οχήματος σε δρόμο εξαρτάται από την κατάσταση της τροχαίας κίνησης την στιγμή που εισέρχεται, και αν η κατάσταση είναι τέτοια που να καθιστά την είσοδο επικίνδυνη ο οδηγός οφείλει να μην εισέλθει μέχρις ότου είναι ασφαλές να το πράξει. Αν η είσοδος είναι ή δεν είναι λογικά ασφαλής στη δεδομένη περίπτωση είναι ζήτημα πραγματικό που αποφασίζεται αναλόγως των περιστάσεων. Η απόφραξη του δρόμου από οδηγό αυτοκινήτου υποδηλώνει γενικά παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντος προς άλλα άτομα τα οποία χρησιμοποιούν το δρόμο, όμως δεν προσδίδει αυτόματα ευθύνη στον οδηγό, για οποιοδήποτε επακόλουθο δυστύχημα ανεξάρτητο από τα αίτια του (βλ. Κυριάκου ν. Κανάρη
(1997)1Γ ΑΑΔ 1436). Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας των ΜΚ1 και ΜΚ4, που είναι και η ουσιαστική μαρτυρία επί της οποία στηρίζει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή, κρίνω ότι δεν παρουσιάστηκε ενώπιον μου αξιόπιστη μαρτυρία επί της οποίας να μπορώ να βασιστώ για να καταλήξω σε συμπέρασμα σε σχέση με ενέργειες του Κατηγορουμένου οι οποίες να συνηγορούν σε αμέλεια. Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 στις σελ. 365, 366 «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, επισημάνθηκε ότι «.δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί [ο εφεσίβλητος] μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.» Στην παρούσα περίπτωση, δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία που να καταδεικνύει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο Κατηγορούμενος κινήθηκε προς την οδό Γ. Καραϊσκάκη σε χρονικό σημείο που δεν θα άφηνε περιθώρια στην ΜΚ1 να αντιδράσει. Επίσης, το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος κατά τον χρόνο της σύγκρουσης καταλάμβανε μέρος της λωρίδας κυκλοφορίας στην οποία κινείτο η ΜΚ1 δεν αποτελεί από μόνο του στοιχείο ικανό να στοιχειοθετήσει αμέλεια. Σύμφωνα μάλιστα με την ΜΚ3 ο Κατηγορούμενος βρισκόταν ακινητοποιημένος στο εν λόγω σημείο για περίπου 10 δευτερόλεπτα. Από εκεί και πέρα, δεν παρουσιάστηκε αξιόπιστη μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει ότι ο Κατηγορούμενος προέβη σε οποιαδήποτε άλλη κίνηση. Αντιθέτως, ο Κατηγορούμενος κατά την μαρτυρία του, αν και παραδέχτηκε ότι το όχημα του κατέλαβε μέρος της αντίθετης λωρίδας, υποστήριξε ότι δεν κινήθηκε καθόλου πριν την σύγκρουση. Αν όντως έτσι έχουν τα πράγματα, αποτελούσε υποχρέωση της ΜΚ1 να δει το όχημα του Κατηγορουμένου και να χρησιμοποιήσει τα υπολειπόμενα 2,80 μέτρα της λωρίδας κυκλοφορίας στην οποία κινείτο ώστε να αποφύγει την σύγκρουση. Εν όψει των πιο πάνω, ο Κατηγορούμενος δικαιούται το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Συνεπώς, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την Κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.