Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Κωνσταντίνου, Υπόθεση Αρ: 26380/2015, 25/9/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B183 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ Υπόθεση Αρ: 26380/2015 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. XXXXX Κωνσταντίνου Κατηγορούμενης Ημερομηνία: 25 Σεπτεμβρίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ελ. Θεοδότου Για τον Κατηγορούμενη: κ Κ. Σέργης με Δ. Λαμπίδη Κατηγορούμενη παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η Κατηγορούμενη κατηγορείται για πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, η Κατηγορούμενη στις 5.9.2014 στη Λεωφόρο Γρίβα Διγενή στη Λευκωσία, ενώ οδηγούσε το όχημα της, χωρίς πρόθεση επέφερε το θάνατο του XXXXX Μπουζγκόν λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν αναγόταν σε υπαίτια αμέλεια. ΚΟΙΝΩΣ ΑΠΟΔΕΚΤΑ ΚΑΙ/Ή ΜΗ ΑΜΦΙΣΒΗΤΟΥΜΕΝΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Είναι κοινώς αποδεκτό ότι στις 5.9.2014 και περί 11:40 έγινε τροχαίο δυστύχημα στην Λεωφόρο Γρίβα Διγενή στην Λευκωσία. Εμπλεκόμενοι σε αυτό ήταν η Κατηγορούμενη, που οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής XXXXX37 και ο ποδηλάτης XXXXX Μπουζγκόν. Το δυστύχημα έγινε κατά την διάρκεια μέρας και ενώ ο καιρός ήταν αίθριος. Ο XXXXX Μπουζγκόν (στο εξής «το θύμα»), τραυματίσθηκε σοβαρά και μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, όπου υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση. Κρατήθηκε για νοσηλεία μέχρι την 18.10.2014, οπότε υπέκυψε στα τραύματα του. Δεν αμφισβητείται ότι η Λεωφόρος Γρίβα Διγενή είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης με 2 λωρίδες κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση. Οι 2 κατευθύνσεις διαχωρίζονται με κτιστή νησίδα, στο εσωτερικό της οποίας υπάρχουν θάμνοι. Στο σημείο του δυστυχήματος, η διαχωριστική νησίδα είναι πλακόστρωτη και χρησιμοποιείται ως δίοδος για πεζούς. Περιμετρικά της εν λόγω πλακόστρωτης διόδου υπάρχει λίνια πεζοδρομίου ύψους 15 εκατοστών. Υπάρχουν όμως, δύο σημεία χωρίς λίνια (ανοίγματα), τα οποία λειτουργούν ως περάσματα για είσοδο σε διάβαση πεζών που βρίσκεται τόσο στην μια όσο και στην άλλη κατεύθυνση της Λεωφόρου. Η διάβαση πεζών κάθε κατεύθυνσης ελέγχεται από φωτεινούς σηματοδότες που λειτουργούν ανεξάρτητα ανά κατεύθυνση. Έτσι, για να διασταυρώσει κάποιος τις λωρίδες της μιας κατεύθυνσης πατά το κομβίο στην πλευρά που βρίσκεται. Αφού φτάσει στην νησίδα που χωρίζει τις δύο κατευθύνσεις, θα εισέλθει στην πλακόστρωτη δίοδο από το σημείο που δεν υπάρχει λίνια πεζοδρομίου. Ακολούθως, θα κινηθεί παράλληλα με την Λεωφόρο, μέχρι να φτάσει στο δεύτερο σημείο χωρίς λίνια, όπου πρέπει να πατήσει άλλο κομβίο για να διασταυρώσει τις λωρίδες κυκλοφορίας της αντίθετης κατεύθυνσης. Το όριο ταχύτητας στο συγκεκριμένο σημείο είναι 50ΧΑΩ. Η Κατηγορούμενη οδηγούσε το αυτοκίνητο της έχοντας κατεύθυνση από τα φώτα τροχαίας Μετοχίου Κύκκου προς τον κυκλικό κόμβο Κολοκασίδη. Κάτω από συνθήκες οι οποίες τελούν υπό αμφισβήτηση και θα διερευνηθούν πιο κάτω, επήλθε η σύγκρουση του οχήματος της με το ποδήλατο που οδηγούσε το θύμα. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για να αποδείξει την υπόθεση της, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 7 μάρτυρες κατηγορίας (στο εξής «ΜΚ»). Η Κατηγορούμενη επέλεξε να προβεί σε ανωμοτί δήλωση. Κάλεσε 2 μάρτυρες υπεράσπισης. Πιο κάτω, συνοψίζω όσα ανέφερε κάθε μάρτυρας. Αστ. XXX3 Χρ. Μιχαήλ (ΜΚ1) Η ΜΚ1 επισκέφτηκε στις 12:05 την σκηνή του δυστυχήματος. Λόγω της σοβαρότητας, ενημέρωσε τον Υπεύθυνο Δυστυχημάτων (ΜΚ3) και ακολούθως, απέκλεισε την σκηνή. Αφού προσήλθε ο ΜΚ3, η ΜΚ1 τον ενημέρωσε για τα ευρήματα της και με την βοήθεια του ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής (βλ. Τεκμήριο 2). Σε αυτό σημείωσε μεταξύ άλλων, τις πορείες και τελικές θέσεις των εμπλεκομένων οχημάτων και το σημείο σύγκρουσης. Αργότερα, διαπιστώθηκε ότι το αυτοκίνητο της Κατηγορούμενης είχε μετακινηθεί περίπου 1,50 μέτρο προς τα πίσω. Το ποδήλατο είχε επίσης μετακινηθεί από την τελική του θέση πριν από την άφιξη της αστυνομίας στην σκηνή. Η ΜΚ1 είπε ότι εντόπισε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και ανάμεσα στις άσπρες γραμμές που αποτελούν την διάβαση πεζών, τρία κομμάτια πλαστικού τα οποία αποτελούσαν μέρος κομβίου που έπεσε από το προστατευτικό κάλυμμα της μηχανής του αυτοκινήτου, κατά την σύγκρουση με το ποδήλατο. Παρόμοια πλαστικά κομβία βρέθηκαν διασκορπισμένα και σε άλλα σημεία του δρόμου. Περαιτέρω, μπροστά από τις δύο άσπρες γραμμές ως η πορεία της Κατηγορουμένης, βρέθηκαν ξύσματα κόκκινης μπογιάς (τα Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 Α Β Γ, Δ και Ε, 11, 12 καταστράφηκαν μετά την παρουσίαση τους στο Δικαστήριο, λόγω πυρκαγιάς που ξέσπασε στην αίθουσα φύλαξης τεκμηρίων του Ε.Δ. Λευκωσίας στις 26.2.2018). Λαμβάνοντας υπόψη την θέση στην οποία βρέθηκαν τα κομμάτια πλαστικού, τα ξύσματα μπογιάς και τις ζημιές που υπέστη το αυτοκίνητο, η ΜΚ1 σημείωσε την πορεία του ποδηλάτη και το σημείο επαφής. Στις 25.1.2015, η ΜΚ1 μετέβη στην σκηνή του δυστυχήματος μαζί με τον ΜΚ3 και άλλα μέλη της τροχαίας, με σκοπό την καταμέτρηση της ορατότητας της Κατηγορουμένης. Για την καταμέτρηση χρησιμοποιήθηκε αυτοκίνητο μάρκας TOYOTA Auris το οποίο, ως ανάφερε η μάρτυρας, είναι παρόμοιου τύπου με το εμπλεκόμενο στο δυστύχημα. Στην διαδικασία έλαβε μέρος αστυνομικός, σχετικά ίδιας σωματικής διάπλασης με το θύμα, χρησιμοποιώντας ποδήλατο ίδιου τύπου με αυτό που ενεπλάκη στο δυστύχημα. Η ΜΚ1 τοποθέτησε το αυτοκίνητο στην κατεύθυνση που είχε η Κατηγορούμενη και ακολούθως ζήτησε από τον ποδηλάτη να ανεβεί στο ποδήλατο και να παραμείνει εντός της κεντρικής διαχωριστικής διόδου, μπροστά από το άνοιγμα. Στην συνέχεια, οδήγησε το αυτοκίνητο μέχρι το σημείο που μπορούσε να διακρίνει ότι υπήρχε κάποιο άτομο στη διάβαση. Καταμέτρησε την απόσταση, η οποία ήταν 82 μέτρα. Από το συγκεκριμένο σημείο δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει αν στην διάβαση ήταν πεζός ή ποδηλάτης. Έτσι πλησίασε ακόμα περισσότερο και από απόσταση 57 μέτρων, διέκρινε ότι πρόκειται για ποδηλάτη. Ακολούθως, η ΜΚ1 ζήτησε από τον ποδηλάτη να σταματήσει στην άκρη του δρόμου και να κινηθεί ποδηλατώντας μέχρι και το σημείο σύγκρουσης, ήτοι να διανύσει 4,20 μέτρα. Η δοκιμή έγινε 3 φορές και χρονομετρήθηκε. Ο μέσος όρος υπολογίστηκε σε 3,48 δευτερόλεπτα. Στην συνέχεια, η ΜΚ1 ζήτησε από τον ποδηλάτη να ποδηλατήσει μέχρι το σημείο σύγκρουσης, χωρίς να σταματήσει. Ο μέσος όρος των 3 δοκιμών υπολογίστηκε σε 2,43 δευτερόλεπτα Λαμβάνοντας υπόψη την ταχύτητα των 55ΧΑΩ με την οποία σύμφωνα με την κατάθεση της Κατηγορουμένης κινείτο το αυτοκίνητο της, η ΜΚ1 κατέληξε ότι στην 1η περίπτωση που ο ποδηλάτης ήταν σταματημένος στην άκρη της διάβασης, η Κατηγορούμενη βρισκόταν σε απόσταση 53 μέτρων όταν αυτός εισήλθε στον δρόμο. Στην 2η περίπτωση, που ο ποδηλάτης εισήλθε στον δρόμο χωρίς να σταματήσει, το όχημα της Κατηγορούμενης βρισκόταν σε απόσταση 37,10 μέτρα μακριά του όταν αυτός εισήλθε στον δρόμο. Και στις δύο περιπτώσεις, ο ποδηλάτης ήταν ορατός προς την Κατηγορούμενη. Αντεξεταζόμενη, η ΜΚ1 συμφώνησε ότι έφτασε στην σκηνή 25 λεπτά μετά το δυστύχημα. Είχε ήδη μαζευτεί κόσμος και είχε εισέλθει προηγουμένως το ασθενοφόρο και οι νοσηλευτές με το φορείο που μετέφερε τον τραυματία. Συμφώνησε ότι δεν είναι σε θέση, να γνωρίζει ποιες κινήσεις έγιναν εντός της σκηνής του δυστυχήματος. Όταν έφτασε η ίδια στην σκηνή, στάθμευσε το όχημα της έτσι ώστε να μην περάσει κάποιο άλλο αυτοκίνητο. Δεν θεώρησε όμως αναγκαίο να αποκόψει και τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας, καθότι μετά από προκαταρκτική εξέταση έκρινε ότι όλα τα ίχνη βρίσκονταν στην αριστερή λωρίδα. Συμφώνησε εν τέλει, ότι δεν είναι σε θέση να πει με βεβαιότητα ότι η θέση των πλαστικών και μπογιάς αμέσως μετά το δυστύχημα, ήταν αυτή που σημειώθηκε στο σχέδιο. Αναφορικά με την αναπαράσταση στην οποία προέβη, η ΜΚ1 είπε ότι χρησιμοποίησε όχημα παρομοίου τύπου, αλλά δεν μέτρησε το ύψος του, ούτε συσχέτισε το ύψος της Κατηγορούμενης με το ύψος της ίδιας που το οδηγούσε. Δεν γνωρίζει το συντελεστή τριβής των ελαστικών του οχήματος ή του δρόμου, καθότι η αναπαράσταση δεν αφορούσε έλεγχο ταχύτητας. Ούτε έχει συσχετίσει το ποδήλατο που χρησιμοποιούσε το θύμα με το ποδήλατο που χρησιμοποιήθηκε κατά την μέτρηση. Ήταν επίσης ανέφικτο να βρει κάποιον ογδοντάχρονο, όσο δηλαδή ήταν το θύμα και συμφώνησε ότι ο ποδηλάτης που χρησιμοποίησε δεν θα μπορούσε να έχει τις ίδιες αντοχές με το θύμα. Συμφώνησε τέλος ότι η αναπαράσταση δεν ήταν ορθή, γιατί σε αυτή δεν αντικατοπτρίζονταν οι πραγματικές συνθήκες του δυστυχήματος. Σε ερώτηση εάν η Κατηγορούμενη μπορούσε να αντιδράσει και να αποφύγει το δυστύχημα, η ΜΚ1 ανέφερε ότι ο χρόνος αντίδρασης ενός μέσου οδηγού είναι 1,5 με 2 δευτερόλεπτα. Η Κατηγορούμενη με βάση την ταχύτητα της και με χρόνο αντίδρασης 2 δευτερόλεπτα, θα χρειαζόταν 30.55 μέτρα να αντιδράσει. Συνεπώς, κατά την ΜΚ1, η Κατηγορούμενη κινήθηκε για 22.61 μέτρα χωρίς να αντιδράσει, ενώ θα μπορούσε να το πράξει. Στο σενάριο που ο ποδηλάτης κάλυψε την απόσταση μέχρι το σημείο συγκρούσεως, χωρίς να σταματήσει το αυτοκίνητο ήταν 37 μέτρα μακριά. Άρα, αν η Κατηγορούμενη αντιδρούσε σε 2 δευτερόλεπτα σημαίνει ότι θα αντιδρούσε 6.45 μέτρα πριν τον ποδηλάτη. Η ΜΚ1 συμφώνησε εν τέλει ότι ακόμα και να αντιδρούσε η Κατηγορούμενη, δεν θα αποφευγόταν το δυστύχημα. Αστυνόμος Β' Β. Κοσμάς (ΜΚ2) Ο ΜΚ2 είναι χημικός και εργάζεται στην Υπηρεσία Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου Αστυνομίας. Στις 10.9.2014 παρέλαβε ξύσματα κόκκινης μπογιάς τα οποία λήφθηκαν από την σκηνή του δυστυχήματος και ξύσματα μπογιάς που λήφθηκαν από τον μπροστινό προφυλακτήρα του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής XXXXX
- Προέβη σε σύγκριση των δύο δειγμάτων και κατέληξε ότι είναι όμοιου τύπου και υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι έχουν την ίδια προέλευση. Υπαστυνόμος Λ. Θεμιστοκλέους (ΜΚ3) Ο ΜΚ3 είναι υπεύθυνος του Κλάδου Διερεύνησης Δυστυχημάτων και επισκέφτηκε την σκηνή στις 12:
- Εκεί συνάντησε την ΜΚ1, την οποία βοήθησε να ετοιμάσει το πρόχειρο σχέδιο. Στις 25.1.2015 επισκέφθηκε εκ νέου την σκηνή μαζί με την ΜΚ1 με σκοπό την μέτρηση της ορατότητας. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στο όχημα που χρησιμοποιήθηκε και στο πρόσωπο που εκτέλεσε χρέη ποδηλάτη. Αναφέρθηκε επίσης στον τρόπο με τον οποίο καταμετρήθηκε η ορατότητα και στους τρόπους με τους οποίους χρονομετρήθηκε και καταγράφηκε ο χρόνος που χρειάστηκε ο ποδηλάτης να καλύψει απόσταση 4,20μ. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι το σημείο σύγκρουσης καθορίστηκε με βάση τα πλαστικά κομμάτια και τα κομμάτια κόκκινης μπογιάς που εντοπίστηκαν στην σκηνή. Υποστήριξε ότι είναι αδύνατο τα πλαστικά κομμάτια και τα κομμάτια μπογιάς να μετακινήθηκαν προς τα πίσω, καθότι ο δρόμος είναι μονής κατεύθυνσης. Επίσης, σύμφωνα με τον ΜΚ3, θα ήταν παράλογο ο ποδηλάτης να προσπάθησε να υπερπηδήσει την λίνια της νησίδας. Ήταν τέλος η θέση του ότι αν η Κατηγορούμενη αντιδρούσε, έστω 2 δευτερόλεπτα μετά που μπορούσε να αντιληφθεί το θύμα, τότε θα μείωνε αισθητά την ταχύτητα της και το ατύχημα θα αποφευγόταν καθώς ο ποδηλάτης θα είχε διανύσει κάποια απόσταση και θα είχε περάσει τη διάβαση. Μ. Πετρίδου (ΜΚ4) Η ΜΚ4 εργάζεται σε κατάστημα, της Λεωφόρου Γρίβα Διγενή. Ενώ βρισκόταν εντός του καταστήματος, είδε το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης να κινείται στην Λεωφόρο, αλλά δεν έδωσε σημασία. Σε ελάχιστο χρόνο μετά, άκουσε ένα θόρυβο. Βγήκε έξω από το κατάστημα και είδε το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης να είναι σταματημένο λίγα μέτρα μπροστά από την διάβαση πεζών, ως η πορεία του. Είδε επίσης ένα ποδήλατο, πεσμένο κοντά στο αυτοκίνητο. Αφού πλησίασε είδε ένα άντρα πεσμένο στο πεζοδρόμιο να αιμορραγεί από το κεφάλι. Η Κατηγορούμενη ήταν πανικοβλημένη και φώναζε «σκότωσα τον άνθρωπο». Η ΜΚ4 την πλησίασε για να την ρωτήσει αν ήθελε κάποια βοήθεια και τότε η Κατηγορούμενη είπε ότι ο ποδηλάτης πετάχτηκε μπροστά της. Αντεξεταζόμενη, είπε ότι η αστυνομία καθυστέρησε να φτάσει στο σημείο. Δεν είχε αποκοπεί ο δρόμος και μαζεύτηκαν περαστικοί οι οποίοι κινήθηκαν στον χώρο του δυστυχήματος. Την σκηνή προσέγγισε, μεταξύ άλλων, και το ασθενοφόρο για να παραλάβει τον τραυματία. Χρ. Φωτιάδης (ΜΚ5) Ο ΜΚ5 εργάζεται στο ίδιο κατάστημα με την ΜΚ
- Ενώ συνομιλούσε με την τελευταία, άκουσε ένα δυνατό κρότο και αντιλήφθηκε ότι είχε συμβεί δυστύχημα. Αμέσως, κοίταξε προς την Λεωφόρο και είδε το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης να είναι σταματημένο κοντά στο πεζοδρόμιο. Αφού πλησίασε, είδε ένα άνθρωπο, πεσμένο στο πεζοδρόμιο. Η Κατηγορούμενη ήταν σε κατάσταση σοκ και μονολογούσε λέγοντας ότι ο τραυματίας πετάχτηκε ξαφνικά μπροστά της, χωρίς να πατήσει το κομβίο για το φως της διάβασης. Στην σκηνή βρισκόταν και το ποδήλατο το οποίο έδειχνε στραβωμένο. Στο σημείο μαζεύτηκε κόσμος που διακινήθηκε στην σκηνή του δυστυχήματος. Πριν ακόμα φτάσει το ασθενοφόρο, η Κατηγορούμενη μπήκε στο αυτοκίνητο και μετακίνησε το όχημα της μισό μέτρο προς τα πίσω. Τότε, ο κόσμος που μαζεύτηκε εκεί της φώναξε να σταματήσει. Δεκαπέντε περίπου λεπτά μετά το δυστύχημα, έφτασε στο σημείο το ασθενοφόρο που πήρε τον τραυματία. Αστ.XXX7 Μ. Στυλιανού (ΜΚ6) Ο ΜΚ6 ήταν ο φωτογράφος, ο οποίος αναγνώρισε τα Τεκμήρια 4, 4Α και 4Β ως τις φωτογραφίες που έλαβε ίδιος. Έφτασε στην σκηνή 40 λεπτά μετά το δυστύχημα και ανέφερε ότι κατά την λήψη των φωτογραφιών, ο δρόμος πιθανόν να μην είχε αποκοπεί. Λοχ.XXX1 Θ. Θεοκλέους (ΜΚ7) Ο ΜΚ7 είναι κάτοχος πιστοποιητικών που σχετίζονται με διερεύνηση και αναπαράσταση τροχαίων δυστυχημάτων και με γνώσεις τεχνικού ελέγχου οχημάτων. Στις 10.9.2014 έλεγξε τα οχήματα που εμπλέκονταν στο δυστύχημα. Διαπίστωσε ότι η πρώτη επαφή έγινε σε διάφορα σημεία του μπροστινού μέρους του αυτοκινήτου. Ο ανεμοθώρακας θρυμματίστηκε με κτύπημα που δέχθηκε στην αριστερή κάτω γωνία. Το πλαστικό προστατευτικό που βρίσκεται κάτω από την μηχανή καθώς και οι πλαστικές βίδες που το συγκρατούσαν, έφυγαν από την θέση τους. Ο ΜΚ7 έλεγξε διάφορες πλαστικές βίδες που του παρέδωσε ο ΜΚ3 και διαπίστωσε ότι προέρχονταν από το πλαστικό προστατευτικό. Τα ελαστικά του οχήματος ήταν σε καλή και χρησιμοποιήσιμη κατάσταση. Το ποδήλατο είναι μέτριου μεγέθους. Όλες οι ζημιές ήταν στην αριστερή του πλευρά. Ο ΜΚ7 προέβη σε ταύτιση των ζημιών του μπροστινού προφυλακτήρα του αυτοκινήτου με τα μέρη του ποδηλάτου που εξείχαν. Κατά τον έλεγχο των οχημάτων, δεν εντόπισε οποιοδήποτε μηχανικό πρόβλημα εξ αιτίας του οποίου να προκλήθηκε το δυστύχημα. Λ. Παπασάββας (ΜΥ1) Ο ΜΥ1 είναι διπλωματούχος μηχανολόγος αυτοκινήτων και ασκεί το επάγγελμα εκτιμητή ζημιών και πραγματογνώμονα τροχαίων ατυχημάτων από το έτος
- Είναι μέλος συνδέσμων εκτιμητών μηχανοκινήτων οχημάτων και εκπαιδεύτηκε σε οργανισμό της Γερμανίας σε θέματα ανάλυσης και διερεύνησης τροχαίων δυστυχημάτων. Συνεργάζεται με Πανεπιστήμιο της Ελβετίας αναφορικά με ερευνητικά προγράμματα ανάλυσης και διερεύνησης τροχαίων ατυχημάτων. Επίσης, συμμετέχει σε σεμινάρια και συζητήσεις για την ασφάλεια οχημάτων. Έχει διενεργήσει χιλιάδες εκτιμήσεις ζημιών μηχανοκινήτων οχημάτων και εκατοντάδες αναλύσεις και διερευνήσεις τροχαίων δυστυχημάτων. Στον ΜΥ1 παραχωρήθηκαν τα έγγραφα και οι φωτογραφίες που παρουσιάστηκαν ως μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και του ζητήθηκε όπως τοποθετηθεί αναφορικά με το (α) κατά πόσο η αναπαράσταση του δυστυχήματος στην οποία προέβη η ΜΚ1 όπως περιγράφεται στην κατάθεση της είναι ορθή και (β) κατά πόσο το επίδικο δυστύχημα ήταν αναπόφευκτο. Μετά από μελέτη του υλικού, κατέληξε ότι η τοποθέτηση του σημείου επαφής των δύο οχημάτων στηρίζεται σε εικασίες και αυθαίρετα συμπεράσματα. Η αφετηρία για να μπορεί να γίνει ανάλυση και να εξευρεθεί το σημείο σύγκρουσης, είναι η τελική θέση των εμπλεκόμενων στο δυστύχημα οχημάτων, κάτι που δεν ήταν διαθέσιμο στην παρούσα περίπτωση. Από την στιγμή που δεν υπήρχε ούτε αυτόπτης μάρτυρας, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με πραγματογνωμοσύνη το σημείο σύγκρουσης. Ο ΜΥ1 παρουσίασε σχετική βιβλιογραφία. (βλ. Τεκμήριο 23). Ο ΜΥ1, διαφώνησε επίσης με την προσέγγιση της ΜΚ1 να λάβει υπόψη κομμάτια πλαστικού και κόκκινης μπογιάς ώστε να καθορίσει σημείο σύγκρουσης. Επισήμανε ότι η τοποθέτηση του σημείου σύγκρουσης επί του σχεδίου δεν ταυτίζεται με τις θέσεις που σημειώθηκαν τα πλαστικά κομβία ή άλλα ίχνη τα οποία βρέθηκαν σε διάφορους χώρους. Περαιτέρω, το γεγονός ότι η σκηνή παρέμεινε αφύλακτη για 25 λεπτά, κατά την διάρκεια των οποίων κινήθηκαν στην σκηνή διάφορα πρόσωπα και οχήματα, σε συσχετισμό με το γεγονός ότι τα μικρά πλαστικά κομβία, όσο και τα κομματάκια μπογιάς είναι μικρά κινητά αντικείμενα τα οποία εύκολα μπορούν να μετακινηθούν, είναι επισφαλές και επικίνδυνο να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι αμέσως μετά το δυστύχημα η θέση τους είναι αυτή που σημειώθηκε επί του σχεδίου. Πρόσθεσε δε, ότι είναι αδύνατον να γνωρίζει κανείς την εκτίναξη και την κατεύθυνση των εν λόγω αντικειμένων μετά από συμπίεση από ελαστικό ή ακόμα και από ένα απλό κλότσημα από άνθρωπο. Αναφορικά με την αναπαράσταση στην οποία προέβη η ΜΚ1, ο μάρτυρας υπεράσπισης ανέφερε ότι δεν φαίνεται κατά πόσον έχει χρησιμοποιηθεί όχημα με το ίδιο ύψος, ή το ίδιο βάρος και κατάσταση φρένων και ελαστικών. Ούτε προκύπτει αν το ύψος, το βάρος, τα ελαστικά και η κατάσταση των φρένων του ποδηλάτου ήταν τα ίδια. Επίσης, η εξετάστρια, δεν φαίνεται να έχει ελέγξει την επιφάνεια του δρόμου και τον συντελεστή τριβής. Επιπρόσθετα, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι παρέμεινε άγνωστο κατά πόσον το ύψος της ΜΚ1 είναι ίδιο με αυτό της Κατηγορουμένης. Επισήμανε ότι το θύμα ήταν ηλικίας 80 ετών, ενώ κατά την αναπαράσταση χρησιμοποιήθηκε άτομο ηλικίας 50 ετών αγνώστου υγείας, κόπωσης και διάθεσης, παράγοντες που επηρεάζουν την ταχύτητα του ποδηλάτου. Κατά τον ΜΥ1, σε μια αναπαράσταση, πρέπει να δίδεται προσοχή στα εν λόγω στοιχεία, τα οποία επηρεάζουν, άλλα λιγότερο και άλλα περισσότερο, το τελικό αποτέλεσμα. Ακόμα όμως και αν ληφθεί ως δεδομένο ότι η ταχύτητα της Κατηγορουμένης ήταν 55 ΧΑΩ και ότι η απόσταση που χώριζε το όχημα της από τον ποδηλάτη όταν αυτός εισήλθε στον δρόμο ήταν 37 μέτρα, τότε σύμφωνα πάντα με τον ΜΥ1, έστω και αν η Κατηγορούμενη πατούσε φρένα, το επίδικο δυστύχημα ήταν αναπόφευκτο. Εξήγησε ότι για τον προσδιορισμό του διαστήματος ακινητοποίησης ενός οχήματος προστίθεται ο χρόνος αντίδρασης στο διάστημα πέδησης. Είναι γενικά παραδεκτό από αναλυτές τροχαίων δυστυχημάτων ότι οδηγός ηλικίας 57 ετών, όπως η Κατηγορούμενη κατά τον ουσιώδη χρόνο, εάν δεν συντρέχουν ειδικοί λόγοι, έχει χρόνο αντίδρασης σε ένα κίνδυνο 2 δευτερόλεπτα. Επομένως, με ταχύτητα 55ΧΑΩ το διάστημα αντίδρασης της Κατηγορουμένης ήταν 30,54 μέτρα. Το διάστημα πέδησης τώρα, είναι το διάστημα που διανύει ένα όχημα από την στιγμή ενεργοποίησης των φρένων μέχρι την πλήρη ακινητοποίηση. Για να ανευρεθεί, είναι απαραίτητο να γνωρίζουμε την ταχύτητα, τον συντελεστή τριβής και την βαρύτητα της γης. Όπως αποδέχονται όλοι οι πραγματογνώμονες ανάλυσης και διερεύνησης τροχαίων δυστυχημάτων όταν υπάρχει ξηρό ασφάλτινο οδόστρωμα και η ταχύτητα του οχήματος είναι μεγαλύτερη των 50ΧΑΩ ο συντελεστής τριβής είναι 0,65 (βλ. Τεκμήριο 25). Χρησιμοποιώντας τον εν λόγω συντελεστή, ο ΜΥ1 κατέληξε ότι το διάστημα πέδησης του οχήματος της Κατηγορουμένης με ταχύτητα 55ΧΑΩ, θα ήταν 18,29 μέτρα. Προσθέτοντας τις δύο αποστάσεις, ο μάρτυρας κατέληξε ότι ακόμα αν θεωρηθούν τα ευρήματα της αστυνομίας ορθά, το όχημα της Κατηγορουμένης θα ακινητοποιείτο 11,83 μέτρα μετά το σημείο επαφής. Ο ΜΥ1 διαφώνησε με την θέση ότι εάν η κατηγορούμενη πατούσε τα φρένα της, θα αποφευγόταν το δυστύχημα διότι ο ποδηλάτης θα προλάβαινε να περάσει. Επισήμανε δε ότι ένα αυτοκίνητο που κινείται με 55ΧΑΩ κινείται πολύ πιο γρήγορα από ένα ποδήλατο. Αντεξεταζόμενος, πρόσθεσε ότι η αναπαράσταση που έγινε στην προκειμένη περίπτωση είναι εσφαλμένη και για τον πρόσθετο λόγο ότι το χρώμα των ρούχων που φορούσε το θύμα ήταν άσπρο με γκρίζο, ενώ η αναπαράσταση έγινε με ποδηλάτη ο οποίος φορούσε κόκκινες φόρμες. Εξήγησε ότι το κόκκινο χρώμα είναι πολύ πιο ευδιάκριτο και η ευαισθησία του ματιού σε αυτό είναι διπλάσια από ότι στο άσπρο και γκρίζο, τα οποία προσομοιάζουν με τα χρώματα του δρόμου. Αναφορικά με την τοποθέτηση του σημείου επαφής με βάση τα πλαστικά αντικείμενα, ο ΜΥ1 είπε ότι τα κομβία που εντοπίστηκαν στην σκηνή χρησιμοποιούνται σε πολλά αυτοκίνητα, ασχέτως μάρκας. Με τη φόρα ενός αυτοκινήτου πρέπει να κινηθούν μπροστά, πλην όμως ακόμα και η διέλευση ενός αυτοκινήτου από δίπλα τους, μπορεί να προκαλέσει την μετακίνηση τους. Πόσο μάλλον, το πόδι ενός ανθρώπου που μπορεί να τα κλωτσήσει σε οποιανδήποτε κατεύθυνση. Συνεπώς, ακόμα και αν αυτά προέρχονται από το όχημα της Κατηγορουμένης, δεν μπορεί κανείς να πει με απόλυτη βεβαιότητα ότι η θέση στην οποία εντοπίστηκαν ήταν η θέση που έπεσαν λόγω του δυστυχήματος. Εν πάση περιπτώσει, ο ΜΥ1 είπε ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ένα πλαστικό κομβίο ή ξύσμα μπογιάς ως στοιχείο προσδιορισμού του σημείου σύγκρουσης. Ά. Μιχαήλ (ΜΥ2) Ο ΜΥ2 οδηγούσε το αυτοκίνητο του στην Λεωφόρο Γρίβα Διγενή, έχοντας την ίδια κατεύθυνση με την Κατηγορουμένη. Λίγα μέτρα μετά που πέρασε τα φώτα Μετοχιού Κύκκου, αντιλήφθηκε ότι στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας βρίσκονταν σταματημένα μερικά αυτοκίνητα και ότι πάνω στο πεζοδρόμιο βρισκόταν ξαπλωμένο ένα άτομο. Αμέσως, σταμάτησε και αφού πλησίασε, αντιλήφθηκε ότι το πρόσωπο που ήταν ξαπλωμένο, ήταν ένας ηλικιωμένος που αιμορραγούσε. Προσπάθησε να τον βοηθήσει παρέχοντας του τις Α' Βοήθειες μέχρι να φτάσει το ασθενοφόρο. Είχαν μαζευτεί και άλλα άτομα. Επίσης, στην σκηνή διακινούνταν οχήματα τα οποία συνέχιζαν την πορεία τους παρακάμπτοντας το αυτοκίνητο το οποίο ενεπλάκη στο δυστύχημα μπαίνοντας στη δεξιά λωρίδα. Η Κατηγορούμενη έδειχνε πανικόβλητη και πηγαινοερχόταν κοντά στον τραυματία. Μιλούσε στο τηλέφωνο λέγοντας ότι χτύπησε κάποιον με το αυτοκίνητο της και ότι δεν έφταιγε. Το ασθενοφόρο έφτασε με αρκετή καθυστέρηση. Αυτό στάθμευσε μπροστά από το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης και κατέβηκαν από αυτό δύο με τρία άτομα που προσπαθήσαν να παρέχουν τις πρώτες βοήθειες. Ακολούθως παρέλαβαν τον τραυματία. Μέχρι την άφιξη του ασθενοφόρου, δεν είχε φτάσει στο σημείο οποιοσδήποτε αστυνομικός. Ανωμοτί Δήλωση Κατηγορουμένης Σε σχέση με την επιλογή της Κατηγορουμένης να προβεί σε ανωμοτί δήλωση, πρέπει να λεχθεί ότι τούτο αποτελεί απόλυτο δικαίωμα της και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον της. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία ανωμοτί δήλωσης, είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι αυτή εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στην συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να την λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. R v. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία (βλ. Σάββα Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν Χρίστου Ορφανίδη, Ποινικές Εφέσεις 102/2014 και 115/2015, ημερομηνίας 23.10.2015). Ο Δικαστής θα πρέπει να δώσει κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανωμοτί δήλωση. Στην προκειμένη περίπτωση, μέσω της δήλωσης της, η Κατηγορούμενη ανέφερε απλά ότι είναι αθώα και δεν πρόσφερε οτιδήποτε όσον αφορά τα γεγονότα που οδήγησαν στο δυστύχημα. ΚΑΤΑΘΕΣΕΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΗΣ Οι δύο καταθέσεις της Κατηγορουμένης κατατέθηκαν στο Δικαστήριο από μάρτυρα της Κατηγορούσας αρχής (βλ. Τεκμήρια 13 και 14). Έγγραφα τα οποία κατατίθενται ως τεκμήρια, αποτελούν μέρος του μαρτυρικού υλικού και πρέπει να αξιολογούνται με την υπόλοιπη μαρτυρία (βλ. Καύκαρκου ν. Χαπούπη
(1992)1 ΑΑΔ 260). Ειδικά, σε σχέση με την αξιολόγηση καταθέσεων Κατηγορουμένου παραπέμπω στην Γαβριήλ v. Δημοκρατίας 2009
(2)ΑΑΔ 693 και στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.112. Στις καταθέσεις της, η Κατηγορούμενη είπε ότι περί τις 11:40 οδηγούσε το αυτοκίνητο της στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Γρίβα Διγενή με ταχύτητα περίπου 50 με 55 ΧΑΩ. Η τροχαία κίνηση ήταν αραιή. Καθώς προχωρούσε με την ίδια ταχύτητα, αντιλήφθηκε ένα ποδηλάτη με ανοιχτόχρωμα ρούχα, να βρίσκεται πάνω στο ποδήλατο του, μέσα στο κενό που υπάρχει στην κτιστή διαχωριστική νησίδα. Ήταν λίγο σκυφτός και φαινόταν να τραβά με το ένα του χέρι την φανέλα του προς τα κάτω, ενώ με το άλλο χέρι κρατούσε το τιμόνι. Το ένα του πόδι ήταν πάνω στο πετάλι του ποδηλάτου. Μετά, σε δευτερόλεπτα έβαλε και τα δύο του χέρια στο τιμόνι, τράβηξε το τιμόνι προς τα πάνω και αφού πέρασε πάνω από το σκαλάκι που υπάρχει στο σημείο, ποδηλάτησε γρήγορα για να περάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο. Εκείνη τη στιγμή, το αυτοκίνητο της βρισκόταν πάνω στην διάβαση πεζών και συνέχιζε την πορεία της αφού το φως για τα οχήματα ήταν πράσινο. Όταν είδε για πρώτη φορά τον ποδηλάτη, να εισέρχεται στον στο δρόμο, περίπου 15 μέτρα μετά την διάβαση πεζών, πάτησε αμέσως φρένα και έστριψε το τιμόνι αριστερά για να τον αποφύγει. Στην προσπάθεια αυτή, χτύπησε στο αριστερό πεζοδρόμιο και στην συνέχεια πάνω στον ποδηλάτη, ο οποίος εκτινάχθηκε και κτύπησε στο αριστερό μέρος του μπροστινού ανεμοθώρακα. Ακολούθως, έπεσε με το κεφάλι στο πεζοδρόμιο το οποίο βρισκόταν στα αριστερά ως η πορεία της. Το ποδήλατο εκτινάχθηκε μπροστά και ακινητοποιήθηκε επίσης σε κάποιο σημείο του πεζοδρομίου. Η ίδια κινήθηκε για απόσταση περίπου ενάμιση μέτρο και στην συνέχεια ακινητοποιήθηκε. Λίγο πριν από την άφιξη της αστυνομίας, μετακίνησε το αυτοκίνητο της περίπου ενάμισι μέτρο προς τα πίσω για να παραλάβει την μπροστινή πινακίδα εγγραφής, η οποία έπεσε από κάτω. Επίσης, το ποδήλατο μετακινήθηκε από την τελική του θέση για να μπορέσουν οι νοσηλευτές να περιθάλψουν τον τραυματία. Όσο αφορά τα πλαστικά κομμάτια που περισυλλέγησαν κοντά από το αυτοκίνητο της, είπε ότι πιστεύει ότι αυτά ανήκουν στο αυτοκίνητο της, σε αντίθεση με αυτά που βρέθηκαν κοντά στην διάβαση, τα οποία θεωρεί ότι έπεσαν στον δρόμο από άλλο αυτοκίνητο ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή της γνώσης τους, η μνήμη τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και η αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Αντιπαρέβαλα επίσης τις θέσεις κάθε μάρτυρα με τη λοιπή μαρτυρία που κατατέθηκε στην υπόθεση, γραπτή και προφορική, και τη συνοχή και συνέπεια της εκδοχής καθενός με το σύνολο και τη λογική της υπάρχουσας μαρτυρίας. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 506, υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίστηκε σε απόλυτη αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά συσχετίστηκε, αντιπαραβλήθηκε και διερευνήθηκε μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα επίσης υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Επισημαίνω ότι κάποιοι από τους μάρτυρες έδωσαν στο Δικαστήριο μαρτυρία γνώμης. Μάρτυρας ο οποίος παρουσιάστηκε και κατέθεσε στο Δικαστήριο ως εμπειρογνώμονας θα πρέπει να κριθεί αν είναι τέτοιος σε σχέση με τα θέματα στα οποία αναφέρθηκε. Μαρτυρία γνώμης σε κάποια θέματα δόθηκε από τους ΜΚ1, ΜΚ2, ΜΚ3, ΜΚ7 και ΜΥ1. Πρέπει να επισημανθεί ότι η προσκόμιση μαρτυρίας πραγματογνώμονα παρακάμπτει τον κανόνα που δεν επιτρέπει σε μάρτυρα την έκφραση γνώμης. Ο πραγματογνώμονας μπορεί να εκφράσει γνώμη αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της ειδικότητας του (βλ. Χαραλάμπους ν. Σάββα
(1996)1A.A.Δ. 576). Πρέπει όμως να παρουσιάσει στο Δικαστήριο τα γεγονότα εκείνα που τον καθιστούν ως ειδικό σε ένα συγκεκριμένο ζήτημα. Το ότι σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, δεν αμφισβητείται ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας διαθέτει τα απαραίτητα προσόντα ή γνώσεις για να εκφέρει γνώμη δεν δεσμεύει το Δικαστήριο, αφού όπως λέχθηκε κατ' επανάληψη στη νομολογία και επαναλήφθηκε στην Σιακόλα ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 110, το δικαστήριο αποφασίζει κατά πόσο ένας μάρτυρας είναι ικανός να δώσει μαρτυρία γνώμης. Βεβαίως, η μαρτυρία των πραγματογνωμόνων υπόκειται σε αξιολόγηση. Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νου, προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας κάθε μάρτυρα. Μάρτυρες Κατηγορίας 2, 4, 5, 6 και 7 και Μάρτυρας Υπεράσπισης 2 Ξεκινώ από τους μάρτυρες των οποίων η μαρτυρία δεν έχει τύχει ουσιαστικής αμφισβήτησης. Συγκεκριμένα θεωρώ ότι οι μάρτυρες Κατηγορίας υπ' αριθμό 2, 4, 5, 6 και 7 καθώς και ο 2ος μάρτυρας που παρουσίασε η υπεράσπιση (ΜΥ2) ήταν όλοι μάρτυρες της αλήθειας. Κρίνω ότι οι εν λόγω μάρτυρες παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο με θετική διάθεση και με πρόθεση να βοηθήσουν. Θεωρώ ότι δεν επιχειρήθηκε ο κλονισμός της αξιοπιστίας τους μέσα από την αντεξέταση τους. Έγιναν κάποιες διευκρινιστικές ερωτήσεις στις οποίες οι μάρτυρες απαντούσαν με αμεσότητα και με ευθύτητα. Δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε προσπάθεια παραπλάνησης ή απόκρυψης της αλήθειας. Η συνολική παρουσία τους στο εδώλιο του μάρτυρα χαρακτηρίζεται από φυσικότητα. Έχω περαιτέρω, πειστεί για την αντικειμενικότητα και αμεροληψία τους. Αξιολογώντας την συνολική τους παρουσία στο εδώλιο του μάρτυρα και έχοντας κατά νου το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, καταλήγω ότι οι εν λόγω μάρτυρες είναι καθ' όλα αξιόπιστοι. Αστ. XXX3 XXXXX Μιχαήλ (ΜΚ1) Αν και θεωρώ ότι η ΜΚ1 ήρθε με πρόθεση να πει την αλήθεια στο Δικαστήριο σε σχέση με τις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά την διερεύνηση του δυστυχήματος, εντούτοις θεωρώ ότι υπέπεσε σε τέτοια σφάλματα κατά την διερεύνηση που οδηγούν σε αυθαίρετα και ατεκμηρίωτα συμπεράσματα, τουλάχιστον στον βαθμό που απαιτείται σε μια ποινική υπόθεσης. Σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα, η ΜΚ1 ανέφερε ανακρίβειες, όπως λ.χ. ότι η Κατηγορούμενη είχε πει στην κατάθεση της ότι δεν αντέδρασε καθόλου στην θέα του ποδηλάτη και ότι εξ αυτού πηγάζει η ποινική της ευθύνη. Εν πάση περιπτώσει, η ίδια συμφώνησε ότι η αναπαράσταση στην οποία προέβη, δεν ήταν ορθή καθότι δεν αντικατοπτρίζονταν σε αυτή οι πραγματικές συνθήκες. Δεν προέβη σε καταμέτρηση και καταγραφή στοιχείων τα οποία ενδεχομένως να επηρέαζαν την αναπαράσταση, όπως λ.χ. το ύψος του οχήματος ή το ύψος της Κατηγορούμενης και τον συντελεστή τριβής της επιφάνειας του δρόμου. Συμφώνησε επίσης ότι η διαφορά ηλικίας διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην κίνηση ενός ανθρώπου και δη ποδηλάτη. Εντούτοις, χρησιμοποίησε ένα πρόσωπο που ήταν κατά 30 έτη νεότερος από το θύμα. Προσθέτω στα πιο πάνω, ότι ο ποδηλάτης που χρησιμοποιήθηκε φορούσε κόκκινα ρούχα σε αντίθεση με το θύμα που φορούσε άσπρο πουκάμισο και γκρίζο παντελόνι. Ακροσφαλή είναι και τα ευρήματα της ΜΚ1 αναφορικά με την τοποθέτηση του σημείου επαφής των δύο οχημάτων. Είναι εμφανές ότι για να τοποθετήσει το σημείο αυτό, η μάρτυρας προέβη σε διάφορες εικασίες, ενώ από την άλλη δεν απέκλεισε ενδεχόμενα τα οποία μπορεί να επηρέασαν το τελικό αποτέλεσμα. Κατ' αρχάς, επισημαίνω ότι προκαλεί ερωτηματικά η απόφαση της ΜΚ1 να μην αποκόψει και τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας. Σε κάθε περίπτωση, η ΜΚ1 δεν ήταν σε θέση να πει με βεβαιότητα ότι η θέση των κομβίων και μπογιάς αμέσως μετά το δυστύχημα, ήταν αυτή που φαίνεται στο σχέδιο και δεν διαφώνησε ότι υπάρχει η πιθανότητα να μετακινήθηκαν, είτε γιατί κλωτσήθηκαν είτε επειδή πατήθηκαν. Η προσπάθεια της να πείσει ότι οποιαδήποτε μετακίνηση θα γινόταν προς τα εμπρός, βασίζεται και πάλι σε εικασίες. Όπως η ίδια η ΜΚ1 ανέφερε, δεν υπάρχει μαρτυρία ως προς τις ακριβείς κινήσεις που έγιναν εντός της σκηνής πριν την άφιξη της. Περαιτέρω, παραγνωρίζοντας ότι σε μια ποινική υπόθεση, το βάρος απόδειξης των γεγονότων που στοιχειοθετούν ένα αδίκημα, δεν κρίνεται με βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, η ΜΚ1 θεώρησε ως πιο πιθανό σενάριο, ο ποδηλάτης να πέρασε από το σημείο όπου δεν υπήρχε λίνια πεζοδρομίου. Δεν υπάρχουν όμως αντικειμενικά ευρήματα που να δικαιολογούν τέτοια θέση. Σημειώνω τέλος ότι η μαρτυρία της ΜΚ1 ως προς αυτά τα ζητήματα συγκρούεται με την μαρτυρία του ΜΥ1, στην αξιολόγηση της οποίας θα αναφερθώ πιο κάτω. Υπαστυνόμος XXXXX Θεμιστοκλέους (ΜΚ3) Στην προσπάθεια του να αντικρούσει τις θέσεις της υπεράσπισης, ο ΜΚ3 είπε ψέματα ότι αμέσως μετά το δυστύχημα, η σκηνή αποκλείστηκε από το τμήμα περιπολιών και ότι δεν κινήθηκε κανένα αυτοκίνητο στη σκηνή εκτός από όσα εγκλωβίστηκαν εκεί. Τούτο είναι στοιχείο ικανό να κλονίσει την εν γένει αξιοπιστία του μάρτυρος, καθότι δείχνει την τάση του να δικαιολογήσει ενέργειες της αστυνομίας ανεξαρτήτως «κόστους» για την Κατηγορούμενη. Τούτο δεν είναι όμως το μοναδικό στοιχείο που κατά την κρίση μου, κλονίζει την αξιοπιστία του ΜΚ3. Αυτός προσπάθησε να αντικρούσει την πιθανότητα ότι τα πλαστικά κομβία και η μπογιά μετακινήθηκαν λέγοντας ότι όσοι παρευρισκόμενοι μπήκαν στη σκηνή ήταν κοντά στο ενεχόμενο όχημα και το θύμα, ήτοι αρκετά μέτρα μετά τη διάβαση. Θεωρώ ότι η θέση του ΜΚ3 ανατρέπεται πρώτον διότι ακριβώς το θύμα και το ενεχόμενο όχημα βρίσκονταν πολύ λίγα μέτρα από την διάβαση και δεύτερον από το γεγονός τα πλαστικά και τα ξύσματα μπογιάς ήταν διασκορπισμένα σε διάφορους χώρους της σκηνής. Πέραν τούτου, ο ΜΚ3 δεν έχει προσωπική γνώση για όσα ανέφερε και έδειξε για ακόμα μια φορά την τάση του να δικαιολογήσει τα ευρήματα της αστυνομίας. Εξάλλου, η ΜΚ4 ανέφερε ότι κινήθηκε αρκετές φορές από και προς το κατάστημα της και μετέφερε στο σημείο του δυστυχήματος ότι χρειαζόταν για περίθαλψη του τραυματία. Επίσης, πάντα σύμφωνα με τον ΜΚ3, θα ήταν παράλογο, από τη στιγμή που υπήρχε πέρασμα προς την διάβαση, ο ποδηλάτης να προσπάθησε να υπερπηδήσει την λίνια και να κτυπήθηκε στο σημείο που υπέδειξε η Κατηγορούμενη. Όλα τα πιο πάνω είναι εικασίες του ΜΚ3 και δεν υποστηρίζονται από οποιαδήποτε αντικειμενικά δεδομένα. Ο ΜΚ3 δεν έχει δώσει τα στοιχεία και δεδομένα εκείνα, τα οποία να παρέχουν στο Δικαστήριο την δυνατότητα να ελέγξει την ορθότητα των συμπερασμάτων του. Ούτε τεκμηρίωσε επιστημονικά ή άλλως πως, την γνώμη που εξέφρασε ότι αν η Κατηγορούμενη αντιδρούσε 2 δευτερόλεπτα μετά από το σημείο που θα μπορούσε να δει το θύμα, θα μείωνε την ταχύτητα της και το ατύχημα θα αποφευγόταν καθώς ο ποδηλάτης θα είχε ήδη διανύσει κάποια απόσταση και θα είχε ήδη περάσει τη διάβαση. XXXXX Παπασάββας ΜΥ1 Από την άλλη, ο ΜΥ1 εκτέλεσε θεωρώ τα καθήκοντα του έναντι του Δικαστηρίου, ως πραγματογνώμονας. Έχοντας υπόψη μου τα προσόντα του καθώς και το γεγονός ότι όπως ανέφερε, εχει διενεργήσει χιλιάδες εκτιμήσεις ζημιών μηχανοκινήτων οχημάτων και εκατοντάδες αναλύσεις και διερευνήσεις τροχαίων δυστυχημάτων, δέχομαι ότι μπορεί να εκφέρει γνώμη για τις συνθήκες που περιβάλλουν το δυστύχημα. Πέραν τούτου, σημειώνω ότι ο εν λόγω μου έκανε θετική εντύπωση καθότι επεξήγησε με σαφήνεια τα δεδομένα που έλαβε υπόψη του και τα συσχέτισε με την επιστημοσύνη του. Έχω διεξέλθει με προσοχή το περιεχόμενο της μαρτυρίας του και τις εξηγήσεις που έδωσε σε σχέση με τους λόγους για τους οποίους θεωρεί την διερεύνηση του δυστυχήματος πλημμελή. Κρίνω ότι ο ΜΥ1 ήρθε στο Δικαστήριο με σκοπό να το βοηθήσει να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Δεν έχω διακρίνει σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να παραπλανήσει ή να βοηθήσει την εκδοχή της Κατηγορουμένης. Στην ουσία, ο εν λόγω μάρτυρας θεωρεί ότι με βάση τα αντικειμενικά δεδομένα που υπήρχαν στην διάθεση της αστυνομίας, δεν υπάρχει ασφαλές υπόβαθρο για εξαγωγή απόλυτων συμπερασμάτων και συνεπώς η Κατηγορούμενη δικαιούται το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Η θέση αυτή με βρίσκει σύμφωνο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154: «Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Όπως προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου στο οποίο βασίζεται η 1η κατηγορία, απαιτείται η απόδειξη ότι ο κατηγορούμενος προκάλεσε το θάνατο του θύματος λόγω κάποιας αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς. Οι προαναφερόμενοι όροι υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος (βλ. Ζυπίτης κ.α ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 220, Ανδρέου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 409). Όσον αφορά τον όρο «απερίσκεπτη», όπως έχει νομολογηθεί δεν στοιχειοθετείται απερίσκεπτη ενέργεια ή συμπεριφορά μόνο με την απόδειξη αμελούς οδήγησης, με την έννοια της οδήγησης που εξ αντικειμένου υπολείπεται της αναμενόμενης από το μέσο συνετό οδηγό. Υπεισέρχεται ως συστατικό του όρου, με τη συνήθη του έννοια, και υποκειμενικό στοιχείο. Αυτό είναι συναρτημένο προς τη συγκεκριμένη ενέργεια, και στην προκειμένη περίπτωση την οδήγηση (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσοστόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 473). Στην R v. Lawrence [1981] 1 All E.R. 974 στην οποία αναφέρθηκε κατ' επανάληψιν και το Ανώτατο Δικαστήριο, διατυπώθηκαν οι παράμετροι του όρου απερίσκεπτη οδήγηση. Πρώτον, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος πράγματι οδηγούσε το όχημα κατά τρόπο που να δημιουργούσε εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης σε κάποιον άλλον, ο οποίος θα τύγχανε να χρησιμοποιεί το δρόμο, ή πρόκλησης ουσιαστικής ζημιάς σε περιουσία. Δεύτερον, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε κατ' αυτόν τον τρόπο, χωρίς να είχε στρέψει την προσοχή του στην πιθανότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή, παρά το ότι αναγνώρισε ότι υπήρχε κάποιος κίνδυνος, εντούτοις προχώρησε διακινδυνεύοντας. Νομίζω αξίζει να επισημανθεί ότι στην Αγγλία, με τον Road Traffic Act 1988 καταργήθηκε το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου από απερίσκεπτη οδήγηση (reckless driving) και θεσμοθετήθηκε αδίκημα που αφορά την πρόκληση θανάτου από επικίνδυνη οδήγηση η οποία εξετάζεται μόνο αντικειμενικά. Οι ικανότητες του οδηγού δεν λαμβάνονται υπόψη. Ούτε λαμβάνονται υπόψη οποιεσδήποτε ειδικές ικανότητες ή απουσία ικανοτήτων του οδηγού. Η έννοια λοιπόν της «απερισκεψίας» έπαψε να χρησιμοποιείται. Το ίδιο το s.2 A
(1)του Αγγλικού νόμου καθορίζει πότε κάποιο πρόσωπο θεωρείται ότι οδηγεί επικίνδυνα. Τούτο συμβαίνει όταν 1) ο τρόπος που οδηγεί υπολείπεται κατά πολύ αυτού που αναμένεται από ένα ικανό και προσεκτικό οδηγό, και
(2)είναι φανερό σε ένα ικανό και προσεκτικό οδηγό ότι η οδήγηση με εκείνο τον τρόπο είναι επικίνδυνη. Στην R. v. Collins (Lezlie) [1997] R.T.R 439, επαναβεβαιώθηκε ότι το τεστ πλέον στην Αγγλία είναι αμιγώς αντικειμενικό και ότι το υποκειμενικό στοιχείο (mens rea) δεν παίζει κανένα ρόλο στη στοιχειοθέτηση του αδικήματος (για μια ενδιαφέρουσα ανασκόπηση της εξέλιξης του ισχύοντος Αγγλικού δικαίου βλ. Wilkinson's Road Traffic Offences 27th Edition 2015, Chapter 5) Στρεφόμενος, όμως στο δεσμευτικό προηγούμενο που ισχύει στην Κύπρο στην βάση της υφιστάμενης νομοθεσίας με βάση την οποία κατηγορείται ο Κατηγορούμενος, παραπέμπω στην Μαρίνου Ιωάννου ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2015:B267, Π.Ε. 140/2014 ημερομηνίας 8.4.2015, όπου έγινε ανάλυση των άρθρων 205 και 210. Λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι, σε αντίθεση με το άρθρο 205 του Ποινικού Κώδικα για το οποίο απαιτείται η ενσυνείδητη ανάληψη κινδύνου (conscious risk taking), με βάση το άρθρο 210 ΠΚ αρκεί η άνευ συνειδήσεως ή αντικειμενική αμέλεια ή αμέλεια δευτέρου βαθμού, δηλαδή η αντίληψη του κινδύνου ως μιας δυνατότητας, χωρίς να απαιτείται υποκειμενική επίγνωση και ενσυνείδητη ανάληψη συγκεκριμένου κινδύνου, όπως στην περίπτωση του άρθρου 205 ΠΚ. Επιπλέον, όπως λέχθηκε στη Χρυσοστόμου (ανωτέρω), σε κατηγορία δυνάμει του άρθρου 210 για «απερίσκεπτη» πράξη ή συμπεριφορά, το ζήτημα δεν περιορίζεται αποκλειστικά στο συγκεκριμένο τρόπο οδήγησης και η απερισκεψία μπορεί να μη συνδέεται με αυτόν καθ΄ εαυτόν τον τρόπο της οδήγησης. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση αυτή παρέπεμψε συναφώς στη νομολογία που συνοψίζεται στο Wilkinson΄s Road Traffic Offences, 4η έκδοση, παράγραφοι 1-302 και 1-307, σε σχέση με τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος και στις περιπτώσεις οδήγησης με γνώση ελαττώματος στο αυτοκίνητο ή με γνώση του κινδύνου να πέσει το φορτίο του ή μετά από κατανάλωση οινοπνεύματος σε βαθμό που επηρέαζε την ικανότητα οδήγησης. Η δε λέξη «επικίνδυνος» στη συνήθη της γραμματική έννοια σημαίνει αυτόν που εμπεριέχει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους. Όπως αναφέρθηκε στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζός
(2001)2 Α.Α.Δ. 18, απαιτείται τουλάχιστον απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους εκ μέρους του οδηγού, ο οποίος έστω και στιγμιαία πέφτει κάτω από το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού (βλ. R. v. Gosney
(1971)55 Crim. App. R. 502). Στην Πέτρου ν. Αστυνομίας 1994) 2 Α.Α.Δ. 223 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σε σχέση με επικίνδυνη οδήγηση σύμφωνα με τη νομολογία, απαιτείται τουλάχιστο απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους (fault) εκ μέρους του οδηγού και στην αγγλική απόφαση R v. Gosney
(1971)55 Cr. App. R. 502 σε σχέση με κατηγορία επικίνδυνης οδήγησης αναφέρεται ότι: «the fault certainly does not necessarily involve deliberate misconduct or recklessness or intention to drive in a manner inconsistent with proper standards of driving. Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of driving and the relevant circumstances of the case». Στην υπόθεση Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 115 λέχθηκε με αναφορά στην R v. Gosney (ανωτέρω) ότι το αδίκημα επικίνδυνης οδήγησης δεν είναι απόλυτο και η απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη πως την προκάλεσε κάποιο σφάλμα. Ως προς την έννοια του σφάλματος που αρκεί για την στοιχειοθέτηση της επικίνδυνης οδήγησης αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τη σελίδα 224 της R v. Gosney (ανωτέρω), σε μετάφραση: «Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία, πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντας το λογικά, αποτελεί μία αιτία». Στις πλείστες των περιπτώσεων το σφάλμα συμπεραίνεται από το Δικαστήριο από τα γεγονότα της υπόθεσης. Αν ο κατηγορούμενος προτίθεται να αποδείξει κάποιο ειδικό γεγονός (special fact) με σκοπό να αποτρέψει το Δικαστήριο από του να εξαγάγει το συμπέρασμα δεν πρέπει να εμποδιστεί από το να το πράξει. Είναι επίσης, σαφώς νομολογημένο, ότι στο αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν υπεισέρχεται το στοιχείο της ένοχης διάνοιας (mens rea ) (βλ. Hill v. Baxter
(1958)42 Cr. App.Rep. 51 και Simpson v. Peat
(1952)2 QB 24). Ως «αλόγιστη» νοείται κάθε μη λελογισμένη πράξη ή συμπεριφορά, δηλαδή κάθε ενέργεια η οποία δεν απορρέει από την κοινή λογική (βλ. Ζυπίτης ν. Αστυνομίας άνωτέρω) Βασική προϋπόθεση αποτελεί πάντοτε η θεμελίωση αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς με το αποτέλεσμα, δηλαδή το θάνατο άλλου προσώπου. Στην παρούσα περίπτωση, είναι αδιαμφησβήτητο ότι το δυστύχημα έγινε ενώ το θύμα προσπαθούσε να διασταυρώσει τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας της κατεύθυνσης στην οποία κινείτο η Κατηγορούμενη. Αν και το θύμα οδηγούσε ποδήλατο, εντούτοις η οδήγηση έγινε κατά την προσπάθεια διασταύρωσης δρόμου και συνεπώς θεωρώ ότι εφαρμόζονται οι αρχές που διέπουν περιπτώσεις όπου επίδικη είναι η φύση καθήκοντος επιμέλειας έναντι πεζού. Ως έχει λοιπόν νομολογηθεί, το καθήκον λήψης αποτρεπτικών μέτρων προκύπτει αφού εκδηλωθεί κίνδυνος στο δρόμο, για την αποφυγή του οποίου ο συνετός οδηγός πρέπει να δράσει. Η παρουσία ενήλικου πεζού στο κράσπεδο του δρόμου δεν υποδηλώνει αφ' εαυτής ύπαρξη κινδύνου, για τον οποίο πρέπει να ληφθούν προφυλακτικά μέτρα. Κίνδυνος μπορεί να προκύψει αφότου ο πεζός αποπειράται να διασταυρώσει το δρόμο (βλ. Murrel ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 217). Έτσι και στην παρούσα περίπτωση, το γεγονός ότι το θύμα βρισκόταν στην δίοδο που υπήρχε στην διαχωριστική νησίδα δεν υποδήλωνε αφ' εαυτού κίνδυνο, για τον οποίο η Κατηγορούμενη έπρεπε να λάβει προφυλακτικά μέτρα. Όπως ορθά επισήμανε ο ΜΥ1, το ζητούμενο είναι το χρονικό σημείο που το θύμα εκδήλωσε την πρόθεση του να εισέλθει στον δρόμο. Δεν υπάρχει όμως ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία για τις θέσεις και κινήσεις του θύματος πριν διασταυρώσει. Δεν υπάρχει ειδικότερα, επαρκής μαρτυρία για το κατά πόσον το θύμα χρησιμοποίησε το κομβίο της διάβασης πεζών ή αν εισήλθε στην διάβαση από το καθορισμένο άνοιγμα της λίνιας. Περαιτέρω, δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης και της μη αποδοχής της μαρτυρίας της ΜΚ1 και ΜΚ3, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε οποιαδήποτε ασφαλή ευρήματα για το ακριβές χρονικό σημείο κατά το οποίο ο ποδηλάτης εισήλθε στον δρόμο. Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 στις σελ. 365, 366, «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής. Στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι η Κατηγορούμενη υπήρξε υπαίτια συμπεριφοράς η παράλειψης που να στοιχειοθετεί το αδίκημα του άρθρου 210 του ΠΚ ή έστω του άρθρου 8 του ν.86/1972. Είναι δε εμφανές, ότι η Κατηγορούμενη βρέθηκε προ διλήμματος σύγκρουσης. Δεν υπάρχει όμως αξιόπιστη μαρτυρία ως προς το τι προηγήθηκε του εν λόγω διλήμματος, ώστε να μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα περί ποινικής ευθύνης της Κατηγορουμένης. Στη Νικολαϊδης κ.α. ν. Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 422, 429 επισημαίνονται τα ακόλουθα: «Όπως κατ' επανάληψη τονίστηκε οι πράξεις οδηγού που βρίσκεται αντιμέτωπος με επικείμενη σύγκρουση δεν κρίνονται μικροσκοπικά, αλλά με ευρύτητα ανάλογη με τα αγωνιώδη διλήμματα που αντιμετωπίζει και την έλλειψη ουσιαστικής ευκαιρίας για προγραμματισμό των πράξεών του. Οι αρχές αυτές συνοψίζονται στην Adamis and Another v. Eracleous
(1982)1 C.L.R. 746 και επαναλαμβάνονται σε πολλές άλλες αποφάσεις.» Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, αναφέρθηκαν τα εξής: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής» Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν απέδειξε στον απαιτούμενο βαθμό ότι η Κατηγορούμενη δεν εκπλήρωσε τα καθήκοντα που του αναλογούσαν κατά τον δεδομένο τόπο, χρόνο και περιστάσεις. Εάν το Δικαστήριο βασιζόταν αποκλειστικά στην επαφή του οχήματος της Κατηγορουμένης με το ποδήλατο, θα έκρινε μικροσκοπικά τις ενέργειες της Κατηγορουμένης η οποία, όπως ανέφερε στην κατάθεση της, έστριψε το τιμόνι αριστερά στην προσπάθεια να αποφύγει την σύγκρουση. Η πιθανότητα ότι ο ποδηλάτης μπήκε στον δρόμο σε χρόνο και τόπο που θα ήταν αδύνατο ή εξαιρετικά δύσκολο για την Κατηγορούμενη να αντιδράσει με τρόπο που να αποφευχθεί η σύγκρουση, δεν μπορεί να αποκλειστεί. Ένεκα τούτου, η Κατηγορούμενη δικαιούται το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Η Κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο