Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Σπανούδης, Αρ. Υπόθεσης: 9919/2016, 20/9/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B181 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9919/2016 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. XXXXX Σπανούδης Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 20 Σεπτεμβρίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ελ. Θεοδότου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ν. Ζαχαριάδου Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, στις ακόλουθες κατηγορίες: 1. Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου, κατά παράβαση των Άρθρων 2, 3 και 40 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000, Ν. 96(Ι)/2000. 2. Παράλειψη οδηγού μηχανοκίνητου οχήματος να συμμορφωθεί με την ένδειξη του κόκκινου φανού σε φωτεινούς σηματοδότες κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 58
(2)(δ), 71 και 72 των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών Κ.Δ.Π. 66/
- Παράλειψη οδηγού μοτοσικλέτας να φέρει στερεά προσδεδεμένο στο κεφάλι προστατευτικό κράνος, κατά παράβαση των κανονισμών 2, 59
(2)
(3)και 72 της ΚΔΠ 66/84
- Αλόγιστη ή επικίνδυνη οδήγηση κατά παράβαση των άρθρων 2, 7, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν. 86/
- Παράλειψη συμμόρφωσης σε οδηγίες Αστυνομικού με στολή κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 58
(1)(κ) και 72 της ΚΔΠ 66/
- Απείθεια κατά νόμιμων διαταγών κατά παράβαση των άρθρων 137 και 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Αλλαγή χρώματος μηχανοκίνητου οχήματος κατά παράβαση των Κανονισμών 55
(1)και 72 της Κ.Δ.Π. 66/
- Σύμφωνα με τα γεγονότα ως αυτά διατυπώθηκαν στην καταδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου, ο Κατηγορούμενος την 15.1.2016 στην διασταύρωση της Λεωφόρου Λεμεσού με Αρμενίας στην Λευκωσία, οδηγούσε την μοτοσικλέτα με αριθμούς εγγραφής XXXXX32 χωρίς να φέρει προστατευτικό κράνος, χωρίς να βρίσκεται σε ισχύ πιστοποιητικό ασφάλισης που να αφορά την ευθύνη του έναντι τρίτου και ενώ η άδεια κυκλοφορίας του εν λόγω οχήματος δεν ανανεώθηκε για τρία συναπτά έτη. Η μοτοσικλέτα έφερε χρώμα γκρίζο αντί κόκκινο που είναι το χρώμα που αναφέρεται στο πιστοποιητικό εγγραφής του οχήματος. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το πιο πάνω όχημα κατά παράβαση διατάγματος που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στην υπόθεση με αριθμό 26425/15, το οποίο του στερούσε το δικαίωμα να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια μηχανοκίνητου οχήματος για περίοδο από 13.1.2016 μέχρι 2.2.
- Ο Αστ.XX8 XXXXX Κωνσταντίνου έκανε την χρήση φάρων και σειρήνας της υπηρεσιακής του μοτοσικλέτας με σκοπό να ανακόψει τον Κατηγορούμενο. Ο τελευταίος σταμάτησε για λίγα δευτερόλεπτα στα φώτα τροχαίας της διασταύρωσης. Ο Αστ.XX8 σταμάτησε δίπλα του και του ζήτησε να σταματήσει αριστερά. Ακολούθως, ο συνοδηγός που επέβαινε στην μοτοσικλέτα κατέβηκε και αμέσως ο Κατηγορούμενος ανέπτυξε ιλιγγιώδη ταχύτητα, παραβίασε κόκκινο φωτεινό σηματοδότη στην πιο πάνω διασταύρωση σε χρόνο κατά τον οποίο η τροχαία κίνηση ήταν πυκνή. Κινήθηκε με ευθεία πορεία και εγκατέλειψε το σημείο. Δεδομένης της σοβαρότητας των αδικημάτων, το Δικαστήριο ζήτησε και έλαβε έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες του Κατηγορουμένου. Σε αυτήν καταγράφεται ότι ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 22 ετών . Ολοκλήρωσε την Α' Τεχνική Σχολή και υπηρέτησε την στρατιωτική του θητεία στην Εθνική Φρουρά. Ακολούθως, εργάστηκε ως ιδιωτικός υπάλληλος για ένα χρόνο. Σήμερα διατηρεί κατάστημα συμπληρωμάτων διατροφής και κερδίζει από την εργασία του €400 μηνιαίως. Ο Κατηγορούμενος έχασε την μητέρα του όταν ήταν 9 ετών. Οι σχέσεις με τον πατέρα του περιγράφονται διαταραγμένες και δυσαρμονικές. Λόγω της οξύτητας των σχέσεων τους, ο πατέρας του, ο οποίος μετά το θάνατο της μητέρας, ξαναπαντρεύτηκε, τον έδιωξε από το σπίτι όταν ήταν 17 ετών. Ο Κατηγορούμενος διατηρεί πολύ καλές σχέσεις με τον μικρότερο του αδερφό. Έχει αναλάβει μεταξύ άλλων την μεταφορά του στο σχολείο, σε φροντιστήρια και εξωσχολικές δραστηριότητες. Επίσης συμβάλλει στα έξοδα του. Πολύ θετικές είναι οι σχέσεις του με τους μητρικούς του παππούδες. Τον Ιούλιο του 2015, ο Κατηγορούμενος ενεπλάκη σε τροχαίο δυστύχημα με μοτοσυκλέτα μεγάλου κυβισμού, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί στο σπόνδυλο και να μην μπορεί να εργαστεί. Τον Ιούλιο του 2016, ενεπλάκη σε άλλο τροχαίο δυστύχημα, πάλι με μοτοσυκλέτα μεγάλου κυβισμού με αποτέλεσμα τον σοβαρότερο τραυματισμό του ένεκα του οποίου παρέμεινε για τρεις εβδομάδες στο νοσοκομείο. Μετά τον τραυματισμό του αποφάσισε να αλλάξει τρόπο ζωής και να γίνει πιο υπεύθυνος, λιγότερο ριψοκίνδυνος και να αποφεύγει τα προβλήματα με το Νόμο Αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής, η συνήγορος του Κατηγορουμένου ζήτησε όπως ληφθεί υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας, ο πανικός ο οποίος κατέβαλε τον κατηγορούμενο κατά την άφιξη του αστυνομικού καθώς και το απροσχεδίαστο της πανικόβλητης αναχώρησης από τη σκηνή. Αναφέρθηκε επίσης στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου και τόνισε την δύσκολη παιδική του ηλικία. Επισήμανε πως παρά τις δυσκολίες, ο Κατηγορούμενος κατάφερε με σκληρή εργασία να αποφοιτήσει από το Λύκειο και να εγγράφει σε σχολή για να πάρει δίπλωμα διατροφολόγου, ώστε να ανοίξει τη δική του επιχείρηση. Η ευπαίδευτη συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει επίσης υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου, τις ιδιάζουσες οικογενειακές του συνθήκες καθώς και το νεαρό της ηλικίας του. Η επιλογή της ποινής που θα επιβληθεί αποτελεί πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου αφού απαιτείται, από τη μια, εξατομίκευση της ποινής στο πλαίσιο του συγκεκριμένου παραβάτη και, από την άλλη, εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης. Η ποινή δεν πρέπει να συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Από την άλλη, η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγήσει και σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων και της ανάγκης για αποτροπή, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Είναι νομολογημένο ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται από το νομοθέτη σε κάποιο αδίκημα συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν τη σοβαρότητα του αδικήματος. Η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή αποτελεί την αφετηρία από την οποία το Δικαστήριο εκκινεί για την επιμέτρηση της ποινής. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του είδους της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου,
(1990), 2 Α.Α.Δ. 264 και Λεβέντης ν. Αστυνομίας,
(1999), 2 Α.Α.Δ. 632). Οι κατηγορίες στις οποίες ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος μετά από δική του παραδοχή, όπως διαφαίνεται μέσα από την προβλεπόμενη στον νόμο ποινή είναι πολύ σοβαρές. Θα σταθώ ιδιαίτερα στο αδίκημα της 7ης Κατηγορίας που είναι και το σοβαρότερο από τα αδικήματα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος. Στην απόφαση CCC Laundries (Paphos) Limited v. Ελισάβετ Θεοφάνους
(2010)2 Α.Α.Δ 288 λέχθηκαν τα εξής: «Η απείθεια σε διαταγή του Δικαστηρίου ενέχει το στοιχείο της καταφρόνησης του Δικαστηρίου. Πρόκειται για σοβαρό αδίκημα η τέλεση του οποίου πλήττει ευθέως την απονομή της δικαιοσύνης και κλονίζει την εμπιστοσύνη του κοινού στην αξιοπιστία του συστήματος για αποτελεσματική εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων και την εμπέδωση του νόμου και της τάξης. Τέτοιου είδους συμπεριφορά ποτέ δεν έγινε ανεκτή. Οι παραβάτες όταν είναι φυσικά πρόσωπα κατά κανόνα τιμωρούνται με φυλάκιση. Η χρηματική ποινή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις πρέπει να επιβάλλεται Βλ. Kay v. Municipality of Larnaca
(1982)2 A.A.Δ. 236. Oι πολίτες σε όποια κοινωνική τάξη θεωρούν ότι ανήκουν ή σε όποια θέση βρίσκονται, υπέχουν αυστηρή υποχρέωση υπακοής στα δικαστικά διατάγματα που τους αφορούν. Αυτό επιβάλει η αρχή της ισονομίας. Οι δικαστές προσηλωμένοι στην αποστολή τους με πλήρη διαφάνεια και αυξημένο αίσθημα ευθύνης εκτελούν το καθήκον τους. Συμπεριφορές οι οποίες υπονομεύουν το έργο τους δεν μπορεί να γίνονται ανεκτές.» Επίσης, στην υπόθεση Λοΐζου ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 227, λέχθηκε ότι: «Παρακοή σε διάταγμα του Δικαστηρίου πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης. Η συνέχιση της (παρακοής) τείνει να το ανατρέψει. Ανάλογη με τη σοβαρότητα της ανυπακοής είναι και η τιμωρία, η οποία επιβάλλεται. Η τιμωρία για τη συνεχιζόμενη παρακοή σε διαταγή του δικαστηρίου είναι κατά κανόνα η φυλάκιση. Όταν επέλθει συμμόρφωση παρέχεται η δυνατότητα για επιεικέστερη αντιμετώπιση του παραβάτη, χωρίς όμως να διαγράφεται η σοβαρότητα του αδικήματος». Για την επιλογή και καθορισμό της ποινής σε περιπτώσεις απείθειας σε νόμιμες διαταγές θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες, όπως η φύση του διατάγματος, οι συνέπειες από την παραβίαση του και οι λόγοι παρακοής του. Η έκδοση διατάγματος στέρησης της άδειας οδηγήσεως αποτελεί προσπάθεια αναμόρφωσης της οδικής συμπεριφοράς Κατηγορούμενου και τα Δικαστήρια οφείλουν να δώσουν ξεκάθαρο μήνυμα ότι ανυπακοή σε διατάγματα τέτοια θα αντιμετωπίζεται σοβαρά. Ιδιαίτερα σοβαρό είναι και το αδίκημα της αλόγιστης, επικίνδυνης ή απερίσκεπτης οδήγησης για το οποίο προνοείται μεταξύ άλλων ποινή φυλάκισης που μπορεί να φτάσει τα δύο έτη. Η σοβαρότητα αδικημάτων που σχετίζονται με την οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος διαφαίνεται βεβαίως και μέσα από την ανησυχητική συχνότητα με την οποία όμοιας φύσης αδικήματα, παρουσιάζονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Το γενικό συμφέρον της δικαιοσύνης, για πάταξη τροχαίων παραβάσεων, δημιουργεί την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Στην υπόθεση Παναγή ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 75, λέχθηκαν τα εξής: «Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών δεν είναι μόνο θέμα σεβασμού και εφαρμογής των νόμων, αλλά είναι απαραίτητη κοινωνική ανάγκη, ενόψει του σοβαρού και ανησυχητικού ρυθμού με τον οποίο συμβαίνουν αυτοκινητικά δυστυχήματα και χάνονται ανθρώπινες ζωές ή προκαλούνται σοβαρές υλικές ζημιές. Είναι μόνο με την απόλυτη συμμόρφωση προς όλους τους κανονισμούς που θα επιτευχθεί μείωση ατυχημάτων τα οποία πολλές φορές έχουν ολέθρια και ανεπανόρθωτα επακόλουθα.» Όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση Ζυπιτής Κώστας και Άλλος ν. Αστυνομίας κ.α.
(2003)2 Α.Α.Δ. 220, το αυτοκίνητο αποτελεί αντικείμενο ικανό να προκαλέσει το θάνατο ή σοβαρή βλάβη, καθ' όλο τον χρόνο που αυτό βρίσκεται σε κίνηση, γεγονός που προσδιορίζει και τις ευθύνες του οδηγού για τη χρήση και το καθήκον του για την προστασία της ασφάλειας τρίτων. Στην απόφαση Σάββα ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 242 λέχθηκαν τα εξής: «Ο Κώδικας Οδικής συμπεριφοράς αποτελεί αναπόσπαστο μέρος, σε μια σύγχρονη και αναπτυγμένη πολιτεία με του κώδικα κοινωνικής συμπεριφοράς. Γι' αυτό και αποτελεί μια από τις τιμές μέτρησης και αξιολόγησης του σεβασμού του ανθρώπου προς το συνάνθρωπο. Τα τροχαία αδικήματα, όπως συνηθίσαμε να αναφερόμαστε στις παραβάσεις της οικείας νομοθεσίας ή γενικότερα τα αδικήματα που διαπράττονται κατά την οδήγηση, θεωρούνται πλέον σοβαρά και έτσι πρέπει να αντιμετωπίζονται. Τα Δικαστήρια, που παρακολουθούν και είναι ευαίσθητα στις μεταβολές συμπεριφοράς της κοινωνίας, αναπροσαρμόζουν τις ποινές που επιβάλλουν ώστε να γίνει συνείδηση πως η ορθή ρύθμιση της τροχαίας κίνησης έχει άμεση σχέση με την καθημερινή λειτουργία της ζωής των ανθρώπων.» Η αλόγιστη, επικίνδυνη και απερίσκεπτη οδήγηση εμφανίζεται δυστυχώς με ανησυχητική συχνότητα ενώπιον του Δικαστηρίου. και θα πρέπει να τονιστεί ότι σε σοβαρά αδικήματα, τα οποία βρίσκονται σε έξαρση και για τα οποία υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, οι προσωπικές συνθήκες του εκάστοτε παραβάτη είναι ήσσονος σημασίας (βλ. Παναγιώτου v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540). Μάλιστα δε, στην παρούσα περίπτωση, ο Κατηγορούμενος συνέχισε την αλόγιστη, επικίνδυνη αλλά και απερίσκεπτη συμπεριφορά του, παρά το ότι του έγινε σήμα από αστυνομικό με στολή διαπράττοντας το αδίκημα που προνοείται στον Κανονισμό 58
(2)(στ) της Κ.Δ.Π. 66/84 για το οποίο προνοείται ποινή φυλάκισης μέχρι ένα έτος. Προς επιμέτρηση της ποινής που θα επιβληθεί στον Κατηγορούμενο, λαμβάνω υπόψη μου όλα όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω και συνυπολογίζω υπέρ του το λευκό του ποινικό μητρώο. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου τις προσωπικές και οικονομικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου όπως προκύπτουν από την έκθεση του τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας. Έχω ειδικότερα κατά νου το νεαρό της ηλικίας του Κατηγορουμένου, το γεγονός ότι πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια και ότι παρά τις δυσκολίες προσπαθεί να αναπτύξει την δική του επιχείρηση. Οι πιο πάνω μετριαστικοί παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί, αλλά δεν μπορούν να επηρεάσουν το είδος της ποινής που, υπό τα δεδομένα, δεν μπορεί να είναι άλλη από τη ποινή φυλάκισης. Δεν παραγνωρίζω ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης σε νεαρά πρόσωπα πρέπει να αποτελεί την τελευταία γραμμή άμυνας για την προστασία της έννομης τάξης (βλ. Χαραλάμπους Τρύφωνα, άλλως Αλουπός ν. Δημοκρατίας
(1991)ΑΑΔ 246) και ότι ο σκοπός της ποινής σε άτομα νεαρής ηλικίας πρέπει να είναι μεταξύ άλλων, η αναμόρφωση τους και όχι η τιμωρία τους. Θεωρώ όμως, ότι υπό τα δεδομένα της παρούσας περίπτωσης, οποιαδήποτε άλλη ποινή, πέρα από την ποινή φυλάκισης θα ήταν ανεπαρκής. Είναι φανερό, ότι ο Κατηγορούμενος με την πράξη του να οδηγήσει ενώ ίσχυε το διάταγμα για στέρηση της άδειας οδηγού που είχε επιβληθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο, κατέδειξε ασέβεια προς το διάταγμα. Επιπλέον, ο Κατηγορούμενος δεν αρκέστηκε σε μια και μόνο έκνομη συμπεριφορά. Αγνοώντας παντελώς το διάταγμα του δικαστηρίου και διαγράφοντας από την μνήμη του τους λόγους για το οποίο αυτό είχε ευθύς εξ αρχής εκδοθεί, οδήγησε αλόγιστα, απερίσκεπτα και επικίνδυνα, χωρίς να καλύπτεται από πιστοποιητικό ασφάλισης και χωρίς προστατευτικό κράνος. Δεν χωρεί καμία δικαιολογία για τις πράξεις του, ούτε έχει προβληθεί οτιδήποτε το οποίο να δίδει έστω μια εξήγηση για την παραβατική του συμπεριφορά. Επισημαίνω επίσης ότι ο Κατηγορούμενος, μέχρι και σήμερα, δεν επέδειξε καμία μεταμέλεια για τις πράξεις του. Από την πρώτη στιγμή προσπάθησε να διαφύγει των ευθυνών του παραλείποντας να υπακούσει σε σήμα αστυνομικού εν στολή. Υπό το φως των πιο πάνω, η μόνη κατάλληλη ποινή είναι η φυλάκιση. Επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια στον Κατηγορούμενο, επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: Στην 4η Κατηγορία, επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 15 ημερών. Επιπλέον ο Κατηγορούμενος αποστερείται του δικαιώματος του να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης για περίοδο 4 μηνών από σήμερα. Στην 5η Κατηγορία, επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 15 ημερών. Επιπλέον ο Κατηγορούμενος αποστερείται του δικαιώματος του να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης για περίοδο 4 μηνών από σήμερα. Στην 7η κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Επιπλέον ο Κατηγορούμενος αποστερείται του δικαιώματος του να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης για περίοδο 8 μηνών από σήμερα. Αναφορικά με τις Κατηγορίες 1, 3 και 8, o Κατηγορούμενος να υπογράψει εγγύηση ύψους €2000 για να τηρεί τους νόμους και κανονισμούς για 2 έτη από σήμερα. Στην Κατηγορία 2, δεν επιβάλλεται ποινή καθότι τα γεγονότα τα οποία την συνθέτουν έχουν ήδη ληφθεί υπόψη κατά την επιβολή ποινής στην 4η Κατηγορία Οι ποινές φυλάκισης καθώς και οι ποινές στέρησης άδειας οδήγησης που έχουν επιβληθεί ανωτέρω, να συντρέχουν. Τα έξοδα ύψους €80 να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο