Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. BHUIYAN, Αρ. Υπόθεσης: 7722/2016, 11/9/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B179 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7722/2016 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. XXXXX BHUIYAN Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 11 Σεπτεμβρίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ελ. Θεοδότου Για Κατηγορούμενο: κ. Κ. Θεοχαρίδης με κα Θ. Αντωνίου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Είναι κοινό έδαφος ότι στις 3.3.2015 και περί ώρα 19:00 συνέβη τροχαίο δυστύχημα στην διασταύρωση των Λεωφόρων Μάρκου Δράκου με Τζων Κέννετυ στην Λευκωσία. Εμπλεκόμενοι ήταν από την μια ο Κατηγορούμενος, που οδηγούσε την μοτοσικλέτα με αρ. εγγραφής XXXXX35 και από την άλλη ο XXXXX Νταμοτσίδης (ΜΚ4) που οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής XXXXX
- Η Λεωφόρος Μάρκου Δράκου είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης με δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση. Η Λεωφόρος Τζών Κέννετυ είναι επίσης δρόμος δύο κατευθύνσεων με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση. Η διασταύρωση των εν λόγω λεωφόρων ελέγχεται από φώτα τροχαίας. Τα εμπλεκόμενα οχήματα κινούνταν στην Λεωφόρο Μάρκου Δράκου, έχοντας αντίθετη κατεύθυνση το ένα προς το άλλο. Κάτω από συνθήκες που τελούν υπό αμφισβήτηση, επήλθε η σύγκρουση μεταξύ τους. Είναι παραδεκτό ότι δυστύχημα έγινε κατά την διάρκεια της νύχτας. Το σημείο του δυστυχήματος φωτιζόταν ικανοποιητικά από λαμπτήρες οδικού φωτισμού. Η ορατότητα του κάθε οδηγού προς τον άλλο ήταν 40 μέτρα. Τα δύο οχήματα υπέστησαν ζημιές, ενώ ο Κατηγορούμενος τραυματίστηκε σοβαρά και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο όπου κρατήθηκε για νοσηλεία. Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες. Η 1η κατηγορία αφορά το αδίκημα της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεων Νόμου 86/
- Η 2η Κατηγορία αφορά μη συμμόρφωση με φώτα τροχαίας κατά παράβαση του κανονισμού 66Β
(1)(α)(ι) των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών Κ.Δ.Π. 66/84. Για να αποδείξει την υπόθεση, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 4 μάρτυρες κατηγορίας. Μετά που κλήθηκε σε απολογία, ο Κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως και κάλεσε ένα μάρτυρα υπεράσπισης. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή της γνώσης, η μνήμη, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th ed. σελίδα 251). Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα έλαβα επίσης υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Αστ.XXX7 XXXXX Παπαδόπουλος (ΜΚ1) Ο ΜΚ1 ανέλαβε χρέη εξεταστή και περί τις 19:20 επισκέφτηκε την σκηνή, όπου βρισκόταν μόνο ο ΜΚ4, καθότι ο Κατηγορούμενος είχε μεταφερθεί στο νοσοκομείο. Ο ΜΚ1 ετοίμασε σχέδιο της σκηνής (βλ. Τεκμήρια 2 και 3) στο οποίο σημείωσε μεταξύ άλλων, το σημείο σύγκρουσης των οχημάτων όπως αυτό υποδείχθηκε από τον ΜΚ
- Με το εν λόγω σημείο συμφώνησε και ο ίδιος ο ΜΚ1, μετά που έλαβε υπόψη τις πορείες των δύο οχημάτων και τις ζημιές που υπέστησαν. Με το σημείο συμφώνησε αργότερα και ο Κατηγορούμενος. Στις 8.3.2015 ο ΜΚ1 κατηγόρησε γραπτώς τον ΜΚ4 ότι οδηγούσε το αυτοκίνητο XXXXX80 χωρίς την δέουσα προσοχή και φροντίδα, κάτι που ο τελευταίος παραδέχτηκε. Την 5.5.2015, ο ΜΚ1 κατηγόρησε γραπτώς τον Κατηγορούμενο ότι οδηγούσε την μοτοσικλέτα του 1) χωρίς την δέουσα προσοχή και φροντίδα και 2) παραβίασε κόκκινο σηματοδότη. Ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχτηκε τις κατηγορίες. Ο ΜΚ1 έλαβε υπόψη ότι κατά την στιγμή της σύγκρουσης αυτόπτης μάρτυρας (ΜΚ3) είδε ότι το φως για οχήματα που κινούνταν στη Λεωφόρο Μάρκου Δράκου ήταν κόκκινο και ότι το όχημα του ΜΚ4 ήταν σταματημένο εντός της διασταύρωσης. Αφού έλαβε υπόψη ότι η απόσταση του σημείου σύγκρουσης από την γραμμή στάσης της πορείας του ΜΚ4 είναι 6,5 μέτρα και ότι το μήκος του οχήματος του ΜΚ4 είναι περίπου 4,5 μέτρα, κατέληξε ότι το εν λόγω όχημα βρισκόταν περίπου 2 μέτρα πριν το σημείο σύγκρουσης. Σύμφωνα με τον ΜΚ1, ο ΜΚ4 χρειάστηκε περίπου 1-1,5 δευτερόλεπτο για να διανύσει αυτή την απόσταση. Με δεδομένο ότι ο Κατηγορούμενος, ως ο ίδιος ανέφερε, κινείτο με 40ΧΑΩ, ήτοι 11,11 μέτρα/δευτερόλεπτο, ο ΜΚ1 κατέληξε ότι από την στιγμή που το όχημα του ΜΚ4 εκκίνησε, ο Κατηγορούμενος διάνυσε απόσταση μεταξύ 11.11 και 16.6 μέτρων μέχρι την σύγκρουση. Η απόσταση από την γραμμή στάσης ως η πορεία του Κατηγορουμένου, μέχρι το σημείο σύγκρουσης είναι 12 μέτρα, οπότε ο Κατηγορούμενος είτε μόλις είχε περάσει την γραμμή στάσης, είτε βρισκόταν 4.6 μέτρα πριν από αυτή. Θεωρώ ότι ο ΜΚ1 ανέφερε την αλήθεια στο Δικαστήριο σε σχέση με τις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά την διερεύνηση του δυστυχήματος. Αποδέχομαι την θέση του σε σχέση με το σημείο επαφής των δύο οχημάτων αφού αυτό προκύπτει μέσα από τα ευρήματα της σκηνής και με αυτό συμφώνησε τόσο ο Κατηγορούμενος όσο και ο ΜΚ
- Παρά τα πιο πάνω, θεωρώ ότι ο ΜΚ1 δεν εφοδίασε με εκείνα τα στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να αξιολογηθούν για να διαπιστωθεί η ορθότητα των συμπερασμάτων του όσον αφορά τους υπολογισμούς στους οποίους προέβη. Χωρίς καμία εξήγηση και χωρίς καμία αναφορά σε ταχύτητα, ανέφερε ότι ο ΜΚ4 χρειάστηκε περίπου 1-1,5 δευτερόλεπτο για να διανύσει απόσταση δύο μέτρων μέχρι το σημείο σύγκρουσης. Πέραν τούτου, ο ΜΚ4 δεν είχε στην διάθεση του απτά στοιχεία που να δικαιολογούν την θέση ότι η απόσταση που διένυσε ο ΜΚ4 από το σημείο όπου ήταν σταματημένος μέχρι το σημείο σύγκρουσης ήταν όντως 2 μέτρα. Προσθέτω τέλος, το γεγονός ότι ο ΜΚ1 βασίστηκε σε ισχυρισμούς μάρτυρα (ΜΚ3) η αξιοπιστία του οποίου τίθεται υπό αμφισβήτηση (βλ. πιο κάτω). Υπό το φως των πιο πάνω, δεν μπορεί με βεβαιότητα να συναχθεί ότι στους υπολογισμούς στους οποίους προέβη ο ΜΚ1 αντικατοπτρίζονται οι συνθήκες του δυστυχήματος. Θεωρώ ότι ο ΜΚ1 βασίστηκε σε δεδομένα που οδηγούν σε υποθετικούς υπολογισμούς, κάτι που εξάλλου ο ίδιος ο ΜΚ1 παραδέχτηκε κατά την αντεξέταση του. Συνεπώς, δεν μπορούν να εξαχθούν ασφαλή ευρήματα μέσω των μαθηματικών υπολογισμών του ΜΚ
- XXXXX Μούζουρος (ΜΚ2) Ο ΜΚ5 εργάζεται στο Τμήμα Δημοσίων Έργων και παρουσίασε πίνακα που αφορά τον τρόπο λειτουργίας των φώτων τροχαίας στην επίδικη διασταύρωση (βλ. Τεκμήριο 4). Εξήγησε ότι κατά την επίδικη ημερομηνία και ώρα, η διασταύρωση λειτουργούσε με δύο στάδια. Το στάδιο 1 αφορούσε τη Λεωφόρο Τζων Κέννετυ όπου άναβε για 42 δευτερόλεπτα πράσινο, ακολουθούσαν 3 δευτερόλεπτα κίτρινο και ακολούθως κόκκινο. Καθ' όλη την διάρκεια του 1ου σταδίου, η Λεωφόρος Μάρκου Δράκου είχε κόκκινο. Ένα δευτερόλεπτο μετά που άναβε κόκκινο στην Λεωφόρο Τζων Κέννετυ, ξεκινούσε το 2ο στάδιο στην Λεωφόρο Μάρκου Δράκου με 2 δευτερόλεπτα κόκκινο ‑ κίτρινο μαζί, 32 δευτερόλεπτα πράσινο, 3 δευτερόλεπτα κίτρινο και ακολούθως κόκκινο. Οι χρόνοι ασφαλείας από το 1ο στο 2ο στάδιο ήταν 6 δευτερόλεπτα. Δηλαδή, από την ώρα που έσβηνε το πράσινο της Λεωφόρου Κέννετυ μέχρι να ανάψει το πράσινο της Λεωφόρου Μάρκου Δράκου, μεσολαβούσαν 6 δευτερόλεπτα. Το ίδιο συνέβαινε και από το 2ο στο 1ο στάδιο
- Σε σχέση με τον ΜΚ2, επισημαίνω ότι δεν επιχειρήθηκε ο κλονισμός της αξιοπιστίας του. Σε κάθε περίπτωση, θεωρώ ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια για όσα εμπίπτουν στο πεδίο της γνώσης του και γενικότερα όσα αφορούν την λειτουργία των φώτων τροχαίας στην επίδικη διασταύρωση. XXXXX Τζιρτζιπή (ΜΚ3) Ο ΜΚ3 οδηγούσε το αυτοκίνητο του στην Λεωφόρο Τζών Κέννετυ με κατεύθυνση την Λεωφόρο Μάρκου Δράκου. Σταμάτησε στο κόκκινο φως της διασταύρωσης και ενώ ανέμενε να ανάψει το πράσινο φως, είδε ότι μέσα στη διασταύρωση υπήρχε ένα αυτοκίνητο με πρόθεση να στρίψει δεξιά. Ξαφνικά το εν λόγω αυτοκίνητο έστριψε δεξιά και συγκρούστηκε με μια μοτοσικλέτα που κινείτο με αντίθετη κατεύθυνση. Ο οδηγός της μοτοσικλέτας έκανε τούμπα στον αέρα και έπεσε στο δρόμο. Κατά την στιγμή που ο μοτοσικλετιστής ήταν στον αέρα, ο ΜΚ3 είδε τα φώτα τροχαίας και διαπίστωσε ότι το φως για το αυτοκίνητο που ήταν μέσα στη διασταύρωση ήταν κόκκινο. Ο ΜΚ3 δεν πρόσφερε ουσιαστική βοήθεια όσον αφορά την διερεύνηση του επίδικου δυστυχήματος καθότι δεν ήταν σε θέση να αναφέρει κατά πόσον η μοτοσικλέτα ήταν πριν ή μετά την γραμμή στάσης, όταν το φως για την πορεία της έγινε κόκκινο. Περαιτέρω, δεν διαφώτισε όσον αφορά το ακριβές σημείο που ήταν σταματημένο το όχημα του ΜΚ4 πριν την σύγκρουση. XXXXX Νταμοτσίδης (ΜΚ4) Ούτε ο ΜΚ4 μου έκανε θετική εντύπωση ως μάρτυρας. Δεν απαντούσε με την απαιτούμενη σαφήνεια ή αμεσότητα. Κατά την μαρτυρία του ανέφερε ότι οδηγούσε το αυτοκίνητο του στην Λεωφόρο Μάρκου Δράκου με κατεύθυνση την Λεωφόρο Τζών Κένετυ. Μπροστά του δεν είχε κάποιο όχημα και αφού έφτασε στα φώτα τροχαίας, σταμάτησε στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με πρόθεση να στρίψει δεξιά στην Λεωφόρο Τζών Κέννετυ. Περίμενε εκεί για λίγο αφού από απέναντι ερχόντουσαν οχήματα. Αφού είδε ότι δεν ερχόταν κάποιο άλλο όχημα και ενώ το φως για την πορεία του είχε ήδη αλλάξει σε κόκκινο, επιχείρησε να στρίψει δεξιά. Ενώ έστριβε, εμφανίστηκε ξαφνικά μια μοτοσικλέτα που ερχόταν από απέναντι και επακολούθησε η σύγκρουση. Κατ' αρχάς, οποιαδήποτε προσπάθεια του ΜΚ4 να εξηγήσει τις ενέργειες του Κατηγορουμένου, βασίζεται σε πιθανολογήσεις. Ειδικότερα, παρά το ότι δεν είχε δει καθόλου προηγουμένως τον μοτοσικλετιστή υποστήριξε ότι ο τελευταίος κινείτο με μεγάλη ταχύτητα. Πέραν τούτου δεν υπάρχει καμία λογική εξήγηση για την παράλειψη του ΜΚ4 να δει τον Κατηγορούμενο. Σε ερώτηση αν ήταν σκοτάδι, ο ΜΚ4 απάντησε αρνητικά. Αργότερα είπε ότι μπορεί να ήταν σκοτάδι και είχε τα φώτα του αναμμένα. Εντούτοις, δεν είδε τον Κατηγορούμενο σε καμία στιγμή πριν την σύγκρουση αλλά, άκουσε μόνο τον θόρυβο. Η μόνη λογική εξήγηση που μπορώ να δώσω για τα πιο πάνω είναι ότι είτε ο ΜΚ4 δεν επιδείκνυε την απαιτούμενη επιμέλεια κάτι που εξάλλου παραδέχτηκε όταν κατηγορήθηκε γραπτώς, είτε απλά δεν μπορούσε ή δεν ήθελε να αποτυπώσει με ακρίβεια όσα συνέβησαν σε σχέση με το επίδικο δυστύχημα. Όποιο από τα δύο και να συμβαίνει, το σίγουρο είναι ότι από την μαρτυρία του ΜΚ4 δεν μπορούν να εξαχθούν ασφαλή ευρήματα ως προς τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος. Προσθέτω ανάμεσα στα άλλα, ότι κατά την αντεξέταση του, υποδείχθηκε στον ΜΚ4 το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος και δεν το αναγνώρισε. Ανέφερε μάλιστα ότι δεν κατανοεί το εν λόγω σχέδιο. Μετά από παρέμβαση του Δικαστηρίου, ο ΜΚ4 αναγνώρισε την υπογραφή του στο Τεκμήριο 2 και παραδέχτηκε ότι το έχει ξαναδεί. Κατηγορούμενος Κατά την μαρτυρία του, ο Κατηγορούμενος υιοθέτησε την κατάθεσή που έδωσε στην Αστυνομία, όπου είπε ότι οδηγούσε την μοτοσικλέτα του στην Λεωφόρο Μάρκου Δράκου με κατεύθυνση την Λευκωσία. Κινείτο με ταχύτητα περίπου 40ΧΑΩ, έχοντας αναμμένα τα φώτα της μοτοσικλέτας. Μπροστά του δεν είχε κάποιο αυτοκίνητο. Από απέναντι ερχόταν ένα αυτοκίνητο. Αφού πλησίασε την επίδικη διασταύρωση, το φως για την πορεία του ήταν πράσινο και έτσι μπήκε στη διασταύρωση με ευθεία πορεία. Ξαφνικά είδε το αυτοκίνητο που βρισκόταν απέναντι να στρίβει δεξιά ως η πορεία του και να του ανακόπτει την πορεία. Επακολούθησε η σύγκρουση ένεκα της οποίας έπεσε στο δρόμο και υπέστη σοβαρούς τραυματισμούς. Ούτε ο Κατηγορούμενος με έπεισε ότι μετέφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια σε σχέση με το επίδικο δυστύχημα. Κατά την μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοροποίησε εν μέρει όσα ανέφερε στην κατάθεση του, λέγοντας ότι αρχικά κινείτο με περίπου 40ΧΑΩ, αλλά όταν πλησίαζε στην διασταύρωση, η ταχύτητα του μειώθηκε σε 20ΧΑΩ. Είπε επίσης ότι ενώ πλησίαζε τη διασταύρωση το φως για την πορεία του ήταν κόκκινο, αλλά άλλαξε σε πράσινο πριν να περάσει την γραμμή στάσης. Τούτο έρχεται σε πλήρη αντίφαση με όσα ανέφερε ο ΜΚ3, ο οποίος δεν αντεξετάστηκε και δεν αμφισβητήθηκε όσον αφορά τον ισχυρισμό του ότι ήταν σταματημένος σε κόκκινο φως στην Λεωφόρο Κέννετυ αναμένοντας το πράσινο φως. Τούτο σημαίνει ότι το φως στην Λεωφόρο Μάρκου Δράκου δεν ήταν κόκκινο και άλλαξε πράσινο ενώ πλησίαζε ο Κατηγορούμενος, αλλά το αντίστροφο. Εκείνο που παραμένει αναπάντητο είναι κατά πόσον ο Κατηγορούμενος πέρασε την γραμμή στάσης ενώ εξακολουθούσε να είναι πράσινο ή είχε αλλάξει σε κόκκινο. XXXXX Χριστοφή ΜΥ1 Ο ΜΥ1 είναι μηχανικός μοτοσυκλετών και διατηρεί κατάστημά στην γωνία της λεωφόρου Μάρκου Δράκου με Τζων Κεννετυ. Τη μέρα του δυστυχήματος ήταν στο κατάστημα του και αφού άκουσε ένα θόρυβο, γύρισε και συνειδητοποίησε ότι έγινε ατύχημα. Είδε τον κατηγορούμενο στο έδαφος και από περιέργεια γύρισε και διαπίστωσε ότι το φως στα φανάρια ήταν πράσινο. Έτρεξε κοντά στον Κατηγορούμενο και προσπάθησε να του δώσει θάρρος μέχρι να έρθει το ασθενοφόρο. Θυμάται ότι ο οδηγός του εμπλεκόμενου αυτοκινήτου μιλούσε με κάποιο άλλο πρόσωπο και παραδέχθηκε ότι έφταιγε και ζήτησε συγγνώμη. Δεν αποδέχομαι ούτε την μαρτυρία του ΜΥ1 καθώς ήταν ασαφής και αόριστη. Αντεξεταζόμενος, δεν ήταν σε θέση να μεταφέρει τα ακριβή λόγια που άκουσε να εκστομίζει ο ΜΚ
- Παρά ταύτα, προσπάθησε να υποστηρίξει ότι ο ΜΚ4 παραδέχτηκε ότι έφταιγε για το δυστύχημα. Περαιτέρω, ερωτηματικά εγείρει και η ενέργεια του ΜΥ1 να στρέψει την προσοχή του στα φώτα τροχαίας αμέσως μετά το δυστύχημα. Πέρα από το ότι η ενέργεια του δεν ήταν η αναμενόμενη για κάποιον που βλέπει κάποιον άνθρωπο κτυπημένο στο έδαφος, σοβαρά ερωτηματικά εγείρει το γεγονός ότι ο εν λόγω μάρτυρας έσπευσε να δει τα φώτα τροχαίας χωρίς να έχει καν γνώση περί των συνθηκών του δυστυχήματος. Με άλλα λόγια, ο ΜΥ1 δεν γνώριζε ούτε που κινείτο ο Κατηγορούμενος ούτε που κινείτο ο ΜΚ4, ώστε να ξέρει ποια φώτα τροχαίας να δει. Συν τοις άλλοις, ο ΜΥ1 δεν ανέφερε τα φώτα ποιας κατεύθυνσης είδε. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ 1η Κατηγορία Ο Κατηγορούμενος κατηγορείται δυνάμει του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 A.A.Δ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Όπως αναφέρεται στην Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Η υποχρέωση της προσήκουσας επιμέλειας υπόκειται στην προϋπόθεση ότι και οι άλλοι οδηγοί θα εκπληρώσουν το καθήκον τους για επιμέλεια και δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών (βλ. Χρ. Νικολαϊδης ν. Ρ. Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 422, 428). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 378). 2η Κατηγορία Ο Κανονισμός 66Β
(1)(α)(i)(ii) και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών προνοεί τα εξής: 66Β.
(1)Ο τρόπος ρύθμισης της τροχαίας με τη χρήση φωτεινών σηματοδοτών είναι ο ακόλουθος: (α) Ενδείξεις στους φωτεινούς σηματοδότες για οχήματα: (
- i)Εξαιρουμένων των προνοιών της υποπαραγράφου (
- ii)η ένδειξη του κόκκινου φανού σημαίνει απαγόρευση για κάθε όχημα που βρίσκεται στον δρόμο να προχωρήσει πέραν της γραμμή στάσης, της άσπρης δηλαδή γραμμής που είναι χαραγμένη εγκάρσια, ή πέραν του σημείου από το οποίο ο οδηγός μπορεί να βλέπει τον φωτεινό σηματοδότη που βρίσκεται στην αριστερή πλευρά του σε περίπτωση όπου η γραμμή στάσης δεν είναι ευκρινώς ορατή ή δεν υπάρχει χαραγμένη στο δρόμο. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας κρίνω ότι δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου επαρκής μαρτυρία ως προς το ποιες ήταν οι ακριβείς περιστάσεις στον που οδήγησαν στο επίδικο δυστύχημα. Παραμένουν σοβαρά αναπάντητα ερωτήματα ως προς το που ακριβώς βρισκόταν ο ΜΚ4 την δεδομένη στιγμή και με ποια ταχύτητα κινείτο καθώς και σοβαρά ερωτηματικά σε σχέση με το κατά πόσον ο Κατηγορούμενος πέρασε την γραμμή στάσης με πράσινο ή με κόκκινο. Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 στις σελ. 365, 366 «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (βλ. Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (ανωτέρω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.» Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου, υπό το φως της απόρριψης της μαρτυρίας που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή, δεν μπορεί να υπάρξει κατάληξη περί ενοχής του Κατηγορουμένου στον βαθμό που απαιτείται στις ποινικές υποθέσεις τόσο στην πρώτη όσο και στην δεύτερη κατηγορία. Αποτελεί, συνεπώς, αναπόδραστη κατάληξή μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις κατηγορίες. Ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην 1η και 2η Κατηγορία. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο