← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΤΣΙΟΥΡΤΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 9201/2017, 17/12/2018

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΤΣΙΟΥΡΤΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 9201/2017, 17/12/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B215 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Α. Π. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9201/2017 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. XXX ΤΣΙΟΥΡΤΟΥ Κατηγορούμενου -------------------------- Ημερομηνία: 17 Δεκεμβρίου, 2018. Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ε. Κληρίδου. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γ. Βαρνάβα. Κατηγορούμενος, παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ I. ΟΙ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΙ Ο ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ 1. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες. Αφορούν, κοινή επίθεση, κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 («ΠΚ») και των άρθρων 2, 4

(1)
(2)(ιβ), 15, 16, 19, 20, 22 και 23 του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου, Ν. 119 (Ι)/2000 («Ν.119(Ι)/2000») (1η κατηγορία) και απειλή, κατά παράβαση του άρθρου 91Α ΠΚ (2η κατηγορία).
  1. Η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, σύμφωνα και με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών, είναι ότι ο κατηγορούμενος την 15/1/2017 επιτέθηκε εναντίον της πρώην συζύγου του, XXX (ΜΚ 1) (1η κατηγορία) και ότι την απείλησε λέγοντας της «εν να σε πιάσω να σε πνίξω». II. ΣΚΙΑΓΡΑΦΗΣΗ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ
  2. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη των κατηγοριών παρουσίασε δύο μάρτυρες, τη XXX (ΜΚ 1) και την Αστ. XXX (ΜΚ 2). Ο κατηγορούμενος, αφού κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπιση του, κατέθεσε ενόρκως. Κατατέθηκαν συνολικά έντεκα Τεκμήρια.
  3. Τα ακόλουθα γεγονότα δεν αμφισβητούνται:
(1)Ο κατηγορούμενος και η ΜΚ 1 είναι πρώην σύζυγοι. Το διαζύγιο τους εκδόθηκε στις 22/11/2016. Τον επίδικο χρόνο, 15/1/2017, ήταν διαζευγμένοι.
(2)Έχουν δύο παιδιά, μία θυγατέρα και ένα υιό. Τον επίδικο χρόνο η θυγατέρα ήταν ηλικίας 15 ετών και ο υιός 9.
(3)Κατά τον επίδικο χρόνο, παρά την έκδοση του διαζυγίου, διέμεναν όλοι μαζί στην οικογενειακή τους οικία.
  1. Η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής ήταν ότι η επίθεση του κατηγορούμενου εναντίον της ΜΚ 1 συνίστατο σε αρπαγή της από το λαιμό, στην παρουσία και των δύο παιδιών. Στα πλαίσια του ίδιου συμβάντος ο κατηγορούμενος εκστόμισε και την απειλή.
  2. Η γραμμή της Υπεράσπισης ήταν ότι το συμβάν δεν έγινε ποτέ και ότι αποτέλεσε μέρος των προσπαθειών της ΜΚ1 να αποκομίσει όφελος στις μεταξύ τους διαφορές σε θέματα περιουσίας και γονικής μέριμνας των παιδιών. III. Η ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η Μαρτυρία της ΜΚ 1
  3. Η ΜΚ 1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως της εξέτασης την αστυνομική της κατάθεση ημερ. 22/1/2017 (Τεκμήριο 1). Σύμφωνα με τα όσα κατέθεσε, παρά την έκδοση διαζυγίου, στις 22/11/2016, συνέχιζαν να διαμένουν όλοι μαζί στην ίδια οικία, καθ' ότι δεν είχε διευθετηθεί ο διαχωρισμός των περιουσιακών τους στοιχείων. Ως εκ τούτου, οι σχέσεις τους ήταν ψυχρές, η μεταξύ τους επικοινωνία περιοριζόταν στα απολύτως απαραίτητα και συνήθως μέσω τηλεφωνικών μηνυμάτων.
  4. Τη 15/1/2017, περί ώρα 21:30, βρίσκονταν η ίδια, ο κατηγορούμενος και τα δύο παιδιά στο χώρο της κουζίνας. Η ΜΚ 1 άρχισε να συζητεί με τη θυγατέρα τους για το οικονομικό ζήτημα ενός φροντιστήριο που η θυγατέρα της ήθελε πηγαίνει. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος καθόταν στον καναπέ, απευθυνόμενος στη θυγατέρα του της είπε ότι θα της έδινε αυτός τα χρήματα. Η ΜΚ 1 τότε επέκρινε τον κατηγορούμενο, αναφέροντας του ότι αντί να της δίνει περισσότερα χρήματα για τις ανάγκες των παιδιών, λειτουργεί με τέτοιο τρόπο ώστε να προσπαθεί να κερδίσει την εύνοια τους. Αυτός τότε εξαγριώθηκε, κατευθύνθηκε προς το σημείο που βρισκόταν η ΜΚ 1, η οποία άπλωνε ρούχα στην απλώστρα, ρωτώντας την γιατί τον πιέζει αφού γνωρίζει την οικονομική του κατάσταση. Καθώς τα έλεγε αυτά την άρπαξε με το χέρι από το λαιμό. Για να τον αποφύγει κινήθηκε λίγο προς τα πίσω και του είπε «Άφησμε». Μπήκε ανάμεσα τους η θυγατέρα τους, και σπρώχνοντάς με τα χέρια της τους ώμους του κατηγορούμενου του φώναζε, «Παπά σταμάτα, παπά σταμάτα». Ο κατηγορούμενος τότε, απευθυνόμενος στη ΜΚ 1, της είπε, «εν να σε πιάσω να σε πνίξω». Ο γιός τους επίσης πλησίασε και κλαίγοντας επίσης του φώναζε να σταματήσει. Ακολούθως ο κατηγορούμενος την άφησε.
  5. Η ΜΚ 1 αμέσως μετά πήγε στο σταθμό να κάνει καταγγελία. Αρχικά ήταν διστακτική φοβούμενη να χειροτερεύσει την κατάσταση. Ακολούθως όμως αποφάσισε να προωθήσει την καταγγελία, ώστε να μην επαναληφθεί η συμπεριφορά του. Την ενόχλησε ιδιαίτερα ότι αυτό έγινε μπροστά στα παιδιά. Ήταν η θέση της ότι από την απειλή ένιωσε φόβο. Κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι την έπιασε με τα δύο χέρια από το λαιμό και προσπάθησε με τα χέρια της να τον απωθήσει. Τα πάντα εκτυλίχθηκαν πολύ γρήγορα.
  6. Αντεξεταζόμενη επίσης κατέθεσε και πρόχειρο σχέδιο, που ετοίμασε η ίδια στο εδώλιο, της κουζίνας (Τεκμήριο 2). Αρνήθηκε ότι ο σκοπός της καταγγελίας ήταν για να χρησιμοποιηθεί ως μοχλός πίεσης στις μεταξύ τους περιουσιακές διαφορές και γονικής μέριμνας ή με σκοπό να ρεζιλέψει τον κατηγορούμενο, ο οποίος είναι μέλος της Εθνικής Επιτροπής για τη Μισαλλοδοξία και τη Βία του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Ήταν η 2η φορά που συνέβαινε. Δέχθηκε ότι του είχε ζητήσει μετά το διαζύγιο να φύγει από το σπίτι, ώστε να ζήσουν φυσιολογικά, και αυτός είχε αρνηθεί. Άργησε λίγες μέρες να δώσει κατάθεση γιατί έπρεπε να τη λάβει η αστυφύλακας που έλαβε το παράπονο, και όχι γιατί έλαβε συμβουλή από δικηγόρο.
  7. Κατατέθηκε αντίγραφο μονομερούς αίτησης της στο Οικογενειακό Δικαστήριο με αρ. 363/2017, ημερ. 13/7/2017 (Τεκμήριο 3) με το οποίο ζητούσε προσωρινό διάταγμα φύλαξης και φροντίδας των δύο τέκνων τους και με το οποίο να ορίζεται η διαμονή τους ο χώρος διαμονής της ΜΚ
  8. Στην ένορκη δήλωση της ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι μετακόμισε σε διαμέρισμα με τα δύο παιδιά. Αναφέρεται επίσης και στις δύο καταγγελίες που έκανε, μία 20/11/2016 και η άλλη 15/1/
  9. Επισυνάπτεται στην αίτηση βεβαίωση της Αστυνομίας ημερ. 21/2/
  10. Ανέφερε ότι η αναφορά στην ένορκη δήλωση σε «χειροδικίες μετά τη λύση του γάμου» ήταν λανθασμένη. Το ένα περιστατικό ήταν πριν τη λύση του γάμου. Δεν θυμόταν αν είχε πει στον Αστυνομικό που κατέγραψε το συμβάν αν ήθελε να καταγραφεί «για μελλοντική χρήση από το δικηγόρο της» ως ανέφερε η βεβαίωση.
  11. Παρά το γεγονός ότι είχε κοκκινίλα στο λαιμό, αρνήθηκε να εξεταστεί ιατρικά. Δεν ήθελε να αφήσει τα παιδιά μόνα τους, παρά την εισήγηση ότι θα μπορούσε να μεταβεί στην οικία λειτουργός του Γραφείου Ευημερίας ή Αστυφύλακας. Δεν ήθελε να επικοινωνήσουν μαζί του εκείνη τη στιγμή. Όταν έφυγε από το σταθμό πήγε σε μία θεία της και έμεινε εκεί αρκετή ώρα. Περίμενε τον αδελφό της να έλθει από τη Λεμεσό να της συμπαρασταθεί. Δεν θυμόταν τι ώρα πήγε σπίτι.
  12. Της τέθηκαν προς αναγνώριση εκτυπώσεις τηλεφωνικών μηνυμάτων (Τεκμήρια προς Αναγνώριση 1 και 2, μετέπειτα Τεκμήρια 9 και 10 - Οκτώβριος και Νοέμβριος 2017), που περιείχαν και εξύβριση προς τον κατηγορούμενο, τα οποία, όπως είπε θα έπρεπε να τεθεί ολόκληρη η σειρά των μηνυμάτων.
  13. Η ΜΚ 1 όταν ερωτήθηκε από την αστυνομία, δεν έδωσε συγκατάθεση να ληφθεί οπτικογραφημένη κατάθεση από τα παιδιά, ώστε να μην αναστατωθούν περισσότερο. Η Μαρτυρία της ΜΚ 2
  14. Η ΜΚ 2 ήταν η εξεταστής της υπόθεσης. Υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως της εξέτασης την αστυνομική της κατάθεση (Τεκμήριο 4). Στις 15/1/2017 περί ώρα 21:30, δέχθηκε την καταγγελία της ΜΚ 1 για την επίθεση από τον κατηγορούμενο. Η ΜΚ 1 αρχικά δεν επιθυμούσε τη δίωξη του, ακολούθως όμως στις 22/1/2017 ήρθε εκ νέου στο σταθμό και υπέβαλε γραπτώς το παράπονο της. Η ΜΚ 2 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο την 21/2/2017 (Τεκμήριο 5) και την 8/3/2017 τον κατηγόρησε γραπτώς (Τεκμήριο 6) και για τα δύο αδικήματα. Ο κατηγορούμενος απάντησε, «Δεν παραδέχομαι». Παρουσίασε επίσης το ημερολόγιο ενεργείας που τηρήθηκε σχετικά με την καταγγελία (Τεκμήριο 7).
  15. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι δεν θυμόταν πόση ώρα είχε μείνει στο σταθμό η ΜΚ 1, ούτε αν είχε εμφανή σημάδια στο λαιμό. Αρχικά η ΜΚ 1 ήθελε να καταγραφεί μόνο το παράπονο. Συνήθως, ανέφερε, ενημερώνεται και το Γραφείο Ευημερίας. Δεν ήταν σίγουρη όμως τι ενέργειες έγιναν σε σχέση με αυτό το ζήτημα. Δεν τέθηκε ζήτημα μετάβασης λειτουργού στο σπίτι επειδή θα πήγαινε η ΜΚ 1 να εξεταστεί το Νοσοκομείο. Ο λόγος που δεν λήφθηκαν καταθέσεις από τα παιδιά ήταν η άρνηση της ΜΚ
  16. Η συγκατάθεση λαμβάνεται από τον παραπονούμενο γονιό και όχι τον κατηγορούμενο. Δεν κρίθηκε αναγκαίο να συλληφθεί ο κατηγορούμενος ούτε η ΜΚ 1 αιτήθηκε διάταγμα αποκλεισμού του από την οικία. Η ίδια, ως αστυφύλακας, ουδέποτε προώθησε τέτοια διαδικασία. Αρνήθηκε ότι η διερεύνηση ήταν πλημμελής και ότι υπήρχε προκατάληψη έναντι του κατηγορουμένου, αφού δεν αναζητήθηκε άλλη μαρτυρία σε σχέση με τα συμβάντα. Η διερεύνηση πήρε κάποιο χρόνο να διεκπεραιωθεί. Η ΜΚ 1 είχε ενημερωθεί σχετικά με την εξέλιξη (Τεκμήριο 8 έντυπο ενημέρωσης). Μαρτυρία του Κατηγορούμενου
  17. Ο κατηγορούμενος 1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως του εξέτασης την ανακριτική του κατάθεση ημερ. 21/2/2017 (Τεκμήριο 5). Η θέση του ήταν ότι ουδέποτε άσκησε βία έναντι της ΜΚ 1 ούτε εκστόμισε την απειλή που του καταλογίζεται. Τότε η μεταξύ τους σχέσεις ήταν δύσκολες. Του είχε ζητήσει να φύγει από το σπίτι. Ήταν πιεστική και κάποιες φορές τον είχε εξυβρίσει. Ο ίδιος φοβούμενος τον αποκλεισμό επικοινωνίας του με τα παιδιά έμεινε σπίτι. Ο φόβος του αυτός, όπως φάνηκε μετά, ήταν βάσιμος αφού τον Ιούλιο 2017, η ΜΚ 1 εκμεταλλευόμενη επαγγελματικό του ταξίδι, μετακόμισε με τα παιδιά με αποτέλεσμα να μην τα δει για δύο μήνες. Σήμερα επικοινωνούν, μέσω τηλεφωνικών μηνυμάτων, μόνο για ζητήματα που αφορούν τα παιδιά. Η ΜΚ 1 είχε συνεχώς χρηματικές απαιτήσεις για διατροφή. Εν τέλει το ποσό που συμφωνήθηκε, €500, και για τα δύο παιδιά ήταν χαμηλότερο από αυτό που αυτή ήθελε (Τεκμήριο 11 - Διάταγμα διατροφής 22/11/2017). Κατέθεσε ως ενδεικτικά της συμπεριφοράς της έναντι του τις εκτυπώσεις τηλεφωνικών μηνυμάτων (Τεκμήρια 9 και 10, προηγουμένως Τεκμήρια προς Αναγνώριση 1 και 2, Οκτώβριος και Νοέμβριος 2017), που περιείχαν και εξύβριση προς τον ίδιο.
  18. Αντεξεταζόμενος εξέφρασε την πεποίθηση ότι η καταγγελία της ΜΚ 1 ότι είχε ως βάση τις περιουσιακές τους διαφορές, τον εξαναγκασμό του σε εγκατάλειψη της οικίας και ζητήματα γονικής μέριμνας. Η καταγγελία εξυπηρετούσε και για τα τρία ζητήματα, κάποτε το καθένα ξεχωριστά κάποτε και τα τρία μαζί. Μάλιστα του έγινε εισήγηση, σε δύο περιπτώσεις, να δεχθεί συμβιβασμό στα περιουσιακά με αντάλλαγμα και την απόσυρση της καταγγελίας. Η ΜΚ 1 ήθελε να λάβει €100000 περισσότερα από αυτόν από ενδεχόμενη πώληση της οικίας. IV. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ
  19. Εξέτασα την μαρτυρία των μαρτύρων με ιδιαίτερη προσοχή. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίστηκα στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την αντιπαρέβαλα και την εξέτασα στα πλαίσια του συνόλου της μαρτυρίας (βλ. Mustafa ν. Κακουρή κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 165, 172, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, 1061). Αξιολόγηση της ΜΚ 1
  1. Όσον αφορά τη ΜΚ 1 εξέτασα τη μαρτυρία της, σε συνάρτηση και με τα όσα με κάλεσε ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης να λάβω υπόψη μου στην αγόρευση του.
  2. Το πρώτο ζήτημα που εξέτασα ήταν η όλη περιγραφή του συμβάντος από την ίδια, στην αστυνομική της κατάθεση αλλά και προφορικά, ενώπιον του Δικαστηρίου. Είναι γεγονός ότι στην κατάθεση της ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος την άρπαξε με το χέρι από το λαιμό, προφορικά ανέφερε ότι ήταν και με τα δύο χέρια. Υπάρχει, επομένως, αντίφαση στις αναφορές της.
  3. Δεν είναι κάθε αντίφαση που οδηγεί στην απόρριψη μαρτυρίας (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 316, 323). Για να κριθεί μια μαρτυρία ως αναξιόπιστη οι αντιφάσεις να είναι ουσιαστικής μορφής και να δημιουργούν ρήγματα στην υπόθεση (βλ. Swepco Construction Ltd v. Επίσημου Παραλήπτη, ECLI:CY:AD:2014:A361, Πολ. Έφεση 195/2009, 30/5/2014). Οι αντιφάσεις θα πρέπει να είναι ουσιώδεις δηλ. τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν την μαρτυρία σε βαθμό που να καθίσταται επικίνδυνη και άδικη η αποδοχή της από το Δικαστήριο (βλ. Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 390, 401). Αντιφάσεις σε λεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μία μαρτυρία, η οποία κατά τα άλλα είναι πειστική. Αντίθετα τέτοιες αντιφάσεις δείχνουν ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τί θα κατέθεταν (βλ. Γιαννίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 143, 155 και Τιμοθέου v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 671, 688-689). Οι αντιφάσεις θα πρέπει δε να αξιολογούνται μέσα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας (βλ. Νικολαΐδης v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 645, 654).
  1. Υπό τις περιστάσεις δεν κρίνω την αντίφαση ουσιώδη. Η όλη εξέλιξη του περιστατικού, ενώπιον του Δικαστηρίου, περιγράφηκε κατά τρόπο πειστικό. Η ΜΚ 1 ήταν συνεπής στις αναφορές της ως προς τον τρόπο που ενήργησε ο κατηγορούμενος, στο ποιοι ήταν παρόντες και στον τρόπο αντίδρασης του καθενός. Δεν υπήρχε διαφοροποίηση της σ' αυτά τα ζητήματα, στον τρόπο δηλαδή που την προσέγγισε, στο γεγονός ότι την άρπαξε από το λαιμό, την εκστόμιση της απειλής και τα όσα έκαναν τα παιδιά με σκοπό ο κατηγορούμενος να σταματήσει. Τα όσα αναφέρθηκαν για χρονική διάρκεια του συμβάντος, το τί φορούσε η ΜΚ1 και το τι ενδεχομένως λέχθηκε ή αντιλήφθηκε να λέχθηκε στο σταθμό δεν έχουν σημασία.
  2. Όσον αφορά τα κίνητρα της, ή την όλη συμπεριφορά της μέσω των μηνυμάτων που παρουσιάστηκαν, δεν κρίνω ότι καταδείχθηκε αλλότριος σκοπός. Δεν συνδέθηκε το γεγονός ότι ήθελε τον κατηγορούμενο να φύγει από την οικία με την καταγγελία. Αντίθετα η ίδια ήταν αυτή που έφυγε από την οικία, έξι μήνες μετά το συμβάν. Το γεγονός ότι χρησιμοποίησε τη βεβαίωση της αστυνομίας ως μέρος της μαρτυρίας της στα πλαίσια αίτησης για προσωρινό διάταγμα γονικής μέριμνας, έξι μήνες μετά, δεν μπορεί από μόνο του να καταδείξει ότι η αρχική καταγγελία έγινε με αυτό το σκοπό. Κατά τρόπο ανάλογο δεν έχει καταδειχθεί ότι με την καταγγελία προσπάθησε να αποκομίσει όφελος σε σχέση με τις περιουσιακές διαφορές τους. Το μεταγενέστερα εκδοδέν διάταγμα διατροφής, εκ συμφώνου, για ποσό χαμηλότερο από αυτό που αξίωνε η ΜΚ 1, επίσης αντικρούει τη θέση της Υπεράσπισης.
  3. Ο συνήγορος Υπεράσπισης με παρέπεμψε στο άρθρο 16 του Ν. 119(Ι)/
  4. Το άρθρο 16 προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο δύναται να κρίνει ένοχο τον κατηγορούμενο με μόνη την κατάθεση του θύματος εφόσον δεν ήταν δυνατόν υπό τις περιστάσεις να εξασφαλιστεί ενισχυτική μαρτυρία.»
  5. Η θέση του ήταν ότι ο Ν. 119(Ι)/2000απαιτεί την παρουσίαση ενισχυτικής μαρτυρίας και ότι η ΜΚ 1 με τη συμπεριφορά της απέτρεψε την εξασφάλιση ενισχυτικής μαρτυρίας από τα παιδιά.
  6. Είναι γεγονός ότι το άρθρο 14 του Ν. 119(Ι)/2000 περιέχει πρόνοια για το τι συνιστά ενισχυτική μαρτυρία, άμεσου παραπόνου. Συγκεκριμένα αναφέρονται τα εξής: «Χωρίς να επηρεάζονται οι διατάξεις του άρθρου 10 του περί Απόδειξης Νόμου, καταγγελία η οποία γίνεται από θύμα αδικήματος βίας προς οποιοδήποτε αστυνομικό, οικογενειακό σύμβουλο, λειτουργό ευημερίας, ψυχολόγο, γιατρό, περιλαμβανομένου ψυχιάτρου, που εξετάζει το θύμα, εκπαιδευτικό, μέλη της Συμβουλευτικής Επιτροπής, μέλος του Συνδέσμου Πρόληψης και Αντιμετώπισης της Βίας στην Οικογένεια ή μέλη του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος του θύματος εντός εύλογου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξή του, αποτελεί μαρτυρία.»
  7. Δεν συμφωνώ όμως με την εισήγηση του συνηγόρου. Ο Ν. 119(Ι)/2000δεν επιβάλλει στο Δικαστήριο την αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας για σκοπούς καταδίκης για αδίκημα που εμπίπτει εντός των προνοιών του. Οι ρυθμίσεις των άρθρων 14 και 16 αφορούν αδικήματα τα οποία ήδη ο Ποινικός Κώδικας απαιτούσε την ύπαρξη ενισχυτικής μαρτυρίας, ή περιπτώσεις όπου το κοινοδίκαιο απαιτεί αυτό, π.χ. μαρτυρία παιδιού με όρκο. Επομένως δεν τίθεται θέμα αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας ή αυτοπροειδοποίησης σε σχέση με τη μαρτυρία της ΜΚ 1 για τα αδικήματα για τα οποία καταλογίζονται στον κατηγορούμενο.
  8. Κρίνω τη ΜΚ 1 αξιόπιστη και δέχομαι τη μαρτυρία της ως προς τον τρόπο εξέλιξης του συμβάντος στην ολότητα της. Αξιολόγηση της ΜΚ 2
  9. Η ΜΚ 2 ήταν η εξεταστής της υπόθεσης. Οι ενέργειες της ήταν να λάβει καταθέσεις από τη ΜΚ 1 και από τον κατηγορούμενο. Όσον αφορά τις ενέργειες στις οποίες προέβη ήταν σαφής. Ήταν αναμενόμενο να μη θυμάται κάποιες λεπτομέρειες. Δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε μεροληψία από πλευράς της στη διερεύνηση, ως ήταν και η θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης. Κρίνω τη μάρτυρα αξιόπιστη και δέχομαι τη μαρτυρία της όσον αφορά τις ενέργειες που έκανε κατά τους χρόνους που παρέθεσε. Αξιολόγηση Κατηγορούμενου
  10. Ο κατηγορούμενος δεν μου έκαμε θετική εντύπωση. Η διατυπωθείσα θέση του ότι η καταγγελία είχε σκοπό απόκτηση πλεονεκτήματος από πλευράς ΜΚ 1 σε σχέση με τρία θέματα, διαφορετικά αναλόγως των εξελίξεων των μεταξύ τους υποθέσεων, περιουσιακά, έξωση του ή γονική μέριμνα δεν με έπεισε. Η ΜΚ 1 μετά την καταγγελία δεν ζήτησε την απομάκρυνση του από την οικία. Αντίθετα η ίδια έφυγε έξι μήνες μετά. Τα περιουσιακά τους φαίνεται να είναι ακόμη σε εκκρεμότητα. Είναι γεγονός ότι η καταγγελία χρησιμοποιήθηκε ως μέρος αιτήσεως της ΜΚ 1 για γονική μέριμνα. Αυτό από μόνο του όμως δεν οδηγεί, όπως ανέφερα, σε οποιοδήποτε συμπέρασμα. Από τη μια παρουσιάστηκε να ανησυχεί για την επικοινωνία του με τα παιδιά, σε περίπτωση που αυτός έφευγε από την οικία, από την άλλη παρέμενε στην οικία χωρίς ο ίδιος, ή τουλάχιστον δεν παρουσίασε κάτι, να λάβει δικαστικά μέτρα για να εξασφαλίσει τα ίσα δικαιώματα γονικής μέριμνας που διεκδικούσε. Ως προς το ζήτημα της διατροφής, αναφέρθηκα πιο πάνω. Δεν κρίνω τον κατηγορούμενο αξιόπιστο μάρτυρα και δεν δέχομαι τη μαρτυρία του. V. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Βάρος Απόδειξης
  11. Το βάρος απόδειξης των κατηγοριών το φέρει η Κατηγορούσα Αρχή, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το Δικαστήριο για να καταδικάσει θα πρέπει να είναι σίγουρο για την ενοχή του κατηγορούμενου (βλ. Woolmington v. DPP [1935] AC 462 HL, R. v. Majid [2009] EWCA Crim 2563, ΓΕ ν. Ismail, Π.Ε. 228/15-245/15, 248/15-255/15, 17/10/2016, σελ. 33-34, Crown Court Bench Book, Directing the Jury, Judicial Studies Board, 2010, σελ. 16 και The Crown Court Compendium Part I: Jury and Trial Management and Summing Up, November 2017, Judicial College §§5-1, 5-2). Εάν το Δικαστήριο μετά την αξιολόγηση των μαρτύρων και τα ευρήματα του, παραμένει με, έστω υποβόσκουσα, αμφιβολία η αθώωση είναι αναπόφευκτη (βλ. Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 459, 484 - 485). Ευρήματα
  1. Πέραν των όσων ανέφερα στην παρ. 4, πιο πάνω, προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα. Τη 15/1/2017, περί ώρα 21:30, κατά τη διάρκεια συζήτησης που είχε η ΜΚ 1 με τη θυγατέρα τους και αφού η ΜΚ 1 ανέφερε στον κατηγορούμενο ότι αντί να της δίνει περισσότερα χρήματα για τις ανάγκες των παιδιών, λειτουργεί με τέτοιο τρόπο ώστε να προσπαθεί να κερδίσει την εύνοια τους, ο κατηγορούμενος κατευθύνθηκε προς το σημείο που βρισκόταν η ΜΚ
  2. Αφού τη ρώτησε γιατί τον πιέζει ενόψει και της οικονομικής του κατάστασης την άρπαξε από το λαιμό. Η ΜΚ 1 κινήθηκε λίγο προς τα πίσω και του είπε «Άφησμε». Η θυγατέρα τους, μπήκε ανάμεσα τους και σπρώχνοντάς με τα χέρια της τους ώμους του κατηγορούμενου του φώναζε, «Παπά σταμάτα, παπά σταμάτα». Ο κατηγορούμενος τότε, απευθυνόμενος στη ΜΚ 1, της είπε, «εν να σε πιάσω να σε πνίξω». Ο γιός τους επίσης πλησίασε και κλαίγοντας επίσης του φώναζε να σταματήσει. Ακολούθως ο κατηγορούμενος την άφησε. Δέχομαι ότι η ΜΚ 1 από την απειλή ένιωσε φόβο. Επίθεση
  3. Επίθεση, σύμφωνα με το άρθρο 242 ΠΚ, διαπράττεται, όταν κατηγορούμενος, παράνομα (unlawfully), προκαλεί σε άλλο πρόσωπο φόβο άσκησης άμεσης βίας (assault) ή όπου ασκεί παράνομα βία σε άλλο πρόσωπο (battery) (βλ. Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 574, 579). Το αδίκημα διαπράττεται είτε με πρόθεση ή απερίσκεπτα (βλ. μεταξύ άλλων, R v. Venna [1976] QB 421, R. v. Ireland, R v. Burstow [1998] AC 147 H.L.).
  1. Στην προκειμένη περίπτωση ο τρόπος που ο κατηγορούμενος άρπαξε την ΜΚ 1 από το λαιμό ήταν πράξη βίας που συνιστούσε επίθεση δυνάμει του άρθρου 242 ΠΚ.
  2. Σύμφωνα με το άρθρο 4
(1)
(2)του Ν. 119(Ι)/2000, όταν το αδίκημα της κοινής επίθεσης, που προβλέπεται από το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα, διαπράττεται από ένα μέλος της οικογένειας σε βάρος άλλου μέλους, αυτό θεωρείται, για τους σκοπούς του Ν. 119(Ι)/2000, αυξημένης σοβαρότητας και το Δικαστήριο, δύναται να επιβάλει τις αυξημένες ποινές. 37. Στο άρθρο 2 του Ν. 119(Ι)/2000 ορίζεται τι συνιστά «μέλος της οικογένειας»: «"μέλος της οικογένειας" σημαίνει— (α) άντρα και γυναίκα που— (
  1. i)έχουν συνάψει νόμιμο γάμο ανεξάρτητα αν ο γάμος υφίσταται ή όχι, ή (
  2. ii)συζούν ή συζούσαν ως αντρόγυνο· (β) γονείς των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο (α)· (γ) τέκνα των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) ανεξάρτητα αν αυτά είναι φυσικά ή υιοθετημένα τέκνα του ενός ή και των δύο εν λόγω προσώπων καθώς και τα εγγόνια των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο (α)· (δ) κάθε πρόσωπο το οποίο διαμένει με οποιοδήποτε από τα πιο πάνω πρόσωπα· 38. Ο κατηγορούμενος, ως πρώην σύζυγος, εμπίπτει εντός της κατηγορίας προσώπων της παραγράφου (α) (
  3. i)του άρθρου 2. 39. Έχω ικανοποιηθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα της επίθεσης που του καταλογίζεται στην κατηγορία 1. Απειλή 40. Σύμφωνα με το άρθρο 91Α ΠΚ: «Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη.» 41. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
(1)Η απειλή (άσκησης) βίας ή (τέλεσης) παράνομης πράξης ή παράλειψης κατά προσώπου,
(2)που του προκαλεί τρόμο ή ανησυχία.
  1. Το τι συνιστά απειλή είναι ζήτημα γεγονότων της κάθε υπόθεσης (βλ. I v. DPP; M v. DPP; H v. DPP [2002] 1 AC 285 HL).
  2. Όσον αφορά το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας, σύμφωνα με το άρθρο 91 ΠΚ, η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού.
  3. Σύμφωνα με το άρθρο 91 ΠΚ: «
  4. Όποιος- (α) με σκοπό εκφοβισμού ή παρενόχλησης άλλου, απειλεί να διαρρήξει ή να προξενήσει βλάβη σε κατοικία ή (β) με σκοπό πρόκλησης τρόμου σε άλλο πρόσωπο που βρίσκεται σε κάποια κατοικία, εκπυρσοκροτεί γεμάτο πυροβόλο όπλο ή διαπράττει οποιαδήποτε άλλη διασάλευση της ειρήνης ή (γ) με σκοπό υποκίνησης οποιουδήποτε προσώπου για να διενεργήσει πράξη την οποία αυτό δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει ή για να παραλείψει πράξη την οποία αυτό έχει νομικό δικαίωμα να διενεργήσει, απειλεί άλλον ότι δυνατόν να προξενήσει βλάβη στο πρόσωπο, την υπόληψη, ή την περιουσία του ή στο πρόσωπο ή την υπόληψη οποιουδήποτε για τον οποίο ενδιαφέρεται εναντίον του οποίου γίνονται οι απειλές, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» (Υπογράμμιση δική μου)
  5. Κενή απειλή, δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε, δεν στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού (βλ. Νετζιήπ ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 1, 6 και Kallenos v. The Police
(1969)2 CLR 210, 212). Η πρόθεση εκφοβισμού από τον κατηγορούμενο ώστε ο απειλούμενος να μην διενεργήσει πράξη την οποία δικαιούται νόμιμα να διενεργήσει ή για να διενεργήσει πράξη την οποία δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει πρόθεση είναι συστατικό στοιχείο του αδικήματος (βλ. Βοσκού ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 510, 514).
  1. Σε αντίθεση όμως με το αδίκημα του άρθρου 91 ΠΚ, για το αδίκημα του άρθρου 91Α ΠΚ, εξετάζεται η υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου και όχι η πρόθεση και ο σκοπός του κατηγορούμενου. Επομένως, απειλή (άσκησης) βίας ή (τέλεσης) παράνομης πράξης (ή παράλειψης) από τον κατηγορούμενο προς τον απειλούμενο αρκεί προς στοιχειοθέτηση του αδικήματος, εφόσον το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι στον απειλούμενο προκλήθηκε αίσθημα τρόμου ή ανησυχίας για άσκηση βίας ή τέλεσης παράνομης πράξης εναντίον του.
  2. Το Δικαστήριο για να καταλήξει σε συμπέρασμα πρόκλησης τρόμου ή ανησυχίας στον απειλούμενο θα πρέπει να εξετάσει όλες τις περιστάσεις που περιβάλλουν το συμβάν εκστόμισης της απειλής, τη φύση της απειλής, τις περιστάσεις των εμπλεκομένων και τη συμπεριφορά τους πριν, κατά την εξέλιξη του συμβάντος και μετά. Σχετικά ως προς τις περιστάσεις των εμπλεκομένων είναι οι ηλικίες τους, το φύλο τους, ενδεχόμενες αναπηρίες, αν δηλαδή είναι ευάλωτα πρόσωπα και η σχέση κατηγορούμενου απειλούμενου.
  3. Θεωρώ ότι είναι σχετικό το σκεπτικό της DPP v. Ramos [2000] Lexis Citation 3217[1]. Εκεί αναφέρθηκε, σε σχέση με το αδίκημα Fear or Provocation of Violence, s.4[2], Public Order Act 1986, ότι αυτό που έχει καίρια σημασία είναι η υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου, παρά η στατιστική πιθανότητα άσκησης βίας σε σύντομο χρόνο. Σημειώνω ότι σε σχέση με το Αγγλικό αδίκημα, σε αντίθεση με το αδίκημα του άρθρου 91Α, πρέπει να αποδειχθεί ότι ο σκοπός του κατηγορούμενου είναι να πιστέψει ο απειλούμενος ότι επίκειται άσκηση βίας εναντίον του.
  4. Η εκστόμιση της φράσης από τον κατηγορούμενο προς τη ΜΚ 1, «εν να σε πιάσω να σε πνίξω», ενώ την είχε αρπάξει από το λαιμό, ήταν απειλή βίας που συνοδευόταν με άσκηση πραγματικής βίας. Με βάση τα ευρήματα μου η ΜΚ 1 ένιωσε τρόμο. Έχω, ως εκ τούτου, ικανοποιηθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα της απειλής που του καταλογίζεται στην κατηγορία
  5. VI. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
  6. Κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Υπ.).................................................. Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Kennedy LJ - 'And it is perhaps worth bearing in mind that in the 1986 Act, as well as in the 1861 Act, it is the state of the mind of the victim which is crucial rather than the statistical risk of violence actually occurring within a very short space of time.' [2]
(1)A person is guilty of an offence if he— (
  1. a)uses towards another person threatening, abusive or insulting words or behaviour, or (
  2. b)distributes or displays to another person any writing, sign or other visible representation which is threatening, abusive or insulting, with intent to cause that person to believe that immediate unlawful violence will be used against him or another by any person, or to provoke the immediate use of unlawful violence by that person or another, or whereby that person is likely to believe that such violence will be used or it is likely that such violence will be provoked.
(2)...
(3)...
(4)... cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.