Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Bogdan κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 16719/2016, 19/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B204 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16719/2016 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v.
- xxxxxx Bogdan
- xxxxx Istratou Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 19 Νοεμβρίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ελ. Θεοδότου Για 1ο Κατηγορούμενο: κα Ρ. Πεκρή 1ος Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Είναι κοινό έδαφος ότι στις 18.10.2015 και περί ώρα 20:50 συνέβη τροχαίο δυστύχημα στην συμβολή της οδού Αγίου Στυλιανού με την Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, στη Λακατάμια. Στο δυστύχημα εμπλεκόταν ο 1ος Κατηγορούμενος, ο οποίος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής xxxx13 και η πεζή xxxx Στυλιανού (ΜΚ2). Η οδός Αγίου Στυλιανού συμβάλλεται κάθετα στην Λεωφόρο Αρχ. Μακαρίου και είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης. Η Λεωφόρος Αρχ. Μακαρίου είναι επίσης διπλής κατεύθυνσης και αποτελείται από δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση. Πριν τη συμβολή με την οδό Αγίου Στυλιανού με κατεύθυνση προς Στρόβολο, δημιουργείται μια επιπρόσθετη λωρίδα κυκλοφορίας, για υποχρεωτική πορεία δεξιά, ήτοι προς την οδό Αγίου Στυλιανού. Οι δύο κατευθύνσεις διαχωρίζονται με κτιστή νησίδα. Δεξιά και αριστερά του δρόμου υπάρχουν πεζοδρόμια. Η περιοχή είναι κατοικημένη με όριο ταχύτητας 50 ΧΑΩ. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του στην οδό Αγίου Στυλιανού με κατεύθυνση τη Λεωφόρο Αρχ. Μακαρίου. Είχε πρόθεση να εισέλθει στην Λεωφόρο Αρχ. Μακαρίου και να κατευθυνθεί δεξιά προς Στρόβολο. Κάτω από συνθήκες που τελούν υπό αμφισβήτηση, επήλθε η επαφή του οχήματος του με την πεζή, η οποία τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο, όπου έτυχε των Α' βοηθειών και απολύθηκε. Είναι παραδεκτό ότι δυστύχημα έγινε κατά την διάρκεια της νύχτας και ενώ ο καιρός ήταν αίθριος. Το σημείο του δυστυχήματος φωτιζόταν από λαμπτήρες υψηλής ισχύος, οι οποίοι παρείχαν ικανοποιητικό φωτισμό. Ο 1ος Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μεταξύ άλλων κατηγορία για αμελή οδήγηση, κατά παράβαση του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεων Νόμου ν. 86/72(1η Κατηγορία). Για να αποδείξει την υπόθεση της, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τρεις μάρτυρες κατηγορίας. Αφού κλήθηκε σε απολογία, ο 1ος Κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως. Δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα την παρουσία τους στη βάση χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή γνώσης, η μνήμη, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th ed. σελίδα 251). Κατά την αξιολόγηση αξιοπιστίας έλαβα υπόψη ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλείται (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Αστ.XXXXX3 xxxx Αγιώτης (ΜΚ1) Ο ΜΚ1 επισκέφθηκε την σκηνή του δυστυχήματος στις 21:10. Ετοίμασε σχεδιάγραμμα της σκηνής (βλ. Τεκμήριο 2), στο οποίο σημείωσε, μεταξύ άλλων, το σημείο επαφής του αυτοκινήτου με την πεζή. Αυτό το καθόρισε με βάση την πορεία των εμπλεκομένων, την ζημιά που υπέστη το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής xxxx13 καθώς και την υπόδειξη του 1ου Κατηγορουμένου. Τόσο ο 1ος Κατηγορούμενος, όσο και η πεζή συμφώνησαν με το σχέδιο και το υπέγραψαν. Σύμφωνα με τον ΜΚ1, η ορατότητα του 1ου Κατηγορουμένου προς την πεζή, όταν αυτή βρισκόταν πάνω στην κτιστή νησίδα, ελέγχθηκε με αστυνομικό όχημα. Διαπιστώθηκε ότι η πεζή ήταν ορατή από απόσταση περίπου 60 μέτρων πριν το σημείο όπου στεκόταν, ανεξαρτήτως του χρώματος ρούχων που φορούσε. Αντίστοιχη ορατότητα είχε και η πεζή προς το όχημα του Κατηγορουμένου. Αντεξεταζόμενος, συμφώνησε ότι η ΜΚ2 δεν χρησιμοποίησε διάβαση πεζών, αλλά εισήλθε και κινήθηκε οριζόντια στο δρόμο, ήτοι με κατεύθυνση την κτιστή νησίδα που βρισκόταν απέναντι της. Η απόσταση από την μια νησίδα στην άλλη είναι πέραν των 20 μέτρων. Ο ΜΚ1 συνυπολόγισε ότι, σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο, αυτός κινείτο με ταχύτητα μεταξύ 40- 50 ΧΑΩ και ότι η πεζή διένυσε απόσταση 4.50 μέτρων από την άκρη της κτιστής νησίδας μέχρι το σημείο επαφής. Με βάση σχετική βιβλιογραφία (βλ. Τεκμήριο 5) μία πεζή ηλικίας άνω των 60 ετών, ως η Γιωργούλα Στυλιανού, διανύει με κανονικό βηματισμό 1.40 μέτρα ανά δευτερόλεπτο, ενώ τρέχοντας διανύει 2.71 μέτρα ανά δευτερόλεπτο. Για να διανύσει την απόσταση των 4.5 μέτρων με κανονικό βηματισμό από το σημείο που βρισκόταν πάνω στην κτιστή νησίδα μέχρι το σημείο επαφής, η πεζή θα χρειαζόταν χρόνο 3.21 δευτερόλεπτα. Για να διανύσει την ίδια απόσταση τρέχοντας θα χρειαζόταν χρόνο 1.66 δευτερόλεπτα. Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου, ο ΜΚ1 κατέληξε ότι αν πεζή περπατούσε, τότε όταν αυτή άρχισε να εισέρχεται στο δρόμο, το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου βρισκόταν σε απόσταση μεταξύ 35.66 και 44.55 μέτρων πριν το σημείο επαφής. Στην περίπτωση που η πεζή έτρεχε, όταν αυτή άρχισε να εισέρχεται εντός του δρόμου, το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου βρισκόταν σε απόσταση μεταξύ 18.44 και 23.04 μέτρων πριν το σημείο επαφής. Σύμφωνα με τον ΜΚ1, ο χρόνος αντίδρασης του μέσου οδηγού κατά την διάρκεια της νύχτας είναι 1.5 δευτερόλεπτα (βλ. Τεκμήριο 11). Εάν ο Κατηγορούμενος αντιδρούσε σε χρόνο 1.5 δευτερολέπτου, τότε θα διένυε απόσταση μεταξύ 16.66 με 20,82 μέτρων μέχρι να εκδηλώσει κάποια αντίδραση και άρα θα αντιδρούσε πριν το σημείο επαφής. Θεωρώ ότι ο ΜΚ1 ανέφερε την αλήθεια στο Δικαστήριο σε σχέση με τις ενέργειες στις οποίες προέβη για την διερεύνηση του δυστυχήματος. Ήταν σαφής, κατανοητός και σταθερός στις απαντήσεις του. Δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις και η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του. Αποδέχομαι ειδικότερα την μαρτυρία του σε σχέση με τα ευρήματα που εντόπισε στην σκηνή και αποτυπώθηκαν επί του σχεδίου, μεταξύ των οποίων και την θέση του σε σχέση με το σημείο επαφής του οχήματος του Κατηγορουμένου με την πεζή. Ειρήσθω εν παρόδω, ο 1ος Κατηγορούμενος συμφώνησε με το σχέδιο. Αποδέχομαι επίσης την μαρτυρία του ΜΚ1 σε σχέση με την καταμέτρηση της ορατότητας του Κατηγορουμένου προς την κτιστή νησίδα. Είπε ότι χρησιμοποίησε όχημα όμοιου τύπου με το όχημα με αρ. εγγραφής xxxx13 και ήταν δε πεπεισμένος ότι ακόμα και να υπήρχαν κτίρια στην γωνία της συμβολής της οδού Αγίου Στυλιανού με την Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, αυτά δεν επηρέαζαν την ορατότητα σε σχέση με το επίδικο δυστύχημα. xxxx Στυλιανού (ΜΚ2) Η ΜΚ2 είπε ότι στεκόταν στη κτιστή νησίδα, που βρίσκεται στη μέση της Λεωφόρου Αρχ. Μακαρίου και ήθελε να διασταυρώσει το δρόμο. Είδε ότι το φανάρι για τα αυτοκίνητα στη Λεωφόρο Αρχ. Μακαρίου ήταν κόκκινο και ότι τα αυτοκίνητα στη Λεωφόρο Αρχ. Μακαρίου ήταν σταματημένα και έτσι ξεκίνησε να υλοποιήσει την πρόθεση της. Μόλις κατέβηκε στον δρόμο, είδε ότι ερχόταν ένα αυτοκίνητο από την οδό Αγίου Στυλιανού, το οποίο όμως ήταν ακόμα πολύ μακριά. Επιτάχυνε τον βηματισμό της, αλλά το αυτοκίνητο που είχε δει προηγουμένως στην Αγίου Στυλιανού, μπήκε στη Λεωφόρο Αρχ. Μακαρίου και την κτύπησε. Η εν λόγω μάρτυρας δεν μου έκανε θετική εντύπωση. Δεν ήταν ιδιαίτερα κατατοπιστική ως προς τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος. Μεταξύ άλλων, δεν ήταν σε θέση να διαφωτίσει σε σχέση με το που είδε για πρώτη φορά το όχημα του Κατηγορουμένου και που βρισκόταν η ίδια. Αντεξεταζόμενη, είπε ότι η πρώτη φορά που αντιλήφθηκε κάποιο όχημα ήταν μόλις κατέβηκε στον δρόμο. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας της περιέπεσε σε αντιφάσεις, λέγοντας ότι όταν είδε για πρώτη φορά το όχημα που την κτύπησε, ήταν στη μέση του δρόμου, αναιρώντας αυτό που είχε πει λίγο προηγουμένως. Σε κάθε περίπτωση, η ΜΚ2 είπε το όχημα ήταν τόσο μακριά που αρχικά θεώρησε ότι επρόκειτο για οδικό φωτισμό. Ερωτηματικά προκαλεί όμως το γεγονός ότι προσπάθησε να επιταχύνει το βήμα της παρά το ότι θεώρησε ότι το φως που είδε επρόκειτο για οδικό φωτισμό. Ερωτηματικά προκαλεί και η ενέργεια της ΜΚ2 να επιχειρήσει να διασταυρώσει τον δρόμο οριζόντια και όχι κάθετα, ήτοι όχι προς το πεζοδρόμιο αλλά προς την απέναντι νησίδα. Λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και συνυπολογίζοντας γενικά την συνολική παρουσία της ΜΚ2 στο εδώλιο του μάρτυρα καταλήγω ότι η μαρτυρία της δεν αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για εξαγωγή ευρημάτων. xxxx Σορόκος (ΜΚ3) Ο ΜΚ3 οδηγούσε το αυτοκίνητο του στη Λεωφόρο Αρχ. Μακαρίου με κατεύθυνση τον Στρόβολο. Ενώ βρισκόταν σταματημένος σε κόκκινο φως στη συμβολή με την οδό Αγίου Στυλιανού, είδε απέναντι του, μια γυναίκα η οποία βρισκόταν κοντά στη κτιστή νησίδα, να προσπαθεί να διασταυρώσει το δρόμο με κατεύθυνση προς τον ίδιο. Εκείνη την στιγμή, ένα αυτοκίνητο που ερχόταν από την οδό Αγίου Στυλιανού, πέρασε κανονικά με πράσινο φως και έστριψε δεξιά κτυπώντας την πεζή. Θεωρώ ότι ο ΜΚ3 κατέθεσε ανεξάρτητα αφού δεν συνδεόταν με οποιοδήποτε από τα εμπλεκόμενα στο δυστύχημα πρόσωπα. Μου έκανε καλή εντύπωση. Έχοντας κατά νου τη παρουσία του και το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, καταλήγω ότι πρόκειται για αξιόπιστο μάρτυρα. Κατηγορούμενος Ο Κατηγορούμενος είπε ότι οδηγούσε το αυτοκίνητο του στην οδό Αγίου Στυλιανού με ταχύτητα περίπου 40 με 50 ΧΑΩ. Πλησιάζοντας την συμβολή με την Λεωφόρο Αρχ. Μακαρίου, το φως για την πορεία του ήταν πράσινο. Τα αυτοκίνητα δεξιά και αριστερά του ήταν σταματημένα και έτσι εισήλθε στην συμβολή για να υλοποιήσει την πρόθεση του να στρίψει δεξιά. Ενώ έστριβε, είδε σε απόσταση περίπου μισό μέτρο μπροστά και δεξιά του, μια πεζή η οποία διασταύρωνε το δρόμο. Προσπάθησε να την αποφύγει φρενάροντας, χωρίς όμως να καταφέρει να την αποφύγει. Αντεξεταζόμενος, ο Κατηγορούμενος είπε ότι είχε εισέλθει στην οδό Αγίου Στυλιανού από πάροδο από όπου είχε οπτική επαφή με τα φώτα τροχαίας. Δεν είχε όμως οπτική επαφή με τη νησίδα, παρά μόνο την στιγμή που έφτασε στη διασταύρωση και ειδικότερα στο ύψος της διάβασης πεζών της οδού Αγίου Στυλιανού. Ούτε ο Κατηγορούμενος με έπεισε ότι μετέφερε στο Δικαστήριο τα ακριβή γεγονότα που οδήγησαν στο επίδικο δυστύχημα. Η εκδοχή του στερείται πειστικότητας και αφήνει ανεξήγητα κενά που δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν σε κλονισμό της αξιοπιστίας του. Ειδικότερα, ενώ ο Κατηγορούμενος είπε ότι είδε την πεζή σε πολύ κοντινή απόσταση, την οποία καθόρισε σε μισό μέτρο και ενώ είπε ότι την πρώτη φορά που την είδε, αυτή βρισκόταν κοντά στη νησίδα, εντούτοις δεν έδωσε εξήγηση για το γεγονός ότι η πεζή πρόλαβε να περπατήσει 4.5 μέτρα μέχρι να φτάσει στο σημείο που έγινε η επαφή. Κατά την αντεξέταση του, είπε επίσης ότι για να αποφύγει την επαφή, φρέναρε και έστριψε το τιμόνι αριστερά. Όταν του υποδείχθηκε ότι δεν φαίνεται από την τελική θέση του οχήματος του να έστριψε αριστερά, αναίρεσε την αναφορά του περί στριψίματος και είπε ότι φρέναρε και δεν πρόλαβε να κινηθεί αριστερά. Υποστήριξε δε ότι το όχημα του ακινητοποιήθηκε αμέσως μετά το φρενάρισμα. Δεν έδωσε όμως πειστική εξήγηση για τον ισχυρισμό ότι, παρά την ταχύτητα 40-50 ΧΑΩ, το όχημα ακινητοποιήθηκε αμέσως. Επισημαίνω τέλος, ότι ο ισχυρισμός του Κατηγορουμένου ότι δεν θα μπορούσε να δει την πεζή παρά μόνο όταν έφτανε στην διασταύρωση, συγκρούεται με την αναφορά του ιδίου ότι πριν να μπει στην διασταύρωση και να ξεκινήσει να στρίβει είδε ότι τα οχήματα στα αριστερά του ήταν σταματημένα. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και συνεκτιμώντας την συνολική παρουσία του Κατηγορουμένου στο εδώλιο του μάρτυρα, κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ στην μαρτυρία του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 προνοεί τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 A.A.Δ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο, ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Όπως αναφέρεται στην Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Η υποχρέωση της προσήκουσας επιμέλειας υπόκειται στην προϋπόθεση ότι και οι άλλοι οδηγοί ή πεζοί θα εκπληρώσουν το καθήκον τους για επιμέλεια και δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων (βλ. Χρ. Νικολαϊδης ν. Ρ. Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 422, 428). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 378). Η παρουσία ενήλικου πεζού στο κράσπεδο του δρόμου δεν υποδηλώνει αφ' εαυτής την ύπαρξη κινδύνου, για τον οποίο πρέπει να ληφθούν προφυλακτικά μέτρα. Κίνδυνος μπορεί να προκύψει αφότου ο πεζός αποπειράται να διασταυρώσει τον δρόμο. (βλ. Murrel v. Aστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 217, σελ. 223-4). Η μη αποφυγή της σύγκρουσης δεν συνεπάγεται από μόνη της αμέλεια (βλ. Παππάς ν. Ναθαναήλ
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 275). Στην παρούσα περίπτωση, ενώ ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο με σκοπό να εισέλθει στην διασταύρωση με πράσινο φως, η πεζή εισήλθε στον δρόμο με τον τρόπο που αναφέρθηκε πιο πάνω. Η ενέργεια της όμως να εισέλθει και να κινηθεί στον δρόμο οριζόντια, ήτοι με κατεύθυνση την απέναντι νησίδα και όχι κάθετα προς το πεζοδρόμιο, δεν είναι προβλεπτός κίνδυνος για τον οποίο, ο μέσος συνετός οδηγός πρέπει να λάβει προληπτικά μέτρα. Πέραν τούτου, υπό τα δεδομένα της παρούσας περίπτωσης και με βάση την μαρτυρία της ίδιας της ΜΚ2, είναι εμφανές ότι αυτή παρέλειψε να δει έγκαιρα ότι το όχημα του Κατηγορουμένου κινείτο στην οδό Αγίου Στυλιανού και ότι το φως για την πορεία του τελευταίου ήταν πράσινο (βλ. Οδυσσέως Σώζος ν. Νιόβης Χατζηλουκά
(2000)1 ΑΑΔ 185). Στην προκειμένη περίπτωση, αν θεωρήσει κάποιος ότι η πεζή έτρεχε, κάτι το οποίο είναι πιθανό, τότε σύμφωνα με τον ΜΚ1, όταν η πεζή άρχισε να εισέρχεται εντός του δρόμου, το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου, βρισκόταν σε απόσταση μεταξύ 18 και 23 μέτρων πριν από το σημείο επαφής. Αν ο Κατηγορούμενος κινείτο με ταχύτητα 50ΧΑΩ, κάτι το οποίο επίσης παρέμεινε άγνωστο, τότε θα διένυε απόσταση περίπου 20 μέτρων μέχρι να εκδηλώσει κάποια αντίδραση. Υπάρχει συνεπώς, περιθώριο με βάση τα πιθανά σενάρια, ο Κατηγορούμενος να μην μπορούσε να αντιδράσει έγκαιρα και να αποφύγει την επαφή, λόγω ακριβώς του γεγονότος ότι η πεζή εισήλθε απότομα στον δρόμο, χωρίς να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές να το πράξει. Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 στις σελ. 365, 366, «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής. Στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι ο Κατηγορούμενος υπήρξε υπαίτιος συμπεριφοράς η παράλειψης που να στοιχειοθετεί το αδίκημα του άρθρου 8 του ν.86/1972. Είναι δε πιθανό, ο Κατηγορούμενος να βρέθηκε προ διλήμματος σύγκρουσης. Δεν υπάρχει όμως σαφής μαρτυρία ως προς το τι προηγήθηκε του εν λόγω διλήμματος, ώστε να μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα περί ποινικής ευθύνης του Κατηγορουμένου. Στη Νικολαϊδης κ.α. ν. Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 422, 429 επισημαίνονται τα ακόλουθα: «Όπως κατ' επανάληψη τονίστηκε οι πράξεις οδηγού που βρίσκεται αντιμέτωπος με επικείμενη σύγκρουση δεν κρίνονται μικροσκοπικά, αλλά με ευρύτητα ανάλογη με τα αγωνιώδη διλήμματα που αντιμετωπίζει και την έλλειψη ουσιαστικής ευκαιρίας για προγραμματισμό των πράξεών του. Οι αρχές αυτές συνοψίζονται στην Adamis and Another v. Eracleous
(1982)1 C.L.R. 746 και επαναλαμβάνονται σε πολλές άλλες αποφάσεις.» Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν απέδειξε στον απαιτούμενο βαθμό ότι ο Κατηγορούμενος δεν εκπλήρωσε τα καθήκοντα που του αναλογούσαν κατά τον δεδομένο τόπο, χρόνο και περιστάσεις. Εάν το Δικαστήριο βασιζόταν αποκλειστικά στην επαφή του οχήματος του Κατηγορουμένου με την πεζή, θα έκρινε μικροσκοπικά τις ενέργειες του Κατηγορουμένου, ο οποίος στην κατάθεση του είπε ότι χρησιμοποίησε τα φρένα του οχήματος του, κάτι το οποίο δεν αμφισβητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Η πιθανότητα ότι η πεζή μπήκε στον δρόμο σε χρόνο και τόπο που ήταν αδύνατο ή εξαιρετικά δύσκολο για τον Κατηγορούμενο να αντιδράσει με τρόπο που να αποφευχθεί η σύγκρουση, δεν μπορεί να αποκλειστεί. Ένεκα τούτου, ο Κατηγορούμενος δικαιούται το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Ο 1ος Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην 1η Κατηγορία (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο