Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μορφίτης, Αρ. Υπόθεσης: 4908/2017, 25/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B194 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4908/2017 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. xxxxx Μορφίτης Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 25 Οκτωβρίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ελ. Θεοδότου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 19.8.2014 και ώρα 10:20 έγινε τροχαίο δυστύχημα στη Λεωφόρο Τζών Κέννεντυ στη Παλλουριώτισσα της Επαρχίας Λευκωσίας. Σε αυτό εμπλεκόταν το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής xxxx96 που οδηγούσε ο xxxx Γεωργίου (ΜΚ3) και η μοτοσικλέτα με αρ. εγγραφής xxxx38 που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος. Είναι παραδεκτό ότι το δυστύχημα έγινε κατά την διάρκεια της μέρας και ενώ ο καιρός ήταν αίθριος. Είναι επίσης δεκτό ότι η Λεωφόρος Τζων Κέννεντυ είναι διπλής κατευθύνσεως με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση. Οι κατευθύνσεις χωρίζονται μεταξύ τους με άσπρη συνεχόμενη γραμμή. Η περιοχή είναι κατοικημένη με όριο ταχύτητας 50ΧΑΩ. Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει αδίκημα αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση του άρθρου 8 του ν.86/72. Για να αποδείξει την υπόθεση της, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 3 μάρτυρες κατηγορίας. Το Δικαστήριο κάλεσε τον Κατηγορούμενο σε απολογία. Ο τελευταίος κατέθεσε ενόρκως και κάλεσε ένα μάρτυρα υπεράσπισης. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή της γνώσης τους, η μνήμη τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και η αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα έλαβα υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη η μαρτυρία να τίθεται σε βάσανο αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Αστ.XXXXX Μ. Στυλιανού (ΜΚ1) Ο ΜΚ1 επισκέφτηκε στις 11:00 την σκηνή του δυστυχήματος, όπου εντόπισε τον ΜΚ
- Ο Κατηγορούμενος είχε ήδη μεταφερθεί στο γενικό νοσοκομείο. Ο ΜΚ1 ετοίμασε σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (βλ. Τεκμήριο 2), στο οποίο σημείωσε, μεταξύ άλλων, την πορεία των οχημάτων και το σημείο σύγκρουσης, που υπέδειξε ο ΜΚ
- Δεν εντόπισε όμως οποιοδήποτε ίχνος που να επιβεβαιώνει το σημείο σύγκρουσης. Ένεκα του δυστυχήματος, το αυτοκίνητο του ΜΚ3 υπέστη ζημιά στην πίσω δεξιά γωνιά του προφυλακτήρα και στο δεξιό πισινό φτερό. Η μοτοσικλέτα υπέστη ζημιά στη δεξιά πλευρά. Κατά την αντεξέταση, ο ΜΚ1 είπε ότι τα γεγονότα παρουσιάστηκαν στο σχέδιο σύμφωνα με όσα είχε πει ο ανεξάρτητος μάρτυρας (ΜΚ2) στην αρχική του κατάθεση. Ο ΜΚ1 δέχτηκε ότι έγινε επικοινωνία με τον Κατηγορούμενο ώστε να προσέλθει ο ΜΚ2 για συμπληρωματική κατάθεση, πλην όμως δεν κατέστη δυνατό να διευθετηθεί συνάντηση. Επισημαίνω ότι ο ΜΚ1 έφτασε στην σκηνή του δυστυχήματος μετά το συμβάν και εκτός από το σχέδιο που ετοίμασε και τις καταθέσεις που έλαβε, δεν μπορούσε να διαφωτίσει περαιτέρω. Αποδέχομαι την μαρτυρία του σε σχέση με τα ευρήματα που εντόπισε στην σκηνή και αποτυπώθηκαν επί του σχεδίου. Αποδέχομαι επίσης την θέση του σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων κάτι οποίο εξάλλου δεν αμφισβητήθηκε. Ως προς τα πιο πάνω προβαίνω σε αντίστοιχα ευρήματα. Κατά τα λοιπά, η μαρτυρία του ΜΚ1, ούσα ουδέτερη ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος, δεν μπορεί να βοηθήσει ουσιωδώς στην αξιολόγηση μαρτυρίας για γεγονότα που περιστοιχίζουν το δυστύχημα (βλ. Ευαγγέλου ν. Γιαννακού
(1992)1 Α.Α.Δ. 1243). Έχω επίσης την άποψη ότι, από την στιγμή που ο ΜΚ1 ενημερώθηκε για την πρόθεση του ΜΚ2 να συμπληρώσει όσα είχε αναφέρει στην κατάθεση του, όφειλε να επιδιώξει την λήψη τέτοιας κατάθεσης, ώστε να εκπληρώσει τα καθήκοντα του προς δίκαιη και πλήρη διερεύνηση της υπόθεσης. Ερωτηματικά προκαλεί επίσης ο ισχυρισμός του ΜΚ1 ότι, η υπόθεση δεν προωθήθηκε νωρίτερα για δίωξη του Κατηγορουμένου καθότι δεν εντοπιζόταν ο ΜΚ
- Εν τέλει, η δίωξη προωθήθηκε, μετά από πάροδο πέραν των δύο χρόνων από το επίδικο συμβάν, χωρίς να έχει ληφθεί κατάθεση από τον ΜΚ
- Όλα τα πιο πάνω, με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι υπήρξε πλημμελής διερεύνηση και προώθηση της υπόθεσης. xxxx Πάτσαλος (ΜΚ2) Στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, ο ΜΚ2 είπε ότι στις 19.8.2014 και περί ώρα 10:20 βρισκόταν στην καφετέρια «Molinari» που βρίσκεται στην Λεωφόρο Τζων Κέννετυ. Ενώ έβλεπε προς το δρόμο, είδε να περνούν δύο αυτοκίνητα με κατεύθυνση από Λευκωσία προς ΣΟΠΑΖ. Πίσω από τα εν λόγω αυτοκίνητά, ακολουθούσε η μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, ένα μαύρο αυτοκίνητο επιχείρησε να προσπεράσει το προπορευόμενο του αυτοκίνητο. Την ίδια στιγμή, ο Κατηγορούμενος επιχείρησε και ο ίδιος να προσπεράσει, με αποτέλεσμα να χτυπήσει στο μαύρο αυτοκίνητο. Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΚ2 είπε ότι το αυτοκίνητο, με το οποίο συγκρούστηκε ο Κατηγορούμενος, ήταν αρχικά σταθμευμένο σε συνεργείο που βρισκόταν απέναντι από την καφετέρια. Εκκίνησε από το εν λόγω σημείο και εισήλθε με ταχύτητα στον δρόμο, ανακόπτοντας την πορεία του Κατηγορουμένου, ο οποίος κινήθηκε δεξιότερα για να τον αποφύγει. Τότε, το μαύρο αυτοκίνητο επιχείρησε να προσπεράσει δύο άλλα αυτοκίνητα, με αποτέλεσμα να αγγίξει στην μοτοσικλέτα του Κατηγορουμένου. Ακολούθησε διαδικασία κήρυξης του ΜΚ2 σε εχθρικό μάρτυρα. Αντεξετάστηκε από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής και είπε ότι μετά την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, ενημερώθηκε από τον Κατηγορούμενο ότι η αστυνομία επιρρίπτει ευθύνη για το δυστύχημα στον Κατηγορούμενο και εκπλάγηκε. Έτσι, θέλησε να δώσει εκ νέου συμπληρωματική κατάθεση για να διευκρινίσει όσα είδε. Εντούτοις, δεν κατόρθωσε να εντοπίσει τον αστυνομικό. Η κήρυξη μάρτυρα ως εχθρικού δεν αποκλείει εκ προοιμίου την μαρτυρία που έχει δώσει στο Δικαστήριο, καθιστώντας την χωρίς άλλο, αναξιόπιστη. Η μαρτυρία αυτή παραμένει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και η αξιολόγηση της επαφίεται στο Δικαστήριο που εξετάζει την υπόθεση. Το Δικαστήριο θα προβληματιστεί αν θα δώσει οποιοδήποτε βάρος στην μαρτυρία εχθρικού μάρτυρα, και μπορεί να το πράξει, ιδιαίτερα όταν μέρη της μαρτυρίας ενισχύονται με άλλη μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου. (βλ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 65). Επισημαίνω ότι αν μάρτυρας, παρά το ότι παραδέχεται ότι έχει προβεί σε προηγούμενη αντιφατική δήλωση, συνεχίζει να καταθέτει αντίθετα με το περιεχόμενο της, το Δικαστήριο πρέπει να ενεργήσει πάνω στην προφορική μαρτυρία που έχει δοθεί ενώπιον του. Η προηγούμενη δήλωση μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για σκοπούς αξιολόγησης της αξιοπιστίας του μάρτυρα αλλά δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο για απόδειξη των γεγονότων που αναφέρονται σε αυτή. Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003 σελ. 2053 αναφέρονται τα εξής: « If a hostile witness, on being cross-examined on a previous unsworn statement which is inconsistent with his present testimony, admits having made the previous statement but denies the truth of its contents, the statement is admissible to impugn the credit of the witness and not as evidence of the truth of the facts stated therein (White
(1922)17 Cr App R 60). Cross-examination upon such previous unsworn assertions is permitted, not for the purpose of substituting them for the witness's sworn testimony, but to show that the sworn testimony, in the light of the unsworn assertions, cannot be regarded as being of importance (Harris [1927] 2 KB 587).» Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου, κρίνω ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί βεβαίως να βασιστεί σε όσα ο ΜΚ2 είχε αναφέρει στην αρχική του δήλωση. Θεωρώ περαιτέρω ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξάγει οποιαδήποτε ευρήματα μέσα από την μαρτυρία του ΜΚ2 ενώπιον του Δικαστηρίου. Είναι εμφανές ότι ο ΜΚ2 τελούσε υπό σύγχυση σε σχέση με το τι ήταν αυτό που είδε την επίδικη ημέρα και δεν μπορούσε με σαφήνεια και ακρίβεια να το μεταφέρει στο Δικαστήριο. Θεωρώ ότι πρόκειται για αναξιόπιστο μάρτυρα και απορρίπτω την μαρτυρία του στην ολότητα της. xxxxx Γεωργίου (ΜΚ3) Ο ΜΚ3 ανέφερε ότι οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής xxxx96 με κατεύθυνση το «ΣΟΠΑΖ». Κινείτο κανονικά στον δρόμο και πίσω του ακολουθούσε μια μοτοσικλέτα. Ενώ βρισκόταν περί τα 30 μέτρα πριν τα φώτα τροχαίας, η μοτοσικλέτα που τον ακολουθούσε επιχείρησε να τον προσπεράσει. Εκείνη την στιγμή, ερχόταν αυτοκίνητο από απέναντι, με αποτέλεσμα η μοτοσικλέτα να κτυπήσει στο αυτοκίνητο του. Ένεκα του κτυπήματος, η μοτοσικλέτα έπεσε στο πεζοδρόμιο. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ3 αρνήθηκε ότι ήταν σταθμευμένος σε συνεργείο απέναντι από την καφετέρια «Molinari». Συνακόλουθα, αρνήθηκε ότι κατέβηκε από το πεζοδρόμιο και υποστήριξε ότι κινείτο συνεχώς εντός του δρόμου. Ο ΜΚ3 δεν μου έκανε θετική εντύπωση ως μάρτυρας. Δεν απαντούσε με αμεσότητα και σαφήνεια. Η μαρτυρία του ΜΚ3 αφήνει ανεξήγητα κενά σε βαθμό που το δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί επ' αυτής προκειμένου να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Ειδικότερα, επισημαίνω ότι ο ΜΚ3 κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι το κτύπημα στο αυτοκίνητο έγινε στην πόρτα του οδηγού, κάτι το οποίο δεν συνάδει με τα αντικειμενικά δεδομένα της παρούσας υπόθεσης. Επίσης, η θέση του ΜΚ3 ότι η μοτοσικλέτα έπεσε στο πεζοδρόμιο, δεν συνάδει με τα ευρήματα της σκηνής όπως αυτά αποτυπώθηκαν επί του σχεδίου, καθότι η μοτοσικλέτα έπεσε αρχικά στην άσφαλτο. Λαμβάνοντας υπόψη τη συνολική παρουσία του ΜΚ3 στο εδώλιο του μάρτυρα καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, θεωρώ ότι δεν μπορώ να βασιστώ σε αυτή για εξαγωγή ευρημάτων. Κατηγορούμενος Ούτε, ο Κατηγορούμενος μετέφερε με καθαρότητα και σαφήνεια στο Δικαστήριο όσα περιβάλλουν το δυστύχημα. Στην κατάθεση του, είπε ότι οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του με χαμηλή ταχύτητα με κατεύθυνση το ΣΟΠΑΖ και ότι μπροστά του δεν υπήρχαν οχήματα. Μόλις πέρασε την καφετερία «Molinari», είδε ξαφνικά το αυτοκίνητο του ΜΚ3 να μπαίνει στο δρόμο κινούμενο κάθετα από αριστερά προς δεξιά ως η πορεία του και να του ανακόπτει την πορεία. Δεν πρόλαβε να αντιδράσει με αποτέλεσμα να συγκρουστεί πάνω του. Κατά την μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Κατηγορούμενος μετέφερε μια διαφορετική εικόνα. Ειδικότερα, ενώ στην κατάθεση του είχε αναφέρει ότι δεν υπήρχαν αυτοκίνητα μπροστά του, ενώπιον του Δικαστηρίου είπε ότι ο ΜΚ3 κατέβηκε απότομα από το πεζοδρόμιο και συνάντησε 2-3 αυτοκίνητα μπροστά του. Ερωτηματικά προκαλεί η θέση του Κατηγορουμένου ότι τα κατ' ισχυρισμό προπορευόμενα αυτοκίνητα ήταν σταματημένα σε φώτα τροχαίας, τα οποία όμως, κατά τον ίδιο, απέχουν 150 μέτρα από το σημείο της σύγκρουσης. Η εκδοχή τούτη στερείται πειστικότητας. Περαιτέρω, ενώ στην κατάθεση του ανέφερε ότι δεν πρόλαβε να αντιδράσει, κατά την μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι αντέδρασε με το να κινηθεί δεξιά ως η πορεία του και να προσπεράσει το όχημα του ΜΚ3. Τότε, ο ΜΚ3 κινήθηκε απότομα δεξιά για να προσπεράσει προπορευόμενα οχήματα κάτι το οποίο αναφέρθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου. xxxx Τυρίμος (ΜΥ) Ο ΜΥ είπε ότι οδηγούσε το όχημα του πίσω από την μοτοσικλέτα του Κατηγορουμένου. Σε κάποια στιγμή, ένα αυτοκίνητο κατέβηκε από το πεζοδρόμιο και μπήκε στον δρόμο. Παρά το ότι υποστήριξε ότι θυμάται το επίδικο συμβάν, δεν ήταν βέβαιος αν το όχημα του ΜΚ3 είχε κινηθεί από αριστερά ή από δεξιά. Είπε επίσης ότι ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε τα φρένα του, χωρίς να καταφέρει να αποφύγει την σύγκρουση. Κατά την αντεξέταση, πρόσθεσε τον ισχυρισμό ότι ο Κατηγορούμενος έκανε και κάποιον ελιγμό για να αποφύγει την σύγκρουση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ο Κατηγορούμενος κατηγορείται δυνάμει του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 A.A.Δ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Όπως αναφέρεται στην Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί -] (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας κρίνω ότι δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου επαρκής μαρτυρία ως προς τις ακριβείς περιστάσεις που οδήγησαν στο επίδικο δυστύχημα. Παραμένουν αναπάντητα ερωτήματα ως προς το που ακριβώς βρισκόταν ο ΜΚ3 λίγο πριν την σύγκρουση και σοβαρά ερωτηματικά σε σχέση με τις συνθήκες υπό τις οποίες ο Κατηγορούμενος οδήγησε το όχημα του. Ειδικότερα, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο, ο Κατηγορούμενος να ενήργησε υπό αγωνιώδεις συνθήκες προκειμένου να αποφύγει την σύγκρουση. Συνεπώς, δεν έχει αποδειχθεί ότι οι ενέργειες του Κατηγορουμένου υπολείπονται αυτών στις οποίες θα προέβαινε ο μέσος συνετός οδηγός. Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 στις σελ. 365, 366 «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (βλ. Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (ανωτέρω), επισημαίνεται ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.» Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου, υπό το φως της απόρριψης της μαρτυρίας που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή, δεν μπορεί να υπάρξει κατάληξη περί ενοχής του Κατηγορουμένου, στον βαθμό που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις. Ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην 1η Κατηγορία. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο