← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Πλατής, Αρ. Υπόθεσης: 11475/2016, 2/10/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Πλατής, Αρ. Υπόθεσης: 11475/2016, 2/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B186 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11475/2016 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. xxxxxxxx Πλατής Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 2 Οκτωβρίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Φρ. Κακούρη Για την Κατηγορούμενη: κ. Χ. Χατζηγιάγκου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 9.5.2015 και ώρα 23:00 έγινε τροχαίο δυστύχημα στην διασταύρωση της Λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού με οδό Κωνσταντινουπόλεως στον Στρόβολο Επαρχίας Λευκωσίας. Σε αυτό εμπλεκόταν ο Κατηγορούμενος που οδηγούσε την μοτοσικλέτα με αρ. εγγραφής xxxxx05 και ο πεζός XXXXX Feredin (στο εξής «ο πεζός», ο οποίος απεβίωσε στις 27.8.

  1. Ο Κατηγορούμενος κατηγορείται για αμελή οδήγηση κατά παράβαση του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου ν.86/
  2. Αρνήθηκε ενοχή και ακολούθησε ακροαματική διαδικασία. Μετά την παρουσίαση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, ο Κατηγορούμενος μέσω του συνηγόρου του, εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και κάλεσε το Δικαστήριο να τον αθωώσει. Αντίθετη ήταν η θέση της Κατηγορούσας Αρχής. Ξεκινώ παραθέτοντας συνοπτικά, όσα αναφέρθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως μαρτυρία. Αστ.XXXXX7 xxx Στυλιανού (ΜΚ1) Ο ΜΚ1 ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος στο οποίο τοποθέτησε μεταξύ άλλων την πορεία, τα ίχνη τριβής και το σημείο πτώσης της μοτοσικλέτας. Είπε ότι η Λεωφόρος Σπύρου Κυπριανού είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης με δύο λωρίδες κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση. Οι κατευθύνσεις διαχωρίζονται με χτιστή νησίδα και μεταλλικό κιγκλίδωμα. Ο Κατηγορούμενος οδηγούσε την μοτοσικλέτα του στην εν λόγω λεωφόρο, με κατεύθυνση από φώτα τροχαίας «Ορφανίδη» προς Λεωφόρο Τσερίου. Την ίδια στιγμή, ο πεζός διασταύρωνε την Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού με κατεύθυνση από δεξιά προς αριστερά, ως η πορεία του Κατηγορουμένου. Η επαφή της μοτοσικλέτας με τον πεζό έγινε εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας ως η πορεία του Κατηγορουμένου και λίγα μέτρα μετά που ο Κατηγορούμενος πέρασε την διασταύρωση με την οδό Κωνσταντινουπόλεως. Το δυστύχημα έγινε κατά την διάρκεια της νύχτας και ενώ ο καιρός ήταν αίθριος. Η άσφαλτος ήταν στεγνή και καθαρή. Το όριο ταχύτητας στο σημείο του δυστυχήματος είναι 50 ΧΑΩ. Στην Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού δεν υπάρχει εγκατεστημένος οδικός φωτισμός. Ο φωτισμός που υπάρχει σε παρακείμενη μάντρα πώλησης αυτοκινήτων φθάνει μόνο μέχρι το μέσο της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας ως η πορεία του Κατηγορουμένου, και συνεπώς δεν κάλυπτε το σημείο επαφής. Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τον ΜΚ1, η ορατότητα του Κατηγορουμένου προς το σημείο που κινείτο ο πεζός, ο οποίος φορούσε σκούρου χρώματος ρούχα, ήταν όση και η ακτίνα των φώτων πορείας της μοτοσικλέτας. Υπαστυνόμος xxx Θεμιστοκλέους (ΜΚ2) Ο ΜΚ2 είναι υπεύθυνος του Τμήματος Δυστυχημάτων. Αφού ενημερώθηκε ότι ο πεζός απεβίωσε, έδωσε οδηγίες στον Αστ.XXXXX5 XXXXX Χρίστου για περαιτέρω διερεύνηση. Ο ίδιος επόπτευε και συντόνιζε την πορεία των ερευνών δίνοντας τις ανάλογες οδηγίες μέχρι την τελική διεκπεραίωση των ερευνών. Ο Αστ.935, δυστυχώς, απεβίωσε πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Ο ΜΚ2 παρουσίασε στο Δικαστήριο την κατάθεση του Αστ.935 (βλ. Τεκμήριο 9) και ανέφερε ότι συμφωνεί με όλα τα ευρήματα του τελευταίου. Παρουσίασε επίσης και σχέδιο που ετοίμασε ο Αστ.XXXXX5 (βλ. Τεκμήριο 8) το οποίο δείχνει τον φωτισμό που επικρατούσε κατά την ώρα του δυστυχήματος και ότι ο Κατηγορούμενος μπορούσε να αντιληφθεί τον πεζό σε απόσταση 16 μέτρων, όση και η ακτίνα των φώτων πορείας της μοτοσικλέτας. Με βάση όσα αναφέρονται στην κατάθεση του, ο Αστ.XXXXX5 έλαβε υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε την μοτοσικλέτα του με ταχύτητα περίπου 60ΧΑΩ και όταν πλησίασε τη διασταύρωση άφησε την χειρολαβή και εισήλθε σε αυτή με επιβραδυνόμενη ταχύτητα. Στις 4.9.2015, ο Αστ.XXXXX5 επισκέφτηκε την σκηνή του δυστυχήματος μαζί με τον Ε/Αστ.XXXXX1 (ΜΚ3) και τον Κατηγορούμενο ώστε να γίνουν διάφορες δοκιμές. Εκεί, ο Αστ.XXXXX5 ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να υποδείξει το σημείο που βρισκόταν όταν αντιλήφθηκε για πρώτη φορά τον πεζό να κατεβαίνει από την διαχωριστική νησίδα. Η απόσταση μετρήθηκε και ήταν 16 μέτρα, όση δηλαδή και η ακτίνα των φώτων πορείας της μοτοσικλέτας. Στη συνέχεια, ο Αστ.XXXXX5 ζήτησε από τον ΜΚ3 να οδηγήσει την μοτοσικλέτα με την πορεία και ταχύτητα που είχε ο Κατηγορούμενος κατά την ώρα του δυστυχήματος. Στην θέση που βρισκόταν ο πεζός στάθηκε ο Κατηγορούμενος. Εισερχόμενος στην διασταύρωση, ο ΜΚ3, απομάκρυνε το χέρι του από την χειρολαβή. Η ταχύτητα που αναγραφόταν στο ταχύμετρο, όταν η μοτοσικλέτα περνούσε δίπλα από τον Κατηγορούμενο ήταν περίπου 49ΧΑΩ (μέσος όρος δοκιμών). Ακολούθως, επανέλαβαν την πιο πάνω διαδικασία με σκοπό εξευρεθεί η ταχύτητα του Κατηγορουμένου κατά τον χρόνο που αντιλήφθηκε τον πεζό. Προς τούτο, ο Αστ.XXXXX5 στάθηκε 16 μέτρα πριν το σημείο που στεκόταν ο Κατηγορούμενος. Η ταχύτητα που αναγραφόταν στο ταχύμετρο, όταν ο ΜΚ3 περνούσε δίπλα από τον Αστ.935 ήταν περίπου 51ΧΑΩ (μέσος όρος δοκιμών). Ακολούθως, ο ΜΚ3 οδήγησε την μοτοσικλέτα με ταχύτητα 51ΧΑΩ και πάτησε βίαια τα φρένα. Η μοτοσικλέτα ακινητοποιήθηκε σε απόσταση 10 μέτρων. Αν προσθέσει κανείς τον χρόνο και απόσταση αντίδρασης ενός οδηγού ο οποίος δεν αναμένει κίνδυνο, προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος θα χρειαζόταν συνολικά 31,25 μέτρα από την στιγμή που αντιλήφθηκε κίνδυνο μέχρι να ακινητοποιηθεί. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, ο Αστ.935 κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος δεν θα μπορούσε σε κάθε περίπτωση να αποφύγει τον πεζό. Ε/Αστ.XXXXX1 xxx Περδίος (ΜΚ3) Ο ΜΚ3 αναφέρθηκε στις δοκιμές που έγιναν στην σκηνή του δυστυχήματος μαζί με τον Αστ.935 και τον Κατηγορούμενο. Ειδικότερα, ο ΜΚ3 είπε ότι ο Αστ.XXXXX5 του ζήτησε να οδηγήσει την μοτοσικλέτα με ταχύτητα 60ΧΑΩ και όταν περάσει την γραμμή στάσης για να εισέλθει στην διασταύρωση, να απομακρύνει το χέρι του από την χειρολαβή. Εκτέλεσε τις οδηγίες και καθώς περνούσε δίπλα από τον Κατηγορούμενο, ο οποίος στεκόταν στην θέση που βρισκόταν ο πεζός, έλεγχε την ταχύτητα της μοτοσικλέτας. Στην συνέχεια επανέλαβαν την πιο πάνω διαδικασία, μόνο που αυτή την φορά, ο Αστ.XXXXX5 στάθηκε 16 μέτρα πριν την θέση που στεκόταν ο Κατηγορούμενος, ήτοι στην θέση που ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε τον πεζό το βράδυ του δυστυχήματος. Όταν περνούσε μπροστά από τον Αστ.XXXXX5, ο ΜΚ3 έλεγχε την ταχύτητα της μοτοσικλέτας. Κατάθεση κατηγορουμένου Στην κατάθεση του στην αστυνομία (βλ. Τεκμήριο 2), ο Κατηγορούμενος είχε πει ότι οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού, με ταχύτητα περίπου 60ΧΑΩ. Πλησιάζοντας στην διασταύρωση με την οδό Κωνσταντινουπόλεως, είδε ότι το φως για την πορεία του ήταν πράσινο. Έτσι προχώρησε με ευθεία πορεία, αφήνοντας ταυτόχρονα την χειρολαβή για να ελαττώσει ταχύτητα και να μπορέσει να σταματήσει με ασφάλεια σε περίπτωση που άναβε κόκκινο φως. Το φως δεν άλλαξε και αφού εισήλθε στη διασταύρωση, είδε ξαφνικά μια σκιά να κινείται στο δρόμο και να διασταυρώνει διαγώνια την Λεωφόρο από δεξιά προς αριστερά ως η πορεία του. Αντιλήφθηκε ότι πρόκειται για πεζό και αμέσως έκανε ελιγμό προς τα αριστερά για να τον αποφύγει. Είδε ότι και ο πεζός έκανε κάποια απότομη κίνηση προς τα αριστερά, πιθανόν για να αποφύγει την μοτοσικλέτα. Η σύγκρουση όμως δεν αποφεύχθηκε. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι παράμετροι, οι οποίες καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας

(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Γιάγκου άλλως Λεμόνα ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 και Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 515. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται από αυτό το στάδιο όταν: (α) Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων (εξ όψεως) και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και στη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Σε διαφορετική περίπτωση είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Εξετάζεται επομένως μόνο κατά πόσο αντικειμενικά κρινόμενη η μαρτυρία δικαιολογεί την κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση. Η μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή λαμβάνεται υπόψη στο απόγειο της (βλ. R. v. Galbraith
(1981)2 All ER 1060, 1062). Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Χριστοδούλου ανωτέρω). Το βάρος απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή σε αυτό το στάδιο είναι διαφορετικό από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό είναι αρκετό η κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9). Κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Στην παρούσα περίπτωση, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται δυνάμει του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 A.A.Δ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Όπως αναφέρεται στην Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». Όπως προκύπτει από την σχετική νομολογία, ένας οδηγός έχει πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις, καθήκον τήρησης δέουσας παρατηρητικότητας (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες. Παράλειψη να δει κανείς ότι είναι ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαΐδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Η υποχρέωση προσήκουσας επιμέλειας υπόκειται στην προϋπόθεση ότι και οι άλλοι άνθρωποι θα εκπληρώσουν το καθήκον τους για επιμέλεια και δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων (βλ. Χρ. Νικολαϊδης ν. Ρ. Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 422, 428). Επίσης, όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, τότε η παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Αργυρού ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 378). Στην προκειμένη περίπτωση, δεν τέθηκε ενώπιον μου μαρτυρία σε σχέση με παράλειψη του Κατηγορουμένου να δει κάτι το οποίο ήταν ορατό. Αντιθέτως, με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία, ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε τον πεζό αμέσως μόλις τούτο κατέστη εφικτό, ήτοι μόλις ο πεζός μπήκε στην ακτίνα φώτων της μοτοσικλέτας του. Ως έχει νομολογηθεί, στις περιπτώσεις όπου επίδικη είναι η φύση καθήκοντος επιμέλειας έναντι πεζού, η υποχρέωση για λήψη αποτρεπτικών μέτρων προκύπτει αφού εκδηλωθεί κίνδυνος στο δρόμο, για την αποφυγή του οποίου ο συνετός οδηγός πρέπει να δράσει. Επίσης, οι πράξεις οδηγού που βρίσκεται αντιμέτωπος με επικείμενη σύγκρουση δεν κρίνονται μικροσκοπικά, αλλά με ευρύτητα ανάλογη με τα αγωνιώδη διλήμματα που αντιμετωπίζει και την έλλειψη ουσιαστικής ευκαιρίας για προγραμματισμό των πράξεών του (βλ. Νικολαϊδης κ.α. ν. Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 422). Λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα της παρούσας και έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει παρουσιάσει τέτοια μαρτυρία, η οποία να είναι αρκετά ισχυρή στην ουσία της για να αποδείξει ακόμη και για σκοπούς εκ πρώτης όψεως υπόθεσης την κατηγορία. Ειδικότερα, δεν μπορεί να αποδειχτεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι ο Κατηγορούμενος απέτυχε να εκπληρώσει τα καθήκοντα που του αναλογούσαν κατά τον δεδομένο τόπο, χρόνο και περιστάσεις. Μόλις αντιλήφθηκε τον πεζό, επιχείρησε να λάβει μέτρα προς αποφυγή της σύγκρουσης, χωρίς όμως επιτυχία. Η μη αποφυγή σύγκρουσης δεν συνεπάγεται από μόνη της αμέλεια (βλ. Παππάς ν. Ναθαναήλ
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 275). Η ίδια η αστυνομία κατέληξε ότι, κατά το χρονικό σημείο που ο πεζός κατέστη ορατός, ο Κατηγορούμενος δεν θα μπορούσε να αποφύγει την επαφή με αυτόν με οποιοδήποτε τρόπο. Έχω την άποψη ότι η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία θα επιτελούσε ένα και μόνο σκοπό, ήτοι να δώσει στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει ατέλειες και κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Συνεπώς, ο Κατηγορούμενος πρέπει να απαλλαγεί της κατηγορίας από το στάδιο αυτό, χωρίς να κληθεί να προβάλει την υπεράσπιση του. Ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.