← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Λειβαδιώτης, Αρ. Υπόθεσης: 12587/17, 29/11/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Λειβαδιώτης, Αρ. Υπόθεσης: 12587/17, 29/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B208 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12587/17 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. xxxxx Λειβαδιώτης Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 29 Νοεμβρίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ελ. Θεοδότου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Χατζηιωάννου με κ. Φ. Χατζηιωάννου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι απέφυγε να παρέχει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής για τελική εξέταση κατά παράβαση των άρθρων 7 και 11 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου Ν.174/

  1. Με βάση τις λεπτομέρειες, ο Κατηγορούμενος στις 12.3.2017 στην Λεωφόρο Θεμιστοκλή Δέρβη στη Λευκωσία, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής xxxx32 και του ζητήθηκε από τον Αστ.XXXXX0 Σ. Μιχαηλίδη να δώσει δείγμα εκπνοής για τελική εξέταση, άνευ ευλόγου αιτίας απέφυγε να το πράξει, δηλαδή απέφυγε να παράσχει τέτοια ποσότητα εκπνοής η οποία θα κρινόταν ικανοποιητική για διενέργεια τελικής εξέτασης. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε ενοχή. Μετά την παρουσίαση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, ο Κατηγορούμενος μέσω του συνηγόρου του, εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και κάλεσε το Δικαστήριο να τον αθωώσει. Αντίθετη ήταν η θέση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής. Συνοπτικά, η μαρτυρία που δόθηκε στο Δικαστήριο, είναι η ακόλουθη. Αστ.XXXXX0 XXXXX Μιχαηλίδης (ΜΚ1) Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι εργάζεται στον Ειδικό Ουλαμό Μοτοσικλετιστών Τροχαίας Αρχηγείου και στις 12.3.2017 και ώρα 02:15 στην Λεωφόρο Θεμιστοκλή Δέρβη ανέκοψε για έλεγχο το όχημα με αρ. εγγραφής xxxx32 που οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο. Κατά την συνομιλία μαζί του διαπίστωσε ότι μύριζε αλκοόλ και η ομιλία του ήταν συγχυσμένη. Του ζήτησε να δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρτική εξέταση στην συσκευή υπ' αριθμό 49513, πράγμα που ο Κατηγορούμενος έπραξε με ένδειξη 38mg% αντί 22mg%. Ο ΜΚ1 πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο για το αποτέλεσμα και αφού τον ενημέρωσε ότι είναι υποχρεωμένος να δώσει 2 ικανοποιητικά δείγματα εκπνοής για τελική εξέταση και ότι τυχόν άρνηση ή αποφυγή να το πράξει δυνατόν να συνιστά αδίκημα, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο, αυτός απάντησε «εννα φυσήσω όσο μπορώ». Την ίδια μέρα και μετά πάροδο 10 λεπτών, χωρίς στο μεταξύ ο Κατηγορούμενος να καταναλώσει οτιδήποτε, οδηγήθηκε για εξέταση στην συσκευή τελικής εξέτασης με αρ. 80-
  2. Ο ΜΚ1 εξήγησε ότι εν λόγω συσκευή ετοιμάζεται και ελέγχεται αυτόματα και αν παρουσιαστεί οποιοδήποτε πρόβλημα σε αυτή, η διαδικασία διακόπτεται κάτι το οποίο δεν συνέβη στην παρούσα περίπτωση. Σύμφωνα με τον ΜΚ1, ο ίδιος εξήγησε στον Κατηγορούμενο τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να φυσήξει, πλην όμως ο τελευταίος δεν επιχείρησε να τοποθετήσει την άκρη του στομίου στο στόμα του και δεν φύσηξε καθόλου. Κατά συνέπεια, ο Κατηγορούμενος δεν έδωσε ικανοποιητικό δείγμα. Ο Κατηγορούμενος πληροφορήθηκε για το αδίκημα της αποφυγής παροχής δείγματος για τελική εξέταση αλκοόλης και απάντησε «έχω άσθμα έχω δύσπνοια». Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ1 είπε ότι κατά την συνομιλία με τον Κατηγορούμενο διαπίστωσε ότι αργούσε να αρθρώσει τις λέξεις και μύριζε αλκοόλ. Σε κάθε περίπτωση, ο Κατηγορούμενος, σε σχετική ερώτηση είπε ότι είχε καταναλώσει αλκοόλ. Ο ΜΚ1 εξήγησε ότι η συσκευή τελικής εξέτασης παρέχει χρόνο τριών λεπτών για κάθε φύσημα, εντός των οποίων, ο υποβαλλόμενος σε έλεγχο μπορεί να κάνει όσες προσπάθειες προλάβει. Ο ΜΚ1 είπε και έδειξε στον Κατηγορούμενο ότι πρέπει να φυσά δυνατά και συνεχόμενα. Αντί αυτού ο Κατηγορούμενος κρατούσε το στόμιο και κάποτε το ακουμπούσε στα χείλη του χωρίς να φυσά. Δεν ακούστηκε καν ο ήχος που παράγει η συσκευή όταν δέχεται αέρα. Υποβλήθηκε τέλος στον ΜΚ1 ότι τόσο η συσκευή προκαταρκτικής εξέτασης υπ' αριθμό 49513 όσο και η συσκευή τελικής εξέτασης αλκοόλης υπ' αριθμό 80003345 δεν πληρούν ένα από τα πρότυπα που έχει καθορίσει ο Υπουργός Έργων και Συγκοινωνιών. Ο ΜΚ1 απάντησε ότι οι εν λόγω συσκευές είναι πιστοποιημένες, αλλά δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει σχετικά τεκμήρια. Ένεκα της απάντησης του ΜΚ1, η Κατηγορούσα Αρχή ζήτησε αναβολή για να παρουσιάσει μαρτυρία σε σχέση με την ύπαρξη των εν λόγω πιστοποιήσεων. Έτσι προσήλθε στο Δικαστήριο ο Αστ. 2329, στην μαρτυρία του οποίου υπεισέρχομαι αμέσως. Αστ.XXXXX9 xxxxx Πολυκάρπου (ΜΚ2) Ο ΜΚ2 υπηρετεί στον Κλάδο Τηλεπικοινωνιών του Τμήματος Τεχνολογικής Ανάπτυξης του Αρχηγείου Αστυνομίας το οποίο είναι επιφορτισμένο με τον έλεγχο των συσκευών προκαταρκτικής και τελικής εξέτασης αλκοόλης. Εξήγησε ότι οι συσκευές, προβαίνουν σε αυτοέλεγχο μετά την ενεργοποίηση τους. Αν σε κάποιον από τους ελέγχους αποτύχουν, δεν θα επιτρέψουν στον χειριστή να προχωρήσει με την διαδικασία. Οι συσκευές ελέγχονται κάθε 3 μήνες. Ο τελευταίος έλεγχος της συσκευής τελικής εξέτασης, η οποία χρησιμοποιήθηκε στην παρούσα περίπτωση, είχε γίνει στις 16.12.2016 Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΚ2 είπε ότι είναι πιο δύσκολο να δώσει κάποιος δείγμα στην συσκευή τελικής εξέτασης από ότι στην συσκευή προκαταρκτικής εξέτασης, καθότι στην πρώτη απαιτείται ταχύτητα εκπνοής 5 λίτρα ανά λεπτό ενώ στην δεύτερη 10 λίτρα ανά λεπτό. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι παράμετροι, οι οποίες καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας

(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Γιάγκου άλλως Λεμόνα ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 και Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 515. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται από αυτό το στάδιο όταν: (α) Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων (εξ όψεως) και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και στη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Σε διαφορετική περίπτωση είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Εξετάζεται επομένως μόνο κατά πόσο αντικειμενικά κρινόμενη η μαρτυρία δικαιολογεί την κλήση κατηγορούμενου σε υπεράσπιση. Η μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή λαμβάνεται υπόψη στο απόγειο της (βλ. R. v. Galbraith
(1981)2 All ER 1060, 1062). Το βάρος απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή σε αυτό το στάδιο είναι διαφορετικό από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό είναι αρκετό η κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9). Ο Κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Στην παρούσα περίπτωση, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται δυνάμει του άρθρου 7 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου ν.174/1986, το οποίο προνοεί ότι για να διαπιστωθεί ότι οιονδήποτε πρόσωπο που έχει δώσει δείγμα για προκαταρκτική εξέταση, έχει διαπράξει αδίκημα κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 5 του ιδίου νόμου, οιοσδήποτε αστυνομικός δύναται να ζητήσει από το εν λόγω πρόσωπο όπως παράσχει δύο δείγματα εκπνοής για τελική εξέταση μετά παρέλευση δέκα τουλάχιστον λεπτών από την χρονική στιγμή κατά την οποίαν είχε παρασχεθεί το δείγμα εκπνοής για προκαταρκτική εξέταση. Η παραχώρηση δείγματος εκπνοής, πρέπει να γίνεται στον πλησιέστερο χώρο όπου υπάρχει ο αναγκαίος προς τούτο τεχνικός εξοπλισμός. Ο αστυνομικός υποχρεούται όπως επιστήσει την προσοχή του προσώπου από το οποίο ζητείται η παραχώρηση δειγμάτων, ότι η άρνηση ή αποφυγή παραχώρησης του ζητηθέντος δείγματος δυνατόν να συνιστά ποινικό αδίκημα. Σύμφωνα με το άρθρο 5Α του Νόμου, ο Υπουργός Συγκοινωνιών και Έργων καθορίζει τα πρότυπα τα οποία πρέπει να πληρούν οι συσκευές προκαταρκτικής και τελικής εξέτασης. Το εδάφιο
(4)του εν λόγω άρθρου προνοεί ειδικότερα τα εξής: «Η χρήση κάθε συσκευής προκαταρκτικής και τελικής εξέτασης γίνεται μόνο αν έχει εκδοθεί γι' αυτήν πιστοποίηση από την αρμόδια αρχή πιστοποίησης. Αρμόδια αρχή σύμφωνα με το Νόμο είναι ο Διευθυντής Τμήματος Ηλεκτρομηχανολογικών Υπηρεσιών. Στην προκειμένη περίπτωση, παρά το ότι η ύπαρξη των σχετικών πιστοποιήσεων για την συσκευή προκαταρκτικής εξέτασης, αλλά και για την συσκευή τελικής εξέτασης αμφισβητήθηκε έντονα από την υπεράσπιση και παρά το ότι δόθηκε αναβολή, ειδικά για να δοθεί η ευκαιρία στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει τις σχετικές πιστοποιήσεις, εντούτοις δεν το έπραξε. Υπό αυτά τα δεδομένα, ακόμα και αν εν τέλει κρινόταν ως πλήρως αξιόπιστη η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί στην προκειμένη περίπτωση, ότι η διαδικασία για την λήψη δειγμάτων εκπνοής από τον Κατηγορούμενο, τόσο για προκαταρκτική όσο και για τελική εξέταση, έγινε νομότυπα. Όπως έχει λεχθεί στην Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 στις σελ. 365, «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Η κατηγορούσα αρχή δεν έχει παρουσιάσει μαρτυρία από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής έστω και εκ πρώτης όψεως. Υπό το φως των πιο πάνω, δεν παρίσταται ανάγκη να προβάλει ο Κατηγορούμενος την απολογία του. Ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 1η Κατηγορία (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.