Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ταρνάρας, Αρ. Υπόθεσης: 22040/2016, 24/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B193 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 22040/2016 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. xxxxxx Ταρνάρας Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 24 Οκτωβρίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Φρ. Κακούρη Για Κατηγορούμενο: κ. Μ. Χριστοφόρου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Είναι αδιαμφισβήτητο ότι στις 18.4.2016 και ώρα 15:00, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε την μοτοσικλέτα με αρ. εγγραφής xxxx24 στη Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού στη Λευκωσία. Κάτω από συνθήκες που αμφισβητούνται η μοτοσικλέτα ανατράπηκε, με αποτέλεσμα ο Κατηγορούμενος να πέσει στο έδαφος. Ο Κατηγορούμενος κατηγορείται για αμελή οδήγηση κατά παράβαση του άρθρου 8 του ν.86/1972. Δεν αμφισβητείται ότι το ατύχημα έγινε κατά την διάρκεια της μέρας και ενώ ο καιρός ήταν αίθριος. Δεν αμφισβητείται επίσης ότι η Σπύρου Κυπριανού, είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης με δύο λωρίδες κυκλοφορίας για την κατεύθυνση στην οποία κινείτο ο Κατηγορούμενος. Το όριο ταχύτητας στον εν λόγω δρόμο είναι 50ΧΑΩ. Ο μοναδικός μάρτυρας που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν ο Αστ.XXXXXX0 Ν. Ναθαναήλ (ΜΚ), ο οποίος είχε αναλάβει να εξετάσει το δυστύχημα. Προς τούτο, περί τις 15:20 της ίδιας μέρας, επισκέφτηκε την σκηνή, όπου διαπίστωσε ότι η μοτοσικλέτα είχε μετακινηθεί από την τελική της θέση και ότι ο Κατηγορούμενος είχε ήδη μεταφερθεί στο νοσοκομείο. Στην σκηνή βρισκόταν ο xxxxx Aleksiev, ο οποίος ανάφερε στον ΜΚ τι είχε αντιληφθεί σε σχέση με το δυστύχημα. Ακολούθως, ο ΜΚ ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (βλ. Τεκμήριο 3). Σε αυτό σημείωσε, μεταξύ άλλων, την πορεία της μοτοσικλέτας η οποία υποδείχθηκε από τον Aleksiev και το σημείο πτώσης της μοτοσικλέτας, στο οποίο κατέληξε με βάση την πορεία και τις ζημιές στην μοτοσικλέτα και με βάση γδαρσίματα στην άσφαλτο. Στις 2.5.2016, ο ΜΚ υπέδειξε το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος στον Κατηγορούμενο. Ο τελευταίος συμφώνησε με αυτό και το υπέγραψε. Ο ΜΚ ανέφερε ότι δεν εντόπισε οτιδήποτε το οποίο να επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό του Κατηγορουμένου αναφορικά με την ύπαρξη αυτοκινήτου στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας το οποίο, σύμφωνα πάντα με τον Κατηγορούμενο, κινήθηκε κοντά στην λωρίδα που κινείτο ο ίδιος. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ είπε ότι δεν εντόπισε ίχνη τροχοπέδησης, χωρίς τούτο να σημαίνει απαραίτητα ότι ο Κατηγορούμενος δεν χρησιμοποίησε φρένα. Επισήμανε ότι ο Aleksiev, είχε αναφέρει στην κατάθεση του ότι είδε τον Κατηγορούμενο να χρησιμοποιεί φρένα. Σε σχέση με τον Aleksiev, ο ΜΚ είπε ότι αυτός οδηγούσε μοτοσικλέτα και βρισκόταν σταματημένος σε σημείο από όπου θα μπορούσε να δει την πορεία και ανατροπή της μοτοσικλέτας του Κατηγορουμένου. Θεωρώ ότι ο ΜΚ ανέφερε την αλήθεια στο Δικαστήριο σε σχέση με τις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά την διερεύνηση του επίδικου δυστυχήματος καθώς και την μαρτυρία του σχέση με τα ευρήματα που εντόπισε στην σκηνή και αποτυπώθηκαν επί των σχεδίων. Αποδέχομαι επίσης την θέση του σε σχέση με το σημείο πτώσης της μοτοσικλέτας του Κατηγορουμένου στην άσφαλτο, αφού έδωσε στο Δικαστήριο τα στοιχεία εκείνα τα οποία μπορούν με ασφάλεια να οδηγήσουν σε εύρημα επί τούτου. Εξάλλου, τόσο τα γδαρσίματα όσο και η πορεία και σημείο πτώσης της μοτοσικλέτας στην άσφαλτο, δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση. Συν τοις άλλοις, ο Κατηγορούμενος συμφώνησε με τις καταγραφές επί του σχεδίου της σκηνής του δυστυχήματος. Έχοντας κατά νου τη συνολική παρουσία του ΜΚ, αποδέχομαι την μαρτυρία του και προβαίνω σε αντίστοιχα ευρήματα. Κατάθεση Κατηγορουμένου Η κατάθεση του Κατηγορουμένου (βλ. Τεκμήριο 2) αποτελεί μέρος του μαρτυρικού υλικού που κατατέθηκε στο Δικαστήριο και πρέπει να αξιολογηθεί με τη λοιπή μαρτυρία (βλ. Καύκαρκου ν. Χαπούπη
(1992)1 ΑΑΔ 260). Ειδικά, σε σχέση με την αξιολόγηση καταθέσεων Κατηγορουμένου παραπέμπω στην Γαβριήλ v. Δημοκρατίας 2009
(2)ΑΑΔ 693 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 112. Στην κατάθεση του λοιπόν, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι στις 18.4.2016 και περί ώρα 15.00 οδηγούσε την μοτοσικλέτα του και προερχόμενος από την λεωφόρο Κυριάκου Μάτση έστριψε δεξιά στην λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού. Κινείτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας με κατεύθυνση από φώτα Γαβριηλίδη προς «Costa Coffee», με ταχύτητα περί τα 30ΧΑΩ. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, αντιλήφθηκε ένα αυτοκίνητο το οποίο κινείτο στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας πολύ κοντά στον ίδιο. Θεώρησε ότι το εν λόγω αυτοκίνητο θα εισερχόταν αριστερά και έτσι χρησιμοποίησε ενστικτωδώς τα φρένα του με αποτέλεσμα, να χάσει την ισορροπία του και να πέσει στην άσφαλτο. Δεν γνωρίζει αν το άγνωστο αυτοκίνητο εισήλθε εν τέλει στην λωρίδα κυκλοφορίας στην οποία κινείτο ο ίδιος. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 προνοεί ότι «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Παύλου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 A.A.Δ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Όπως αναφέρεται στην Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». Στη Χρυσοστόμου ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 300 ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε, μεταξύ άλλων, κατηγορία για αμελή οδήγηση. Δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το όχημα οδειγείτο από τον Κατηγορούμενο και ενεπλάκη σε δυστύχημα. Ο μοναδικός μάρτυρας για την κατηγορούσα αρχή ήταν ο εξεταστής μηχανοκινήτων οχημάτων, ο οποίος μετά το δυστύχημα εξέτασε το αυτοκίνητο στο οποίο διαπίστωσε εκτεταμένες ζημιές. Το Ανώτατο Δικαστήριο (με παραπομπή στην R. v. Spurge [1961] 2 All E.R. 688) ανέφερε ότι αποτελεί υπεράσπιση σε κατηγορία αμελούς οδήγησης ότι ο οδηγός χωρίς δική του υπαιτιότητα στερήθηκε του ελέγχου του οχήματος του ένεκα μηχανικής του βλάβης για την οποία δεν γνώριζε και η οποία δεν ήταν τέτοια που θα έπρεπε να την είχε ανακαλύψει εάν ασκούσε εύλογη σύνεση και εφόσον υπάρχει κάποια μαρτυρία για τέτοια βλάβη. Ο κατηγορούμενος πρέπει να αθωωθεί εάν η εξήγησή του αφήνει πραγματική αμφιβολία στη σκέψη του Δικαστηρίου. Λέχθηκε όμως ότι υποθέσεις στις οποίες μπορούσε με επιτυχία να γίνει επίκληση μιας τέτοιας υπεράσπισης πρέπει να είναι πράγματι σπάνιες. Στη ρηθείσα απόφαση αναφέρθηκε επίσης ότι, σε υποθέσεις αμελούς οδήγησης το βάρος αποδείξεως δεν μετατίθεται στην υπεράσπιση. Αν όμως η Κατηγορούσα Αρχή αποδείξει ότι ένα όχημα έχει θέσει σε κίνδυνο το κοινό, ο κατηγορούμενος δεν θα μπορούσε με επιτυχία να υποβάλει ότι δεν είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση για να κληθεί να απαντήσει, για το λόγο ότι η κατηγορούσα αρχή δεν ανέτρεψε την υπεράσπιση της μηχανικής βλάβης. Το Δικαστήριο δεν θα εξετάσει μια τέτοια ειδική υπεράσπιση, εκτός εάν και μέχρις ότου προβληθεί από τον κατηγορούμενο. Όταν όμως έχει προβληθεί πρέπει να εξεταστεί με το υπόλοιπο της μαρτυρίας στην υπόθεση. Εάν η εξήγηση του κατηγορουμένου αφήνει αμφιβολία στη σκέψη του Δικαστηρίου, τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται να αθωωθεί. Εάν το Δικαστήριο όμως απορρίψει την εξήγηση του κατηγορουμένου, το Δικαστήριο πρέπει να τον καταδικάσει. Στο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences, 23rd ed, 2007, σελ. 1/413, §5.50, αναφέρεται ότι το δόγμα του res ipsa loquitur δεν έχει εφαρμογή σε ποινικές υποθέσεις. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι η κατηγορούσα αρχή οφείλει να αντικρούσει κάθε πιθανή εξήγηση του κατηγορούμενου για να πετύχει καταδίκη, εάν τα γεγονότα στη σκηνή του δυστυχήματος είναι τέτοια που, στην απουσία οποιασδήποτε εξήγησης, το Δικαστήριο δεν έχει επιλογή παρά να καταδικάσει. Είναι σύνηθες, όπως αναφέρεται στο σχετικό σύγγραμμα, ότι η μόνη μαρτυρία που δυνατόν να προσκομιστεί από την κατηγορούσα αρχή είναι μαρτυρία ότι το όχημα του κατηγορούμενου εξήλθε του δρόμου και κτύπησε σε παρακείμενο τοίχο ή βρέθηκε αναποδογυρισμένο. Εάν στην απουσία οποιασδήποτε εξήγησης, το μόνο συμπέρασμα στο οποίο μπορεί να καταλήξει το Δικαστήριο είναι ότι ο κατηγορούμενος ήταν αμελής το Δικαστήριο πρέπει να τον καταδικάσει (βλ. Rabjohns v Burgar [1971] R.T.R. 234,Watts v Carter [1971] R.T.R. 232 και Wright v. Wenlock [1971] R.T.R. 228). Όπου όμως ο κατηγορούμενος, δίδει εξήγηση, η οποία δεν είναι ευφάνταστη (fanciful), η κατηγορούσα αρχή οφείλει να την αντικρούσει και αν δεν το πράξει, τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται το όφελος της αμφιβολίας (βλ. Wilkinson's Road Traffic Offences, 23rd ed, 2007, σελ. 1/414, §5.51). Παραπέμπω επίσης στην υπόθεση Χαράλαμπος Ιωάννου ν. Αστυνομίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 399 που αφορούσε αδίκημα στην βάση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα για το οποίο μάλιστα απαιτείται απόδειξη ψηλότερου βαθμού αμέλειας από ότι το άρθρο 8 του ν.86/1972. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνοντας την καταδίκη και επιβάλλοντας 15μηνη φυλάκιση στον εφεσείοντα, ανέφερε τα ακόλουθα: «Ο εφεσείων οδηγεί το αυτοκίνητο με ταχύτητα μερικά χιλιόμετρα πέραν της επιτρεπόμενης των 80χαω, σε ασφαλτοστρωμένο δρόμο, με αναμμένα φώτα. Αφού διέρχεται αριστερόστροφη καμπή του δρόμου και βρίσκεται επί της ευθείας, ξαφνικά παρεκκλίνει της πορείας του, προσκρούει στον αριστερό όχθο και, ακυβέρνητο, ακινητοποιείται τελικά μεταξύ του όχθου και ενός κυπαρισσιού. Ως αποτέλεσμα, το αυτοκίνητο καταστρέφεται ολοσχερώς, ο εφεσείων και ένας από τους συνεπιβάτες τραυματίζονται, ο δε δεύτερος συνεπιβάτης τραυματίζεται θανάσιμα. Ο εφεσείων δίδει σειρά εξηγήσεων ως προς τους λόγους για τους οποίους έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου. Όμως, το πρωτόδικο Δικαστήριο απορρίπτει όλες τις εξηγήσεις του ως αναξιόπιστες. Τι παραμένει ως πραγματικό γεγονός; Το μόνο που παραμένει είναι ότι ο εφεσείων, χωρίς οποιαδήποτε εκ μέρους του ικανοποιητική εξήγηση, ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο με ταχύτητα μερικών μόνο χιλιομέτρων πέραν του επιτρεπομένου, αφού διήλθε αριστερόστροφη καμπή του δρόμου και βρέθηκε επί της ευθείας, ξαφνικά παρεξέκλινε της πορείας του, προσέκρουσε στον αριστερό όχθο και, με ακυβέρνητο πλέον το αυτοκίνητο, ακινητοποιήθηκε μεταξύ του όχθου και ενός κυπαρισσιού, με τα γνωστά τραγικά αποτελέσματα. Με αυτά τα δεδομένα, δεν μπορεί, κατά την άποψή μας, παρά να θεωρηθεί, πέραν πάσης ευλόγου αμφιβολίας, ότι, κατά την ώρα του δυστυχήματος, ο εφεσείων, για λόγους που μόνο ο ίδιος γνωρίζει, οδηγούσε το αυτοκίνητο κατά τρόπο που συνιστούσε αλόγιστη και ή απερίσκεπτη εκ μέρους του οδική συμπεριφορά ώστε να στοιχειοθετείται τόσο η αντικειμενική όσο και η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος του Άρθρου 210.» Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση την μαρτυρία, ενώ ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του στη Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού στη Λευκωσία, σε κάποιο σημείο του δρόμου, για λόγους που μόνο ο ίδιος θα μπορούσε να γνωρίζει, απώλεσε τον έλεγχο με αποτέλεσμα την ανατροπή του. Κλήθηκε σε απολογία, πλην όμως, και επιλέγοντας το δικαίωμα της σιωπής, δεν έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση για το αδιαμφισβήτητο γεγονός της απώλειας ελέγχου της μοτοσικλέτας που οδηγούσε. Το μόνο που προέβαλε ο Κατηγορούμενος, μέσω της κατάθεσης του η οποία παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, ήταν ότι αισθάνθηκε κίνδυνο, λόγω της ύπαρξης άλλου οχήματος στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Δεν προέβαλε οποιοδήποτε ισχυρισμό για ύπαρξη μηχανικής βλάβης που οδήγησε σε στέρηση ελέγχου του οχήματος χωρίς δική του υπαιτιότητα. Έχω την άποψη ότι όσα αναφέρονται στην κατάθεση του Κατηγορουμένου δεν είναι ικανά να αποδείξουν, έστω στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, την εκδοχή περί ύπαρξης κινδύνου. Κατ' αρχάς, επισημαίνω ότι όσα αναφέρονται στην κατάθεση του κατηγορουμένου δεν εξομοιώνονται με ένορκη μαρτυρία η οποία τίθεται στη βάσανο της αντεξέτασης. Έστω όμως κι αν μπορούσε, μέσα από την κατάθεση, να εξαχθεί εύρημα για την εκδοχή του Κατηγορουμένου, κρίνω ότι όσα αναφέρονται σε αυτή δεν αποτελούν από μόνα τους ικανή εξήγηση για την απώλεια του ελέγχου του οχήματος του Κατηγορουμένου. Ο ίδιος ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν τελικά το αυτοκίνητο το οποίο του προκάλεσε φόβο, εισήλθε στην δική του λωρίδα κυκλοφορίας. Ο φόβος που, κατά τον ισχυρισμό του, αισθάνθηκε ο Κατηγορούμενος είναι εξ ορισμού υποκειμενικό στοιχείο. Δεν έχουν τεθεί όμως ενώπιον μου οποιοιδήποτε αντικειμενικοί λόγοι, οι οποίοι θα δικαιολογούσαν και/ή θα έδιδαν ικανοποιητική εξήγηση για την πρόκληση φόβου στον μέσο συνετό οδηγό, που είναι και το ζητούμενο. Στην απουσία τέτοιας μαρτυρίας, το μόνο συμπέρασμα στο οποίο μπορεί να καταλήξει το Δικαστήριο είναι ότι ο κατηγορούμενος ήταν αμελής. Συνακόλουθα, ο Κατηγορούμενος κρίνεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ένοχος στην Κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο