ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ANDREJS, Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης Υπ' Αρ.: 04/2018, 18/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B145 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης Υπ' Αρ.: 04/2018 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΥΡΩΠΑΪΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΣΥΛΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΝΟΜΟ ΤΟΥ 2004, ΝΟΜΟΣ 133(I)/2004 -και- ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ***** ANDREJS ------------------- Ημερομηνία: 18/06/2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Εκζητούμενος Παρών Για τον Εκζητούμενο: κ. Ανδρέας Καρεκλάς Για την Κεντρική Αρχή: κα Έρια Παπαλοΐζου εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ [Α]. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ 1. Την 07/06/2018, τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από τον αρμόδιο προς τούτο Πρωτοκολλητή, το υπό εξέταση ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, που αφορά το πρόσωπο του ***** Andrejs (στο εξής καλούμενος «ο Εκζητούμενος»), το οποίο παρουσιάζει ότι έχει εκδοθεί την 29/03/2017, από Εισαγγελέα του Τμήματος Διεθνούς Συνεργασίας του γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας της Λετονίας, για την εν λόγω αρχή. 2. Ο Εκζητούμενος, είχε ήδη, από 05/06/2018, συλληφθεί από την Αστυνομία, στην βάση προσωρινού εντάλματος σύλληψης του, που εξεδόθη δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 16
(2)(α) του σχετικού περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμου, Νόμος 133(I)/2004 και προσήχθη ενώπιον του Δικαστηρίου την αμέσως επόμενη ημέρα, ήτοι στις 06/06/2018. Η υπόθεσης, λόγω μη παραλαβής μέχρι και τότε του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης από την Κεντρική Αρχή, προγραμματίστηκε την αμέσως επόμενη ημέρα, δηλαδή στις 07/06/2018, οπόταν και ετέθη ενώπιον του Δικαστηρίου το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης συνταγμένο στην αγγλική γλώσσα, με την πληροφόρηση από πλευράς της Κεντρικής Αρχής ότι τούτο παρελήφθη από την αρχή έκδοσης του στην Δημοκρατία της Λετονίας, όπως έχει προαναφερθεί. O Εκζητούμενος, σημειώνεται, είχε εκ νέου συλληφθεί στις 07/06/2018, στην βάση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, δυνάμει των προνοιών των Άρθρων 16
(1)του Νόμου 133(Ι)/
- Την ίδια ημέρα, συμφώνως των προνοιών του Άρθρου 17(α) του Νόμου 133(Ι)/2004, ο Εκζητούμενος παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Τότε, είχε διερευνηθεί από το Δικαστήριο, η ταυτότητα του εκζητούμενου και περαιτέρω, συμφώνως των προνοιών του Άρθρου 17 του Νόμου 133(I)/2004, ο Εκζητούμενος ενημερώθηκε για το περιεχόμενο του εντάλματος, καθώς επίσης και για τα δικαιώματά του. Σημειώνεται, εδώ, ότι, ο εκζητούμενος, κατά την εν λόγω παρουσίαση του ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν αμφισβήτησε ότι ταυτίζεται με το πρόσωπο σε σχέση με το οποίο έχει εκδοθεί το υπό εξέταση ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. [Β]. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
- Με τους περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμους από 2004 έως 2017 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 133(I)/2004»), έχει εναρμονιστεί [i] (και τελικώς διαμορφωθεί) η εθνική μας νομοθεσία, [μεταξύ άλλων] με την απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως και τις διαδικασίες παραδόσεως μεταξύ των κρατών μελών [ii], όπως αυτή τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 26ης Φεβρουαρίου 2009 [iii] (στο εξής καλούμενη «η απόφαση-πλαίσιο 2002/584»).
- Το αντικείμενο και ο σκοπός της απόφασης-πλαίσιο 2002/584, έτυχαν εξέτασης και κατά απόλυτο τρόπο, θα έλεγα, διασαφήνισης, από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Παραπέμπω, ενδεικτικά, σε τέσσερεις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Στην απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου στις υποθέσεις Re Aranyosi C 404/15 και Re Căldăraru C 659/15 PPU (συνεκδικαζόμενες ), 05/04/2016, Re Kovalkovas C‑477/16 PPU, 10/11/2016, Re Radu C 396/11, 29/01/2013 και Re Ardic C‑571/17 PPU, 22/12/
- Στις αιτιολογικές σκέψεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, από 33 έως 36 της απόφασης του, στην υπόθεση Re Radu C 396/11, 29/01/2013, αναφέρονται τα εξής σχετικά: «
- . σκοπός της απόφασης-πλαισίου, όπως προκύπτει ιδίως από το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, της απόφασης αυτής, καθώς και από την πέμπτη και την έβδομη αιτιολογική της σκέψη, είναι να αντικαταστήσει το πολυμερές σύστημα έκδοσης μεταξύ κρατών μελών με ένα σύστημα το οποίο στηρίζεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης και συνίσταται στην παράδοση μεταξύ δικαστικών αρχών των προσώπων εκείνων που έχουν καταδικαστεί ή είναι ύποπτα, προκειμένου είτε να εκτελεστεί εκδοθείσα απόφαση είτε να συνεχιστεί ασκηθείσα δίωξη (βλ. απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2012, C-42/11, Lopes Da Silva Jorge, σκέψη 28 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
- Συγκεκριμένα, η απόφαση-πλαίσιο 2002/584, θεσπίζοντας ένα νέο, απλουστευμένο και αποτελεσματικότερο σύστημα παράδοσης των προσώπων που έχουν καταδικαστεί ή είναι ύποπτα για αξιόποινες πράξεις, αποβλέπει στην επιτάχυνση και τη διευκόλυνση της δικαστικής συνεργασίας προκειμένου να συμβάλει στην επίτευξη του σκοπού τον οποίο έχει θέσει η Ένωση, να καταστεί ένας χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, με θεμέλιο τον υψηλό βαθμό εμπιστοσύνης που πρέπει να υφίσταται μεταξύ των κρατών μελών (βλ., υπ' αυτή την έννοια, απόφαση της 28ης Ιουνίου 2012, C 192/12 PPU, West, σκέψη 53 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
- Βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 2, της απόφασης-πλαισίου 2002/584, τα κράτη μέλη καταρχήν υποχρεούνται να εκτελούν κάθε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης.
- Πράγματι, το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις της απόφασης-πλαισίου, τα κράτη μέλη μπορούν μα μην εκτελέσουν ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης μόνο σε περίπτωση που συντρέχει ένας από τους λόγους υποχρεωτικής μη εκτέλεσης που προβλέπονται στο άρθρο 3 της απόφασης αυτής ή ένας από τους απαριθμούμενους στα άρθρα 4 και 4α λόγους προαιρετικής μη εκτέλεσης (βλ., σχετικώς, αποφάσεις της 1ης Δεκεμβρίου 2008, C 388/08 PPU, Leymann και Pustovarov, Συλλογή 2008, σ. I 8983 σκέψη 51, και της 16ης Νοεμβρίου 2010, C 261/09, Mantello, Συλλογή 2010, σ. I 11477, σκέψη 37). Επιπλέον, η δικαστική αρχή εκτέλεσης δεν μπορεί να εξαρτήσει την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης από άλλες προϋποθέσεις πέραν εκείνων στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 5 της απόφασης-πλαισίου.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Πολύ πιο πρόσφατα, στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στην υπόθεση Re Kovalkovas C‑477/16 PPU, 10/11/2016, επαναβεβαιώθηκαν οι προαναφερόμενες αρχές: «
- Υπενθυμίζεται εισαγωγικώς ότι η απόφαση-πλαίσιο, όπως προκύπτει ειδικότερα από το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, αυτής, καθώς και από τις αιτιολογικές της σκέψεις 5 και 7, έχει ως αντικείμενο την αντικατάσταση του πολυμερούς συστήματος εκδόσεως, το οποίο βασιζόταν στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως της 13ης Δεκεμβρίου 1957, με σύστημα παραδόσεως, μεταξύ δικαστικών αρχών, των καταδικασθέντων ή υπόπτων, προς εκτέλεση αποφάσεων ή άσκηση διώξεων, σύστημα το οποίο εδράζεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως (απόφαση της 5ης Απριλίου 2016, Aranyosi και Căldăraru, C‑404/15 και C‑659/15 PPU, EU:C:2016:198, σκέψη 75 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
- Επομένως, η εν λόγω απόφαση-πλαίσιο κατατείνει, μέσω της καθιερώσεως ενός νέου, απλουστευμένου και αποτελεσματικότερου συστήματος παραδόσεως των καταδικασθέντων ή υπόπτων για παραβάσεις της ποινικής νομοθεσίας, στη διευκόλυνση και στην επιτάχυνση της δικαστικής συνεργασίας, συμβάλλοντας στην επίτευξη του σκοπού τον οποίο έχει θέσει η Ένωση, να καταστεί δηλαδή αυτή ένας χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης επί τη βάσει του υψηλού βαθμού εμπιστοσύνης που πρέπει να υφίσταται μεταξύ των κρατών μελών (απόφαση της 5ης Απριλίου 2016, Aranyosi και Căldăraru, C‑404/15 και C‑659/15 PPU, EU:C:2016:198, σκέψη 76 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
- Τόσο η αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών όσο και η αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως έχουν θεμελιώδη σημασία στο δίκαιο της Ένωσης, καθώς καθιστούν δυνατή τη δημιουργία και τη διατήρηση ενός χώρου χωρίς εσωτερικά σύνορα. Ειδικότερα, η αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης επιβάλλει, προκειμένου ιδίως για τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, σε καθένα από τα κράτη μέλη να δέχεται ως δεδομένο, πλην εξαιρετικών περιστάσεων, ότι τα λοιπά κράτη μέλη τηρούν το δίκαιο της Ένωσης και, ειδικότερα, ότι σέβονται τα αναγνωρισμένα από το δίκαιο αυτό θεμελιώδη δικαιώματα (απόφαση της 5ης Απριλίου 2016, Aranyosi και Căldăraru, C‑404/15 και C‑659/15 PPU, EU:C:2016:198, σκέψη 78 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
- Η αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως, που αποτελεί τον «ακρογωνιαίο λίθο» της δικαστικής συνεργασίας, συνεπάγεται, βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου, ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται, κατ' αρχήν, να εκτελούν κάθε ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως. Πράγματι, η δικαστική αρχή εκτελέσεως δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση τέτοιου εντάλματος μόνο στις εξαντλητικώς απαριθμούμενες στο άρθρο 3 της αποφάσεως-πλαισίου περιπτώσεις υποχρεωτικής μη εκτελέσεως ή στις περιπτώσεις προαιρετικής μη εκτελέσεως των άρθρων 4 και 4α της αποφάσεως-πλαισίου. Εξάλλου, η εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως μπορεί να εξαρτηθεί μόνον από τις περιοριστικώς προβλεπόμενες προϋποθέσεις του άρθρου 5 της αποφάσεως-πλαισίου (απόφαση της 5ης Απριλίου 2016, Aranyosi και Căldăraru, C-404/15 και C‑659/15 PPU, EU:C:2016:198, σκέψεις 79 και 80 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Ενώ στην πολύ πιο πρόσφατα εκδοθείσα απόφαση του στην υπόθεση Re Ardic C‑571/17 PPU, 22/12/2017, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ανέφερε τα εξής: «
- Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι η απόφαση‑πλαίσιο 2002/584 αποβλέπει, μέσω της εγκαθιδρύσεως ενός απλουστευμένου και αποτελεσματικού συστήματος παραδόσεως των προσώπων τα οποία έχουν καταδικαστεί ή είναι ύποπτα για παραβάσεις της ποινικής νομοθεσίας, στη διευκόλυνση και επιτάχυνση της δικαστικής συνεργασίας, συμβάλλοντας στην επίτευξη του σκοπού τον οποίον έχει θέσει η Ένωση να καταστεί ένας χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης εδραζόμενος στον υψηλό βαθμό εμπιστοσύνης που πρέπει να υφίσταται μεταξύ των κρατών μελών, σύμφωνα με την αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 6ης Φεβρουαρίου 2013, Melloni, C‑399/11, EU:C:2013:107, σκέψεις 36 και 37, και της 5ης Απριλίου 2016, Aranyosi και Căldăraru, C‑404/15 και C‑659/15 PPU, EU:C:2016:198, σκέψεις 75 και 76).
- Προς τον σκοπό αυτόν, η εν λόγω απόφαση‑πλαίσιο καθιερώνει, στο άρθρο της 1, παράγραφος 2, τον κανόνα, κατά τον οποίο τα κράτη μέλη υποχρεούνται να εκτελούν κάθε ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνωρίσεως και σύμφωνα με τις διατάξεις της ίδιας αποφάσεως‑πλαισίου. Κατά συνέπεια, εκτός αν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις, οι δικαστικές αρχές εκτελέσεως μπορούν να αρνούνται την εκτέλεση ενός τέτοιου εντάλματος μόνο στις εξαντλητικώς προβλεπόμενες από την απόφαση‑πλαίσιο 2002/584 περιπτώσεις μη εκτελέσεως, η δε εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως μπορεί να εξαρτάται μόνον από τη συνδρομή κάποιας από τις προϋποθέσεις που απαριθμούνται περιοριστικά στην απόφαση αυτή. Επομένως, ενώ η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως συνιστά τον κανόνα, η άρνηση εκτελέσεως έχει προβλεφθεί ως εξαίρεση, η οποία πρέπει να ερμηνεύεται στενά (απόφαση της 10ης Αυγούστου 2017, Tupikas, C‑270/17 PPU, EU:C:2017:628, σκέψη 50 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Σκέψεις που υιοθετούνται πλήρως και από το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου, σε σωρεία αποφάσεων του. Παραπέμπω, ενδεικτικά, στα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Μιχαηλίδης ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση Αρ. 221/2013, 02/09/2013: «Στόχος λοιπόν της όλης διαδικασίας είναι η παροχή δικαστικής συνδρομής μεταξύ των κρατών μελών ώστε να συμμορφώνονται και να παραδίδονται οι ύποπτοι χωρίς ιδιαίτερες περίπλοκες διαδικασίες ή αχρείαστες καθυστερήσεις. Γι΄ αυτό και οι στενές χρονικές περίοδοι, διότι η όλη διαδικασία δεν αφορά, ούτε ανάγεται σε καθαυτή ποινική δίωξη, ούτε η διαδικασία προσφέρεται για την εξέταση και θεμελίωση τυχόν ποινικής ευθύνης του εκζητουμένου. Αυτό αποτελεί κατ΄εξοχήν το έργο της χώρας η οποία επιδιώκει την έκδοση του υπόπτου στο έδαφος της, οι δικαστικές αρχές της οποίας είναι και οι μόνες υπεύθυνες για την εξέταση και διαπίστωση της όποιας ποινικής ευθύνης του εκζητουμένου, στη βάση των ισχυόντων στην επικράτεια της, κανόνων δικαίου, ουσιαστικών και δικονομικών. Εύστοχα το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέμνησε στην απόφαση του τα ανωτέρω, διατρέχοντας τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Hadjiametovic ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 Α.Α.Δ. 473, Πηγασίου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 Α.Α.Δ., 519 και της εντελώς πρόσφατης Νικόλας Κυριάκου ν. Γενικού Εισαγγελέα, Πολ. Έφ. 196/2013, ημερ. 19 Ιουλίου 2013. Προεξάρχον στοιχείο όπως απορρέει από τις αποφάσεις, είναι η εστίαση στην απλοποίηση των διαδικασιών σύλληψης και παράδοσης μέσα από μια sui generis διαδικασία, η οποία στοχεύει στην αποτελεσματική δικαστική συνδρομή μεταξύ των κρατών-μελών, δικαστική συνδρομή που περιλαμβάνει και την υπόδειξη δημοσίου κατηγόρου ως αρχής ("judicial authority"), κάτω από το άρθρο 6 της Απόφασης-Πλαίσιο, υπό το φως των διαφορετικών συστημάτων δικαίου στον Ευρωπαϊκό χώρο, όπως υπέδειξε η πρόσφατη απόφαση του Supreme Court του Ηνωμένου Βασιλείου στην Assange ν. Swedish Prosecution Attorney
(2012)UKSC 22.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Πιο πρόσφατα, το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε τις πάγιες αρχές που διέπουν την διαδικασία εξέτασης ενός ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης στις υποθέσεις Re Ayre, ECLI:CY:AD:2017:A5, Πολιτική Έφεση Αρ. 416/2016, 16/01/2017 και Re Πέτρου, ECLI:CY:AD:2018:A10, Πολιτική Έφεση Αρ. 421/2017, 11/01/
- Στην υπόθεση Re Ayre, ECLI:CY:AD:2017:A5, Πολιτική Έφεση Αρ. 416/2016, 16/01/2017 δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ ελέχθησαν από το Ανώτατο Δικαστήριο τα εξής: «Στην απόφαση Κωνσταντίνος (Ντίνος) Μιχαηλίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2013)1 Α.Α.Δ. 1764, έγινε εκτενής αναφορά στη διαδικασία του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης με ιστορική αναδρομή στην ανάγκη που επικράτησε με σκοπό τη δημιουργία μιας απλουστευμένης διαδικασίας μεταξύ των χωρών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ούτως ώστε να εκδίδονται προς χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης άτομα τα οποία διέφυγαν από τη χώρα στην οποία είτε είχαν καταδικαστεί από αρμόδιο ποινικό Δικαστήριο ή αναζητούνταν ενόψει εκκρεμουσών ποινικών διώξεων εναντίον τους. Επιλέγηκε η χρήση της μεθόδου της Απόφασης-Πλαίσιο, («Framework Decision»), δίνοντας την κατευθυντήρια γραμμή και φιλοσοφία του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, αφήνοντας τα κράτη μέλη να προχωρήσουν στην εφαρμογή της, ανάλογα με το εθνικό τους δίκαιο, στη βάση του Άρθρου 31(α) και (β) και του Άρθρου 34
(2)(β) της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υιοθετήθηκε, επομένως, η Απόφαση-Πλαίσιο του Συμβουλίου του 2002, η οποία τέθηκε το πρώτο σε ισχύ την 1.2.2004, από οκτώ χώρες μέλη και τροποποιήθηκε αργότερα το
- Στη Δημοκρατία, όπως ήδη αναφέρθηκε, η Απόφαση-Πλαίσιο τέθηκε σε ισχύ με τη ψήφιση του Νόμου. Έχει τονισθεί στην απόφαση Μιχαηλίδης - ανωτέρω - με αναφορά σε προηγούμενες αποφάσεις (ακολούθησε δε ανάλογη νομολογία από το Ανώτατο Δικαστήριο), ότι το προεξάρχον στοιχείο είναι η εστίαση στην απλοποίηση των διαδικασιών σύλληψης και παράδοσης μέσα από μια sui generis διαδικασία, δηλαδή, μια ιδιότυπη διαδικασία ώστε να υπάρχει αποτελεσματική δικαστική συνδρομή μεταξύ των χωρών μελών και προς τούτο η Απόφαση-Πλαίσιο, καθώς και η εθνική νομοθεσία, περιλαμβάνουν και την υπόδειξη κεντρικής αρχής («central authority») κάτω από το άρθρο 7 της Απόφασης, προς διοικητική υποβοήθηση των αντίστοιχων δικαστικών αρχών τόσο στη χώρα που εκδίδει το ένταλμα, όσο και στη χώρα που το εκτελεί. Αυτό, υπό το φως των διαφορετικών συστημάτων δικαίου στον ευρωπαϊκό χώρο. Ο σκοπός της όλης διαδικασίας, η οποία αρχίζει με ένταλμα σύλληψης σε εθνικό επίπεδο, το οποίο μετά μετατρέπεται ή ακολουθείται από ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είναι η διαμεταγωγή του εκζητούμενου προσώπου πίσω στη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την οποία έχει διαφύγει και στην οποία καλείται να αντιμετωπίσει ποινικές κατηγορίες. Προς το σκοπό αυτό, προνοούνται στενά χρονικά περιθώρια, ενώ η παροχή της δικαστικής συνδρομής επιτυγχάνεται στη βάση απλουστευμένων διαδικασιών χωρίς αχρείαστες καθυστερήσεις. Η διαδικασία δεν στοχεύει στη θεμελίωση τυχόν ποινικών ευθυνών του εκζητούμενου, ούτε αποτελεί ή ισοδυναμεί με ποινική δίωξη. Μόνο οι δικαστικές αρχές της χώρας που εξέδωσαν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είναι υπεύθυνες για την εξέταση και διαπίστωση ποινικών ευθυνών. Πέραν από ορισμένες τυπικές διατάξεις, που στοχεύουν στην αναγνώριση του συλληφθέντος ως του προσώπου εναντίον του οποίου εκδόθηκε το ευρωπαϊκό ένταλμα, υπάρχουν στην Απόφαση-Πλαίσιο και στο Νόμο, πιο ουσιαστικές διατάξεις. Σύμφωνα με τα άρθρα 13 και 14 του Νόμου, υπάρχουν διάφορες ασφαλιστικές δικλείδες που το Δικαστήριο μπορεί να χρησιμοποιήσει ώστε να μην εκδώσει το εκζητούμενο πρόσωπο. Έτσι στη βάση του άρθρου 13, καταγράφονται υποχρεωτικοί λόγοι μη εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και στο άρθρο 14 καταγράφονται προαιρετικοί λόγοι μη εκτέλεσης του εντάλματος αυτού.».
- Και στην υπόθεση Re Πέτρου, ECLI:CY:AD:2018:A10, Πολιτική Έφεση Αρ. 421/2017, 11/01/2018 δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., Τ. Θ. Οικονόμου, ελέχθησαν από το Ανώτατο Δικαστήριο τα εξής: «Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης ορίζεται από την ίδια την απόφαση-πλαίσιο ως «δικαστική απόφαση» (Άρθρο 1
(1)). Πρόκειται για μια sui generis δικαστική απόφαση που εκδίδεται από ένα κράτος μέλος, το κράτος έκδοσης. Η τελική όμως απόφαση για την παράδοση του εκζητουμένου λαμβάνεται από τη δικαστική αρχή άλλου κράτους μέλους, του κράτους εκτέλεσης, δοθέντος ότι οι αποφάσεις για την εκτέλεση πρέπει να υπόκεινται σε επαρκή έλεγχο από τη δικαστική αρχή του κράτους μέλους στο οποίο συνελήφθη το καταζητούμενο πρόσωπο (Αιτιολογική Σκέψη
(8)της Απόφασης-πλαίσιο). Παρά το ρόλο που διατηρεί το κράτος εκτέλεσης, οι αρχές της αμοιβαίας αναγνώρισης και της αμοιβαίας εμπιστοσύνης που διαπνέουν το σκοπό αλλά και αυτή τούτη την έννοια του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, δεν οδήγησαν απλώς σε απλοποίηση των προϋποθέσεων και της διαδικασίας με την εισαγωγή ενός νέου απλουστευμένου συστήματος παράδοσης, αλλά έχουν, συνεπακόλουθα, περιορίσει τα πλαίσια άσκησης της κρατικής κυριαρχίας, όπως και τις παραδοσιακές ενστάσεις σε μια διαδικασία έκδοσης. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου C-396/11 Ciprian Vasile Radu, οι κλασσικές σχέσεις συνεργασίας που ισχύουν μέχρι σήμερα μεταξύ κρατών μελών θα πρέπει να δώσουν τη θέση τους σε ένα σύστημα ελεύθερης κυκλοφορίας των ποινικών αποφάσεων σε ένα χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης[1]. Τα κράτη μέλη έχουν κατ΄αρχήν υποχρέωση να εκτελούν κάθε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης (Άρθρο 1
(2)της απόφασης-πλαίσιο). Τηρουμένης της θεμελιακής αρχής ότι ο μηχανισμός του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την τροποποίηση της υποχρέωσης σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των θεμελιωδών νομικών αρχών όπως διατυπώνονται από το άρθρο 6 παράγραφος 1 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και ότι η απόφαση-πλαίσιο σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται από το άρθρο 6 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και εκφράζονται στο χάρτη θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (αιτιολογικές σκέψεις 10 και 12 της απόφασης-πλαίσιο), μόνο σε περιορισμένες, συγκεκριμένες περιπτώσεις, είναι που το δικαστήριο του κράτους εκτέλεσης μπορεί να αποφασίσει τη μη εκτέλεση του εντάλματος. Παραπέμπουμε στην προαναφερθείσα υπόθεση Ciprian Vasile Radu: .».
- Μέσο πραγματοποίησης, λοιπόν, των πιο πάνω σκοπών της απόφασης-πλαίσιο 2002/584, είναι το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, το οποίο, ως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με αυτήν, σκοπό έχει την παράδοση προσώπου στην χώρα έκδοσης του εντάλματος, για άσκηση ποινικής δίωξης, ή εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικού της ελευθερίας (βλ. Άρθρο 3 του Νόμου 133(I)/2004).
- Οι προϋποθέσεις για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, καθορίζονται από το Άρθρο 12 του Νόμου 133(I)/2004 [iv], οι διατάξεις του οποίου εξετάζονται παράλληλα, με τις διατάξεις των Άρθρων 13 [v], 14 [vi] και 15 [vii] του ίδιου νόμου, που απαριθμούν τις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο, ως η αρμόδια δικαστική αρχή εκτέλεσης του εντάλματος, υποχρεούται ή έχει διακριτική ευχέρεια να το εκτελέσει ή να μην το εκτελέσει αντίστοιχα.
- Σύμφωνα, λοιπόν, με το Άρθρο 12 του Νόμου 133(I)/2004, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, εκτελείται: (α). όταν η πράξη αναφορικά με την οποία αυτό έχει εκδοθεί, συνιστά αδίκημα το οποίο τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή, ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφάλειας, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους που το εκδίδει, και (β). όταν η εν λόγω πράξη, είναι αξιόποινη σύμφωνα και με τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους. Για κάθε αδίκημα που αναφέρεται στο Άρθρο 12
(2)του Νόμου 133(I)/2004, η αρχή του διττού αξιόποινου, ως προαναφέρθηκε, δεν τυγχάνει εφαρμογής, όταν σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους που υποβάλλει το αίτημα, το αναφερόμενο στο ένταλμα αδίκημα, επισύρει ποινή, στερητική της ελευθερίας, κατά ανώτατο όριο πέραν των τριών ετών. Και (γ). Αν τέτοια είναι η περίπτωση, ο εκζητούμενος έχει καταδικαστεί από δικαστήριο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας στερητικά της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών για αξιόποινη πράξη.
- Τέλος, τόσο ο τύπος, όσο και το περιεχόμενο του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, επίσης προσδιορίζονται στο σχετικό Νόμο 133(I)/
- Δέστε σχετικά το Άρθρο 4 του Νόμου 133(I)/2004, καθώς και το Παράρτημα Α του ιδίου. [Γ]. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΟΥ ΑΙΤΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΕΓΕΡΘΕΝΤΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ
- Εξέταση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, αποκαλύπτει τα ακόλουθα:
- Ο τύπος του εντάλματος, συνάδει, στο βαθμό που απαιτείται, με τον τύπο του Παραρτήματος Α του Νόμου 133(I)/2004 (Βλ. Re Constantinides ECLI:CY:AD:2015:A155, Πολιτική Έφεση Αρ. 347/2014, 05/03/2015 και Re Said, Πολιτική Εφεση Αρ. 279/2015, 17/11/2015). Περαιτέρω, διαπιστώνεται, ότι, σε ότι αφορά το περιεχόμενο του, το ένταλμα ικανοποιεί τις πρόνοιες του Άρθρου 4 του Νόμου 133(I)/2004, αφού παρέχει τα αναγκαία, δυνάμει αυτού, και στον απαιτούμενο βαθμό, στοιχεία (βλ. Re Παναγιώτη Φιλίππου (Αρ. 2)
(2009)1 Α.Α.Δ. 693, Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν Mrukwa, Πολιτική Έφεση Αρ. 41/14, 05/03/2014 και Constantinides v Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2015:A155, Πολιτική Έφεση Αρ. 347/2014, 05/03/2015). 18. Το ένταλμα, έχει εκδοθεί από την αρμόδια δικαστική αρχή της Δημοκρατίας της Λετονίας, δηλαδή από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας της Λετονίας. Δέστε σχετικά την παράγραφο («i»), του εντάλματος, κάτω από τον τίτλο «The judicial authority which issued the warrant». Ως έχει αναφερθεί και από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του στην υπόθεση James ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Πολιτική Έφεση Αρ. 184/2014, ημερομηνίας 17/07/2014, από την στιγμή που η διαδικασία παράδοσης εκζητούμενων προσώπων, βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, ως θεσπίστηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2002/584, που βασίζεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης μεταξύ κρατών μελών της ευρωπαϊκής ένωσης, είναι πλέον μια διαδικασία που διεξάγεται εξολοκλήρου μεταξύ δικαστικών αρχών, η νομιμότητα ή και η κανονικότητα της έκδοσης, κοινοποίησης και διαβίβασης ενός ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης ή και διευκρινήσεων σε σχέση με αυτό, τεκμαίρεται. Τεκμήριο το οποίο, σημειώνεται, πολύ δύσκολα και για πολύ πειστικούς λόγους μπορεί να ανατραπεί (βλ. επίσης Πηγασίου ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2009)1 Α.Α.Δ. 519).
- Το αίτημα του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εδράζεται σε ένα από τους δυο λόγους που εξυπηρετεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, δηλαδή, την άσκηση εναντίον του Εκζητουμένου ποινικής δίωξης. Σχετική είναι η παράγραφος («b») του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που τιτλοφορείται «Decision on which the warrant is based». Όπως εκεί καταγράφεται, ο λόγος για τον οποίο οι Λετονικές αρχές ζητούν την παράδοση του εκζητούμενου, είναι «η απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου της Ρίγα ημερομηνίας 13/02/2017 για την σύλληψη του A. Sprogis», το οποίο, μάλιστα, ο συντάκτης του εντάλματος, το τοποθέτησε κάτω από την κατηγορία «Arrest warrant or judicial decision having the same effect».
- Η αξιόποινη πράξη που καταλογίζεται στον Εκζητούμενο -μία και μοναδική (βλ. σε κάθε περίπτωση, Ιωάννου (Ρωσίδης) ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2011)1 Α.Α.Δ. 1606)-, καταγράφεται στην παράγραφο («e») του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, κάτω από την ενότητα «Offences. Πρόκειται για το εξής αδίκημα: «... Andrejs Sprogis committed the criminal offence provided for by the Section 253
(2)of the Criminal Law». Το οποίο αδίκημα αφορά, «unauthorised manufacture, acquisition, storage, transposition and forwarding of narcotic and psychotropic substances.».
- Σύμφωνα δε με την παράγραφο («c») του εντάλματος, η ποινή που προβλέπεται και δύναται να επιβληθεί στον Εκζητούμενο, σε περίπτωση καταδίκης του για την εν λόγω αξιόποινη πράξη, είναι ποινή φυλάκισης που κυμαίνεται από τρία έως και δέκα έτη.
- Σε ότι αφορά την εν λόγω αξιόποινη πράξη, πρέπει να σημειωθεί εδώ, ότι, η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος, δεν θεωρεί ότι, αυτή, κατατάσσεται στις καθορισμένες από την απόφαση-πλαίσιο 2002/584 αξιόποινες πράξεις για τις οποίες χωρεί εκτέλεση του εντάλματος χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο, οφείλει, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 12
(1)(α) του Νόμου 133(I)/2004, να εξετάσει κατά πόσο, στην προκείμενη περίπτωση, η πράξη για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, συνιστά πράξη αξιόποινη και κατά τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους. Η σχετική πράξη, διαπιστώνω, συνιστά ποινικό αδίκημα και στην Κύπρο, κάτω από τις διατάξεις του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμο του 1977, Νόμος 29/
- Διαπιστώνεται, περαιτέρω, ότι, στο ένταλμα, δίδεται η απαιτούμενη περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του καταλογιζόμενου στον εκζητούμενο αδικήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και ο τόπος τέλεσης, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου σε αυτό (βλ. Re Φιλίππου (Αρ. 2)
(2009)1 Α.Α.Δ. 693, Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν Mrukwa, Πολιτική Έφεση Αρ. 41/14, 05/03/2014 και Constantinides v Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2015:A155, Πολιτική Έφεση Αρ. 347/2014, 05/03/2015). Σχετικά είναι τα όσα καταγράφονται στην παράγραφο «e» του ευρωπαικού εντάλματος σύλληψης.
- Ο Εκζητούμενος, υποστήριξε ενόρκως όταν κατέθεσε στο Δικαστήριο, ότι το ένταλμα για την σύλληψη του, εξεδόθη καταχρηστικά από τις αρχές της Λετονίας. Παραδέχεται ουσιαστικά ότι φυγοδίκησε, αλλά δικαιολόγησε το εαυτό του ότι αυτό έγινε γιατί εκείνο τον καιρό αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας και είχε μεταβεί στο Ηνωμένο Βασίλειο για θεραπεία του ιού της Ηπατίτιδας Γ. Σχετική προς τούτο άδεια είχε λάβει από τις αρχές της Λετονίας παρά την εναντίον του κατηγορία δύο φορές. Την τρίτη όμως φορά που αιτήθηκε σχετική άδεια του την αρνήθηκαν εξ ου η και η έκδοσης του εντάλματος σύλληψης του βάσει του οποίου εξεδόθη και το υπό εξέταση ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Η τοποθέτησης του εν προκειμένω ήταν πολύ γενική και δεν μπορεί να δικαιολογήσει άρνηση εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, λόγω κατάχρησης των αρχών της Λετονίας της σχετικής διαδικασίας, η οποία ως χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης τεκμαίρεται ότι εφαρμόζει διαδικασίες που διασφαλίζουν πλήρως τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του Εκζητούμενου. Όπως ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Said v Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Πολιτική Εφεση Αρ. 279/2015, 17/11/2015: «Ολοκληρώνοντας, συμπληρώνουμε ότι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του Εκζητουμένου προέβαλαν κατ΄ επανάληψη, κατά την ανάπτυξη των λόγων έφεσης, θέματα αντικανονικότητας στη διαδικασία που ακολουθήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στη Σλοβακία και κινδύνου παραβίασης των δικαιωμάτων του Εκζητουμένου λόγω, πάντα κατά τον ισχυρισμό της πλευράς του Εκζητουμένου, μεμπτού νομικού συστήματος στη χώρα αυτή. Στα πλαίσια αυτά ενέπλεξε και το γεγονός ότι Δικαστήριο της Σλοβακίας ανέβαλε την εξέταση αιτήματος του Εκζητουμένου για ακύρωση της απόφασης που οδήγησε στην προώθηση του Εντάλματος, μέχρις ότου περατωθεί η παρούσα, κατ΄ έφεση, διαδικασία εκτέλεσης του Εντάλματος. Τα πιο πάνω ζητήματα εκφεύγουν των πλαισίων και του σκοπού της παρούσας διαδικασίας. Αποτελούν κατ΄ εξοχήν έργο της χώρας η οποία επιδιώκει την έκδοση, οι δικαστικές αρχές της οποίας είναι και οι μόνες αρμόδιες για την εξέτασή τους, στη βάση των ουσιαστικών και δικονομικών κανόνων δικαίου της Σλοβακίας (Spiriev ανωτέρω). Υπενθυμίζουμε ότι η άρνηση παράδοσης ενός εκζητουμένου είναι δυνατή μόνο στην περίπτωση που η εκτέλεση ΕΕΣ προσκρούει στις θεμελιώδεις αρχές και δικαιώματα που κατοχυρώνονται στο άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ενωση. Τονίζουμε, περαιτέρω, ότι η ίδια η Ευρωπαϊκή Ενωση βασίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη που απαρέγκλιτα θα πρέπει να υφίσταται μεταξύ των κρατών-μελών, δεδομένου του κοινού νομικού πολιτισμού τους, αλλά και της τήρησης της ελάχιστης κοινής συνισταμένης που θα πρέπει και αναμένεται ότι ισχύει σε όλα τα κράτη-μέλη στα ζητήματα απονομής της δικαιοσύνης. Με αυτά ως δεδομένα οι δικαστικές αρχές της Σλοβακίας τεκμαίρεται ότι θα διασφαλίσουν κατά τη δίκη τον πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων του Εκζητουμένου.». (η έμφαση είναι δική μου)
- Τέτοια ήταν και η προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Re Spiriev, ECLI:CY:AD:2014:A313, Πολιτική Έφεση Αρ. 100/2014, 13/05/2014, στην οποία εγέρθηκε παρόμοιο ζήτημα, ως προς οποίο, αναφέρθηκαν τα εξής: «Παραπονείται ο Εφεσείων με τον τέταρτο λόγο έφεσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε πως δεν μπορεί να ελέγξει κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας, που, κατ΄ισχυρισμό, έλαβε χώρα από τις ιταλικές αρχές. Συγκεκριμένα, είχε εισηγηθεί πρωτόδικα ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εφεσείοντα ότι οι ιταλικές αρχές δεν επιθυμούν την έκδοση και παράδοση του εκζητούμενου προς δίωξή του για τα υπό αναφορά αδικήματα, αλλά προκειμένου να λάβουν από αυτόν μαρτυρία σε σχέση με τη διερεύνηση των εν λόγω αδικημάτων. Ορθά απεφάνθη το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι το εξεταζόμενο ζήτημα εκφεύγει των πλαισίων και του σκοπού της όλης διαδικασίας, όπως ο Νόμος προβλέπει και έχει νομολογιακά οριοθετηθεί. Το υπό αναφορά θέμα αποτελεί κατ΄εξοχήν έργο της χώρας η οποία επιδιώκει την έκδοση, οι δικαστικές αρχές της οποίας είναι και οι μόνες αρμόδιες για την εξέτασή του στη βάση των ουσιαστικών και δικονομικών ιταλικών κανόνων δικαίου». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Οι προαναφερόμενες διαπιστώσεις μου, με οδηγούν στην κατάληξη, ότι, στην προκείμενη περίπτωση, το υπό εξέταση ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είναι σύμφωνο με τις πρόνοιες του Άρθρου 12 του Νόμου 133(I)/2004 και μπορεί να εκτελεστεί, αφής στιγμής περιέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία, η διαπίστωσης των οποίων επιβάλλεται από το Άρθρο 4 του Νόμου 133(I)/
- Παράλληλα, δεν βρίσκω να προκύπτει, οποιοσδήποτε λόγος στην βάση του οποίου το Δικαστήριο θα μπορούσε να ενεργήσει προς απόρριψη του αιτήματος, δυνάμει των προνοιών των Άρθρων 13, 14 και 15 του Νόμου 133(I)/
- [Δ]. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
- Για όλους τους πιο πάνω λόγους, εγκρίνεται η εκτέλεση του εντάλματος.
- Διατάσσεται όπως ακολουθηθούν οι πρόνοιες του Άρθρου 29
(1)του Νόμου 133(I)/2004, το αργότερο εντός 10 ημερών από σήμερα.
- Ο Εκζητούμενος στο μεταξύ να παραμείνει υπό αστυνομική κράτηση.
- Ο αρμόδιος Πρωτοκολλητής να κοινοποιήσει την παρούσα απόφαση στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Δημοκρατίας. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Δέστε επ' αυτού και την υπόθεση Πηγασίου ν Γενικού Εισαγγελέα, Πολιτική Έφεση 120/09, 12/05/
- [ii] ΕΕ L 190, σελ.
- [iii] ΕΕ L 81, σελ.
- [iv] Το εν λόγω Άρθρο 12 του Νόμου 133(I)/2004 έχει ως εξής: «
(1)Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 13 έως 15 του παρόντος Νόμου, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται εφόσον: (α) Η πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, συνιστά έγκλημα το οποίο τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους που το εκδίδει και είναι αξιόποινη σύμφωνα και με τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού. Στις περιπτώσεις που η αξιόποινη πράξη συνιστά έγκλημα περί φόρων, τελών, τελωνείων και συναλλάγματος δεν αποτελεί λόγο άρνησης εκτέλεσης του εντάλματος η διαπίστωση ότι το Κυπριακό κράτος δεν επιβάλλει ιδίου τύπου φόρους ή τέλη ή δεν προβλέπει ιδίου τύπου ρύθμιση περί φόρων, τελών, τελωνείων και συναλλάγματος με εκείνη του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος. (β) Τα δικαστήρια του κράτους έκδοσης του εντάλματος καταδίκασαν τον εκζητούμενο σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας, στερητικά της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων
(4)μηνών για αξιόποινη πράξη.
(2)Η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται, χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, για τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφάλειας, ανώτατης διάρκειας τουλάχιστον τριών
(3)ετών: .». [v] Το εν λόγω Άρθρο 13 του Νόμου 133(I)/2004 έχει ως εξής: «Η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) Αν η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, καλύπτεται από αμνηστία σύμφωνα με τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους, εφόσον η Κυπριακή Δημοκρατία είχε την αρμοδιότητα για τη δίωξη αυτής της αξιόποινης πράξης, (β) αν από τις πληροφορίες που διαθέτει η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος προκύπτει ότι ο εκζητούμενος έχει δικασθεί τελεσιδίκως για τις ίδιες πράξεις από κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον, σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους έκδοσης που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, (γ) αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είναι ανεύθυνο ποινικά λόγω της ηλικίας του για την αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ένταλμα, σύμφωνα με τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους, (δ) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί προς το σκοπό της δίωξης ή τιμωρίας προσώπου λόγω του φύλου, της φυλής, της θρησκείας, της εθνοτικής καταγωγής, της ιθαγένειας, της γλώσσας, των πολιτικών φρονημάτων, ή του γενετήσιου προσανατολισμού του, (ε) αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς το σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας, στερητικών της ελευθερίας, είναι ημεδαπός και η Κυπριακή Δημοκρατία αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας σύμφωνα με τους ποινικούς της νόμους, (στ) αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς το σκοπό της δίωξης, είναι ημεδαπός, εκτός εάν διασφαλιστεί ότι, μετά από ακρόασή του, θα διαμεταχθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία, ώστε να εκτίσει σ΄ αυτή την στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος.». [vi] Το εν λόγω Άρθρο 14 του Νόμου 133(I)/2004 έχει ως εξής: «
(1)Η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) Αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, διώκεται στην Κυπριακή Δημοκρατία για την ίδια αξιόποινη πράξη με εκείνη που αναφέρεται στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, (β) αν οι Κυπριακές αρχές αποφάσισαν είτε να μην ασκήσουν ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είτε να παύσουν τη δίωξη, (γ) αν έχει επέλθει παραγραφή της ποινικής δίωξης ή της ποινής σύμφωνα με τους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας και η αξιόποινη πράξη υπάγεται στην αρμοδιότητα των Κυπριακών δικαστικών αρχών σύμφωνα με τους Κυπριακούς Ποινικούς νόμους, (δ) αν ο εκζητούμενος έχει δικασθεί αμετακλήτως για την αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε να κωλύεται η μεταγενέστερη άσκηση δίωξης, (ε) αν από τις πληροφορίες που διαθέτει η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος προκύπτει ότι ο εκζητούμενος έχει δικασθεί αμετακλήτως για τις ίδιες πράξεις σε τρίτη χώρα, εφόσον, σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με το δίκαιο της χώρας που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, (στ) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί για αξιόποινη πράξη, η οποία: (i) θεωρείται κατά τον Κυπριακό ποινικό νόμο ότι τελέστηκε εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας ή σε εξομοιούμενο προς αυτό τόπο ή (ii) τελέστηκε εκτός του εδάφους του Κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και κατά τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους δεν επιτρέπεται η δίωξη για την ίδια αξιόποινη πράξη που διαπράττεται εκτός του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας, (ζ) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί προς το σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας, στερητικών της ελευθερίας, εφόσον ο εκζητούμενος κατοικεί ή διαμένει στην Κύπρο και η Κυπριακή Δημοκρατία αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας σύμφωνα με τους ποινικούς της νόμους.
(2)Επιπροσθέτως των διατάξεων του εδαφίου
(1), η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που έχει εκδοθεί με σκοπό την εκτέλεση ποινής στερητικής της ελευθερίας ή μέτρου ασφαλείας στερητικού της ελευθερίας, σε περίπτωση που ο εκζητούμενος δεν εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης, εκτός εάν στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης αναφέρεται ότι, βάσει δικονομικών απαιτήσεων που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους έκδοσης, ο εκζητούμενος- (α) εν ευθέτω χρόνω- (
- i)είτε είχε κλητευθεί αυτοπροσώπως και με την κλήτευση είχε ενημερωθεί σχετικά με την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης, είτε είχε δι' άλλων μέσων ενημερωθεί πραγματικά και επισήμως για την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης αυτής, κατά τρόπον ώστε να αποδεικνύεται σαφώς ότι τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης· και (
- ii)είχε ενημερωθεί ότι δύναται να εκδοθεί απόφαση σε περίπτωση που δεν εμφανισθεί στη δίκη· ή (β) τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης, είχε δώσει εντολή σε δικηγόρο, τον οποίον διόρισε είτε ίδιος είτε το κράτος, να τον ή την εκπροσωπήσει στη δίκη και όντως εκπροσωπήθηκε στη δίκη από τον εν λόγω δικηγόρο· ή (γ) αφού του επεδόθη η απόφαση και ενημερώθηκε ρητά για το δικαίωμά του να δικαστεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικό μέσο, σε διαδικασία όπου δικαιούται να παρίσταται και όπου η ουσία της υπόθεσης, περιλαμβανομένων και νέων αποδεικτικών στοιχείων, επανεξετάζεται και η δίκη δύναται να οδηγήσει σε ανατροπή της αρχικής απόφασης- (
- i)έχει δηλώσει ρητώς ότι δεν αμφισβητεί την απόφαση· ή (
- ii)δεν έχει ζητήσει να δικαστεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο εντός της ταχθείσας προθεσμίας· ή (δ) δεν έλαβε προσωπικά επίδοση της απόφασης αλλά- (
- i)η απόφαση θα του επιδοθεί προσωπικά και αμελλητί μετά την παράδοσή του και θα ενημερωθεί ρητά για το δικαίωμά του να δικασθεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο, σε διαδικασία όπου δικαιούται να παρίσταται και όπου η ουσία της υπόθεσης, περιλαμβανομένων και νέων αποδεικτικών στοιχείων, επανεξετάζεται και η διαδικασία αυτή δύναται να οδηγήσει σε ανατροπή της αρχικής απόφασης· και (
- ii)θα ενημερωθεί σχετικά με την προθεσμία εντός της οποίας δικαιούται να ζητήσει να δικαστεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο, ως προβλέπεται στο σχετικό ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης.
(3)Σε περίπτωση που το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται με σκοπό την εκτέλεση ποινής στερητικής της ελευθερίας ή μέτρου ασφαλείας στερητικού της ελευθερίας υπό τους όρους της παραγράφου (δ) του εδαφίου
(2)ανωτέρω και ο εκζητούμενος δεν έχει λάβει προηγουμένως επίσημη ενημέρωση για την ύπαρξη δικαστικής διαδικασίας εναντίον του, ο εκζητούμενος έχει το δικαίωμα, κατά την ενημέρωσή του για το περιεχόμενο του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και προτού παραδοθεί στις αρμόδιες αρχές εκτέλεσης, να ζητήσει να λάβει αντίγραφο της απόφασης. Μόλις η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος ενημερωθεί για το ως άνω αίτημα του εκζητουμένου, παρέχει ευθύς στον εκζητούμενο, μέσω της δικαστικής αρχής εκτέλεσης του εντάλματος, αντίγραφο της απόφασης: Νοείται ότι σε καμία περίπτωση το αίτημα του εκζητουμένου για λήψη αντιγράφου απόφασης δεν καθυστερεί τη διαδικασία παράδοσής του ή την απόφαση εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης: Νοείται, περαιτέρω, ότι η διαβίβαση της απόφασης στον εκζητούμενο γίνεται αποκλειστικά για ενημερωτικούς σκοπούς και δεν κινεί τις όποιες προθεσμίες ενδέχεται να ισχύουν για αίτηση επανεκδίκασης της υπόθεσης ή άσκησης έφεσης.
(4)Σε περίπτωση που ο εκζητούμενος παραδίδεται υπό τους όρους της παραγράφου (δ) του εδαφίου
(2)ανωτέρω και έχει ζητήσει επανεκδίκαση της υπόθεσης ή άσκηση έφεσης, μέχρι την ολοκλήρωση της επανεκδίκασης ή της έφεσης η κράτηση του εκζητουμένου επανεξετάζεται, ανά τακτά διαστήματα ή κατόπιν αίτησης του εκζητουμένου, στη βάση του δικαίου του κράτους έκδοσης. Η επανεξέταση παρέχει ειδικότερα τη δυνατότητα αναστολής ή διακοπής της κράτησης. Η επανεκδίκαση της υπόθεσης ή η άσκηση της έφεσης αρχίζει εν ευθέτω χρόνω μετά την παράδοση.». [vii] Το εν λόγω Άρθρο 15 του Νόμου 133(I)/2004 έχει ως εξής: «
(1)Αν η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη ή με μέτρο στερητικό της ελευθερίας εφ΄ όρου ζωής, η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης από την αρμόδια δικαστική αρχή μπορεί να εξαρτηθεί από την προϋπόθεση ότι στο νομικό σύστημα του κράτους έκδοσης του εντάλματος ισχύουν διατάξεις για την επανεξέταση της επιβληθείσας ποινής - κατ΄ αίτηση ή το αργότερο μετά την πάροδο είκοσι
(20)ετών - ή για την εφαρμογή των μέτρων επιείκειας που προβλέπει υπέρ του προσώπου του δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος και τα οποία αποσκοπούν στην μη εκτέλεση μιας τέτοιας ποινής ή μέτρου.
(2)Αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς το σκοπό της δίωξης, κατοικεί στην Κυπριακή Δημοκρατία, η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης από την αρμόδια δικαστική αρχή μπορεί να εξαρτηθεί από την προϋπόθεση ότι ο εκζητούμενος, μετά από ακρόαση του, θα διαμεταχθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία, ώστε να εκτίσει σ΄ αυτό την στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο