ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ NEDZAD, Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης Υπ' Αρ.: 10/2018, 4/12/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B210 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης Υπ' Αρ.: 10/2018 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΥΡΩΠΑΪΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΣΥΛΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΝΟΜΟ ΤΟΥ 2004, ΝΟΜΟΣ 133(I)/2004, ΩΣ ΕΧΕΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ -και- ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ***** NEDZAD ------------------- Ημερομηνία: 04/12/2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Εκζητούμενος Παρών Για τον Εκζητούμενο: κ. κ. Γιώργος Παπαϊωάννου και Π. Παφίτης Για την Κεντρική Αρχή: κ. Ζ. Συμεού, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ [Α]. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
- Στις 11/10/2018 (12:45), τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, από τον αρμόδιο προς τούτο Πρωτοκολλητή, το υπό εξέταση ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως (βλ. Τεκμήριο 1, του οποίου αποτελεί μέρος), που αφορά το πρόσωπο του ***** Nedzad (στο εξής καλούμενος «ο Εκζητούμενος»), το οποίο παρουσιάζει ότι έχει εκδοθεί, την 03/10/2018, από Δικαστικό Ανακριτή («Investigating Magistrate») του Πρωτοδικείου της Βελγικής πόλης Τόνγκερεν της Επαρχίας της Λιμβουργίας («Limburg Court of First Instance, Tongeren»), κ. Joris Raskin, για την εν λόγω αρχή (στο εξής καλούμενη «η Αρχή Έκδοσης του Εντάλματος») (βλ. σελίδα 10 του Τεκμηρίου 1). Στο εξής καλούμενο «το Ένταλμα»).
- Ο Εκζητούμενος, είχε ήδη, νωρίτερα την ίδια ημέρα (στις 11/10/2018 και ώρα 09:45), συλληφθεί από την Αστυνομία, και δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 17
(1)(α) του σχετικού περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμου, Νόμος 133(I)/2004 (βλ. και Τεκμήριο ΠΓ1 και την σχετική με αυτό δήλωση παραδοχής αυτού του γεγονότος ημερομηνίας 08/11/2018) και προσάχθηκε, ως προαναφέρθηκε, ενώπιον του Δικαστηρίου, την ίδια ημέρα. Τότε, είχε διερευνηθεί η ταυτότητα του Εκζητούμενου και περαιτέρω, συμφώνως των προνοιών του Άρθρου 17 του Νόμου 133(I)/2004, ο Εκζητούμενος, ενημερώθηκε για το περιεχόμενο του Εντάλματος, καθώς επίσης και για τα δικαιώματά του. Σημειώνεται, εδώ, ότι, ο Εκζητούμενος, κατά την εν λόγω παρουσίαση του ενώπιον του Δικαστηρίου, απάντησε σε σχετικά ερωτήματα του Δικαστηρίου προς διαπίστωση τούτου και δεν αμφισβήτησε ότι ταυτίζεται με το πρόσωπο σε σχέση με το οποίο έχει εκδοθεί το υπό εξέταση Ένταλμα (βλ. Re Ανδρέας Γεωργίου, ECLI:CY:AD:2017:A245, Πολιτική Έφεση Αρ. 154/2017, 06/07/2017). 3. Επιφυλάχθηκα να ανακοινώσω την απόφαση μου για την υπόθεση αυτή, στις 30/11/2018. Σήμερα, και προτού ανακοινώσω την απόφαση μου, ο Εκζητούμενος, δήλωσε την συγκατάθεση του όπως εκδοθεί στις Βελγικές αρχές, υπό την επιφύλαξη του δικαιώματος του να μην παραιτηθεί του κανόνα της ειδικότητας, βάσει των διατάξεων του Άρθρου 36 του Νόμου 133
(1)/2004. Σε κάθε περίπτωση, η απόφασης του Δικαστηρίου, ακόμη και σε μία τέτοια περίπτωση, πρέπει να είναι αιτιολογημένη (βλ. Άρθρο 21
(3)του Νόμου 133(Ι)/2004). [Β]. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
- Με τους περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμους από 2004 έως 2017 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 133(I)/2004»), έχει εναρμονιστεί [i] (και τελικώς διαμορφωθεί) η εθνική μας νομοθεσία, [μεταξύ άλλων] με την απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως και τις διαδικασίες παραδόσεως μεταξύ των κρατών μελών [ii], όπως αυτή τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 26ης Φεβρουαρίου 2009 [iii] (στο εξής καλούμενη «η απόφαση-πλαίσιο 2002/584»).
- Το αντικείμενο και ο σκοπός της απόφασης-πλαίσιο 2002/584, έτυχαν εξέτασης και κατά απόλυτο τρόπο, θα έλεγα, διασαφήνισης, από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Παραπέμπω, ενδεικτικά, σε τέσσερεις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Στην απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου στις υποθέσεις Re RO, C 327/18, 19/09/2018, Re Pál Aranyosi C 404/15 και Re Robert Căldăraru C 659/15 PPU (συνεκδικαζόμενες ), 05/04/2016, Re Ruslanas Kovalkovas C‑477/16 PPU, 10/11/2016 και Re Ciprian Vasile Radu C 396/11, 29/01/
- Στις αιτιολογικές σκέψεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, από 33 έως 36 της απόφασης του, στην υπόθεση Re Ciprian Vasile Radu C 396/11, 29/01/2013, αναφέρονται τα εξής σχετικά: «
- . σκοπός της απόφασης-πλαισίου, όπως προκύπτει ιδίως από το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, της απόφασης αυτής, καθώς και από την πέμπτη και την έβδομη αιτιολογική της σκέψη, είναι να αντικαταστήσει το πολυμερές σύστημα έκδοσης μεταξύ κρατών μελών με ένα σύστημα το οποίο στηρίζεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης και συνίσταται στην παράδοση μεταξύ δικαστικών αρχών των προσώπων εκείνων που έχουν καταδικαστεί ή είναι ύποπτα, προκειμένου είτε να εκτελεστεί εκδοθείσα απόφαση είτε να συνεχιστεί ασκηθείσα δίωξη (βλ. απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2012, C-42/11, Lopes Da Silva Jorge, σκέψη 28 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
- Συγκεκριμένα, η απόφαση-πλαίσιο 2002/584, θεσπίζοντας ένα νέο, απλουστευμένο και αποτελεσματικότερο σύστημα παράδοσης των προσώπων που έχουν καταδικαστεί ή είναι ύποπτα για αξιόποινες πράξεις, αποβλέπει στην επιτάχυνση και τη διευκόλυνση της δικαστικής συνεργασίας προκειμένου να συμβάλει στην επίτευξη του σκοπού τον οποίο έχει θέσει η Ένωση, να καταστεί ένας χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, με θεμέλιο τον υψηλό βαθμό εμπιστοσύνης που πρέπει να υφίσταται μεταξύ των κρατών μελών (βλ., υπ' αυτή την έννοια, απόφαση της 28ης Ιουνίου 2012, C 192/12 PPU, West, σκέψη 53 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
- Βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 2, της απόφασης-πλαισίου 2002/584, τα κράτη μέλη καταρχήν υποχρεούνται να εκτελούν κάθε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης.
- Πράγματι, το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις της απόφασης-πλαισίου, τα κράτη μέλη μπορούν μα μην εκτελέσουν ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης μόνο σε περίπτωση που συντρέχει ένας από τους λόγους υποχρεωτικής μη εκτέλεσης που προβλέπονται στο άρθρο 3 της απόφασης αυτής ή ένας από τους απαριθμούμενους στα άρθρα 4 και 4α λόγους προαιρετικής μη εκτέλεσης (βλ., σχετικώς, αποφάσεις της 1ης Δεκεμβρίου 2008, C 388/08 PPU, Leymann και Pustovarov, Συλλογή 2008, σ. I 8983 σκέψη 51, και της 16ης Νοεμβρίου 2010, C 261/09, Mantello, Συλλογή 2010, σ. I 11477, σκέψη 37). Επιπλέον, η δικαστική αρχή εκτέλεσης δεν μπορεί να εξαρτήσει την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης από άλλες προϋποθέσεις πέραν εκείνων στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 5 της απόφασης-πλαισίου.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στην υπόθεση Re Ruslanas Kovalkovas C‑477/16 PPU, 10/11/2016, επαναβεβαιώθηκαν οι προαναφερόμενες αρχές: «
- Υπενθυμίζεται εισαγωγικώς ότι η απόφαση-πλαίσιο, όπως προκύπτει ειδικότερα από το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, αυτής, καθώς και από τις αιτιολογικές της σκέψεις 5 και 7, έχει ως αντικείμενο την αντικατάσταση του πολυμερούς συστήματος εκδόσεως, το οποίο βασιζόταν στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως της 13ης Δεκεμβρίου 1957, με σύστημα παραδόσεως, μεταξύ δικαστικών αρχών, των καταδικασθέντων ή υπόπτων, προς εκτέλεση αποφάσεων ή άσκηση διώξεων, σύστημα το οποίο εδράζεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως (απόφαση της 5ης Απριλίου 2016, Aranyosi και Căldăraru, C‑404/15 και C‑659/15 PPU, EU:C:2016:198, σκέψη 75 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
- Επομένως, η εν λόγω απόφαση-πλαίσιο κατατείνει, μέσω της καθιερώσεως ενός νέου, απλουστευμένου και αποτελεσματικότερου συστήματος παραδόσεως των καταδικασθέντων ή υπόπτων για παραβάσεις της ποινικής νομοθεσίας, στη διευκόλυνση και στην επιτάχυνση της δικαστικής συνεργασίας, συμβάλλοντας στην επίτευξη του σκοπού τον οποίο έχει θέσει η Ένωση, να καταστεί δηλαδή αυτή ένας χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης επί τη βάσει του υψηλού βαθμού εμπιστοσύνης που πρέπει να υφίσταται μεταξύ των κρατών μελών (απόφαση της 5ης Απριλίου 2016, Aranyosi και Căldăraru, C‑404/15 και C‑659/15 PPU, EU:C:2016:198, σκέψη 76 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
- Τόσο η αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών όσο και η αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως έχουν θεμελιώδη σημασία στο δίκαιο της Ένωσης, καθώς καθιστούν δυνατή τη δημιουργία και τη διατήρηση ενός χώρου χωρίς εσωτερικά σύνορα. Ειδικότερα, η αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης επιβάλλει, προκειμένου ιδίως για τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, σε καθένα από τα κράτη μέλη να δέχεται ως δεδομένο, πλην εξαιρετικών περιστάσεων, ότι τα λοιπά κράτη μέλη τηρούν το δίκαιο της Ένωσης και, ειδικότερα, ότι σέβονται τα αναγνωρισμένα από το δίκαιο αυτό θεμελιώδη δικαιώματα (απόφαση της 5ης Απριλίου 2016, Aranyosi και Căldăraru, C‑404/15 και C‑659/15 PPU, EU:C:2016:198, σκέψη 78 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
- Η αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως, που αποτελεί τον «ακρογωνιαίο λίθο» της δικαστικής συνεργασίας, συνεπάγεται, βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου, ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται, κατ' αρχήν, να εκτελούν κάθε ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως. Πράγματι, η δικαστική αρχή εκτελέσεως δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση τέτοιου εντάλματος μόνο στις εξαντλητικώς απαριθμούμενες στο άρθρο 3 της αποφάσεως-πλαισίου περιπτώσεις υποχρεωτικής μη εκτελέσεως ή στις περιπτώσεις προαιρετικής μη εκτελέσεως των άρθρων 4 και 4α της αποφάσεως-πλαισίου. Εξάλλου, η εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως μπορεί να εξαρτηθεί μόνον από τις περιοριστικώς προβλεπόμενες προϋποθέσεις του άρθρου 5 της αποφάσεως-πλαισίου (απόφαση της 5ης Απριλίου 2016, Aranyosi και Căldăraru, C-404/15 και C‑659/15 PPU, EU:C:2016:198, σκέψεις 79 και 80 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Πολύ πιο πρόσφατα, οι αρχές αυτές της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, συνοψίστηκαν από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, στην απόφαση του στην υπόθεση Re RO, C 327/18, 19/09/2018 ως εξής: «
- Ως προς το ζήτημα αυτό υπενθυμίζεται ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 2 ΣΕΕ, το δίκαιο της Ένωσης εδράζεται στη θεμελιώδη παραδοχή ότι κάθε κράτος μέλος αποδέχεται από κοινού με τα λοιπά κράτη μέλη και αναγνωρίζει ότι τα εν λόγω κράτη αποδέχονται από κοινού με αυτό, μια σειρά κοινών αξιών επί των οποίων στηρίζεται η Ένωση. Η παραδοχή αυτή συνεπάγεται και δικαιολογεί την ύπαρξη αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών ως προς την αναγνώριση των εν λόγω αξιών και, επομένως, ως προς την τήρηση του δικαίου της Ένωσης που υλοποιεί τις αξίες αυτές [αποφάσεις της 6ης Μαρτίου 2018, Achmea, C-284/16, EU:C:2018:158, σκέψη 34, και της 25ης Ιουλίου 2018, Minister for Justice and Equality (Πλημμέλειες του δικαστικού συστήματος) C-216/18 PPU, EU:C:2018:586, σκέψη 35].
- Η αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών, ιδίως όσον αφορά τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, επιβάλλει σε καθένα από τα κράτη μέλη να δέχεται, πλην εξαιρετικών περιστάσεων, ότι όλα τα λοιπά κράτη μέλη τηρούν το δίκαιο της Ένωσης και, ειδικότερα, ότι σέβονται τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται από το δίκαιο αυτό [βλ., υπ' αυτή την έννοια, απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Minister for Justice and Equality (Πλημμέλειες του δικαστικού συστήματος), C-216/18 PPU, EU:C:2018:586, σκέψη 36].
- Ειδικότερα, από το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, και από τις αιτιολογικές σκέψεις 5 και 7 της απόφασης-πλαισίου προκύπτει ότι η εν λόγω απόφαση-πλαίσιο έχει ως αντικείμενο την αντικατάσταση του πολυμερούς συστήματος έκδοσης, το οποίο βασιζόταν στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως της 13ης Δεκεμβρίου 1957, με σύστημα παράδοσης, μεταξύ δικαστικών αρχών, των καταδικασθέντων ή υπόπτων, προς εκτέλεση αποφάσεων ή άσκηση διώξεων, σύστημα το οποίο εδράζεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης. Επομένως, η απόφαση-πλαίσιο κατατείνει, μέσω της καθιέρωσης αυτού του απλουστευμένου και αποτελεσματικότερου συστήματος, στη διευκόλυνση και στην επιτάχυνση της δικαστικής συνεργασίας, συμβάλλοντας στην επίτευξη του σκοπού τον οποίο έχει θέσει η Ένωση να καταστεί ένας χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης επί τη βάσει του υψηλού βαθμού εμπιστοσύνης που πρέπει να υφίσταται μεταξύ των κρατών μελών [απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Minister for Justice and Equality (Πλημμέλειες του δικαστικού συστήματος), C-216/18 PPU, EU:C:2018:586, σκέψεις 39 και 40].
- Η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης εκδηλώνεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, της απόφασης-πλαίσιο, το οποίο θεσπίζει τον κανόνα ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να εκτελούν κάθε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης βάσει της αρχής αυτής και σύμφωνα με τις διατάξεις της απόφασης-πλαισίου. Επομένως, οι δικαστικές αρχές εκτέλεσης μπορούν καταρχήν να αρνούνται την εκτέλεση τέτοιου εντάλματος μόνο για τους εξαντλητικώς προβλεπόμενους από την απόφαση-πλαίσιο λόγους μη εκτέλεσης, η δε εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης μπορεί να εξαρτάται μόνον από τη συνδρομή κάποιας από τις προϋποθέσεις που απαριθμούνται περιοριστικώς στην απόφαση-πλαίσιο. Συνεπώς, ενώ η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης συνιστά τον κανόνα, η άρνηση εκτέλεσης έχει προβλεφθεί ως εξαίρεση, η οποία πρέπει να ερμηνεύεται στενά [απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Minister for Justice and Equality (Πλημμέλειες του δικαστικού συστήματος), C-216/18 PPU, EU:C:2018:586, σκέψη 41].
- Συγκεκριμένα, η απόφαση-πλαίσιο προβλέπει ρητώς, στο άρθρο 3, τους λόγους υποχρεωτικής μη εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, στα άρθρα 4 και 4α τους λόγους προαιρετικής μη εκτέλεσης και στο άρθρο 5 τις εγγυήσεις που πρέπει να παρέχει το κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος σε ειδικές περιπτώσεις [αποφάσεις της 10ης Αυγούστου 2017, Tupikas, C-270/17 PPU, EU:C:2017:628, σκέψη 51, και της 25ης Ιουλίου 2018, Minister for Justice and Equality (Πλημμέλειες του δικαστικού συστήματος), C-216/18 PPU, EU:C:2018:586, σκέψη 42].
- Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι χωρούν περιορισμοί των αρχών της αμοιβαίας αναγνώρισης και της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών «υπό εξαιρετικές περιστάσεις» [αποφάσεις της 5ης Απριλίου 2016, Aranyosi και Căldăraru, C-404/15 και C-659/15 PPU, EU:C:2016:198, σκέψη 82, καθώς και της 25ης Ιουλίου 2018, Minister for Justice and Equality (Πλημμέλειες του δικαστικού συστήματος), C-216/18 PPU, EU:C:2018:586, σκέψη 43].
- Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, τη δυνατότητα της δικαστικής αρχής εκτέλεσης να διακόπτει τη διαδικασία παράδοσης που έχει καθιερώσει η απόφαση-πλαίσιο, όταν η παράδοση ενδέχεται να συνεπάγεται απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση του εκζητουμένου, υπό την έννοια του άρθρου 4 του Χάρτη [αποφάσεις της 5ης Απριλίου 2016, Aranyosi και Căldăraru, C-404/15 και C-659/15 PPU, EU:C:2016:198, σκέψη 104, καθώς και της 25ης Ιουλίου 2018, Minister for Justice and Equality (Πλημμέλειες του δικαστικού συστήματος), C-216/18 PPU, EU:C:2018:586, σκέψη 44].
- Προς τούτο, το Δικαστήριο στηρίχθηκε, αφενός, στο άρθρο 1, παράγραφος 3, της απόφασης-πλαισίου, το οποίο προβλέπει ότι η απόφαση-πλαίσιο δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την τροποποίηση της υποχρεώσεως σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των θεμελιωδών νομικών αρχών, όπως κατοχυρώνονται στα άρθρα 2 και 6 ΣΕΕ, και, αφετέρου, στον απόλυτο χαρακτήρα του θεμελιώδους δικαιώματος που κατοχυρώνει το άρθρο 4 του Χάρτη [απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Minister for Justice and Equality (Πλημμέλειες του δικαστικού συστήματος), C-216/18 PPU, EU:C:2018:586, σκέψη 45].
- Προκειμένου να εκτιμήσει αν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος για το εκζητούμενο με το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης πρόσωπο να υποστεί απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση, η δικαστική αρχή εκτέλεσης του εντάλματος οφείλει ιδίως, όπως έπραξε το αιτούν δικαστήριο στην κύρια δίκη, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 15, παράγραφος 2, της απόφασης-πλαισίου, να ζητήσει από τη δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος κάθε συμπληρωματική πληροφορία την οποία κρίνει αναγκαία για την αξιολόγηση της ύπαρξης τέτοιου κινδύνου [απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Minister for Justice and Equality (Πλημμέλειες του δικαστικού συστήματος), C-216/18 PPU, EU:C:2018:586 σκέψη 76].».
- Σκέψεις που υιοθετούνται πλήρως και από το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου, σε σωρεία αποφάσεων του.
- Παραπέμπω, ενδεικτικά, στα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Μιχαηλίδης ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση Αρ. 221/2013, 02/09/2013: «Στόχος λοιπόν της όλης διαδικασίας είναι η παροχή δικαστικής συνδρομής μεταξύ των κρατών μελών ώστε να συμμορφώνονται και να παραδίδονται οι ύποπτοι χωρίς ιδιαίτερες περίπλοκες διαδικασίες ή αχρείαστες καθυστερήσεις. Γι΄ αυτό και οι στενές χρονικές περίοδοι, διότι η όλη διαδικασία δεν αφορά, ούτε ανάγεται σε καθαυτή ποινική δίωξη, ούτε η διαδικασία προσφέρεται για την εξέταση και θεμελίωση τυχόν ποινικής ευθύνης του εκζητουμένου. Αυτό αποτελεί κατ΄εξοχήν το έργο της χώρας η οποία επιδιώκει την έκδοση του υπόπτου στο έδαφος της, οι δικαστικές αρχές της οποίας είναι και οι μόνες υπεύθυνες για την εξέταση και διαπίστωση της όποιας ποινικής ευθύνης του εκζητουμένου, στη βάση των ισχυόντων στην επικράτεια της, κανόνων δικαίου, ουσιαστικών και δικονομικών. Εύστοχα το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέμνησε στην απόφαση του τα ανωτέρω, διατρέχοντας τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Hadjiametovic ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 Α.Α.Δ. 473, Πηγασίου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 Α.Α.Δ., 519 και της εντελώς πρόσφατης Νικόλας Κυριάκου ν. Γενικού Εισαγγελέα, Πολ. Έφ. 196/2013, ημερ. 19 Ιουλίου 2013. Προεξάρχον στοιχείο όπως απορρέει από τις αποφάσεις, είναι η εστίαση στην απλοποίηση των διαδικασιών σύλληψης και παράδοσης μέσα από μια sui generis διαδικασία, η οποία στοχεύει στην αποτελεσματική δικαστική συνδρομή μεταξύ των κρατών-μελών, δικαστική συνδρομή που περιλαμβάνει και την υπόδειξη δημοσίου κατηγόρου ως αρχής ("judicial authority"), κάτω από το άρθρο 6 της Απόφασης-Πλαίσιο, υπό το φως των διαφορετικών συστημάτων δικαίου στον Ευρωπαϊκό χώρο, όπως υπέδειξε η πρόσφατη απόφαση του Supreme Court του Ηνωμένου Βασιλείου στην Assange ν. Swedish Prosecution Attorney
(2012)UKSC 22.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 11. Στα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Re Susan Ayre, ECLI:CY:AD:2017:A5, Πολιτική Έφεση Αρ. 416/2016, 16/01/2017: «Στην απόφαση Κωνσταντίνος (Ντίνος) Μιχαηλίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2013)1 Α.Α.Δ. 1764, έγινε εκτενής αναφορά στη διαδικασία του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης με ιστορική αναδρομή στην ανάγκη που επικράτησε με σκοπό τη δημιουργία μιας απλουστευμένης διαδικασίας μεταξύ των χωρών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ούτως ώστε να εκδίδονται προς χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης άτομα τα οποία διέφυγαν από τη χώρα στην οποία είτε είχαν καταδικαστεί από αρμόδιο ποινικό Δικαστήριο ή αναζητούνταν ενόψει εκκρεμουσών ποινικών διώξεων εναντίον τους. Επιλέγηκε η χρήση της μεθόδου της Απόφασης-Πλαίσιο, («Framework Decision»), δίνοντας την κατευθυντήρια γραμμή και φιλοσοφία του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, αφήνοντας τα κράτη μέλη να προχωρήσουν στην εφαρμογή της, ανάλογα με το εθνικό τους δίκαιο, στη βάση του Άρθρου 31(α) και (β) και του Άρθρου 34
(2)(β) της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υιοθετήθηκε, επομένως, η Απόφαση-Πλαίσιο του Συμβουλίου του 2002, η οποία τέθηκε το πρώτο σε ισχύ την 1.2.2004, από οκτώ χώρες μέλη και τροποποιήθηκε αργότερα το
- Στη Δημοκρατία, όπως ήδη αναφέρθηκε, η Απόφαση-Πλαίσιο τέθηκε σε ισχύ με τη ψήφιση του Νόμου. Έχει τονισθεί στην απόφαση Μιχαηλίδης - ανωτέρω - με αναφορά σε προηγούμενες αποφάσεις (ακολούθησε δε ανάλογη νομολογία από το Ανώτατο Δικαστήριο), ότι το προεξάρχον στοιχείο είναι η εστίαση στην απλοποίηση των διαδικασιών σύλληψης και παράδοσης μέσα από μια sui generis διαδικασία, δηλαδή, μια ιδιότυπη διαδικασία ώστε να υπάρχει αποτελεσματική δικαστική συνδρομή μεταξύ των χωρών μελών και προς τούτο η Απόφαση-Πλαίσιο, καθώς και η εθνική νομοθεσία, περιλαμβάνουν και την υπόδειξη κεντρικής αρχής («central authority») κάτω από το άρθρο 7 της Απόφασης, προς διοικητική υποβοήθηση των αντίστοιχων δικαστικών αρχών τόσο στη χώρα που εκδίδει το ένταλμα, όσο και στη χώρα που το εκτελεί. Αυτό, υπό το φως των διαφορετικών συστημάτων δικαίου στον ευρωπαϊκό χώρο. Ο σκοπός της όλης διαδικασίας, η οποία αρχίζει με ένταλμα σύλληψης σε εθνικό επίπεδο, το οποίο μετά μετατρέπεται ή ακολουθείται από ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είναι η διαμεταγωγή του εκζητούμενου προσώπου πίσω στη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την οποία έχει διαφύγει και στην οποία καλείται να αντιμετωπίσει ποινικές κατηγορίες. Προς το σκοπό αυτό, προνοούνται στενά χρονικά περιθώρια, ενώ η παροχή της δικαστικής συνδρομής επιτυγχάνεται στη βάση απλουστευμένων διαδικασιών χωρίς αχρείαστες καθυστερήσεις. Η διαδικασία δεν στοχεύει στη θεμελίωση τυχόν ποινικών ευθυνών του εκζητούμενου, ούτε αποτελεί ή ισοδυναμεί με ποινική δίωξη. Μόνο οι δικαστικές αρχές της χώρας που εξέδωσαν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είναι υπεύθυνες για την εξέταση και διαπίστωση ποινικών ευθυνών. Πέραν από ορισμένες τυπικές διατάξεις, που στοχεύουν στην αναγνώριση του συλληφθέντος ως του προσώπου εναντίον του οποίου εκδόθηκε το ευρωπαϊκό ένταλμα, υπάρχουν στην Απόφαση-Πλαίσιο και στο Νόμο, πιο ουσιαστικές διατάξεις. Σύμφωνα με τα άρθρα 13 και 14 του Νόμου, υπάρχουν διάφορες ασφαλιστικές δικλείδες που το Δικαστήριο μπορεί να χρησιμοποιήσει ώστε να μην εκδώσει το εκζητούμενο πρόσωπο. Έτσι στη βάση του άρθρου 13, καταγράφονται υποχρεωτικοί λόγοι μη εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και στο άρθρο 14 καταγράφονται προαιρετικοί λόγοι μη εκτέλεσης του εντάλματος αυτού.».
- Καθώς επίσης και στα όσα πολύ πιο πρόσφατα έχουν αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Re Θωμάς Πέτρου, ECLI:CY:AD:2018:A10, Πολιτική Έφεση Αρ. 421/2017, 11/01/2018: «Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης ορίζεται από την ίδια την απόφαση-πλαίσιο ως «δικαστική απόφαση» (Άρθρο 1
(1)). Πρόκειται για μια sui generis δικαστική απόφαση που εκδίδεται από ένα κράτος μέλος, το κράτος έκδοσης. Η τελική όμως απόφαση για την παράδοση του εκζητουμένου λαμβάνεται από τη δικαστική αρχή άλλου κράτους μέλους, του κράτους εκτέλεσης, δοθέντος ότι οι αποφάσεις για την εκτέλεση πρέπει να υπόκεινται σε επαρκή έλεγχο από τη δικαστική αρχή του κράτους μέλους στο οποίο συνελήφθη το καταζητούμενο πρόσωπο (Αιτιολογική Σκέψη
(8)της Απόφασης-πλαίσιο). Παρά το ρόλο που διατηρεί το κράτος εκτέλεσης, οι αρχές της αμοιβαίας αναγνώρισης και της αμοιβαίας εμπιστοσύνης που διαπνέουν το σκοπό αλλά και αυτή τούτη την έννοια του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, δεν οδήγησαν απλώς σε απλοποίηση των προϋποθέσεων και της διαδικασίας με την εισαγωγή ενός νέου απλουστευμένου συστήματος παράδοσης, αλλά έχουν, συνεπακόλουθα, περιορίσει τα πλαίσια άσκησης της κρατικής κυριαρχίας, όπως και τις παραδοσιακές ενστάσεις σε μια διαδικασία έκδοσης. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου C-396/11 Ciprian Vasile Radu, οι κλασσικές σχέσεις συνεργασίας που ισχύουν μέχρι σήμερα μεταξύ κρατών μελών θα πρέπει να δώσουν τη θέση τους σε ένα σύστημα ελεύθερης κυκλοφορίας των ποινικών αποφάσεων σε ένα χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης. Τα κράτη μέλη έχουν κατ΄αρχήν υποχρέωση να εκτελούν κάθε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης (Άρθρο 1
(2)της απόφασης-πλαίσιο). Τηρουμένης της θεμελιακής αρχής ότι ο μηχανισμός του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την τροποποίηση της υποχρέωσης σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των θεμελιωδών νομικών αρχών όπως διατυπώνονται από το άρθρο 6 παράγραφος 1 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και ότι η απόφαση-πλαίσιο σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται από το άρθρο 6 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και εκφράζονται στο χάρτη θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (αιτιολογικές σκέψεις 10 και 12 της απόφασης-πλαίσιο), μόνο σε περιορισμένες, συγκεκριμένες περιπτώσεις, είναι που το δικαστήριο του κράτους εκτέλεσης μπορεί να αποφασίσει τη μη εκτέλεση του εντάλματος. .».
- Μέσο πραγματοποίησης, λοιπόν, των πιο πάνω σκοπών της απόφασης-πλαίσιο 2002/584, είναι το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, το οποίο, ως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με αυτήν, σκοπό έχει την παράδοση προσώπου στην χώρα έκδοσης του εντάλματος, για άσκηση ποινικής δίωξης, ή εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικού της ελευθερίας (βλ. Άρθρο 3 του Νόμου 133(I)/2004).
- Οι προϋποθέσεις για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, καθορίζονται από το Άρθρο 12 του Νόμου 133(I)/2004 [iv], οι διατάξεις του οποίου εξετάζονται παράλληλα, με τις διατάξεις των Άρθρων 13 [v], 14 [vi] και 15 [vii] του ίδιου νόμου, που απαριθμούν τις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο, ως η αρμόδια δικαστική αρχή εκτέλεσης του εντάλματος, -υπό την αίρεση των διατάξεων του Άρθρου 2
(2)του Νόμου 133(Ι)/2004 και ικανοποίησης των προνοιών του Άρθρου 4 του Νόμου 133(Ι)/2004-, υποχρεούται ή έχει διακριτική ευχέρεια να το εκτελέσει ή να μην το εκτελέσει αντίστοιχα. 15. Σύμφωνα, λοιπόν, με το Άρθρο 12 του Νόμου 133(I)/2004, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, εκτελείται: (α). όταν η πράξη αναφορικά με την οποία αυτό έχει εκδοθεί, συνιστά αδίκημα το οποίο τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή, ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφάλειας, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους που το εκδίδει. [Στις περιπτώσεις που η αξιόποινη πράξη συνιστά έγκλημα περί φόρων, τελών, τελωνείων και συναλλάγματος δεν αποτελεί λόγο άρνησης εκτέλεσης του εντάλματος η διαπίστωση ότι το Κυπριακό κράτος δεν επιβάλλει ιδίου τύπου φόρους ή τέλη ή δεν προβλέπει ιδίου τύπου ρύθμιση περί φόρων, τελών, τελωνείων και συναλλάγματος με εκείνη του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος]•, και (β). όταν η εν λόγω πράξη, είναι αξιόποινη σύμφωνα και με τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους (ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού). Για κάθε αδίκημα που αναφέρεται στο Άρθρο 12
(2)του Νόμου 133(I)/2004, η αρχή του διττού αξιόποινου, ως προαναφέρθηκε, δεν τυγχάνει εφαρμογής, όταν σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους που υποβάλλει το αίτημα, το αναφερόμενο στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης αδίκημα, επισύρει ποινή, στερητική της ελευθερίας, κατά ανώτατο όριο πέραν των τριών ετών. Και (γ). [Αν αυτή την περίπτωση αφορά το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης] Ο εκζητούμενος έχει καταδικαστεί από δικαστήριο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας, στερητικά της ελευθερίας, τουλάχιστον τεσσάρων μηνών για αξιόποινη πράξη.
- Τέλος, τόσο ο τύπος, όσο και το περιεχόμενο του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, επίσης προσδιορίζονται στο σχετικό Νόμο 133(I)/
- Δέστε σχετικά το Άρθρο 4 του Νόμου 133(I)/2004, καθώς και το Παράρτημα Α του ιδίου. [Γ]. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΟΥ ΑΙΤΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΕΓΕΡΘΕΝΤΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ Εξέταση του Εντάλματος
- Εξέταση του Εντάλματος, αποκαλύπτει τα ακόλουθα:
- Ο τύπος του Εντάλματος, συνάδει, στο βαθμό που απαιτείται, με τον τύπο του Παραρτήματος Α του Νόμου 133(I)/2004 (Βλ. Re John Constantinides ECLI:CY:AD:2015:A155, Πολιτική Έφεση Αρ. 347/2014, 05/03/2015 και Re Shini-Mehrabzadeh Said, Πολιτική Εφεση Αρ. 279/2015, 17/11/2015). Περαιτέρω, διαπιστώνεται, ότι, σε ότι αφορά το περιεχόμενο του, το Ένταλμα ικανοποιεί τις πρόνοιες του Άρθρου 4 του Νόμου 133(I)/2004, αφού παρέχει τα αναγκαία, δυνάμει αυτού, και στον απαιτούμενο βαθμό, στοιχεία (βλ. Re Παναγιώτη Φιλίππου (Αρ. 2)
(2009)1 Α.Α.Δ. 693, Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν Miroslaw Mrukwa, Πολιτική Έφεση Αρ. 41/14, 05/03/2014, John Constantinides v Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2015:A155, Πολιτική Έφεση Αρ. 347/2014, 05/03/2015, Anthony Joannides ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2017:A337, Πολιτική Έφεση Αρ. 226/2017, 05/10/2017 και Re Θωμάς Πέτρου, ECLI:CY:AD:2018:A10, Πολιτική Έφεση Αρ. 421/2017, 11/01/2018). 19. Το Ένταλμα, έχει εκδοθεί από την αρμόδια δικαστική αρχή της Δημοκρατίας του Βασιλείου του Βελγίου, δηλαδή, από Δικαστικό Ανακριτή («Investigating Magistrate») του Πρωτοδικείου της Βελγικής πόλης Τόνγκερεν της Επαρχίας της Λιμβουργίας («Limburg Court of First Instance, Tongeren»). Δέστε σχετικά την παράγραφο («Ι»), του Εντάλματος, κάτω από τον τίτλο «The judicial authority which issued the warrant.». Ως έχει αναφερθεί και από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του στην υπόθεση Hadwen James ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Πολιτική Έφεση Αρ. 184/2014, 17/07/2014, από την στιγμή που η διαδικασία παράδοσης εκζητούμενων προσώπων, βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, ως θεσπίστηκε με την Απόφαση-Πλαίσιο 2002/584, που βασίζεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης μεταξύ κρατών μελών της ευρωπαϊκής ένωσης, είναι πλέον μια διαδικασία που διεξάγεται εξολοκλήρου μεταξύ δικαστικών αρχών, η νομιμότητα ή και η κανονικότητα της έκδοσης, κοινοποίησης και διαβίβασης ενός ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης ή και διευκρινήσεων σε σχέση με αυτό, τεκμαίρεται. Τεκμήριο το οποίο, σημειώνεται, πολύ δύσκολα και για πολύ πειστικούς λόγους μπορεί να ανατραπεί (βλ. επίσης Re Shini-Mehrabzadeh Said, Πολιτική Εφεση Αρ. 279/2015, 17/11/2015 και Πηγασίου ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2009)1 Α.Α.Δ. 519).
- Το αίτημα του κράτους έκδοσης του Εντάλματος, εδράζεται σε ένα από τους δυο λόγους που εξυπηρετεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Δηλαδή, την άσκηση εναντίον του Εκζητουμένου ποινικής δίωξης. Σχετική είναι η παράγραφος («Β») του Εντάλματος (βλ. Τεκμήριο 1, του οποίου αποτελεί μέρος), που τιτλοφορείται «Decision on which the warrant is based». Όπως εκεί καταγράφεται, ο λόγος για τον οποίο οι Βελγικές αρχές ζητούν την παράδοση του Εκζητούμενου, είναι ένταλμα σύλληψης του ημερομηνίας 03/10/2018 («arrest warrant in absentia in fine extradition dated 03 October 2018»), το οποίο, μάλιστα, ο συντάκτης του εντάλματος, το τοποθέτησε κάτω από την κατηγορία «Arrest Warrant or Judicial decision having the same effect. Εδώ πρέπει να σημειωθεί, ότι, αυτούσιο το εν λόγω ένταλμα σύλληψης του Εκζητούμενου ημερομηνίας 03/10/2018, έχει περιληφθεί ως συνημμένο στο Ένταλμα (βλ. την τελευταία σελίδα του Τεκμηρίου 1).
- Ζήτημα, που, έχει επιβεβαιωθεί και με τις διευκρινήσεις που δόθηκαν στο Δικαστήριο από τις Βελγικές αρχές (βλ. Hadwen James ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Πολιτική Έφεση Αρ. 184/2014, ημερομηνίας 17/07/2014, Re Shini-Mehrabzadeh Said, Πολιτική Εφεση Αρ. 279/2015, 17/11/2015 και Πηγασίου ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2009)1 Α.Α.Δ. 519), (α) μέσω του συντάχτη του Εντάλματος, για την εν λόγω Δικαστική Αρχή Έκδοσης του, κ. ***** Raskin [ήτοι, τον Δικαστικό Ανακριτή («Investigating Magistrate») του Πρωτοδικείου της Βελγικής πόλης Τόνγκερεν της Επαρχίας της Λιμβουργίας («Limburg Court of First Instance, Tongeren»], δια της επιστολής του ημερομηνίας 18/10/2018 (βλ. Τεκμήριο 3), στην οποία αναφέρεται: «***** Nedzad, born on ., is a certified suspect and a wanted person in a criminal investigation conducted by me», και (β) μέσω του κ. ***** Frango, Ομοσπονδιακού Εισαγγελέα, του Γραφείου του Ομοσπονδιακού Εισαγγελέα, δια μηνύματος του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ημερομηνίας 31/10/2018 (16:29) (βλ. Τεκμήριο 4), στο οποίο αναφέρεται: «. I confirm that ***** NEDZAD, is wanted for the purposes of conducting a criminal prosecution and is in no case wanted just for questioning.» (η υπογράμμισης είναι του συντάκτη του εν λόγω μηνύματος). Σε ότι αφορά την εξασφάλιση των προαναφερόμενων διευκρινήσεων, μαρτυρία στο Δικαστήριο δόθηκε από τον εκπρόσωπο της Κεντρικής Αρχής, κ. ***** Χίντικο, λειτουργό στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης. Βλ., σε ότι αφορά το ζήτημα της κανονικότητας στην εξασφάλιση των διευκρινήσεων, υπό περιστάσεις όπως έγινε και στην προκείμενη περίπτωση τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις, Re Drazova Sergeevna (Αρ. 1)
(2012)1 Α.Α.Δ. 1373 και Re George Smith - Γεώργιος Λουκά
(2012)1Β Α.Α.Δ. 1827). Εδώ πρέπει περαιτέρω να σημειωθεί, ότι, αυτούσιο το εν λόγω ένταλμα σύλληψης του Εκζητούμενου ημερομηνίας 03/10/2018, έχει περιληφθεί ως συνημμένο στο Ένταλμα (βλ. την τελευταία σελίδα του Τεκμηρίου 1). 22. Οι αξιόποινες πράξεις, που καταλογίζονται στον Εκζητούμενο (δύο συνολικά, βλ. Ιωάννου (Ρωσίδης) ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2011)1 Α.Α.Δ. 1606), καταγράφονται στην παράγραφο («Ε») του Εντάλματος, κάτω από την ενότητα «Offences»: «This warrant relates to in total: 2 offences: Criminal organisation and laundering.». Δηλαδή, ο Εκζητούμενος, κατηγορείται για τα αδικήματα της εγκληματικής οργάνωσης και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Σε αυτό το σημείο, πρέπει να σημειωθεί, ότι, οι διατάξεις του Βελγικού νόμου και το λεκτικό τους, που ποινικοποιούν την πράξη της εγκληματικής οργάνωσης και αυτή της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, έχουν περιληφθεί ως συνημμένα στο Ένταλμα (βλ. το Τεκμήριο 1, στις σελίδες 6, 7 και 8 της μετάφρασης του Εντάλματος).
- Σύμφωνα δε με την παράγραφο («C») του Εντάλματος, η ποινή που προβλέπεται και δύναται να επιβληθεί στον Εκζητούμενο, σε περίπτωση καταδίκης του για την εν λόγω αξιόποινη πράξη, της εγκληματικής οργάνωσης, είναι ποινή φυλάκισης 15 ετών. Ως προαναφέρθηκε, οι διατάξεις του Βελγικού νόμου και το λεκτικό τους, που ποινικοποιούν την πράξη της εγκληματικής οργάνωσης και αυτή της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, έχουν περιληφθεί ως συνημμένα στο Ένταλμα (βλ. το Τεκμήριο 1, στις σελίδες 6, 7 και 8 της μετάφρασης του Εντάλματος). Σύμφωνα με αυτές, το αδίκημα της εγκληματικής οργάνωσης, στις διάφορες του εκφάνσεις, ως στις σχετικές διατάξεις ορίζεται, τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή, ανώτατης διάρκειας 3 ετών και άνω (μέχρι και 15 ετών, ως αναφέρεται και στο Ένταλμα: Art. 324 ter. §4). Το δε αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, στις διάφορες του εκφάνσεις, ως στις σχετικές διατάξεις ορίζεται, τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή, ανώτατης διάρκειας 5 ετών. Εδώ, πρέπει περαιτέρω να σημειωθεί, ότι, στην παράγραφο («Ε») του Εντάλματος, που επιγράφεται «Offences», κάτω από την αναφορά «Nature and legal classification of the offene(s) and the applicable statutory privision/code», αναφέρεται «Criminal organisation and laundering (punishable in accordance with Article 324 bis, 324 ter., 505 of the Penal Code», που είναι οι διατάξεις του Βελγικού Νόμου, που, ως έχει προαναφερθεί, έχουν περιληφθεί ως συνημμένα στο Ένταλμα (βλ. το Τεκμήριο 1, στις σελίδες 6, 7 και 8 της μετάφρασης του Εντάλματος).
- Σε ότι αφορά τις εν λόγω αξιόποινες πράξεις, πρέπει να σημειωθεί εδώ, ότι, η Δικαστική Αρχή Έκδοσης του Εντάλματος, σημειώνει ότι, αυτές, κατατάσσονται στις καθορισμένες από την απόφαση-πλαίσιο 2002/584 αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες χωρεί εκτέλεση του Εντάλματος, χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 12
(1)(α) του Νόμου 133(I)/2004, δεν οφείλει να εξετάσει κατά πόσο, στην προκείμενη περίπτωση, οι πράξεις για τις οποίες έχει εκδοθεί το Ένταλμα, συνιστούν πράξεις αξιόποινες και κατά τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους. Δεδομένης, σε ότι αφορά το ζήτημα αυτό, και της προαναφερόμενης διαπίστωσης του Δικαστηρίου ως προς το ότι, οι εν λόγω αξιόποινες πράξεις, τιμωρούνται στο κράτος του Βελγίου, σύμφωνα με τον Ποινικό του Κώδικα, με ποινή στερητική της ελευθερίας, ανώτατης διάρκειας τουλάχιστον 3 ετών. Σε κάθε περίπτωση, οι περιγραφόμενες στο Ένταλμα πράξεις, είναι αξιόποινες σύμφωνα και με το Κυπριακό ποινικό δίκαιο. Βλ. τα Άρθρα 63Α και 63Β του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 και το Άρθρο 4 του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007, Νόμος 188(I)/2007. 25. Διαπιστώνεται, περαιτέρω, ότι, προς ικανοποίηση των προνοιών του Άρθρου 4
(1)(ε) του Νόμου 133(Ι)/2004 [viii], στο Ένταλμα, δίδεται η απαιτούμενη περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης των καταλογιζόμενων στον Εκζητούμενο αδικημάτων, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και ο τόπος τέλεσης, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου σε αυτά (βλ. Re Παναγιώτη Φιλίππου (Αρ. 2)
(2009)1 Α.Α.Δ. 693, Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν Miroslaw Mrukwa, Πολιτική Έφεση Αρ. 41/14, 05/03/2014 και John Constantinides v Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2015:A155, Πολιτική Έφεση Αρ. 347/2014, 05/03/2015). Βλ. σχετικά, την παράγραφο («Ε») του Εντάλματος, που επιγράφεται «Offences», κάτω από την αναφορά «Description of the circumstances in which the offence(s0 was (were) committed, including the time, place and degree of participation in the offence(s) by the requested person». Καθώς επίσης, και τις διευκρινήσεις που δόθηκαν στο Δικαστήριο από τις Βελγικές αρχές (βλ. Hadwen James ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Πολιτική Έφεση Αρ. 184/2014, ημερομηνίας 17/07/2014, Re Shini-Mehrabzadeh Said, Πολιτική Εφεση Αρ. 279/2015, 17/11/2015 και Πηγασίου ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2009)1 Α.Α.Δ. 519), (α) μέσω του συντάχτη του Εντάλματος, για την εν λόγω Δικαστική Αρχή Έκδοσης του, κ. ***** Raskin [ήτοι, τον Δικαστικό Ανακριτή («Investigating Magistrate») του Πρωτοδικείου της Βελγικής πόλης Τόνγκερεν της Επαρχίας της Λιμβουργίας («Limburg Court of First Instance, Tongeren»], δια της επιστολής του ημερομηνίας 18/10/2018 (βλ. Τεκμήριο 3), στην οποία αναφέρεται: «The time span of the illegal activities TANOVIC Nedzad is suspected of participating in, runs from 01 January 2012 through 10 October 2018.», και (β) μέσω του κ. ***** Frango, Ομοσπονδιακού Εισαγγελέα, του Γραφείου του Ομοσπονδιακού Εισαγγελέα, δια μνήματος του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ημερομηνίας 13/11/2018 (3:30 pm) (βλ. Τεκμήριο ΠΓ5), στο οποίο αναφέρεται: «The place of the offences TANOVIC Nedzad . is suspected of are different places in Belgium: Genk and Mechelen and also Cyprus were he acted on behalf of Dejan Velkovic». Σε ότι αφορά την κανονικότητα στην εξασφάλιση των προαναφερόμενων διευκρινήσεων, αυτό δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός από πλευράς Εκζητουμένου. Βλ., σε ότι αφορά το ζήτημα της κανονικότητας στην εξασφάλιση των διευκρινήσεων, υπό περιστάσεις όπως έγινε και στην προκείμενη περίπτωση, τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις, Re Drazova Sergeevna (Αρ. 1)
(2012)1 Α.Α.Δ. 1373 και Re George Smith - Γεώργιος Λουκά
(2012)1Β Α.Α.Δ. 1827). 26. Το ζήτημα αυτό, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Άρθρου 21
(2)του Νόμου 133(Ι)/2004 -που προνοεί για την ευχέρεια του Δικαστηρίου που εξετάζει κατά πόσο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης μπορεί ή δύναται να εκτελεστεί, να ζητήσει από την αρμόδια αρχή έκδοσης του την προσκόμιση τυχόν απαραίτητων κατά την κρίση του συμπληρωματικών στοιχείων-, έχει εξεταστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στις υποθέσεις Κυριάκος Χαραλάμπους Πηγασίου v Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2009)1 Α.Α.Δ. 519, Re Παναγιώτης Φιλίππου (Αρ. 2)
(2009)1 Α.Α.Δ. 693, John Constantinides v Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2015:A155, Πολιτική Έφεση Αρ. 347/2014, 05/03/2015, Anthony Joannides ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2017:A337, Πολιτική Έφεση Αρ. 226/2017, 05/10/2017 και Re Θωμάς Πέτρου, ECLI:CY:AD:2018:A10, Πολιτική Έφεση Αρ. 421/2017, 11/01/
- Σύμφωνα με την προαναφερόμενη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το Δικαστήριο, ως η αρμόδια δικαστική αρχή εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, πρέπει οπωσδήποτε να διαθέτει τις ελάχιστες απαραίτητες πληροφορίες ώστε να μπορεί να λάβει απόφαση σχετικά με την παράδοση του Εκζητουμένου (βλ. Άρθρο 21
(2)του Νόμου 133(Ι)/2004). Ειδικότερα, το Δικαστήριο, υπό την προαναφερόμενη ιδιότητα του, πρέπει να είναι σε θέση να επιβεβαιώσει την ταυτότητα του προσώπου που παρουσιάζεται ενώπιον του και να αξιολογήσει κατά πόσον συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος μη εκτέλεσης. Οι περιστάσεις της υπόθεσης, πρέπει να περιγράφονται πάντα πλήρως, ούτως ώστε, το Δικαστήριο, να είναι σε θέση να αξιολογεί την εφαρμογή του κανόνα της ειδικότητας και να διαπιστώνει κατά πόσον εφαρμόζονται, ως έχει προαναφερθεί, λόγοι μη εκτέλεσης, όπως π. χ. είναι το δεδικασμένο («ne bis in idem») και η παραγραφή. Έπεται, ως εκ τούτου, ότι, το Δικαστήριο, ως η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος, πρέπει να αποδίδει ιδιαίτερη προσοχή στην περιγραφή της αξιόποινης πράξης ή πράξεων στο έντυπο του εντάλματος. Ειδικότερα, εν όψει και του γεγονότος, -τις πλείστες φορές-, ότι, το Δικαστήριο, μπορεί να γνωρίζει ελάχιστα ή και καθόλου την υπόθεση για την οποία εκδίδεται το ένταλμα ή το νομικό σύστημα του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος. Κατά συνέπεια, είναι καθοριστικής σημασίας να διασφαλίζουν οι δικαστικές αρχές έκδοσης του εντάλματος τη σαφήνεια, την ορθότητα και την πληρότητα των πληροφοριών που περιέχονται στο ένταλμα. Εάν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει συμπληρωθεί με ορθό τρόπο, δεν απαιτούνται συμπληρωματικά έγγραφα ή άλλα στοιχεία κατ' επίκληση του Άρθρου 21
(2)του Νόμου 133(Ι)/2004 [ix]. 28. Οι ακριβείς πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται, εξαρτώνται από τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Σύμφωνα με την νομολογία, η περιγραφή των πραγματικών περιστατικών, πρέπει να συνίσταται μόνο σε σύντομη περίληψη και όχι σε μεταγραφή ολόκληρων σελίδων της δικογραφίας που προφανώς υπάρχει στην χώρα έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Σε πιο σύνθετες περιπτώσεις, ωστόσο, και ιδίως όταν ισχύει το διττό αξιόποινο (μη απαριθμούμενες αξιόποινες πράξεις, ως έχει προαναφερθεί -βλ. το Άρθρο 12
(2)του Νόμου 133(Ι)/2004-), ενδέχεται να είναι αναγκαία εκτενέστερη περιγραφή προκειμένου να στοιχειοθετηθούν οι κύριες πτυχές των πραγματικών περιστατικών. Στις περιπτώσεις αυτές, πρέπει να συμπεριλαμβάνονται τα στοιχεία τα οποία είναι ουσιώδη ώστε το Δικαστήριο, ως η δικαστική αρχή εκτέλεσης, να είναι σε θέση να λάβει απόφαση σχετικά με το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, και ιδίως, ως έχει προαναφερθεί, να προσδιορίσει τους πιθανούς λόγους μη εκτέλεσης ή προκειμένου να εφαρμόσει τον κανόνα της ειδικότητας. Η προσοχή, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να εστιάζεται στα πραγματικά περιστατικά τα οποία αφορούν το πρόσωπο που ζητείται να παραδοθεί. Κατ' ελάχιστο, ως έχει προαναφερθεί, στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, πρέπει να περιλαμβάνεται περιγραφή των απαραίτητων πραγματικών περιστατικών για τον συγκεκριμένο σκοπό (υπεύθυνο πρόσωπο, βαθμός συμμετοχής ή εκτέλεσης, τόπος, χρόνος, ποσότητα, τρόπος, επακόλουθη ζημία ή σωματική βλάβη, πρόθεση ή σκοπός, όφελος κ.λπ.). 29. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα καταγεγραμμένα στην την παράγραφο («Ε») του Εντάλματος που επιγράφεται «Offences», κάτω από την αναφορά «Description of the circumstances in which the offence(s0 was (were) committed, including the time, place and degree of participation in the offence(
- s)by the requested person», και τις σχετικές με το ζήτημα αυτό διευκρινήσεις, ως έχουν προαναφερθεί, προκύπτουν τα εξής: (α) Ότι, οι ισχυριζόμενες αξιόποινες πράξεις, διαπράχθηκαν από τον Εκζητούμενο, μεταξύ της 01ης/01/2012 και της 10ης/10/2018. Γίνεται δηλαδή αναφορά, στον χρόνο τέλεσης τους. (β) Ότι, οι αξιόποινες πράξεις, διαπράχθηκαν σε Βέλγιο και Κύπρο (βλ. Anthony Joannides ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2017:A337, Πολιτική Έφεση Αρ. 226/2017, 05/10/2017). Γίνεται δηλαδή αναφορά, στο τόπο τέλεσης τους. (γ) Και, ότι, ο Εκζητούμενος, λογιστής στο επάγγελμα στην Κύπρο, στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο, ενεργούσε, έναντι ανταλλάγματος, ως υπεύθυνος λογιστικής, προς συγκάλυψη και νομιμοποίηση, των παράνομων εσόδων του ***** Velkovich, μέσω νομικών προσώπων των οποίων τον έλεγχο είχε ο ίδιος ή και ο εν λόγω ***** Velkovich. Γίνεται δηλαδή αναφορά και στην συμμετοχή του Εκζητούμενου στις ισχυριζόμενες τελεσθείσες αξιόποινες πράξεις. 30. Παρέχονται, συνεπώς, κατά την άποψη μου, οι ελάχιστες απαραίτητες πληροφορίες για την υπόθεση που ο Εκζητούμενος αντιμετωπίζει στο Βέλγιο, για την λήψη της απόφασης του Δικαστηρίου. Βλ. Anthony Joannides ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2017:A337, Πολιτική Έφεση Αρ. 226/2017, 05/10/2017 και Re Θωμάς Πέτρου, ECLI:CY:AD:2018:A10, Πολιτική Έφεση Αρ. 421/2017, 11/01/2018. 31. Οι προαναφερόμενες διαπιστώσεις μου, με οδηγούν στην κατάληξη, ότι, στην προκείμενη περίπτωση, το υπό εξέταση ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είναι σύμφωνο με τις πρόνοιες του Άρθρου 12 του Νόμου 133(I)/2004 και μπορεί να εκτελεστεί, αφής στιγμής περιέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία, η διαπίστωσης των οποίων επιβάλλεται από το Άρθρο 4 του Νόμου 133(I)/2004. Παράλληλα, δεν βρίσκω να προκύπτει, οποιοσδήποτε λόγος στην βάση του οποίου το Δικαστήριο θα μπορούσε να ενεργήσει προς απόρριψη του αιτήματος, δυνάμει των προνοιών των Άρθρων 13, 14 και 15 του Νόμου 133(I)/2004. 32. Συγκεκριμένα, σε ότι αφορά τις πρόνοιες του Άρθρου 13(στ) του Νόμου 133(I)/2004, επισημαίνω ότι, οι Βελγικές αρχές, έχουν διαβεβαιώσει, ότι, μετά από την ακρόασή της υπόθεσης του Εκζητουμένου από αρμόδιο Βελγικό Δικαστήριο, σε περίπτωση καταδίκης του, ο Εκζητούμενος θα διαμεταχθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία ώστε να εκτίσει εδώ, την όποια ποινή, στερητική της ελευθερίας του, τυχόν του επιβληθεί. Διαβεβαίωσης, που δόθηκε από την Αρχή Έκδοσης του Εντάλματος, μέσω του κ. ***** Frango, Ομοσπονδιακού Εισαγγελέα, του Γραφείου του Ομοσπονδιακού Εισαγγελέα, δια επιστολής του ημερομηνίας 18/10/2018 (βλ. Τεκμήριο 4), στο οποίο αναφέρεται: «. I have the honour of confirming that, in accordance with Article 5, clause 3 of the Framework Decision of 13 June 2002 on the European Arrest Warrant, I do gurantee the return to Cyprus of the Cypriot national or resident surrendered by you, in casu TANONIC NEDZAD, born on 09 January 1966 in Sarajevo. .». Σε ότι αφορά την εξασφάλιση της προαναφερόμενης διαβεβαίωσης, μαρτυρία στο Δικαστήριο δόθηκε από τον εκπρόσωπο της Κεντρικής Αρχής, κ. ***** Χίντικο, λειτουργό στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης. Σε ότι αφορά την σημασία των διαβεβαιώσεων, παραπομπή γίνεται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν Miroslaw Mrukwa, Πολιτική Έφεση Αρ. 41/14, 05/03/2014, Re Shini-Mehrabzadeh Said, Πολιτική Εφεση Αρ. 279/2015, 17/11/2015, Re Γεώργιος Χαρατσίδης, ECLI:CY:AD:2016:A176, Πολιτική Έφεση Αρ. 394/2014, 28/03/2016 (κατ' αναλογίαν). Ως έχει νομολογηθεί, τέτοιου είδους διαβεβαιώσεις, όταν δίδονται, δημιουργούν τεκμήριο ως προς το ότι θα τιμηθούν (Βλ. Ahmad and Aswat v The Governor of the United States of America [2007] H.R.L.R. 8, Serbeh v Governor of HMP Brixton [2002] E.W.H.C. 2356 (Admin) και Re Γεώργιος Χαρατσίδης, Πολιτική Έφεση Αρ. 394/2014, 28/03/2016 (κατ' αναλογίαν). Εγερθέντα ζητήματα 33. Ο Εκζητούμενος, έχει, δια των συνηγόρων του, εισηγηθεί, ότι, η συμπληρωματική πληροφόρηση που έλαβε το Δικαστήριο, σε ότι αφορά το Ένταλμα, δια των Τεκμηρίων 4 και 5, δεν αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για την λήψη απόφασης εκτέλεσης του από το Δικαστήριο και παράδοσης του στις Βελγικές Αρχές. Ως επακριβώς ετέθη το ζήτημα από πλευράς Εκζητούμενου: «Τίποτε δεν υπάρχει ενώπιον [του Δικαστηρίου] που να διασφαλίζει με σαφήνεια και ασφάλεια στον απαιτούμενο βαθμό ότι η συμπληρωματική πληροφόρηση που περιέχεται στα τεκμήρια 4 και 5 προέρχεται όντως από τη Δικαστική Αρχή που εξέδωσε το ΕΕΣ». 34. Δεν συμφωνώ με την εισήγηση. 35. Όπως έχει προαναφερθεί, σύμφωνα με την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης, το Δικαστήριο, ως η δικαστική αρχή εκτέλεσης του Εντάλματος, δεν μπορεί να αμφισβητήσει την ορθότητα των αποφάσεων της δικαστικής αρχής έκδοσης του Εντάλματος και δη τα όσα περιλαμβάνονται στο Ένταλμα. Το ίδιο ισχύει, κατ' επέκταση και σε ότι αφορά τα όσα υπό τύπο διευκρινήσεων (ήτοι, συμπληρωματικής πληροφόρησης), παρέχονται στο Δικαστήριο σχετικά. 36. Ο μηχανισμός του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, επισημαίνεται, λειτουργεί με γνώμονα τη γενική παραδοχή, ότι, η δικαστική αρχή εκτέλεσης του, μπορεί να αποφασίζει σχετικά με την παράδοση του εκζητούμενου προσώπου, βάσει των πληροφοριών που περιέχονται σε αυτό. Όπως σημειώνεται στο Εγχειρίδιο Για Τον Τρόπο Έκδοσης Και Εκτέλεσης Του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ημερομηνίας 28/09/2017 (στο εξής καλούμενο «το Εγχειρίδιο»), στην σελίδα 37, «η παραδοχή αυτή βασίζεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης και στην ανάγκη ταχείας λήψης απόφασης σχετικά με την παράδοση.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου). 37. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος, που, αιτήσεις συμπληρωματικών πληροφοριών, πρέπει να υποβάλλονται κατ' εξαίρεση. Μολαταύτα, όταν τούτες κρίνονται απαραίτητες για σκοπούς συμμόρφωσης με το καθήκον εκτέλεσης ενός ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, ακριβώς επειδή η ενέργεια αυτή [της αναζήτησης τους] αποτελεί καθήκον της δικαστικής αρχής εκτέλεσης του εντάλματος, σχετικά αιτήματα, αφενός, πρέπει να υποβάλλονται και αφετέρου, πρέπει να υποβάλλονται χωρίς καθυστέρηση. Η δε σχετική επικοινωνία, πρέπει να διεξάγεται πάντα το ταχύτερο δυνατόν και σε κάθε περίπτωση, εντός των προθεσμιών που τίθενται από το Άρθρο 17 της Απόφασης-Πλαίσιο 2002/584 (και το Άρθρο 23 του Νόμου 133(Ι)/2004). 38. Όπως σημειώνεται και στο προαναφερόμενο Εγχειρίδιο, στην σελίδα38: «Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης βασίζεται στην αρχή της απευθείας επικοινωνίας μεταξύ αρμοδίων αρχών. Η απευθείας επικοινωνία μεταξύ των δικαστικών αρχών έκδοσης και εκτέλεσης του εντάλματος, έχει το πλεονέκτημα της ταχύτητας και αξιοπιστίας. Ωστόσο, η επικοινωνία πρέπει να διεξάγεται μέσω κεντρικής αρχής εάν το οικείο κράτος μέλος έχει ορίσει κεντρική αρχή αρμόδια για την επίσημη αλληλογραφία σύμφωνα με το άρθρο 7 της απόφασης-πλαισίου για το ΕΕΣ. Στον δικτυακό τόπο του ΕΔΔ (https://www.ejn-crimjust.europa.
- eu)παρέχονται πληροφορίες σχετικά με τα κράτη μέλη που έχουν κάνει χρήση αυτής της δυνατότητας. Δικαστικός Άτλας (στοιχεία επικοινωνίας) Στοιχεία επικοινωνίας των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών παρέχονται στο εργαλείο ΑΤΛΑΣ στον δικτυακό τόπο του ΕΔΔ (https://www.ejn-crimjust.europa.eu). Ο Άτλας σχεδιάστηκε για τον προσδιορισμό της αρχής που είναι κατά τόπον αρμόδια για την παραλαβή της απόφασης που πρέπει να εκτελεστεί και για την επικοινωνία με το κατάλληλο πρόσωπο, ώστε να συζητούνται πρακτικά ζητήματα σχετικά με το ΕΕΣ και άλλες πράξεις αμοιβαίας αναγνώρισης. Τρόποι επικοινωνίας Στην απόφαση-πλαίσιο για το ΕΕΣ δεν προβλέπονται ειδικοί κανόνες σχετικά με τους τρόπους ή τις διαδικασίες επικοινωνίας μετά την παραλαβή του ΕΕΣ. Η επικοινωνία μπορεί να πραγματοποιείται με οποιοδήποτε διαθέσιμο, επαρκώς ασφαλές μέσο (π.χ. τηλέφωνο ή ηλεκτρονικό ταχυδρομείο). Ο πλέον αποτελεσματικός τρόπος είναι η απευθείας επικοινωνία με ελάχιστες διατυπώσεις και, όπου είναι εφικτό, με συμφωνία ως προς τη χρήση κοινής γλώσσας. Στη γραπτή επικοινωνία, συνιστάται να χρησιμοποιείται όσο το δυνατόν πιο απλή γλώσσα. Όροι και έννοιες που ενδέχεται να έχουν διαφορετικές σημασίες σε διαφορετικά νομικά συστήματα πρέπει να αποφεύγονται ή να επεξηγούνται. Με τον τρόπο αυτό αποφεύγονται οι παρανοήσεις και τα μεταφραστικά προβλήματα. Η καλή επικοινωνία συμβάλλει στην ταχύτητα της διαδικασίας, στην αποφυγή παρανοήσεων και στην τήρηση των σύντομων προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο 17 της απόφασης-πλαισίου για το ΕΕΣ ...». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 39. Στην προκείμενη περίπτωση, η Κύπρος, συμφώνως των προνοιών του Άρθρου 7 της Απόφασης-Πλαίσιο 2002/584 [x], έχει ορίσει κεντρική αρχή, αρμόδια, μεταξύ άλλων, για την επίσημη αλληλογραφία για σκοπούς που αφορούν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξης (βλ. τα Άρθρα 5 και 21
(2)του Νόμου 133(Ι)/2004 και την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη υπόθεση Re Shini-Mehrabzadeh Said, Πολιτική Εφεση Αρ. 279/2015, 17/11/2015).
- Το Βέλγιο, όπως πολύ εύκολα μπορεί κάποιος να διαπιστώσει κάνοντας χρήση του προαναφερόμενου [από το Εγχειρίδιο] εργαλείου «ΑΤΛΑΣ» στον δικτυακό τόπο του Ευρωπαϊκού Δικαστικού Δικτύου («ΕΔΔ»), «https://www.ejn-crimjust.europa.eu», σε ότι αφορά το υπό συζήτηση θέμα, γενικά, φαίνεται να έχει ορίσει υπεύθυνο («κατάλληλη αρχή»), τον αρμόδιο, τοπικά, δημόσιο κατήγορο, ή στην περίπτωση που αυτός δεν είναι γνωστός, τον ομοσπονδιακό δημόσιο κατήγορο ή την κεντρική αρχή του Βελγικού Υπουργείου Δικαιοσύνης («the public prosecutor who is territorialy competent; If not known: the federal public prosecutor or the central authority of the Belgian Ministry of Justice.»). Στην προκείμενη περίπτωση, στο Ένταλμα, στην παράγραφο («Ι») του Εντάλματος, που επιγράφεται «The Judicial Authority which issued the warrant», κάτω από την αναφορά «Where a central authority has been made responsible for the transmission and administrative reception of European arrest warrant», ως αρμόδια κεντρική αρχή, έχει ειδικά οριστεί, το Γραφείο του Ομοσπονδιακού Δημόσιου Κατήγορου («The Federal Crown Prosecutor's Office») και ως άτομο επικοινωνίας, ο ***** Franco.
- Συνεπώς, οι όσες πληροφορίες για το Ένταλμα που παρασχέθηκαν στο Δικαστήριο από την Δικαστική Αρχή Έκδοσης του Εντάλματος, μέσω του κ. ***** Frango, δια των Τεκμηρίων 4 και 5, σίγουρα μπορούν να ληφθούν υπόψη του Δικαστηρίου για την προαναφερόμενη απόφαση του. Η επικοινωνία για σκοπούς εξασφάλισης της πληροφόρησης αυτής, έγινε μεταξύ του Δικαστηρίου και της Δικαστικής Αρχής Έκδοσης του Εντάλματος, δια μέσου των κεντρικών αρχών, που έχουν οριστεί ως τέτοιες από Κύπρο και Βέλγιο με την σχετική αντίστοιχη ειδοποίηση τους προς τον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ως αυτή, σε ότι αφορά την περίπτωση του Βελγίου, έχει συγκεκριμενοποιηθεί και στο Ένταλμα, ώστε η νομιμότητα ή και η κανονικότητα της έκδοσης, κοινοποίησης και διαβίβασης τους, να τεκμαίρεται. Δεν μπορώ να αποδεχθώ ότι, το τεκμήριο αυτό έχει ανατραπεί, από τα όσα υπό τύπο σχολιασμού των Τεκμηρίων 4 και 5 ετέθησαν στην προσοχή του Δικαστηρίου από πλευράς Εκζητούμενου. Αποδοχή τους, θα σήμαινε καταστρατήγηση του γράμματος και του πνεύματος του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, από τα οποία προκύπτει ότι, η όποια επικοινωνία για συμπληρωματική πληροφόρηση σχετικά με το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, μπορεί να πραγματοποιείται με οποιοδήποτε διαθέσιμο, επαρκώς ασφαλές μέσο, -όπως στην προκείμενη περίπτωση, που έγινε δια της χρήσεως ηλεκτρονικού ταχυδρομείου- και με τις ελάχιστες διατυπώσεις («with minimum formalities») -όπως στην προκείμενη περίπτωση παρατηρείται, σε ότι αφορά τα Τεκμήρια 3 και 4, τα οποία εστάλησαν με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από τον ***** Franco, δια της γραμματέως του, ***** Manor (εστάλη από την ηλεκτρονική διεύθυνση της γραμματέως, με κοινοποίηση και στην ηλεκτρονική διεύθυνση του Evi Franco, και φέρει υπογραφή «for ***** Franco»- (βλ. Re Θωμάς Πέτρου, ECLI:CY:AD:2018:A10, Πολιτική Έφεση Αρ. 421/2017, 11/01/2018). Σχετικά, είναι τα προαναφερόμενα από το Εγχειρίδιο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στο μέρος που επιγράφεται «Τρόποι Επικοινωνίας».
- Παρόμοιο ζήτημα ετέθη προς εξέταση και στην υπόθεση Hadwen James ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Πολιτική Έφεση Αρ. 184/2014, 17/07/2014 ανωτέρω και το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε για αυτό ως εξής: «Έχουμε ήδη τονίσει ότι η νομιμότητα ή η κανονικότητα της έκδοσης ενός ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης στα πλαίσια της αμοιβαίας αναγνώρισης των ποινικών αποφάσεων κρατών μελών της ΕΕ, δεν μπορεί να αναχαιτιστεί με την προβολή γενικών και αόριστων ισχυρισμών και υπερασπίσεων που δεν έχουν άλλο σκοπό από του να συσκοτίσουν τα επίδικα θέματα. Τα περιορισμένα στοιχεία που έθεσε η πλευρά του Εφεσείοντος, τόσο πρωτοδίκως όσο και κατ' έφεση, δεν είναι ικανά να ανατρέψουν το τεκμήριο της κανονικότητας. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Ovakimyan v. Γενικού Eισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2005)1 ΑΑΔ 1119, η παράδοση εκζητουμένου προσώπου μεταξύ κρατών μελών κατ' εφαρμογή του άρθρου 9 της Απόφασης-Πλαίσιο, είναι πλέον μια διαδικασία που διεξάγεται εξ' ολοκλήρου μεταξύ δικαστικών αρχών, τα ονόματα των οποίων καθορίζονται δυνάμει του άρθρου 34 της Απόφασης-Πλαίσιο και αφού κοινοποιηθούν στο Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου και την Επιτροπή, διαβιβάζονται στα κράτη μέλη. Κατά την άποψή μας, η Κεντρική Αρχή της Κύπρου δεν είχε καμία υποχρέωση υπό τις περιστάσεις, να προσκομίσει πρόσθετη μαρτυρία επί αυτού του σημείου.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 43. Βλ. επί του ιδίου ζητήματος και τα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Πηγασίου ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2009)1 Α.Α.Δ. 519 ανωτέρω, στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής: «Ως προς την προβληθείσα εισήγηση ότι το έγγραφο διαβεβαίωσης είναι φωτοαντίγραφο, και άγνωστο από πού προήλθε, και ότι επομένως δεν έπρεπε να γίνει αποδεχτό, η εισήγηση δεν έχει έρεισμα γιατί το ίδιο το Άρθρο 10 (4 και 5) της Απόφασης-Πλαίσιο και το Άρθρο 8 (4 και 5) του Νόμου 133(Ι)/2004 επιτρέπουν τη χρήση για τη διαβίβαση του εντάλματος με οποιοδήποτε ασφαλές μέσο. Η δυνατότητα αυτή επιβεβαιώθηκε και στην υπόθεση Ovakimyan v. Γενικού Εισαγγελέα
(2005)1 Α.Α.Δ.
- Η κα. Μορφάκη είπε στη μαρτυρία της ότι η αποστολή και λήψη ενταλμάτων σύλληψης μέσω τηλεομοιότυπου είναι συνήθης διαδικασία. Το ίδιο ισχύει mutatis mutandis και για το έγγραφο διαβεβαίωσης, κατά την κρίση μας. Συνακόλουθα ούτε και αυτή η εισήγηση του εφεσείοντα γίνεται δεκτή.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Ο Εκζητούμενος, έχει, δια των συνηγόρων του, περαιτέρω εισηγηθεί, ότι, δεν θα πρέπει να εκτελεστεί το Ένταλμα, κατ' εφαρμογής των προνοιών του Άρθρου 14
(1)(στ)(i) του Νόμου 133(Ι)/2004, που δίδει ως προς τούτο στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια. Σύμφωνα με το Άρθρο 14
(1)(στ)(
- i)του Νόμου 133(Ι)/2004: «Η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις: . (στ) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί για αξιόποινη πράξη, η οποία: (
- i)θεωρείται κατά τον Κυπριακό ποινικό νόμο ότι τελέστηκε εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας ή σε εξομοιούμενο προς αυτό τόπο ή (
- ii)τελέστηκε εκτός του εδάφους του Κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και κατά τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους δεν επιτρέπεται η δίωξη για την ίδια αξιόποινη πράξη που διαπράττεται εκτός του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας,». (η υπογράμμιση είναι δική μου) 45. Όπως υποστηρίζει ο Εκζητούμενος, «οι προσδιοριζόμενοι από την κεντρική αρχή τόποι Genk και Mechelen με κανένα τρόπο συνδέονται με την περιγραφή στο ΕΕΣ ως προς τις περιστάσεις τέλεσης των κάτ. ισχυρισμό αδικημάτων, ενώ η αναφορά στην Κύπρο συνοδεύεται με την πρόσθετη σημείωση ότι ο εκζητούμενος ενήργησε για λογαριασμό του Dejan Veljkovic, σημείωση που παραπέμπει και πάλι στις δοθείσες στο ΕΕΣ λεπτομέρειες». Δηλαδή, κατά τον Εκζητούμενο, τα γεγονότα που ετέθησαν ενώπιον του Δικαστηρίου δια του Εντάλματος, «κανένα σύνδεσμο ή οποιαδήποτε σχέση έχουν με τους προσδιορισθέντες, μόνο λεκτικά, τόπους του Βελγίου», αλλά, αντιθέτως, «παραπέμπουν μόνο στην Κύπρο». Αυτό, υποστηρίξει περαιτέρω, σε συνδυασμό με τις προσωπικές του περιστάσεις («κύπριος υπήκοος, που εργάζεται και διαμένει μόνιμα στην Κύπρο, χήρος και μοναδικός προστάτης δύο παιδιών που εξαρτώνται αποκλειστικά από αυτόν, με το ένα να είναι ανήλικο και το άλλο οριακά ανήλικο, με πολύ στενούς δεσμούς με την Δημοκρατία»), δικαιολογούν, κατ' εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας, την άσκηση, προς όφελος του, της προαναφερόμενης εξουσίας του Δικαστηρίου. Όπως το έθεσε, «δεδομένου . ότι η μαρτυρία είναι πολύ εύκολα προ προσβάσιμη στην Κύπρο, η οποιαδήποτε διερεύνηση τυχόν αποφασιστεί από πλευράς των ημεδαπών αστυνομικών αρχών καθίσταται πιο ευχερής.». 46. Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Miroslaw Mrukwa, Πολιτική Έφεση Αρ. 41/14, 05/03/2014, το Δικαστήριο, ως η αρμόδια δικαστική αρχή εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, έχει την ευθύνη να σταθμίσει τα δικαιώματα του εκζητουμένου όπως αυτά διασφαλίζονται από την Ε. Σ. Δ. Α., σε συνάρτηση με το δημόσιο συμφέρον που επιβάλλει ότι κάθε παραβάτης πρέπει να οδηγείται ενώπιον της δικαιοσύνης, δεδομένης και της αρχής ότι «τα Δικαστήρια της χώρας έκδοσης, οφείλουν να επιδεικνύουν σεβασμό στις υποχρεώσεις της χώρας τους έναντι της αιτήτριας χώρας και να συνεκτιμούν και την ανάγκη αποτροπής άλλων επίδοξων φυγοδίκων από το να βρουν καταφύγιο στην χώρα τους». 47. Στην προκείμενη περίπτωση, ο Εκζητούμενος, ζητείται από τις Βελγικές αρχές, ώστε να εκδικαστεί για πολύ σοβαρά ποινικά αδικήματα. Υπήρξε, ως προκύπτει, διερεύνηση της υπόθεσης και οι αρχές του Βελγίου, προφανώς, θεωρούν ότι υπάρχει υπόθεσης για να προσαχθεί ο Εκζητούμενος ενώπιον αρμόδιου Βελγικού Δικαστηρίου ως κατηγορούμενος για τα συγκεκριμένα αυτά, πολύ σοβαρά, επαναλαμβάνω, ποινικά αδικήματα. 48. Στην Κύπρο, τουναντίον, δεν φαίνεται να υπάρχει σχετική υπόθεσης υπό διερεύνηση από πλευράς αστυνομίας, ούτε και έχει παρουσιαστεί στο Δικαστήριο οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει πρόθεση από πλευράς του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας προς αυτή την κατεύθυνση. Σε ότι αφορά αυτό το τελευταίο, ας μην λησμονείται, ότι, στο Δικαστήριο, για την υπόθεση αυτή, για την Κεντρική Αρχή, εμφανίζεται δικηγόρος από το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ο κ. Ζ. Συμεού, από τον οποίο, θα αναμενόταν, λογικά, αν υπήρχε μία τέτοια θέσης ή πρόθεσης από πλευράς του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, να ενημερωνόταν το Δικαστήριο σχετικά. Ένα τέτοιο στοιχείο, αν και όχι κατ' ανάγκη αποφασιστικά, σίγουρα θα προσμετρούσε σημαντικά στην κρίση του Δικαστηρίου για το υπό εξέταση ζήτημα. 49. Υπό το φως των προαναφερόμενων δεδομένων, χωρίς να παραβλέπονται από το Δικαστήριο, το τεκμήριο της αθωότητας του Εκζητουμένου σχετικά με τις πράξεις που του καταλογίζονται και οι προσωπικές του περιστάσεις, η πλάστιγγα κλείνει υπέρ της έκδοσης του προς τις Βελγικές αρχές για να εκδικαστεί από αρμόδιο Βελγικό Δικαστήριο για το κατηγορητήριο που έχει σχηματιστεί εναντίον του (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Miroslaw Mrukwa, Πολιτική Έφεση Αρ. 41/14, 05/03/2014, ανωτέρω). Το δε γεγονός ότι, τα αδικήματα, εκτός του Βελγίου, διαπράχθησαν και στην Κύπρο, δεν είναι γεγονός που μπορεί να δικαιολογήσει άρνηση εκτέλεσης του Εντάλματος (βλ. Anthony Joannides ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2017:A337, Πολιτική Έφεση Αρ. 226/2017, 05/10/2017). Σαφέστερη περιγραφή των γεγονότων της υπόθεσης που ο Εκζητούμενος θα αντιμετωπίσει ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου στο Βέλγιο και πως η κατ' ισχυρισμό ποινικά κολάσιμη συμπεριφορά του συνδέεται με το Βέλγιο ή και την κατ' ισχυρισμό ποινικά κολάσιμη συμπεριφορά του ***** Velkovic, ο Εκζητούμενος θα έχει όταν, αφού εκδοθεί, στο Βέλγιο θα έχει πρόσβαση στη δικογραφία της εν λόγω υπόθεσης (βλ. Anthony Joannides ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2017:A337, Πολιτική Έφεση Αρ. 226/2017, 05/10/2017). Για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας και για την απόφαση του Δικαστηρίου να εκτελέσει το Ένταλμα για την παράδοση του Εκζητούμενου στις Βελγικές αρχές, έχει δοθεί και υπάρχει η αναγκαία υπό τις περιστάσεις πληροφόρηση (βλ. Re Θωμάς Πέτρου, ECLI:CY:AD:2018:A10, Πολιτική Έφεση Αρ. 421/2017, 11/01/2018). [Δ]. ΚΑΤΑΛΗΞΗ 50. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, δεδομένης της συγκατάθεσης του Εκζητουμένου για την παράδοση του και υπό την επιφύλαξη της δηλώσεως του ως προς την μη παραίτηση του από τον κανόνα της ειδικότητας βάσει του Άρθρου 36 του Ν.133
(1)/2004, εγκρίνεται η εκτέλεση του Εντάλματος. 51. Διατάσσεται όπως ακολουθηθούν οι πρόνοιες του Άρθρου 29
(1)του Νόμου 133(I)/2004, το αργότερο εντός 10 ημερών από σήμερα.
- Ο Εκζητούμενος στο μεταξύ να τεθεί υπό αστυνομική κράτηση. Κάθε προγενέστερη διαταγή του Δικαστηρίου, σχετική με την απόλυση του Εκζητουμένου με εγγύηση, ακυρώνεται.
- Ο αρμόδιος Πρωτοκολλητής να κοινοποιήσει την απόφαση του Δικαστηρίου στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Δημοκρατίας. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Δέστε επ' αυτού και την υπόθεση Κυριάκου Χαραλάμπους Πηγασίου ν Γενικού Εισαγγελέα, Πολιτική Έφεση 120/09, 12/05/
- [ii] ΕΕ L 190, σελ.
- [iii] ΕΕ L 81, σελ.
- [iv] Το εν λόγω Άρθρο 12 του Νόμου 133(I)/2004 έχει ως εξής: «
(1)Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 13 έως 15 του παρόντος Νόμου, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται εφόσον: (α) Η πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, συνιστά έγκλημα το οποίο τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους που το εκδίδει και είναι αξιόποινη σύμφωνα και με τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού. Στις περιπτώσεις που η αξιόποινη πράξη συνιστά έγκλημα περί φόρων, τελών, τελωνείων και συναλλάγματος δεν αποτελεί λόγο άρνησης εκτέλεσης του εντάλματος η διαπίστωση ότι το Κυπριακό κράτος δεν επιβάλλει ιδίου τύπου φόρους ή τέλη ή δεν προβλέπει ιδίου τύπου ρύθμιση περί φόρων, τελών, τελωνείων και συναλλάγματος με εκείνη του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος. (β) Τα δικαστήρια του κράτους έκδοσης του εντάλματος καταδίκασαν τον εκζητούμενο σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας, στερητικά της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων
(4)μηνών για αξιόποινη πράξη.
(2)Η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται, χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, για τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφάλειας, ανώτατης διάρκειας τουλάχιστον τριών
(3)ετών: .». [v] Το εν λόγω Άρθρο 13 του Νόμου 133(I)/2004 έχει ως εξής: «Η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) Αν η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, καλύπτεται από αμνηστία σύμφωνα με τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους, εφόσον η Κυπριακή Δημοκρατία είχε την αρμοδιότητα για τη δίωξη αυτής της αξιόποινης πράξης, (β) αν από τις πληροφορίες που διαθέτει η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος προκύπτει ότι ο εκζητούμενος έχει δικασθεί τελεσιδίκως για τις ίδιες πράξεις από κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον, σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους έκδοσης που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, (γ) αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είναι ανεύθυνο ποινικά λόγω της ηλικίας του για την αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ένταλμα, σύμφωνα με τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους, (δ) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί προς το σκοπό της δίωξης ή τιμωρίας προσώπου λόγω του φύλου, της φυλής, της θρησκείας, της εθνοτικής καταγωγής, της ιθαγένειας, της γλώσσας, των πολιτικών φρονημάτων, ή του γενετήσιου προσανατολισμού του, (ε) αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς το σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας, στερητικών της ελευθερίας, είναι ημεδαπός και η Κυπριακή Δημοκρατία αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας σύμφωνα με τους ποινικούς της νόμους, (στ) αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς το σκοπό της δίωξης, είναι ημεδαπός, εκτός εάν διασφαλιστεί ότι, μετά από ακρόασή του, θα διαμεταχθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία, ώστε να εκτίσει σ΄ αυτή την στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος.». [vi] Το εν λόγω Άρθρο 14 του Νόμου 133(I)/2004 έχει ως εξής: «
(1)Η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) Αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, διώκεται στην Κυπριακή Δημοκρατία για την ίδια αξιόποινη πράξη με εκείνη που αναφέρεται στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, (β) αν οι Κυπριακές αρχές αποφάσισαν είτε να μην ασκήσουν ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είτε να παύσουν τη δίωξη, (γ) αν έχει επέλθει παραγραφή της ποινικής δίωξης ή της ποινής σύμφωνα με τους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας και η αξιόποινη πράξη υπάγεται στην αρμοδιότητα των Κυπριακών δικαστικών αρχών σύμφωνα με τους Κυπριακούς Ποινικούς νόμους, (δ) αν ο εκζητούμενος έχει δικασθεί αμετακλήτως για την αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε να κωλύεται η μεταγενέστερη άσκηση δίωξης, (ε) αν από τις πληροφορίες που διαθέτει η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος προκύπτει ότι ο εκζητούμενος έχει δικασθεί αμετακλήτως για τις ίδιες πράξεις σε τρίτη χώρα, εφόσον, σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με το δίκαιο της χώρας που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, (στ) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί για αξιόποινη πράξη, η οποία: (i) θεωρείται κατά τον Κυπριακό ποινικό νόμο ότι τελέστηκε εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας ή σε εξομοιούμενο προς αυτό τόπο ή (ii) τελέστηκε εκτός του εδάφους του Κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και κατά τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους δεν επιτρέπεται η δίωξη για την ίδια αξιόποινη πράξη που διαπράττεται εκτός του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας, (ζ) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί προς το σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας, στερητικών της ελευθερίας, εφόσον ο εκζητούμενος κατοικεί ή διαμένει στην Κύπρο και η Κυπριακή Δημοκρατία αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας σύμφωνα με τους ποινικούς της νόμους.
(2)Επιπροσθέτως των διατάξεων του εδαφίου
(1), η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που έχει εκδοθεί με σκοπό την εκτέλεση ποινής στερητικής της ελευθερίας ή μέτρου ασφαλείας στερητικού της ελευθερίας, σε περίπτωση που ο εκζητούμενος δεν εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης, εκτός εάν στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης αναφέρεται ότι, βάσει δικονομικών απαιτήσεων που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους έκδοσης, ο εκζητούμενος- (α) εν ευθέτω χρόνω- (
- i)είτε είχε κλητευθεί αυτοπροσώπως και με την κλήτευση είχε ενημερωθεί σχετικά με την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης, είτε είχε δι' άλλων μέσων ενημερωθεί πραγματικά και επισήμως για την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης αυτής, κατά τρόπον ώστε να αποδεικνύεται σαφώς ότι τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης· και (
- ii)είχε ενημερωθεί ότι δύναται να εκδοθεί απόφαση σε περίπτωση που δεν εμφανισθεί στη δίκη· ή (β) τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης, είχε δώσει εντολή σε δικηγόρο, τον οποίον διόρισε είτε ίδιος είτε το κράτος, να τον ή την εκπροσωπήσει στη δίκη και όντως εκπροσωπήθηκε στη δίκη από τον εν λόγω δικηγόρο· ή (γ) αφού του επεδόθη η απόφαση και ενημερώθηκε ρητά για το δικαίωμά του να δικαστεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικό μέσο, σε διαδικασία όπου δικαιούται να παρίσταται και όπου η ουσία της υπόθεσης, περιλαμβανομένων και νέων αποδεικτικών στοιχείων, επανεξετάζεται και η δίκη δύναται να οδηγήσει σε ανατροπή της αρχικής απόφασης- (
- i)έχει δηλώσει ρητώς ότι δεν αμφισβητεί την απόφαση· ή (
- ii)δεν έχει ζητήσει να δικαστεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο εντός της ταχθείσας προθεσμίας· ή (δ) δεν έλαβε προσωπικά επίδοση της απόφασης αλλά- (
- i)η απόφαση θα του επιδοθεί προσωπικά και αμελλητί μετά την παράδοσή του και θα ενημερωθεί ρητά για το δικαίωμά του να δικασθεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο, σε διαδικασία όπου δικαιούται να παρίσταται και όπου η ουσία της υπόθεσης, περιλαμβανομένων και νέων αποδεικτικών στοιχείων, επανεξετάζεται και η διαδικασία αυτή δύναται να οδηγήσει σε ανατροπή της αρχικής απόφασης· και (
- ii)θα ενημερωθεί σχετικά με την προθεσμία εντός της οποίας δικαιούται να ζητήσει να δικαστεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο, ως προβλέπεται στο σχετικό ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης.
(3)Σε περίπτωση που το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται με σκοπό την εκτέλεση ποινής στερητικής της ελευθερίας ή μέτρου ασφαλείας στερητικού της ελευθερίας υπό τους όρους της παραγράφου (δ) του εδαφίου
(2)ανωτέρω και ο εκζητούμενος δεν έχει λάβει προηγουμένως επίσημη ενημέρωση για την ύπαρξη δικαστικής διαδικασίας εναντίον του, ο εκζητούμενος έχει το δικαίωμα, κατά την ενημέρωσή του για το περιεχόμενο του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και προτού παραδοθεί στις αρμόδιες αρχές εκτέλεσης, να ζητήσει να λάβει αντίγραφο της απόφασης. Μόλις η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος ενημερωθεί για το ως άνω αίτημα του εκζητουμένου, παρέχει ευθύς στον εκζητούμενο, μέσω της δικαστικής αρχής εκτέλεσης του εντάλματος, αντίγραφο της απόφασης: Νοείται ότι σε καμία περίπτωση το αίτημα του εκζητουμένου για λήψη αντιγράφου απόφασης δεν καθυστερεί τη διαδικασία παράδοσής του ή την απόφαση εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης: Νοείται, περαιτέρω, ότι η διαβίβαση της απόφασης στον εκζητούμενο γίνεται αποκλειστικά για ενημερωτικούς σκοπούς και δεν κινεί τις όποιες προθεσμίες ενδέχεται να ισχύουν για αίτηση επανεκδίκασης της υπόθεσης ή άσκησης έφεσης.
(4)Σε περίπτωση που ο εκζητούμενος παραδίδεται υπό τους όρους της παραγράφου (δ) του εδαφίου
(2)ανωτέρω και έχει ζητήσει επανεκδίκαση της υπόθεσης ή άσκηση έφεσης, μέχρι την ολοκλήρωση της επανεκδίκασης ή της έφεσης η κράτηση του εκζητουμένου επανεξετάζεται, ανά τακτά διαστήματα ή κατόπιν αίτησης του εκζητουμένου, στη βάση του δικαίου του κράτους έκδοσης. Η επανεξέταση παρέχει ειδικότερα τη δυνατότητα αναστολής ή διακοπής της κράτησης. Η επανεκδίκαση της υπόθεσης ή η άσκηση της έφεσης αρχίζει εν ευθέτω χρόνω μετά την παράδοση.». [vii] Το εν λόγω Άρθρο 15 του Νόμου 133(I)/2004 έχει ως εξής: «
(1)Αν η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη ή με μέτρο στερητικό της ελευθερίας εφ΄ όρου ζωής, η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης από την αρμόδια δικαστική αρχή μπορεί να εξαρτηθεί από την προϋπόθεση ότι στο νομικό σύστημα του κράτους έκδοσης του εντάλματος ισχύουν διατάξεις για την επανεξέταση της επιβληθείσας ποινής - κατ΄ αίτηση ή το αργότερο μετά την πάροδο είκοσι
(20)ετών - ή για την εφαρμογή των μέτρων επιείκειας που προβλέπει υπέρ του προσώπου του δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος και τα οποία αποσκοπούν στην μη εκτέλεση μιας τέτοιας ποινής ή μέτρου.
(2)Αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς το σκοπό της δίωξης, κατοικεί στην Κυπριακή Δημοκρατία, η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης από την αρμόδια δικαστική αρχή μπορεί να εξαρτηθεί από την προϋπόθεση ότι ο εκζητούμενος, μετά από ακρόαση του, θα διαμεταχθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία, ώστε να εκτίσει σ΄ αυτό την στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος». [viii] Σύμφωνα με το Άρθρο 4
(1)(ε) του Νόμου 133(Ι)/2004: «4.
(1)Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης περιέχει τα ακόλουθα στοιχεία: (α) Ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου όπου είναι γνωστή· (β) όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος· (γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης, του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής· (δ) φύση και νομικό χαρακτηρισμό της αξιόποινης πράξης·. (ε) περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και ο τόπος τέλεσης καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη· (στ) την επιβληθείσα ποινή, αν πρόκειται για τελεσίδικη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και (ζ) στο μέτρο του δυνατού, τις οποιεσδήποτε λοιπές συνέπειες, περιλαμβανομένης οποιασδήποτε παρεπόμενης ποινής της αξιόποινης πράξης.
(2)Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης μπορεί να αφορά περισσότερες από μια αξιόποινες πράξεις.
(3)Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης μεταφράζεται στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του κράτους εκτέλεσης του εντάλματος. Όταν υποβάλλεται ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης στις κυπριακές αρχές θα πρέπει να είναι διατυπωμένο σε μια από τις επίσημες γλώσσες της Κυπριακής Δημοκρατίας ή στην αγγλική γλώσσα.
(4)Η δικαστική αρχή έκδοσης υποχρεούται να συμπληρώνει το συνημμένο έντυπο, Παράρτημα Α, το οποίο παρέχει τα πιο πάνω στοιχεία.». [ix] Σημειώσεις και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στο Εγχειρίδιο της για τον τρόπο έκδοσης και εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, της 28/09/2017, C
(2017)6389•, τα αναφερόμενα στο οποίο, αν και μη δεσμευτικά, μπορούν να υποβοηθήσουν το Δικαστήριο στην λήψη σχετικής απόφασης του (βλ. John Constantinides v Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2015:A155, Πολιτική Έφεση Αρ. 347/2014, 05/03/2015). [x] Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με το προαναφερόμενο Άρθρο 7 της Απόφασης-Πλαίσιο 2002/584: «Article 7 Recourse to the central authority
- Each Member State may designate a central authority or, when its legal system so provides, more than one central authority to assist the competent judicial authorities.
- A Member State may, if it is necessary as a result of the organisation of its internal judicial system, make its central authority(ies) responsible for the administrative transmission and reception of European arrest warrants as well as for all other official correspondence relating thereto. Member State wishing to make use of the possibilities referred to in this Article shall communicate to the General Secretariat of the Council information relating to the designated central authority or central authorities. These indications shall be binding upon all the authorities of the issuing Member State.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο