ΑΛΟΥΜΙΝΙΑ ΑΝΤΡΕΑΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ ν. ΘΕΟΧΑΡΗ κ.α., Υπόθεση υπ' αρ.: 1529/2013, 26/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B224 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 1529/2013 Κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί από: ΑΛΟΥΜΙΝΙΑ ΑΝΤΡΕΑΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ Παραπονούμενη - εναντίον -
- ***** ΘΕΟΧΑΡΗ
- HIGHGATE PRIVATE SCHOOL LTD Κατηγορούμενοι ---------- Ημερομηνία: 26/10/
- Εμφανίσεις: Για την Παραπονούμενη: Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου Δ. Ε. Π. Ε. (Κατά την δίκη: κα Α. Ευσταθίου και κα Ν. Ζαχαριάδου) (Κατά την εκφώνηση της απόφασης: ...................) Για τους Κατηγορουμένους 1 και 2: κ. Β. Μπίσσας και Μ. Ηλιάδης & Σια Δ. Ε. Π. Ε. (Κατά την δίκη: κ. Β. Μπίσσας και κα Μ. Καραολιά) (Κατά την εκφώνηση της απόφασης: ...................) Κατηγορούμενος 1 Παρών. ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ Το κατηγορητήριο
- Στην υπόθεση αυτή, ο Κατηγορούμενος 1, αντιμετωπίζει, τελικώς ([1]), την ακόλουθη κατηγορία (κατηγορία υπ' αρ. 1 στο κατηγορητήριο), που αφορά το αδίκημα: της «Έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβασιν των Άρθρων 305Α και 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως ετροποποιήθη υπό των Νόμων 186/86, 36(Ι)/97, 37(Ι)/99, 25(Ι)/2003 και 70(Ι)/2008», αναφορικά με την οποία εκλήθη από το Δικαστήριο σε απολογία, δυνάμει του Άρθρου 74
(1)(γ) του Κεφ. 155, προς προβολή της υπεράσπισης του. Αφορά την επιταγή υπ' αρ. XXXXX1402 που εκδόθηκε επί της Marfin Laiki Popular Bank Public Co Ltd για το ποσό των €25.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που δίδονται για την προαναφερόμενη κατηγορία στο κατηγορητήριο: «Ο Κατηγορούμενος 1 υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής και/ή αντιπρόσωπος της Κατηγορουμένης 2 εταιρείας κατά ή περί την 03/11/2011 στη Λευκωσία υπέγραψε επιταγή της Marfin Laiki Bank με αριθμό XXXXX1402 εταιρείας Highgate Private School Ltd, ημερομηνίας 03/11/2011, για το ποσό των 25.000,00 ευρώ στο όνομα και στη διαταγή της εταιρείας Αλουμίνια Α. Χριστοφόρου & Υιοί Λτδ έναντι νόμιμου ανταλλάγματος και η οποία κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, άνευ εύλογης αιτίας προκάλεσε τη μη εξόφληση της εν λόγω επιταγής η οποία και επιστράφηκε με την ένδειξη «Υπογραφή Εκδότη Διαφέρει» και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε ημερών από την εν λόγω παρουσίαση μέχρι σήμερα.».
- Η Κατηγορούμενη 2, με τη σειρά της, αντιμετωπίζει την ακόλουθη κατηγορία (κατηγορία υπ' αρ. 2 στο κατηγορητήριο), που αφορά το αδίκημα: της «Έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβασιν των Άρθρων 305Α και 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως ετροποποιήθη υπό των Νόμων 186/86, 36(Ι)/97, 37(Ι)/99, 25(Ι)/2003 και 70(Ι)/2008», αναφορικά με την οποία εκλήθη από το Δικαστήριο σε απολογία, δυνάμει του Άρθρου 74
(1)(γ) του Κεφ. 155, προς προβολή της υπεράσπισης της. Αφορά, επίσης, την επιταγή υπ' αρ. XXXXX1402 που εκδόθηκε επί της Marfin Laiki Popular Bank Public Co Ltd για το ποσό των €25.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που δίδονται για την προαναφερόμενη κατηγορία στο κατηγορητήριο: «Η Κατηγορούμενη 2 κατά ή περί την 03/11/2011 στη Λευκωσία υπέγραψε επιταγή της Marfin Laiki Bank με αριθμό XXXXX1402 εταιρείας Highgate Private School Ltd, ημερομηνίας 03/11/2011, για το ποσό των 25.000,00 ευρώ στο όνομα και στη διαταγή της εταιρείας Αλουμίνια Α. Χριστοφόρου & Υιοί Λτδ έναντι νόμιμου ανταλλάγματος και η οποία κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, άνευ εύλογης αιτίας προκάλεσε τη μη εξόφληση της εν λόγω επιταγής η οποία και επιστράφηκε με την ένδειξη «Υπογραφή Εκδότη Διαφέρει» και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε ημερών από την εν λόγω παρουσίαση μέχρι σήμερα.». Η προσκομισθείσα μαρτυρία
- Προς απόδειξη της υπόθεσης της Παραπονούμενης, κλήθηκαν στο Δικαστήριο και κατέθεσαν, οι ακόλουθοι τρεις μάρτυρες: Ο ***** Χριστοφόρου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ1»), Ο ***** Σπύρου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ2»), και Η *****Μεταξά (στο εξής καλούμενη «η ΜΚ3»).
- Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, που, ως προαναφέρθηκε, εκλήθησαν από το Δικαστήριο σε απολογία σε ότι αφορά τις προαναφερόμενες κατηγορίες, τήρησαν σιγή (ο Κατηγορούμενος 1) και προς υπεράσπιση τους δεν παρουσιάστηκε καμία μαρτυρία. Η νομική πτυχή
- Σύμφωνα με το Άρθρο 305Α [[i]] του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 [[ii]]: «305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.
(3)Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος, με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωσή του, δεν συνιστά ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά παραβίαση, εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του.
(4)(α) Σε περίπτωση παρουσίασης επιταγής, η οποία παρουσιάσθηκε με ηλεκτρονικά μέσα, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει να παρέχει πληροφόρηση με ηλεκτρονικά μέσα στο πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, για τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της επιταγής, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και για την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή. (β) Κατά την παραλαβή της πληροφόρησης που αποστέλλεται δυνάμει της παραγράφου (α), το πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει, στο πρωτότυπο της επιταγής, τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της επιταγής, όπως αυτός περιέχεται στην πιο πάνω πληροφόρηση, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή. (γ) Η σφράγιση και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα ή και η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, αναφορικά με τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής και με την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή, αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωσή του δεν συνιστά, ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά, παραβίαση εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του.
(5)Παράβαση των δυνάμει των εδαφίων
(3)και
(4)επιβαλλόμενων υποχρεώσεων από οποιοδήποτε λειτουργό ή υπάλληλο του πιστωτικού ιδρύματος, ο οποίος εξουσιοδότησε ή, εν γνώσει του, έχει επιτρέψει ή συνεργήσει στην παράβαση, εκτός εάν η παράβαση έγινε λόγω καλόπιστου λάθους, συνιστά ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους τρεις
(3)μήνες ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες ευρώ (€2.000,00) ή και με τις δύο αυτές ποινές.
(6)Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις έκδοσης επιταγής, όταν αυτή εκδίδεται προς πληρωμή οφειλής που σχετίζεται με συναλλαγή ή πράξη, η οποία αντίκειται στα χρηστά ήθη ή σε οποιοδήποτε νόμο.
(7)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, «πιστωτικό ίδρυμα», σημαίνει- (α) τράπεζα, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο, ή (β) συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, ή (γ) οποιοδήποτε άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή οργανισμό που έχει συσταθεί με βάση οποιοδήποτε νόμο και εκδίδει βιβλιάρια επιταγών σε πελάτες του.
(8)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η παρουσίαση επιταγής περιλαμβάνει, τόσο τη φυσική παρουσίαση επιταγής, όσο και την παρουσίαση επιταγής με ηλεκτρονικά μέσα, σύμφωνα με διαδικασίες που εγκρίνει η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δυνάμει των εξουσιών που της χορηγούνται από το άρθρο 74Α του περί Συναλλαγματικών Νόμου.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 6. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, του προαναφερόμενου Άρθρου 305Α
(2)του Κεφ. 154, αναλύθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ttozios Management Ltd v Κυριάκος, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/04/2016. Παραθέτω την σχετική περικοπή: «. τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που δημιουργούνται με βάση το άρθρο αυτό είναι:
(1)Η έκδοση της επιταγής.
(2)Η πρόκληση της μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. . Εφόσον αποδειχθούν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που στοιχειοθετείται με το Άρθρο 305Α
(2)τότε το βάρος απόδειξης μετατίθεται επί των ώμων του Κατηγορουμένου (εκδότη) να αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας, για την ανάκληση της επιταγής. Το βάρος απόδειξης από τον Κατηγορούμενο (εκδότη) είναι εκείνο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο 2 του Άρθρου 305Α χωρίς να επεκτείνεται σε άλλες παραμέτρους όπως φαίνεται να είναι η εισήγηση των Εφεσειόντων. ...». 7. Η ύπαρξη «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της πληρωμής μίας επιταγής, που θεσμοθετείται ως υπεράσπιση του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κάτω από το Άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154 από το ίδιο το Άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154, ως εμφαίνεται και από την προαναφερόμενη περικοπή από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ttozios Management Ltd v Κυριάκος, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/04/2016, έχει επίσης εξεταστεί και αναλυθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην προαναφερόμενη υπόθεση Ttozios Management Ltd v Κυριάκος, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/04/2016. Αναφέρθηκαν, σχετικά με την υπεράσπιση αυτή, τα εξής: «Στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης δεν αμφισβητήθηκαν τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία του αδικήματος από τους Εφεσείοντες. Από κει και πέρα το βάρος μετετέθη επί των ώμων των Εφεσειόντων/Κατηγορουμένων να αποδείξουν στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων την ύπαρξη εύλογης αιτίας στην ανάκληση της πληρωμής της επιταγής. Η εύλογη αιτία συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με τον λόγο της ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο Κατηγορούμενος (εκδότης) κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησης της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή Υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου
(2)η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» τελεί υπό την προϋπόθεση ότι κατά/ή περί την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της ο κατηγορούμενος ως εκδότης γραπτώς παρέθεσε στο πιστωτικό ίδρυμα το λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της. Η αποτυχία απόδειξης της «εύλογης αιτίας» εν τη εννοία του Νόμου και όπως αυτή νομολογιακά ερμηνεύτηκε (βλ. Diamonds Co Ltd ν. Χρήστου Γεωργίου
(2011)2 Α.Α.Δ 763) θέτει τέρμα στην Υπεράσπιση του Κατηγορουμένου περί «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της επιταγής.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 8. Περαιτέρω, στην υπόθεση Nikiforos Technologies Ltd v Χρήστου, Ποινική Έφεση Αρ. 18/2012, 16/04/2014, το Ανώτατο Δικαστήριο, ως προς τα της προαναφερόμενης υπεράσπισης, επεξήγησε με την απόφαση του τα εξής: «Εύλογη αιτία, ., αποτελεί κατά τη νομολογία, η παρουσίαση γεγονότων και δεδομένων που δικαιολογούν την ανάκληση και που παρατίθενται γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή. Στην υπόθεση N.C. Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, το Εφετείο αναφέρθηκε στη δημιουργία δυνάμει του άρθρου 305Α
(2)της έγκυρης υπεράσπισης του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία, η οποία πρέπει να βασίζεται στην ειλικρινή πίστη ότι ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να ανακαλέσει την πληρωμή και ότι η πεποίθηση αυτή ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη, δηλαδή, καλή τη πίστει, («bona fide» ή «just cause»), (Osgood v. Nelson
(1872)L.R. 5 H.L. 636 και R. v. Hall 7 Q.B.D. 575). Η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται, όπως λέχθηκε, στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο
(2), χωρίς επέκταση σε άλλες έννομες σχέσεις που ενδεχόμενα να διατάρασσαν την προσφερόμενη υπεράσπιση, (δέστε σχετικά και την Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142).». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Βλ. επίσης, την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση, L.C.D. Domiki Ltd v R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011,30/01/
- Όπως προκύπτει από τα προαναφερόμενα: (α) η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» από πλευράς κατηγορουμένου, ο οποίος φέρει και το σχετικό βάρος απόδειξης της, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι, κατά/ή περί την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης, «γραπτώς παρέθεσε» στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εξέδωσε την επιταγή, το λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της, και (β) η εύλογη αιτία, «συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά», με τον λόγο της ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο κατηγορούμενος (εκδότης) κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησης της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Συνεπώς, η ποινική ευθύνη του εκδότη μίας επιταγής, η πληρωμή της οποίας έχει ανακληθεί από τον ίδιο, καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο
(2)του Άρθρου 305Α του Κεφ. 154, ως τούτο έχει προαναφερθεί. Η εκτίμηση της μαρτυρίας, η αξιολόγηση της αποδεκτής μαρτυρίας, ευρήματα για τα γεγονότα και τελικά συμπεράσματα Η μαρτυρία του ΜΚ1
- Ο ΜΚ1, είναι ο διευθυντής και κύριος μέτοχος της Παραπονούμενης εταιρείας. Μοναδικός άλλος μέτοχος στην Παραπονούμενη εταιρεία, είναι η σύζυγος του. Η Παραπονούμενη, σύμφωνα με τον ΜΚ1, επιχειρεί στον τομέα των κατασκευών και δη: (α) στην κατασκευή και τοποθέτηση αλουμινίων και (β) την προκατασκευή και τοποθέτηση κτιρίων («Προκατασκευασμένες Λυόμενες Κατασκευές»).
- Ο ΜΚ1, κατέθεσε αναφορικά με την συμφωνία στην οποία η Παραπονούμενη είχε προσέλθει με την Κατηγορούμενη 2 το έτος 2010, για την κατασκευή ή και τοποθέτηση από την Παραπονούμενη, σε εγκαταστάσεις της Κατηγορουμένης 2, όπου διατηρεί την ιδιωτική σχολή εκπαίδευσης Highgate Private School, μεταλλικών κατασκευών, κατασκευών αλουμινίων και ειδών υγιεινής, αξίας €238.876,
- Κατά τους ισχυρισμούς του ΜΚ1, η προσφορά της Παραπονούμενης (Τεκμήριο 1), βάση για την μετέπειτα συμφωνία της με την Κατηγορούμενη 2, είχε υποβληθεί προς την XXXXX Θεοχάρη, η οποία ήταν και το πρόσωπο που τελικά υπέγραψε την σύμβαση των μερών ημερομηνίας 19/07/2010 (Τεκμήριο 2) για λογαριασμό και στο όνομα της Κατηγορουμένης
- Όπως ο ΜΚ2 υποστήριξε, η Παραπονούμενη, εκπλήρωσε πλήρως τις υποχρεώσεις που ανέλαβε έναντι της Κατηγορουμένης 2 στην βάση των όσων είχαν μεταξύ τους συμφωνηθεί, προς πλήρη μάλιστα ικανοποίηση της Κατηγορουμένης
- Πέραν της προαναφερόμενης εργασίας, ισχυρίστηκε ο ΜΚ1, η Παραπονούμενη εκτέλεσε, κατόπιν ανάθεσης τους σε αυτήν από την Κατηγορούμενη 2, και κάποιες άλλες επιπλέον εργασίες στα προαναφερόμενα υποστατικά της τελευταίας, αξίας €73.235,55 (Τεκμήριο 3), τις οποίες η Κατηγορούμενη 2, ως ισχυρίστηκε, παρέλαβε αδιαμαρτύρητα.
- Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ΜΚ1, η Κατηγορούμενη 2, παρά το γεγονός ότι, σε ότι αφορά το προαναφερόμενο χρέος της προς την Παραπονούμενη, έκαμε προς την Παραπονούμενη κάποιες πληρωμές, εξακολουθεί να οφείλει στην Παραπονούμενη, μεγάλο μέρος του συμφωνημένου ανταλλάγματος για τις προαναφερόμενες εργασίες. Οφειλή χιλιάδων ευρώ της Κατηγορουμένης 2 προς την Παραπονούμενη, ισχυρίστηκε περαιτέρω ο ΜΚ1, υπήρχε και κατά την 03/11/2011, ένα και πλέον έτος μετά την διεκπεραίωση των εν λόγω εργασιών, όταν η Κατηγορούμενη 1 εξέδωσε και του παρέδωσε, έναντι αυτής, την επίδικη επιταγή (Τεκμήριο 5) για το ποσό των €25.
- Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ΜΚ1, η επίδικη επιταγή, εξεδόθη από την Κατηγορούμενη 2, δια της υπογραφής του Κατηγορουμένου 1, ο οποίος, σε αυτόν παρουσιαζόταν ως ένας από τους διευθυντές της Κατηγορουμένης
- Όπως ο ΜΚ2 περαιτέρω υποστήριξε, κατά την ίδια περίοδο, η XXXXX Θεοχάρη, σε μία από τις επισκέψεις του της Κατηγορούμενης 2 που αποσκοπούσε στην είσπραξη της οφειλής της προς την Παραπονούμενη, του είχε αναφέρει ότι, από εκείνη την χρονική στιγμή και μετά, την Κατηγορούμενη 2 και την σχολή Highgate Private School, θα την αντιπροσώπευε ο Κατηγορούμενος 1, στον οποίο και έπρεπε να αποτείνεται σχετικά.
- Η επίδικη επιταγή, υποστήριξε ο ΜΚ1, δεν τιμήθηκε όταν η Παραπονούμενη την κατέθεσε, μέσω του, την 03/11/2011, στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε για πληρωμή, λόγω του ότι, ως πληροφορήθηκε από την εν λόγω τράπεζα, «η υπογραφή του εκδότη διέφερε». Όπως ο ΜΚ1 υποστήριξε, εκ των υστέρων, φάνηκε ότι ο Κατηγορούμενος 1, εσκεμμένα υπέγραψε την επίδικη επιταγή, προκειμένου να τον εξαπατήσει και να προκαλέσει την μη πληρωμή της από την Κατηγορούμενη 2, εφόσον γνώριζε ότι δεν είχε εξουσία να υπογράφει προς έκδοση επιταγών της Κατηγορούμενης 2 και ότι την σχετική εξουσία εξακολουθούσε να έχει η XXXXX Θεοχάρη. Πληροφόρηση, που, ως ισχυρίστηκε ο ΜΚ1, έλαβε από αντιπρόσωπο της πληρώτριας τράπεζας. Η μαρτυρία του ΜΚ2
- Ο ΜΚ2, είναι ο λογιστής της Παραπονούμενης. Κατέθεσε σχετικά με την κατάσταση λογαριασμού που η Παραπονούμενη τηρεί σχετικά με την οφειλή της Κατηγορούμενης 2 προς αυτήν και το χρεωστικό της υπόλοιπο (Τεκμήρια 7 και 8). Οι καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήρια 7 και 8, υποστήριξε ο ΜΚ2, ετοιμάστηκαν από αυτόν. Όπως εξήγησε, στην κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 7, δεν περιλαμβάνονται κάποιες πληρωμές που έγιναν από την Κατηγορούμενη 2 στην Παραπονούμενη με επιταγές, επειδή αυτές οι επιταγές δεν τιμήθηκαν. Αυτά τα ποσά, ανέφερε ο ΜΚ2, η Παραπονούμενη τα διεκδικεί από την Κατηγορούμενη 2 και γι' αυτό τον λόγο, το υπόλοιπο οφειλόμενο που παρουσιάζει η κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 7, δεν είναι το τελικό. Το συνολικά οφειλόμενο, από την Κατηγορούμενη 2 προς την Παραπονούμενη, ποσό, το παρουσιάζει η κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 8, στην οποία είναι καταχωρημένες και οι προαναφερόμενες πληρωμές που έγιναν με επιταγές που δεν τιμήθηκαν από την Κατηγορουμένη 2 και για τις οποίες η Παραπονούμενη εξέδωσε προς την Κατηγορούμενη 2 σχετικές αποδείξεις είσπραξης. Σε αυτήν, περιλαμβάνεται και μία πληρωμή που έγινε στην Κατηγορούμενη 2 από την Παραπονούμενη, η οποία από παραδρομή δεν είχε αρχικά καταχωρηθεί (ήτοι, στην κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 7). Η επίδικη επιταγή, υποστήριξε, δεν περιλαμβάνεται ως καταχώριση στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 8, επειδή η Παραπονούμενη, σε ότι αφορούσε αυτήν, δεν εξέδωσε στην Κατηγορούμενη 2 απόδειξη είσπραξης. Για τούτο, ισχυρίστηκε περαιτέρω ο ΜΚ2, είναι αυτός που είχε συμβουλεύσει τον ΜΚ1, λόγω του ότι, σε ότι αφορούσε τις άλλες επιταγές που η Κατηγορούμενη 2 είχε εκδώσει στην Παραπονούμενη προς πληρωμή έναντι της οφειλής της, η Παραπονούμενη της εξέδωσε απόδειξη είσπραξης και τελικώς, αυτές οι επιταγές δεν τιμήθηκαν. Το συνολικό ποσό που η Κατηγορούμενη 2 όφειλε στην Παραπονούμενη στην βάση των μεταξύ τους συμφωνηθέντων, ισχυρίστηκε ο ΜΚ2, ήταν €323.096,
- Στις 03/03/2011 που εξεδόθη η επίδικη επιταγή, ανέφερε επίσης ο ΜΚ2, το οφειλόμενο προς την Παραπονούμενη ποσό από την Κατηγορούμενη 2, ήταν €163.896,
- Ενώ, κατά την δίκη (στις 07/03/2018 που ο ΜΚ2 κατέθετε), η Κατηγορούμενη 2 εξακολουθούσε να οφείλει στην Παραπονούμενη, €142.896,
- Η μαρτυρία της ΜΚ3
- Η ΜΚ3, είναι υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Κατέθεσε αναφορικά με τον λογαριασμό της Κατηγορουμένης 2 από τον οποίο εξεδόθη η επίδικη επιταγή, που σύμφωνα με την μαρτυρία της, έχει πλέον μεταφερθεί στην τράπεζα όπου εργάζεται, και του οποίου είναι η τραπεζίτης. Όπως η ΜΚ3 ανέφερε, σύμφωνα με το αρχείο της τράπεζας της, κατά το έτος 2011, εξουσιοδοτημένο από την Κατηγορούμενη 2 πρόσωπο να υπογράφει για να εκδίδει για λογαριασμό της επιταγές, ήταν η ***** Θεοχάρη (Τεκμήρια 9 και 11). Αλλαγή, εν προκειμένω, έγινε το έτος 2013, όταν εξουσιοδότηση από την Κατηγορούμενη 2, για να υπογράφει και να εκδίδει για λογαριασμό της επιταγές, πέραν της προαναφερόμενης XXXXX Θεοχάρη, έλαβε και ο Κατηγορούμενος 1, κάτι που, όπως ανέφερε, εξακολουθούσε, μέχρι και την κατάθεση της στο Δικαστήριο, να ισχύει (Τεκμήριο 10). Σύμφωνα με την μαρτυρία της ΜΚ3, η επίδικη επιταγή, όταν παρουσιάστηκε για πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα, επιστράφηκε στην Παραπονούμενη με την ένδειξη «η υπογραφή του εκδότη διαφέρει», ακριβώς επειδή προς έκδοση της, δεν είχε τεθεί η υπογραφή της Μαρίας Θεοχάρη, αλλά η υπογραφή κάποιου άλλου προσώπου. Η εκτίμηση της μαρτυρίας
- Η προαναφερόμενη μαρτυρία που παρουσιάστηκε από πλευράς Παραπονούμενης, γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο προς εξαγωγή των συμπερασμάτων του. Σε ότι αφορά αυτήν, σημειώνεται ότι, η μαρτυρία των ΜΚ2 και ΜΚ3, δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά από πλευράς υπεράσπισης. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, οι εν λόγω μάρτυρες, κατέθεσαν με ειλικρίνεια στο Δικαστήριο. Ήταν σαφείς στις τοποθετήσεις τους, οι οποίες, εκτός της συνοχής που είχαν, επιβεβαιώθηκαν και υποστηρίχθηκαν και από έγγραφα που παρουσίασαν και κατέθεσαν στο Δικαστήριο. Ο ΜΚ1, αν και στην μαρτυρία του εντοπίζονται κάποιες αντιφάσεις, κρίνω ότι ήταν ειλικρινής προς το Δικαστήριο. Στις αντιφάσεις αυτές, θεωρώ ότι ο ΜΚ1 περιέπεσε, όχι λόγω του ότι ήθελε να αποκρύψει από το Δικαστήριο την αλήθεια των γεγονότων, αλλά λόγω σύγχυσης του όταν αντεξεταζόταν από τον συνήγορο υπεράσπισης, σε συνδυασμό τούτο του χρόνου που παρήλθε από τότε που τα γεγονότα εκτυλίχθησαν, που προφανώς κατέστησε τούτο ευκολότερο. Σε κάθε περίπτωση, αυτές οι αντιφάσεις του ΜΚ2, δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία για το τι είναι επίδικο σε αυτή την υπόθεση. Για παράδειγμα, η σύγχυσης, ως εγώ την διαπίστωσα, του ΜΚ1, για τις διάφορες πληρωμές που έγιναν στην Παραπονούμενη από την Κατηγορούμενη 2 και την οφειλή της Κατηγορούμενης 2 προς την Παραπονούμενη κατά τον χρόνο της δίκης, οφείλεται στο γεγονός ότι, αυτές, φαίνεται να ήταν αρκετές και αφορούσαν χρήματα που ελήφθησαν πριν και μετά την χρηματοδότηση της Κατηγορουμένης 2 με ενοικιαγορά, με επιταγές που κάποιες τιμήθηκαν και κάποιες άλλες δεν τιμήθηκαν, σε σχέση με τις οποίες για κάποιες είχαν εκδοθεί αποδείξεις εξόφλησης και για κάποιες άλλες όχι. Φαίνεται ότι, ο ΜΚ1, για το ζήτημα αυτό, είχε την συνδρομή του λογιστή του, ΜΚ2, ο οποίος διαφώτισε τελικώς για το ζήτημα της οφειλής, χωρίς η μαρτυρία του τελευταίου, ως προαναφέρθηκε, να έχει αμφισβητηθεί ουσιαστικά. Το κύριο ζήτημα εδώ, είναι ότι, η υπεράσπιση, παρά την αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε ο ΜΚ1, δεν εισηγήθηκε προς αυτόν (ή και σε οποιονδήποτε άλλο μάρτυρα κατηγορίας για αυτό το θέμα) ότι υπήρξε από πλευράς της Κατηγορούμενης 2, πλήρης εξόφληση της οφειλής της προς την Παραπονούμενη, ή της επίδικης επιταγής, ή σε κάθε περίπτωση, ότι η Κατηγορούμενη 2, κατά τον χρόνο έκδοσης της επίδικης επιταγής, είτε αυτό έγινε την 03/11/2011, είτε σε οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία, δεν όφειλε στην Παραπονούμενη οποιαδήποτε χρήματα και δη τουλάχιστον το ποσό της επίδικης επιταγής. Τουναντίον, η γραμμή που ακολουθήθηκε από πλευράς υπεράσπισης, καταδεικνύει ότι, είναι αποδεκτή η ύπαρξη οφειλής της Κατηγορούμενης 2 προς την Παραπονούμενη, η οποία όμως, φαίνεται να υποστηρίζει η Κατηγορούμενη 2 βάσει της γραμμής αντεξέτασης του συνηγόρου υπεράσπισης της των ΜΚ1 και ΜΚ2 κατά την δίκη, δεν ανέρχεται στο ποσό που η Παραπονούμενη ισχυρίζεται. Αναφορά, εν προκειμένω, από πλευράς της υπεράσπισης, έγινε προς τον ΜΚ1, για κάποια πολιτική αγωγή που η Κατηγορούμενη 2 άσκησε εναντίον της Παραπονούμενης για κακοτεχνίες, χωρίς καθ' οιονδήποτε τρόπο να συνδεθεί το εν λόγω κατ' ισχυρισμό γεγονός, με αυτό της έκδοσης της επίδικης επιταγής. Σε κάθε περίπτωση, αυτό που έχει περισσότερη σημασία εδώ, ως προαναφέρθηκε, είναι, ότι, δεν φαίνεται να αμφισβητήθηκε από πλευράς της υπεράσπισης, ο ισχυρισμός του ΜΚ1, ότι η Κατηγορούμενη 2, κατά την έκδοση της επίδικης επιταγής στις 03/11/2011, όφειλε στην Παραπονούμενη, ή σε κάθε περίπτωση, η Παραπονούμενη είχε απαίτηση από αυτήν, εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ. Απαίτηση, που ως υποστήριξε ο ΜΚ2, στις 03/11/2011, ανερχόταν στις €163.896,
- Σε αυτό το σημείο, για να γίνει περισσότερο κατανοητό και το προαναφερόμενο σκεπτικό μου, αξίζει να σημειωθεί, ότι, στον ΜΚ1, όταν αυτός αντεξεταζόταν από τον συνήγορο υπεράσπισης των Κατηγορουμένων 1 και 2, σε γενικές γραμμές, υποβλήθηκαν οι ακόλουθες θέσεις για τα γεγονότα: Ότι στις 03/11/2011, ο ΜΚ1 είχε όντως επισκεφτεί την σχολή της Κατηγορουμένης 2, εν ώρα λειτουργίας, και είχε συνάντηση με την ***** Θεοχάρη (παρουσία και του συζύγου της Δημήτρη), με την αξίωση να πληρωθεί (ζητούσε επιταγή). Του ελέχθη τότε ότι, η Κατηγορούμενη 2, θα του εξέδιδε επιταγή αργότερα την ημέρα εκείνη, για να του παραδοθεί. Μάλιστα είχε κληθεί και η αστυνομία λόγω καταγγελίας του ΜΚ2 για οχληρία, επειδή του είχε ζητηθεί να φύγει από τον χώρο και δεν το έπραξε. Τότε αυτός αποχώρησε, πήγε στο χώρο στάθμευσης του Μακάριου Νοσοκομείου και τηλεφώνησε στον Κατηγορούμενο 1, ο οποίος τότε δεν εργαζόταν στην σχολή της Κατηγορουμένης 2, ζητώντας του να του εκδώσει επιταγή. Αυτό, έγινε απόγευμα της 03/11/2011, οπότε ο Κατηγορούμενος 1 του παρέδωσε την επίδικη επιταγή. Χαρακτηριστικό, εν προκειμένω, είναι το ακόλουθο απόσπασμα από τα πρακτικά της δίκης, από την αντεξέταση του ΜΚ1: «E. Ξέρετε τι μου κάνει εντύπωση; Ότι εκείνην τη μέρα που λέτε εσείς ότι πήγατε στο Highgate για να παραλάβετε την επιταγή, ο κύριος Κριστιάν δεν ήταν τζιαμέ. A. Αφού ήταν. E. Εργαζόταν αλλού. A. Δεν ξέρω εάν εργαζόταν αλλού. Τη συγκεκριμένη ώρα που πήγα, ήταν. Που μου έδωσε την επιταγή. E. Και εξού και βρεθήκατε στο παρκινγκ του Μακάρειου Νοσοκομείου το απόγευμα. A. Στο παρκινγκ πήγα για να μου δώσει λεφτά μετρητά. E. Πριν μας είπατε ότι δεν πήγατε. A. Δεν πήγα για την επιταγή. Μου τηλεφώνησαν να βρεθούμε να μου δώσει λεφτά μετρητά και έστησε με μετά. E. Έστησε σας, εντάξει, τι να κάνουμε. Πήγατε τελικά στο παρκινγκ του Μακάρειου Νοσοκομείου; A. Απόγευμα τη συγκεκριμένη μέρα, αλλά όχι για την επιταγή, να μου δώσει επιταγή. Πήγα να για να μου δώσει λεφτά. Τα οποία έστησε με. E. Κύριε, τη μέρα που βρεθήκατε το απόγευμα στις 03/11/11 στο παρκινγκ του Μακάρειου Νοσοκομείου, είναι την επιταγή που σας είχε παραδώσει; A. Ήταν να βρεθούμε στο παρκινγκ του Νοσοκομείου για να μου δώσει μετρητά. E. Των 25 χιλιάδων. Βρεθήκατε και έδωσε σας την; A. Και υπέγραψε την μπροστά μου. E. Δεν ξέρω. Εγώ σου λέω ότι σου την έδωσε εκείνην την ώρα. A. Εγώ έπιασα την επιταγή στο γραφείο του και μετά τηλεφωνηθήκαμε για να μου δώσει λεφτά μετρητά γιατί ανακάλυψε ότι η επιταγή, διέφερε η υπογραφή.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Η υποβολή της θέσης ενός διαδίκου επί όλων των ουσιωδών πτυχών της μαρτυρίας που δίνεται από τους μάρτυρες που κλήθηκαν από τον αντίδικο του, την οποία αυτός αμφισβητεί, αποτελεί τον καρδινάλιο κανόνα της αντεξέτασης. Στο αντιπαρατεθικό σύστημα δικαιοσύνης, το οποίο έχουμε και στην Κύπρο, ο κανόνας αυτός είναι απόλυτος και δεν επιδέχεται καμίας εξαίρεσης. Ότι δηλαδή, σε ένα μάρτυρα, πρέπει να δίδεται η ευκαιρία, ενόσω βρίσκεται στο ειδώλιο του μάρτυρα, να απαντήσει στην υπόθεση που παρουσιάζεται και είναι αντίθετη με την δική του εκδοχή γεγονότων [[iii]] [[iv]]. Αν κάτι τέτοιο δεν γίνει ή παραλειφθεί, η μαρτυρία του πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν έχει αμφισβητηθεί και να εκληφθεί ότι είναι παραδεκτή. Και τούτο, σε αστικές υποθέσεις, ανεξαρτήτως δικογράφησης [[v]] [[vi]]. Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα αυτό, μπορεί να προσμετρήσει στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, για να απορρίψει μαρτυρία που παρουσιάζεται για να αντικρούσει γεγονότα που υποστηρίχθηκαν από μάρτυρα, όταν αντίθετες σχετικές θέσεις δεν είχαν υποβληθεί στον μάρτυρα αυτό κατά την αντεξέταση του [[vii]]. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με την νομολογία, οι υποβολές θέσεων ενός διαδίκου σε ότι αφορά τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς προς μάρτυρες κατά την αντεξεταση τους, εάν αυτές δεν υιοθετηθούν από τους μάρτυρες ως ορθές για να αποτελέσουν μέρος της μαρτυρίας τους, δεν έχουν καμία αποδεικτική αξία για την υπόθεση του, αφού, αυτές, δεν αποτελούν μαρτυρία, εκτός και εάν ο ίδιος κατά την παρουσίαση της υπόθεσης του τις εμπεδώσει με αποδεκτή μαρτυρία [[viii]].
- Στο σύγγραμμα του R. May, Criminal Evidence, 4η έκδοση, στην παράγραφο 23-23, σε ότι αφορά τις προαναφερόμενες αρχές και την εφαρμογή τους ειδικά σε ποινικές υποθέσεις, αναφέρονται τα εξής: «
- The cross-examining party should put as much of his own case as concerns the witness to him. Thus, if the cross-examining party intends to adduce evidence which contradicts evidence given by the witness, he should put his version to the witness, so that the witness may have the opportunity of explaining the contradiction. If a party fails to do this, he is generally taken to have accepted the witness's evidence. Accordingly, counsel should not in his closing speech attack that part of a witness's evidence which he has not challenged in cross-examination. However, this rule has been held not to apply to a case tried by lay justices in that justices do not have to accept a witness's evidence merely because it is unchallenged. Α strict application of the rule may also not be necessary where a witness is called whose evidence is corroborative of evidence already given by another witness who has himself been cross-examined, e.g. a police officer who gives evidence about an interview with the defendant. ...».
- Πρακτική εφαρμογή των προαναφερόμενων αρχών, έγινε πολύ πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Πιριλλίδη ν Δήμος Λεμεσού, Ποινική Έφεση Αρ. 331/2015, 11/12/
- Σχετική με το ζήτημα, είναι η ακόλουθη περικοπή από το σκεπτικό του Ανωτάτου Δικαστηρίου για την απόφαση του: «Στην υπόθεση Frederickou Schools Co Ltd κ.ά. v. Acuac Inc
(2002)Α.Α.Δ. 1527, επαναλήφθηκε η αρχή ότι η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας. Στο σύγγραμμα The Modern Law ofEvidence, Andrian Keane, 5η έκδοση, σελ. 177: "A party's failure to cross-examine, however, has important consequences. It amounts to a tacit acceptance of the witness's evidence in-chief. A party who has failed to cross-examine a witness upon a particular matter in respect of which it is proposed to contradict his evidence in-chief or impeach his credit by calling other witnesses, will not be permitted to invite the jury or tribunal of fact to disbelieve the witness's evidence on that matter". Θεωρούμε ότι δεν υπάρχουν περιθώρια εκτροπής από την παραπάνω κλασσική προσέγγιση, εφόσον δεν τέθηκε στο Μ.Κ.1 αυτή τούτη η ουσία της υπόθεσης της υπεράσπισης, η οποία παρέμεινε, όπως ορθά διαπίστωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο, στη σφαίρα των υποθέσεων ως ένα δυνητικό σενάριο επί χάρτου. Εκείνο που είχε σημασία ήταν η πραγματική εικόνα του δρόμου κατά το συγκεκριμένο χρόνο. Τέτοια εικόνα δεν είναι στοιχείο στατικό, ώστε να αποδίδεται με ένα σχεδιαγράφημα και μετρήσεις. Η εικόνα του δρόμου είναι στοιχείο ζωντανό με οχήματα και πεζούς και όλους εκείνους τους παράγοντες που προσδίδουν σε ένα δρόμο τη δική του δυναμική όπως διαμορφώνεται κατά τη διάρκεια της ημέρας. Ο Μ.Κ.1 αναφέρθηκε σε εικόνα πραγματικής παρακώλυσης υπό τις πραγματικές συνθήκες που επικρατούσαν κατ΄εκείνο το χρόνο. Η παράλειψη να αντεξεταστεί επί του ουσιωδέστατου αυτού ισχυρισμού δεν έδωσε την ευκαιρία στον ίδιο να επεκταθεί και να δώσει περαιτέρω εξηγήσεις, ούτε και προειδοποίηση στην κατηγορούσα αρχή για την ανάγκη, ενδεχομένως και περαιτέρω μαρτυρίας, εάν θα φαινόταν τέτοια ανάγκη λόγω της αντεξέτασης. .». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Βλ. επίσης, τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Corina Snacks Ltd v Ορφανίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 212/2015, 29/05/2018 και Γ. Α. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 178/2017, 24/10/
- Έχω αναφερθεί στην σημασία της αντεξέτασης και της υποβολής των θέσεων του αντιδίκου για τα γεγονότα μίας υπόθεσης στους μάρτυρες για την υπόθεση του αντιδίκου του, όταν και εφόσον τούτο γίνεται, για καταλήξω με το προαναφερόμενο σκεπτικό μου, ότι, τελικώς, παρά την όλη αντεξέταση του κυριότερου, ως διακρίνω, μάρτυρα για την υπόθεση της Παραπονούμενης, του ΜΚ1, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, ουσιαστικά, δια των προαναφερόμενων θέσεων που του υπέβαλαν μέσω του συνηγόρου υπεράσπισης του, δεν αμφισβητούν ότι η επίδικη επιταγή της Κατηγορουμένης 2, εδόθη στον ΜΚ1 από τον Κατηγορούμενο 1 στις 03/11/2011, σχετικά με απαίτηση της Παραπονούμενης από την Κατηγορούμενη 2, πληρωμής χρέους της Κατηγορουμένης 2 για εργασίες που η τελευταία της διεκπεραίωσε. Αυτά είναι τα κύρια γεγονότα της υπόθεσης αυτής, και για αυτά τα γεγονότα οι θέσεις των διαδίκων δεν διίστανται ώστε να τίθεται ζήτημα εκτίμησης της προσαχθείσας μαρτυρίας σε σχέση με αυτά (βλ. Τσιαττές ν Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 974 και Hasan v Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Πολιτική Έφεση Αρ. 2/2011, 02/12/2015). Σε κάθε περίπτωση, όπως προανέφερα, η εντύπωσης μου για τον ΜΚ1 είναι θετική και αποδέχομαι την μαρτυρία του προς τον σκοπό εξαγωγής των συμπερασμάτων μου για τα επίδικα ζητήματα.
- Δεδομένης της προαναφερόμενης εκτίμησης της μαρτυρίας, προχωρώ στην εξαγωγή των συμπερασμάτων μου για τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, προβαίνοντας παράλληλα και σε κάποια περαιτέρω ανάλυση της νομικής της πτυχής, που είναι, κατά την κρίση μου, άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτά.
- Σχετικές με την υπό κρίση υπόθεση, είναι οι ακόλουθες πρόνοιες του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ.
- Σύμφωνα με το Άρθρο 91 του Κεφ. 262: «91.-
(1)Όταν, δυνάμει του Νόμου αυτού, απαιτείται όπως υπογραφτεί οποιοδήποτε έγγραφο ή γραπτό κείμενο από οποιοδήποτε πρόσωπο, δεν είναι αναγκαίο όπως αυτό υπογράψει τούτο ιδιοχείρως, αλλά είναι αρκετό αν η υπογραφή του τεθεί επ' αυτού από κάποιο άλλο πρόσωπο με ή δυνάμει εξουσιοδότησης του.
(2)Σε περίπτωση νομικού προσώπου όταν, δυνάμει του Νόμου αυτού απαιτείται όπως, υπογραφτεί οποιοδήποτε έγγραφο ή γραπτό κείμενο, είναι αρκετό αν το έγγραφο ή γραπτό κείμενο σφραγιστεί με την σφραγίδα του νομικού προσώπου. Αλλά καμιά διάταξη που περιέχεται στο άρθρο αυτό δεν θα ερμηνεύεται ως να απαιτεί όπως η συναλλαγματική ή το γραμμάτιο νομικού προσώπου φέρει σφραγίδα.». (η υπογράμμιση είναι δική μου)
- Περαιτέρω, σύμφωνα με το Άρθρο 23 του Κεφ. 262: «
- Κανένα πρόσωπο δεν υπέχει ευθύνη ως εκδότης, οπισθογράφος ή αποδέκτης συναλλαγματικής αν δεν υπέγραψε αυτήν υπό την ιδιότητα αυτή: Νοείται ότι - (α) όταν πρόσωπο υπογράφει συναλλαγματική με εμπορικό ή ψευδές όνομα, ευθύνεται γι' αυτή ωσάν να υπόγραφε αυτήν με το δικό του όνομα. (β) η υπογραφή με το όνομα εμπορικού οίκου είναι ισοδύναμη με την υπογραφή του προσώπου που υπογράφει με τον τρόπο αυτό, με τα ονόματα όλων των προσώπων που ευθύνονται ως συνέταιροι στον εν λόγω εμπορικό οίκο.». (η υπογράμμιση είναι δική μου)
- Επιπρόσθετα, σύμφωνα με το Άρθρο 24 του Κεφ. 262: «
- Τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, όταν υπογραφή σε συναλλαγματική είναι πλαστογραφημένη ή τέθηκε χωρίς την εξουσιοδότηση του προσώπου του οποίου φέρεται να είναι η υπογραφή, η πλαστογραφημένη ή η μη εξουσιοδοτημένη υπογραφή είναι εξολοκλήρου ανενεργή, και κανένα δικαίωμα κατακράτησης της συναλλαγματικής ή παροχής εξόφλησης γι' αυτήν ή εκτέλεσης πληρωμής αυτής εναντίον οποιουδήποτε μέρους αυτής δύναται να εξασφαλιστεί με ή βάσει της υπογραφής αυτής, εκτός αν το μέρος εναντίον του οποίου ζητείται να κατακρατήσει ή εκτελέσει πληρωμή της συναλλαγματικής παρεμποδίζεται από το να επικαλεσθεί την πλαστογραφία ή την έλλειψη εξουσιοδότησης: Νοείται ότι καμιά διάταξη που περιέχεται στο άρθρο αυτό δεν επηρεάζει την έγκριση μιας μη εξουσιοδοτημένης υπογραφής που δεν ισοδυναμεί με πλαστογραφία.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Σύμφωνα με το προαναφερόμενο Άρθρο 23 του Κεφ. 262, η υπογραφή μίας επιταγής από τον εκδότη της, αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την ύπαρξη ευθύνης του κάτω από αυτήν. Υπό την επιφύλαξη όμως τούτο, των προνοιών του προαναφερόμενου Άρθρου 91 του Κεφ. 262, το οποίο προνοεί ότι, η υπογραφή του εκδότη επιταγής, δεν είναι απαραίτητο να τίθεται από τον ίδιο προσωπικά. Αρκεί η υπογραφή του να έχει τεθεί στο έγγραφο από κάποιο άλλο πρόσωπο, «με ή δυνάμει της εξουσιοδότησης του». Και τούτο, σύμφωνα με την νομολογία, χωρίς την οποιαδήποτε σχετική επιφύλαξη επί της επιταγής. Η απλή υπογραφή του εντολέα και μόνον, από το χέρι του αντιπροσώπου του, σύμφωνα με την νομολογία, αρκεί (βλ. London County Council v Agricultural Food Products Ltd [1955] 2 Q. B. 218, Van Tondere en Andere v Voster 1996
(3)S. A. 383).
- Σημειώνοντας εδώ, την ιδιαιτερότητα της περίπτωσης που αφορά νομικά πρόσωπα, των οποίων οι επιταγές εκδίδονται, με υπογραφή φυσικών προσώπων που εντέλλονται από αυτήν για τον σκοπό (βλ. Blue Green Wave Frozen Food Ltd v G & P Hadjiyiannis Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 71/2014, 11/02/2016 και Μελή ν Vasos Leptos Ltd, Ποινική Έφεση Αρ. 182/2014, 23/10/2015). Σύμφωνα με την νομολογία, η υπογραφή φυσικού προσώπου επί επιταγής (στον γνωστό τύπο και μορφή που είναι γνωστές στις μέρες μας οι τραπεζικές επιταγές), που ανήκει σε εταιρεία και παρουσιάζει ότι ανήκει σε εταιρεία, και η οποία φέρει το όνομα εταιρείας ως του εκδότη της, επενεργεί απλώς προς νομιμοποίηση και επιβεβαίωση της επιταγής. Όπως επεξηγήθηκε από το Αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση Bondina Ltd. v Rollaway Shower Blinds Ltd. and Others [1986] 1 W.L.R. 517, δια του Λόρδου Δικαστή Dillon: «The plaintiffs sue the defendants on those cheques. One is dated 7 December 1984 and is for a sum of £2000, and the other is dated 1 February 1985 and is for a sum of £2291.
- Each of the cheques is drawn on a cheque form in the ordinary modern form of a bank cheque form. In this case the bank is the Midland Bank Plc. The cheque printed by the bank before any writing is added to it bears at the head the symbol of the Midland Bank Plc., the name of that bank and the address of the particular branch. At the top on the right hand side there are the numbers which are the code numbers to indicate the branch, and the date of the cheque is written in. Then there is printed "Pay" and the name of the plaintiffs is written in, and "or order" is printed. Then the amount for which the cheque is drawn is written in words and in figures in the usual printed box with the printed pound sign. Below that box the name of the company is printed. At the bottom there is a printed line of figures designating the number of the cheque, the branch of the bank which is concerned, and the number of the account which is the company's account. Then below the printed name of the company there are, in ink, the personal signatures of the second and third defendants. It seems to me that that is a form of cheque which would be taken, as it was put in a Canadian case of H. B. Etlin Co. Ltd. v. Asselstyne
(1962)34 D.L.R.
(2d)191 to which we were referred, by any ordinary person to be the cheque of the company and of no one else. ... As it seems to me, however, when the second defendant signed the cheque he adopted all the printing and writing on it; not merely the writing designating the payee and the amount for which the cheque was drawn, if that had been written out for him and not by himself, but also the printing of the company's name and the printing of the numbers which designate the company's account. The effect of this is to show that the cheque is drawn on the company's account and not on any other account. It is not a case of a joint liability of several people. It shows plainly, as I construe it, looking no further than the form of the cheque itself, that the drawer of the cheque was the company and not the second or third defendant. This approach is entirely in line, as I see it, with the judgment of this court in Chapman v. Smethurst [1909] 1 K.B. 927 , where a cheque had been issued with the stamp of the company's name and under it a signature of J. H. Smethurst, Managing Director. Vaughan Williams L.J. said, at p. 928: "To my mind, when You have once got a promissory note so drawn as to bind the company, and when the form of the note is such that no question of joint liability can possibly arise, it almost conclusively shews that the note is in such a form that the company alone is liable, and I have no doubt that the company is alone liable on this particular note. Under the circumstances of the case it seems impossible to say that the defendant is personally liable merely because he placed the signature 'J. H. Smethurst, Managing Director,' under the words which indicated that the note was made on behalf of the company." Joyce J. said, at p. 931: "In my opinion the promissory note in question prima facie appears, and would be taken by any ordinary person to be, the note of the company and of no one else .. The signature of the managing director I consider to have been added merely as indicating the person by whom the name of the company was affixed or as otherwise validating the making of the note in the name of the company." The position with the modern form of cheque with the name of the company printed and the number of the company's account also printed is, in my judgment, a fortiori.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Το κατά πόσο ένα πρόσωπο ενεργεί με τον προαναφερόμενο τρόπο, ήτοι «με ή δυνάμει εξουσιοδότησης» του εκδότη, εξαρτάται από το δίκαιο της αντιπροσωπείας. Αποτελεί αρχή του εν λόγω δικαίου, ότι, πραγματική εξουσιοδότηση που δίδεται από ένα εντολέα στον αντιπρόσωπο του, μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή. Καθώς επίσης αποτελεί αρχή του δικαίου της αντιπροσώπευσης, ότι, ακόμη και εκεί που δεν υπάρχει πραγματική εξουσιοδότηση, ένας εντολέας μπορεί, παρ' όλα αυτά, να δεσμευθεί από ενέργειες κάποιου τρίτου, όπου υπάρχει προς τούτο εμφανής ή φαινομενική εξουσία («apparent or ostensible authority»).
- Ένας αντιπρόσωπος, έχει σιωπηρή εξουσία να κάνει το κάθε τι είναι απαραίτητο για την αποτελεσματική εκτέλεση της ρητής εξουσιοδότησης του με τον συνήθη τρόπο. Ένα διευθυντικό στέλεχος που εγοδοτείται για την διεξαγωγή μίας επιχείρησης, έχει σιωπηρή εξουσία να πράττει ότι είναι συναφές της κανονικής διεξαγωγής μιας τέτοιας επιχείρησης και οτιδήποτε άλλο είναι αναγκαίο για την ορθή και αποτελεσματική εκτέλεση των καθηκόντων του, αλλά να μην κάνει τίποτα που είναι εκτός του συνηθισμένου πεδίου της εργασίας ή των καθηκόντων του. Παράδειγμα αποτελεί, η περίπτωση ενός διευθύνοντα διοικητικού συμβούλου μίας εταιρείας, ο οποίος, υπό την επιφύλαξη του καταστατικού της εταιρείας, έχει εξουσία να υπογράφει και να εκδίδει επιταγές της. Βλ. τα Άρθρα από 33Α έως και 35 του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, στο σύγγραμμα Chalmers and Guest on Bills of Exchange and Cheques, 16η έκδοση, στις σελίδες από 713 έως και 716 και στο σύγγραμμα Buckley on The Companies Acts, Τόμος 1, 14η έκδοση, στις σελίδες 97 και
- Σύμφωνα με το Άρθρο 33Α του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου εταιρείας να δεσμεύει την εταιρεία, ή να εξουσιοδοτεί άλλους για τον σκοπό, θεωρείται ότι δεν υπόκειται από οποιουσδήποτε περιορισμούς από το καταστατικό της έγγραφο, όταν πρόκειται για συναλλαγές της με πρόσωπο που συναλλάσσεται με αυτήν καλή τη πίστη [[ix]]. Μάλιστα, σύμφωνα με το εν λόγω Άρθρο 33Α του Κεφ. 113, ένα πρόσωπο τεκμαίρεται ότι συναλλάσσεται καλή τη πίστη με εταιρεία, εκτός και αν αποδειχθεί το αντίθετο. Σε κάθε περίπτωση, τρίτα πρόσωπα συναλλασσόμενα με μία εταιρεία, δεν έχουν υποχρέωση διερεύνησης του εύρους των εξουσιών του διοικητικού της συμβουλίου να δεσμεύει την εταιρεία ή να εξουσιοδοτεί άλλους για τον σκοπό. Πρόκειται για κωδικοποίηση της αρχής, ως κατά το κοινόδίκαιο είχε καθοριστεί, -για πρώτη φορά στην υπόθεση Royal British Bank v Turquand
(1856)6 E & B 327 [[x]]- πριν τις τροποποιήσεις στη πράξη Companies Act 1986, με την πράξη Companies Act 1989, και δη της εισαγωγής του σχετικού Section 35Α, που έχει, πλέον, καθορίσει, ένα πιο περιορισμένο πεδίο αμφισβήτησης από πλευράς εταιρείας, πράξεων ή συναλλαγών του διοικητικού της συμβουλίου, που την δεσμεύουν έναντι τρίτων προσώπων [[xi]]. 35. Διοικητικός σύμβουλος μίας εταιρείας, δεσμεύει την εταιρεία, όταν προσερχόμενος σε συναλλαγές για αυτήν, είχε σχετική εξουσιοδότηση, πραγματική ή φαινόμενη (βλ. Clapp a. o. v Enron (Thrace) Exploration and Production BV a. a.
(2005)EWCA Civ 1511, καθώς επίσης και το Άρθρο 33 του Κεφ. 113 [[xii]]). Στην υπόθεση Liopetri Transport Co v Loucas Constantinou
(1971)1 C.L.R. 424, το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά στις αγγλικές υποθέσεις Freeman and Lockyer v Buckhurst Park Properties (Mangal) Ltd. [1964] 1 All E.R. 630 και Hely-Hutchinson v Brayhead Ltd a. A [1967] 3 All E.R. 98, ανέλυσε την νομική πτυχή του ζητήματος τέτοιας αντιπροσώπευσης, παραθέτοντας την ακόλουθη περικοπή από την απόφαση του Λόρδου Δικαστή Denning, M. R. στην προαναφερόμενη υπόθεση Freeman, προσθέτοντας σε αυτά και περικοπή από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 25 από την σελίδα 531: «Lord Denning, M.R., in the course of his judgment in the first case after referring to the Freeman case had this to say on the question of an agent's authority : "It is there shown that actual authority may be express or implied. It is express when it is given by express words, such as when a Board of Directors pass a resolution which authorises two of their number to sign cheques. It is implied when it is inferred from the conduct of the parties and the circumstances of the case, such as when the board of directors appoint one of their number to be managing director. They thereby impliedly authorize him to do all such things as fall within the usual scope of that office. Actual authority, express or implied, is binding as between the company and the agent, and also as between the company and others, whether they are within the company or outside it. Ostensible or apparent authority is the authority of an agent as it appears to others. It often coincides with actual authority. Thus, when the board appoint one of their number to be managing director, they invest him not only with implied authority, but also with ostensible authority to do all such things as fall within the usual scope of that office. Other people who see him acting as managing director are entitled to assume that he has the actual authority of a managing director. But sometimes ostensible authority exceeds actual authority. For instance, when the board appoint the managing director, they may expressly limit his authority by saying he is not to order goods worth more than £500 without the sanction of the board. In that case his actual authority is subject to the £500 limitation, but his ostensible authority includes all the usual authority of a managing director. The company is bound by his ostensible authority in his dealings with those who do not know of the limitation he may himself do the 'holding-out'. Thus, if he orders goods worth £1,000 and signs himself 'Managing Director for and on behalf of the company', the company is bound to the other party who does not know of the £500 limitation". On the question of a master's liability to third parties for contracts made by a servant paragraph 1010 of Halsbury's Laws of England, 3rd ed., vol. 25 at p. 531 under the heading "Apparent Scope of Authority" reads as follows :— "Where the servant, whilst acting in the ordinary course of his employment on his master's behalf, makes a contract which falls within the apparent scope of his authority, the master cannot escape liability on the ground that he did not authorise the making of the contract, nor even on the ground that he forbade his servant to make it. All persons dealing with the servant are entitled to assume, unless they have notice to the contrary, that he possesses the authority which it is usual for a servant in his position to possess, and his master, by placing him in that position, impliedly holds him out as having such authority. Where it is sought upon this ground to fix the master with liability upon his servant's contract it is necessary to take into consideration certain matters, namely the nature of the contract, the circumstances of the servant's employment, and the business of the master."». 36. Συνεπώς, πραγματική εξουσιοδότηση ένας διοικητικός σύμβουλος εταιρείας έχει από αυτήν, είτε ρητά, είτε έμμεσα. Η πρώτη περίπτωση, προκύπτει, όταν υπάρξει από πλευράς εταιρείας, ρητή ανάθεση της σχετικής εξουσίας προς τον διοικητικό σύμβουλο και για την οποία υπάρχει, συνήθως, καταγεγραμμένο και σχετικό ψήφισμα αποφάσεως. Η δεύτερη περίπτωση, προκύπτει, ως εκ της θέσεως που ο διοικητικός σύμβουλος της εταιρείας κατέχει (π. χ. ως εκτελεστικός της διευθυντής, ή ως γενικός της διευθυντής), στην βάση του τι θεωρείται ότι συνήθως καλύπτει η θέση αυτή, για σκοπούς δράσης. Αντιθέτως, η φαινόμενη εξουσιοδότηση ενός διοικητικού συμβούλου, ήτοι, από απόψεως εξουσίας αντιπροσώπευσης της εταιρείας σε συγκεκριμένη συναλλαγή, ορίζεται από την αντίληψη που τρίτα πρόσωπα που προσέρχονται σε αυτή με την εταιρεία, διαμορφώνουν ως προς το ζήτημα της αντιπροσώπευσης της. Μπορεί να επενεργήσει, ως έχει αναγνωριστεί, τόσο προς την κατεύθυνση διεύρυνσης της πραγματικής εξουσιοδότησης, όσο και προς την κατεύθυνση δημιουργίας εξουσιοδότησης εκεί που δεν υφίσταται πραγματικά [[xiii]]. 37. Περαιτέρω, όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Chalmers and Guest on Bills of Exchange and Cheques, 16η έκδοση, στην σελίδα 715, στην παράγραφο 16-008, με παραπομπή στις υποθέσεις Re Marshall
(1788)2 Cox 84, Lord v Hall
(1849)8 C. B. 627, Beown v Tombs [1891] 1 Q. B. 253 και Re London and Mediterranean Bank
(1868)L. R. 3 Ch. App. 651 προς υποστήριξη, όπου αντιπρόσωπος έχει πραγματική εξουσιοδότηση να υπογράψει συναλλαγματικές ή γραμμάτια στο όνομα του εντολέα του, αναλόγως πάντοτε περιστάσεων, μπορεί να αναθέσει αυτήν σε κάποιο τρίτο, λόγω του ότι, η πράξη της υπογραφής, είναι καθαρά τυπική («υπουργική») και δεν συνεπάγεται την άσκηση διακριτικής ευχέρειας: «Where an agent has actual authority to sign bills in the name of his principal, it may be inferred from the circumstances of the case that he also has authority to appoint another, e. g. his clerk, to do so in his place. Authority to sign a particular bill in the principal's name may be delegated by the agent to another, because the act of signing is purely ministerial and does not involve the exercise of discretion.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 38. Έπεται από τα προαναφερόμενα ότι, η απαιτούμενη υπογραφή προς τον σκοπό έκδοσης μίας επιταγής και ευθύνης για αυτήν, μπορεί να τεθεί επί της επιταγής από κάποιο αντιπρόσωπο, αν και η υπογραφή πρέπει απαραίτητα να είναι αυτή του αντιπροσωπευόμενου εκδότη και όχι αυτή του αντιπροσώπου (υπό την επιφύλαξη πάντοτε των όσων προαναφέρθηκαν αναφορικά με εταιρείες) (βλ. στο σύγγραμμα Chalmers and Guest on Bills of Exchange and Cheques, 16η έκδοση, στην σελίδα 153, στην παράγραφο 3-021 και Bondina Ltd. v Rollaway Shower Blinds Ltd. and Others [1986] 1 W.L.R. 517 ανωτέρω). Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Chalmers and Guest on Bills of Exchange and Cheques, 16η έκδοση, στην σελίδα 154, στην παράγραφο 3-023, δεν υπάρχει στον νόμο ([2]), ερμηνεία το όρου «υπέγραψε» ή «υπογραφή». Εντούτοις, με παραπομπή στην υπόθεση Grondin v Tisi and Turner
(1912)4 D.L.R. 819, 825, αναφέρουν ότι: «"Signature" may ... be defined as the writing of a person's name on a bill or note in order to authenticate and give effect to some contract thereon.». Σκεπτικό, που συνάδει με το προαναφερόμενο του Αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση Bondina Ltd. v Rollaway Shower Blinds Ltd. and Others [1986] 1 W.L.R. 517, ανωτέρω.
- Σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία, την υπογραφή του προς τον σκοπό έκδοσης της επίδικης επιταγής (που ανήκει στην Κατηγορούμενη 2 και παρουσιάζει ότι ανήκει στην Κατηγορούμενη 2), έθεσε σε αυτήν ο Κατηγορούμενος 1 (βλ. Bondina Ltd. v Rollaway Shower Blinds Ltd. and Others [1986] 1 W.L.R. 517 ανωτέρω), ο οποίος, ανεξαρτήτως του ότι, στον ΜΚ1 παρουσιαζόταν ως διευθυντής της Κατηγορουμένης 2, το έπραξε, έχοντας προς τούτο πραγματική εξουσιοδότηση από διοικητικό σύμβουλο της Κατηγορούμενης 2, την Μαρία Θεοχάρη [πρόσωπο, που, ως έχει προαναφερθεί, είχε εξουσία να υπογράφει και να εκδίδει επιταγές της Κατηγορουμένης 2, τόσο κατ' εφαρμογής της σχετικής εντολής («mandate») της προς την πληρώτρια τράπεζα (ήτοι, πραγματική εξουσιοδότηση), όσο και κατ' εφαρμογής των διατάξεων των Άρθρων από 33Α έως και 35 του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 (ήτοι, νομική εξουσιοδότηση) και η οποία, ***** Θεοχάρη, υπέγραψε την συμφωνία Τεκμήριο 1 για λογαριασμό της Κατηγορουμένης 2], η οποία είχε παραπέμψει τον ΜΚ1 στον Κατηγορούμενο 1, ακριβώς για να του υπογράψει [/εκδώσει] αυτός την επίδικη επιταγή. Όπως ο ΜΚ1 ανέφερε χαρακτηριστικά αντεξεταζόμενος: «Πήγα να εισπράξω και πήγα στην κυρία Μαρία. Που προηγουμένως η κυρία Μαρία μου ανέφερε, άλλες μέρες, πριν μια εβδομάδα μπορεί, "πλέον δεν θα έχεις να κάνεις μαζί μου, θα έχεις να κάνεις με τον Κρίστιαν, που θα σε πληρώνει", "μάλιστα". Και αποτάθηκα στον Κρίστιαν. Εκείνη την ημέρα που πήγα, μιλήσαμε και είπε μου "να πάεις στον Κρίστιαν να σου δώσει".».
- Το γεγονός ότι, η ***** Θεοχάρη, ήταν διοικητικός σύμβουλος της Κατηγορουμένης 2 κατά την ημερομηνία έκδοσης της επίδικης επιταγής, ήτοι, κατά την 03/11/2011, προκύπτει από την μαρτυρία της ΜΚ3 και ειδικότερα από τα Τεκμήρια 9 και 10 που κατέθεσε στο Δικαστήριο (που αφορούν το ίδιο έγγραφο), που είναι απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της Κατηγορουμένης 2 (βλ. την εισαγωγική αναφορά του εγγράφου όπου αναφέρεται: «Σε συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Highgate Private School Ltd». Όπως και τα σημεία 4 και 6 του εγγράφου, όπου γίνεται αναφορά σε «απόφαση»». Καθώς επίσης και από το γεγονός ότι, τούτο, υπογράφεται από τον «Πρόεδρο» του διοικητικού συμβουλίου της Κατηγορουμένης 2 και τον γραμματέα της). Στο σημείο 6 του εγγράφου, πρέπει να σημειωθεί ειδικότερα, γίνεται ρητή αναφορά στο γεγονός ότι, είναι διοικητικός σύμβουλος της Κατηγορούμενης 2 εταιρείας που διορίζεται με αυτήν, ως αντιπρόσωπος του διοικητικού της συμβουλίου, για τους σκοπούς της σχετικής εντολής της Κατηγορουμένης 2 προς την τράπεζα της («mandate»). Το οποίο πρόσωπο, ως προκύπτει στην συνέχεια του εγγράφου, είναι η ***** Θεοχάρη. Η οποία, ***** Θεοχάρη, τελικώς, φαίνεται ότι το υπογράφει και ως η «Πρόεδρος» του διοικητικού συμβουλίου της Κατηγορουμένης
- Γεγονός, που άλλωστε υποστηρίζεται και από το Τεκμήριο 6, την συμφωνία ενοικιαγοράς ημερομηνίας 09/09/2010, όπου στην δέσμη εγγράφων που την συνοδεύει, περιλαμβάνεται και έγγραφο που επιγράφεται «Αίτηση Χορηγήσεων», στο οποίο αναφέρεται ότι, μοναδικός διευθυντής και μέτοχος της Κατηγορουμένης 2, είναι η εν λόγω ***** Θεοχάρη. Αυτό, σημειώνεται, είναι ένα έγγραφο, που οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρουσίασαν στο Δικαστήριο, κατά την αντεξέταση του ΜΚ1, ο οποίος, αφού το αναγνώρισε, κατόπιν αιτήματος της πλευράς τους, κατατέθηκε ως τεκμήριο.
- Με τον προαναφερόμενο τρόπο, η Κατηγορούμενη 2, εφόσον στην συνέχεια δεν προέβη σε διαβήματα με την πληρώτρια τράπεζα της (δεδομένης της υφιστάμενης εντολής της προς αυτήν, Τεκμήρια 9 και 10), ώστε η επίδικη επιταγή να ετιμάτο όταν θα παρουσιαζόταν για πληρωμή από την Παραπονούμενη (βλ. London International Trust Ltd v Barcklays Bank Ltd [1980] 1 Lioyd's Rep. 241), προκάλεσε την μη εξόφληση της κατά την έννοια του προαναφερόμενου Άρθρου 305Α
(2)του Κεφ. 154 (χωρίς να τίθεται ζήτημα εφαρμογής της επιφύλαξης του εν λόγω άρθρου του νόμου), διαπράττοντας και το σχετικό αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα του εν λόγω Άρθρου 305Α
(2)του Κεφ. 154, με την βοήθεια του Κατηγορουμένου
- Ο οποίος, Κατηγορούμενος 1, -οι πράξεις του οποίου (υπογραφής της επίδικης επιταγής κατ' εντολήν της ***** Θεοχάρη και παράδοσης της στην Παραπονούμενη μέσω του ΜΚ1) είχαν ως σκοπό να βοηθήσουν την Κατηγορούμενη 2 σε αυτό που έκανε, και συνέβαλαν πραγματικά στην μεταγενέστερη διάπραξη του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα από αυτήν-, δεν μπορεί παρά να γνώριζε (αφής στιγμής, σύμφωνα με τον ΜΚ1, του παρουσιαζόταν ως διευθυντής της Κατηγορουμένης 2, -στα υποστατικά της οποίας διατηρούσε και γραφείο-), ή σε κάθε περίπτωση όφειλε να γνωρίζει, ότι εξουσιοδοτημένος από την Κατηγορούμενη 2, βάσει της σχετικής οδηγίας της προς την πληρώτρια τράπεζα, κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν ήταν αυτός, αλλά η ***** Θεοχάρη και ότι δεν είχαν γίνει διαβήματα από πλευράς Κατηγορουμένης 2 με αυτήν, ώστε η επίδικη επιταγή, που ήταν πληρωτέα αμέσως εκείνη την ημέρα (ήτοι, 03/11/2011), να μπορούσε να τιμηθεί, και ενήργησε προς τούτο συνειδητά, ή σε κάθε περίπτωση απερίσκεπτα σε ότι αφορούσε τις προαναφερόμενες περιστάσεις και εθελοτυφλώντας ως προς τον κίνδυνο ότι τα γεγονότα που συνθέτουν το προαναφερόμενο αδίκημα ήταν πιθανόν να προκύψουν.
- Σε ότι αφορά το προαναφερόμενο τελευταίο εύρημα μου, σημειώνεται ότι, από τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 1ης κατηγορίας, που στρέφεται εναντίον του Κατηγορουμένου 1, φαίνεται ξεκάθαρα ότι αυτός, δεν κατηγορείται ως αυτουργός για το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, αλλά ως συνεργός της Κατηγορουμένης 2 - αυτουργό, για την διάπραξη του. Παρά το γεγονός ότι, στην έκθεση του αδικήματος της 1ης κατηγορίας, δεν περιλαμβάνεται το Άρθρο 20 του Κεφ. 154, η ευθύνη του Κατηγορουμένου 1 για το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα του Άρθρου 305Α του Κεφ. 154, τοποθετείται κάτω από τις διατάξεις του εν λόγω άρθρου του νόμου, χωρίς αυτό να αποτελεί ουσιαστική παρατυπία που να επηρεάζει την δίωξη. Η δε υπεράσπισης του Κατηγορουμένου 1, δεν φαίνεται να έχει επηρεαστεί. Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Reza Saremi v Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 251: «Το ουσιαστικό αδίκημα για το οποίο κατηγορούνταν οι εφεσείοντες, τόσο στην πρώτη όσο και την δεύτερη κατηγορία, ήταν με βάση τον περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμο του 1977 (Ν. 29/77όπως έχει τροποποιηθεί). Η αναφορά στο Άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, τόσο στην πρώτη όσο και στην δεύτερη κατηγορία, δεν δημιουργεί άλλο αδίκημα. Απλώς καλύπτει την περίπτωση όπου στην διάπραξη του αδικήματος συμμετέχουν πέραν του ενός προσώπου, όπως η παρούσα περίπτωση. Έχει μάλιστα αποφασιστεί ότι και αν ακόμα η Κατηγορούσα Αρχή παρέλειπε να κάμει αναφορά στο Άρθρο 20 του Κεφ. 154 (ή ακόμη και στο 21 που καλύπτει την περίπτωση διάπραξης αδικήματος από συναυτουργούς κατά την επιδίωξη κοινού σκοπού), δεν αποτελεί ουσιαστική παρατυπία. (Βλ. μεταξύ άλλων Ξυδιάς και Άλλος ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 174, σελ. 225).». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Αυτουργός, σημειώνεται, ορίζεται το πρόσωπο που διαπράττει ή συνεισφέρει στην πράξη ή διαγωγή που αντικειμενικά δίδει υπόσταση στην διάπραξη ενός αδικήματος («actus reus»). Ενώ, δευτερεύον μέρος ή συνεργός, όπως είναι εδώ ο Κατηγορούμενος 1, ορίζεται κάποιος που ενθαρρύνει ή βοηθά τον αυτουργό.
- Για να υπάρχει συνέργεια, το κύριο αδίκημα πρέπει να έχει διαπραχθεί. Είναι για αυτό τον λόγο που μερικές φορές, η δευτερογενής αυτή ευθύνη, αναφέρεται ότι πηγάζει από την αρχή της παράγωγης ευθύνης («derivative liability»). Ότι, δηλαδή, πηγάζει από την ευθύνη του αυτουργού (βλ. Vaux
(1591)76 ER 992). 46. Η συνέργεια από μόνη της, δεν αποτελεί αδίκημα. Είναι αναγκαία η ύπαρξης ενός βασικού αδικήματος στο οποίο κάποιος να είναι συνεργός (βλ. Ανδρέας Παντελή ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 216/2013, 20/01/2016 και Παναγιώτης Ιγνατίου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 502).
- Συνεργός, είναι κάποιος που βοηθά, παρακινεί/ενθαρρύνει, συμβουλεύει ή προάγει/προξενεί («aids, abets, counsels or procures») την διάπραξη ενός αδικήματος.
- Αν και η διαφορά μεταξύ των προαναφερομένων όρων δεν είναι ξεκάθαρη (βλ. Bryce [2004] 2 Cr App R 35 (CA)), έχει νομολογηθεί ότι ρυθμίζουν διαφορετικές περιπτώσεις συνέργειας (βλ. Attorney-General's Reference (No. 1 of 1975) [1975] QB 773 (CA)).
- Στους όρους «βοηθά, παρακινεί/ενθαρρύνει» («aids, abets»), έχει νομολογηθεί ότι πρέπει να δίδεται η συνηθισμένη φυσική τους σημασία (βλ. Bentley v Mullen [1986] RTR 7).
- Η συνηθισμένη φυσική έννοια του όρου «βοήθεια» («aid»), είναι η παροχή βοήθειας, υποστήριξης ή συνδρομής («to give help, support or assistance to»). Ενώ, η συνηθισμένη φυσική έννοια του όρου «παρακινεί» («abet»), είναι η υποκίνηση (δίδω το ερέθισμα), εξώθησης (δίδω την ώθηση) ή ενθάρρυνσης.
- Όπως επεξηγείται στο σύγγραμμα του Μ. Jefferson, Criminal Law, 9η έκδοση, στην σελίδα 169: «Under present law an aider is an accused who assists the principal offender, e.g. by supplying a gun or metal-cutting equipment, and an abettor is the person who acts to incite, instigate or encourage the principal at the time of the offence. The Court of Appeal in Giannetto (above) both stated that abetting covered 'any involvement from mere encouragement upwards' and approved the trial judge's statement that patting a person on the back and saying 'oh, goody' constituted abetting if done and said in response to the principal saying 'I am going to murder your wife'. The definition of abetting looks very much like counselling. The aider gives help or support to the principal such as occurs where the accused drives the principal to the scene of the crime. Aiding can take place before or during the crime. .». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Σύμβουλος («counsellor»), είναι κάποιος, που, πριν από την διάπραξη ενός αδικήματος (και πολύ συχνά όχι παρών στην σκηνή όπου τούτο τελικώς διαπράττεται), συνωμοτεί για την διάπραξη του, συμβουλεύει για την διάπραξη του, ή συνειδητά παρέχει βοήθεια για την διάπραξη του, στον αυτουργό. Η παροχή πληροφοριών και η παρότρυνσης του αυτουργού, εμπίπτουν επίσης στην προαναφερόμενη έννοια της «παροχής συμβουλής» («counseling»). Συνεπώς, ο συνεργός, πρέπει απαραιτήτως να έχει έρθει σε επαφή με τον αυτουργό.
- Όπως επίσης επεξηγείται στο προαναφερόμενο σύγγραμμα του Μ. Jefferson, Criminal Law, 9η έκδοση, στην σελίδα 169: «The old distinction between abetting and counselling was that abetting took place at the time of the offence, whereas counselling occurred before. The requirement of presence at the crime seems to have disappeared, though it is still sometimes mentioned in the cases. ... In abetting the accused and principal need not have agreed beforehand that the abettor should join in: Mohan v R, above. .». (σελίδα 169)». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Προαγωγή («procuring»), σημαίνει, παραγωγή κατόπιν προσπάθειας («produce by endeavour»). Δηλαδή, ο προαγωγός, υποκινεί ή προκαλεί το αδίκημα. Η υποκίνησης του αδικήματος [που συνήθως πραγματοποιείται πριν από την διάπραξη του], μπορεί να λάβει την μορφή πειθούς ή ακόμη και απειλών. Παρά την στενή έννοια που η νομολογία έχει από καιρό τώρα δώσει στον όρο προάγω («procure»), ως τούτη έχει προαναφερθεί, στην υπόθεση Blakely v DPP [1991] Crim LR 763, το Αγγλικό Εφετείο αποφάσισε ότι, κάποιος, μπορεί να βρεθεί ένοχος για συνέργεια στην διάπραξη αδικήματος, όταν η πιθανότητα διάπραξης του αδικήματος, συνεπεία της συμπεριφοράς του, ήταν προβλεπτή.
- Σε ότι αφορά και τις τέσσερεις προαναφερόμενες διαφορετικές περιπτώσεις συνέργειας στην διάπραξη αδικήματος, αναφορικά με το κατά πόσο πρέπει να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσης («causal link») ή αλλιώς, συναίνεσης («consensus»), μεταξύ συνεργού και αυτουργού, και πάλι στο προαναφερόμενο σύγγραμμα του Μ. Jefferson, Criminal Law, 9η έκδοση, στις σελίδες 170 και 171, αναφέρονται τα εξής: «In abetting and counselling it seems that there must be consensus between secondary party and principal; that is, the principal must be aware that he is being assisted or encouraged, though it need not be proved that he would not have committed the offence without the assistance or encouragement: Calhaem [1985] 1 QB
- ... In aiding there need be no consensus. The principal need not be (but can be) aware that he is being assisted. In procuring the secondary party must be proved to have caused the offence. For example, in Attorney-General's Reference (No. 1 of 1975) . There need, however, be no communication, no consensus, between the parties. There is a statement in this case that usually in aiding, abetting and counselling the parties will have met, but a meeting is not a requirement of these offences. In procuring the parties need never have known each other and, as the facts show, the principal need not know that he is being helped to break the law, nor need he make up his mind to break the criminal law. It is suggested that whatever the mental element in the other forms of accomplice liability, one can procure an outcome only intentionally ('by endeavour'). .». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Σε ότι αφορά την υποκειμενική υπόσταση (mens rea) του αδικήματος της συνέργειας στην διάπραξη αδικήματος, επίσης στο προαναφερόμενο σύγγραμμα του Μ. Jefferson, Criminal Law, 9η έκδοση, στην σελίδα 173, αναφέρονται τα εξής: «A person is not liable as an accessory unless he has the required mental elements. These elements apply to all principal offences, including strict liability ones. There is therefore a difference between the mens rea of the secondary offence and that of the principal party. The Court of Appeal in Rook, above, which was approved in Bryce, above, stated that the mental element is the same for aiding, abetting, counselling and procuring. .The accused must intend to do the act which constitutes the encouraging, advising or assisting. One authority among several is Bryce.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Ως αναφέρεται στο πιο πάνω σύγγραμμα, ο κατηγορούμενος, πρέπει να έχει πρόθεση να κάνει τις πράξεις που συνιστούν την ενθάρρυνση, την παροχή συμβουλής ή την παροχή βοήθειας. Κάποιος, είναι ένοχος συνέργειας στην διάπραξη αδικήματος, μόνο εάν έκανε πράξεις που γνώριζε ότι μπορούσαν να ενθαρρύνουν και να βοηθήσουν τον αυτουργό. Δεν είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση ή και σκοπό του την διάπραξη του αδικήματος. Αρκεί, αν ο συνεργός, κατά τον χρόνο των πράξεων του, προέβλεπε την διάπραξη του αδικήματος, ήτοι, γνώριζε ότι θα διαπραττόταν ή συνειδητοποιούσε ότι η πιθανότητα διάπραξης του ήταν πραγματική. Το κίνητρο του, ως εκ τούτου, είναι εν προκειμένω άσχετο (βλ. NCB v Gamble [1959] QB 11).
- Περαιτέρω, όπως ελέχθη από τον Λόρδο Αρχιδικαστή Goddard στην υπόθεση Johnson v Youden [1950] 1 KB 544 (σκεπτικό που έγινε δεκτό από την Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Churchill v Walton [1967] 2 AC 224 (HL), από το Ανακτοσυμβούλιο στην υπόθεση Mok Wai Tak v R [1990] 2 AC 333 (PC) και υπομνήσθηκε από το Αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση Roberts [1997] Crim LR 209): «Before a person can be convicted of aiding and abetting the commission of an offence he must at least know the essential matters which constitute that offence. He need not actually know that an offence has been committed, because he may not know that the facts constitute an offence and ignorance of the law is not a defence.».
- Η φράση, «ουσιώδη ζητήματα» («essential matters»), φαίνεται να περιλαμβάνει:
(1)τις περιστάσεις του actus reus του αδικήματος, -δηλαδή, τα γεγονότα που στοιχειοθετούν το αδίκημα•, χωρίς, ως προαναφέρθηκε, να είναι αναγκαίο ο κατηγορούμενος να γνωρίζει ότι συνθέτουν αδίκημα-,
(2)τις όποιες σχετικές αυτού επιπτώσεις, αλλά και
(3)την υπαιτιότητα (mens rea) του αυτουργού. Απόδειξη εθελοτυφλίας («wilful blindness»), σε ότι αφορά τα προαναφερόμενα, έχει νομολογηθεί, επαρκεί. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Carter v Richardson [1976] Crim LR 190, η προαναφερόμενη φράση «γνώσης ουσιωδών ζητημάτων («know the essential matters»), περιλαμβάνει απερισκεψία σε ότι αφορά τις περιστάσεις και εθελοτυφλία ως προς τον κίνδυνο ότι τα γεγονότα που συνθέτουν το βασικό αδίκημα πιθανόν να προκύψουν. Εντούτοις, η περίπτωση συνέργιας λόγω προαγωγής («procuring») του αυτουργού να διαπράξει το αδίκημα, εξ ορισμού, απαιτεί πρόθεση του κατηγορουμένου να επιφέρει την διάπραξη του κύριου αδικήματος (βλ. Blakely v DPP [1991] Crim LR 763). 60. Οι αρχές που αφορούν την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συνέργιας για διάπραξη αδικήματος, συνοψίστηκαν από το Αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση Bryce [2004] 2 Cr App R 35: «To be guilty of aiding, abetting, counselling or procuring the accused must be proved to have done: (
- a)an act . . . which in fact assisted the later commission of the offence; (
- b). . . [the accused] did the act deliberately realising that it was capable of assisting the offence; (
- c). . . [the accused] at the time of doing the act contemplated the commission of the offence by . . . [the principal] i.e. he foresaw it as a 'real or substantial risk' or 'real possibility'; and (
- d). . . [the accused] when doing the act intended to assist the [principal] in what he was doing.». 61. Βλ. επίσης, Βροντή ν Γεώργιου Κλεόπα & Υιοί Λτδ., Ποινικές Εφέσεις Αρ. 297/2014 και 298/2014, 17/06/2016 (Πλειοψηφίας), Παντελή ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 216/2013, 20/01/2016, Reza Saremi v Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 251, Ιγνατίου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 502, Μαρκίδης ν Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων
(1999)2 Α.Α.Δ. 598, Ajini κ. α. ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 319, Ηλία ν Του Συμβουλιου Βελτιώσεως Ξυλοφάγου
(1994)2 Α.Α.Δ. 137, Azinas a. a. v The Police
(1981)2 Α.Α.Δ. 9, Iacovou a. o. v The Republic
(1976)2 Α.Α.Δ. 114, Corina Snacks Ltd v Ορφανίδη, Ποινική Έφεση αρ. 212/2015, 29/05/2018). Κατάληξης
- Κατ' ακολουθία των όσων έχουν προαναφερθεί, αποδέχομαι ότι η πλευρά της Παραπονούμενης έχει επιτύχει να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 2 αντίστοιχα, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τους οποίους κρίνω, ως εκ τούτου, ένοχους, στις κατηγορίες υπ' αρ. 1 και 2 στο κατηγορητήριο, αντίστοιχα, που τους προσήχθησαν.
- Προχωρώ στην διαδικασία της επιβολής ποινής. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Υπενθυμίζεται ότι, ο Κατηγορούμενος 1, δεν εκλήθη σε απολογία σε ότι αφορά το αδίκημα της 3ης κατηγορίας, που επίσης του προσήχθη με το κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης, από το οποίο αθωώθηκε και απαλλάχθηκε από το Δικαστήριο στις 12/06/
- [2] Στην αγγλική Bills of Exchange Act 1882, που είναι σημειώνεται ταυτόσημη σε πρόνοιες με το δικό μας Κεφ. 262, όπως είναι και οι προαναφερόμενες του Άρθρου 23 του Κεφ. 262 με αυτές του Section 23 της Bills of Exchange Act
- [i] Το Κεφ. 154, τροποποιήθηκε την 25/07/2008, από τον περί Ποινικού Κώδικα (Τροποποιητικό) Νόμο του 2008, Νόμος 70(Ι)/2008, δια του οποίου το Άρθρο 305Α του Κεφ. 154 ως είχε τότε, αντικαταστάθηκε από το προαναφερόμενο. [ii] Ως αυτό ίσχυε κατά τον χρόνο που η Παραπονούμενη ισχυρίζεται ότι διαπράχθηκε το αδίκημα (στην βάση των προνοιών του Άρθρου 12 του Συντάγματος και της αρχής «nullum crimen Nulla poena sine lege», βλ. Βασιλείου ν Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 12/2015, 13/2015, 14/2015, 15/2015, 16/2015, 17/2015, 04/07/2017). [iii] Δέστε σχετικά τα αναφερόμενα από τον έντιμο, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, στην ομόφωνη απόφαση που έδωσε το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο στην υπόθεση Γεωργίου ν Γεωργίου
(2010)1Α Α.Α.Δ 138. Παραθέτω αυτούσια, την κατά την άποψη μου, ουσιαστικότερη ως προς το υπό συζήτηση ζήτημα, περικοπή, με το σκεπτικό του Εφετείου, από την απόφαση αυτή: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο, καθώς και ο συνήγορος της εφεσίβλητης στην πρωτόδικη ένσταση του, παρερμήνευσαν τον ουσιώδη κανόνα που λαμβάνεται στο δικαιϊκό σύστημα αντιπαράθεσης αναφορικά με τη δυνατότητα ενός αντιδίκου να εξηγήσει θέσεις επί γεγονότων που η άλλη πλευρά προτίθεται να παρουσιάσει στη δική της μαρτυρία. Θέματα τα οποία δεν τίθενται κατά την αντεξέταση του διαδίκου και των μαρτύρων του και τα οποία εμφανίζονται για πρώτη φορά στην κύρια εξέταση αντιδίκου ή μάρτυρα του, είναι έκθετα σε απόρριψη διότι δεν δίνεται η ευκαιρία στους μάρτυρες της αντίθετης πλευράς να σχολιάσουν και να εξηγήσουν τα εκ των υστέρων εγερθέντα θέματα. Τέτοια απόρριψη δεν επέρχεται αυτομάτως ως συνέπεια της παράλειψης αυτής, αλλά ως αποτέλεσμα άσκησης δικαστικής κρίσης επί του θέματος. Όπως έχει τεθεί στην υπόθεση Adidas v. Jonidexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383, στις σελ. 388-9: «Of course failure to put forward a pertinent aspect of the defence case to witnesses for the plaintiff is not necessarily fatal to its validity. A lot will depend on the nature of the allegation and the reasons for not raising it in the course of cross-examination of the witnesses of the adversary. In the absence of a proper explanation of the omission, the Court may justifiably disregard factual allegations not put to a witness of the adversary because of the denial of a proper opportunity to the latter to controvert them in evidence. Liberty to controvert the case of the other side is at the core of the adversarial system of justice premised on the elicitation of the truth through the process of confronting the adversary with every material aspect of a party´s case.» Το πιο πάνω απόσπασμα απεικονίζει τη νομολογία επί του ζητήματος και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ορθή πρακτική στο δικαιϊκό σύστημα της αντιπαράθεσης είναι να δίνεται η ευκαιρία στον αντίδικο να εξηγήσει θέσεις επί των γεγονότων που η άλλη πλευρά προτίθεται να παρουσιάσει στη δική της μαρτυρία. Εφαρμόζεται βεβαίως σ΄ όλο το φάσμα και εύρος της αντιπαράθεσης είτε επιχειρείται η εκ των υστέρων παρουσίαση μαρτυρίας ή εκδοχής από τον ενάγοντα μέσω αντεξέτασης του εναγόμενου, όπως εδώ, ή τον εναγόμενο σε οποιοδήποτε στάδιο της εξέλιξης της μαρτυρίας. Η ουσία είναι ότι πρέπει να παρέχεται ευκαιρία στον αντίδικο να εξηγεί τη δική του θέση και όχι να εμφανίζεται και να τίθεται το ζήτημα μόνο στη μαρτυρία της άλλης πλευράς. Όπως το θέτει ο Cross on Evidence 4η έκδ. σελ. 226: «The object of cross-examination is two-fold, first, to elicit information concerning the facts in issue or relevant to the issue that is favourable to the party on whose behalf the cross-examination is conducted, and secondly to cast doubt upon the accuracy of the evidence-in-chief given against such party.» Και στη σελ. 227: «Any matter upon which it is proposed to contradict the evidence-in-chief given by the witness must normally be put to him so that he may have an opportunity of explaining the contradiction, and failure to do this may be held to imply acceptance of the evidence-in-chief.» Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Κούρρης ν. Παπαδοπούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1147 και Σκάρος ν. Χριστοδούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 291.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [iv] Βλ. επίσης, και τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1593 του συγγράμματος Phipson on Evidence, 12η έκδοση. [v] Βλ. τα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν Κλεάνθους, Πολιτική Έφεση Αρ. 260/2009, 23/01/2013: «Επανερχόμενοι στην παρούσα έφεση επισημαίνουμε το καθοριστικό υπό τις περιστάσεις για την επιτυχία του πρώτου λόγου έφεσης, γεγονός∙ αυτό της φύσης της επιδιωκόμενης από τους εφεσείοντες με την αγωγή, θεραπείας. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η συγκεκριμένη πτυχή της υπεράσπισης δεν προωθήθηκε πέρα από το στάδιο της δικογράφησης της και συνεπώς το πρωτόδικο δικαστήριο εσφαλμένα ασχολήθηκε με αυτή, εκείνο που οι εφεσείοντες με την αγωγή τους επιδίωκαν ήταν αποζημιώσεις για ζημιές που υπέστηκαν λόγω της αποκλειστικής αμέλειας του εφεσιβλήτου. Δεν επεδίωκαν τη χορήγηση οποιασδήποτε θεραπείας με βάση το Δίκαιο της Επιείκειας, έτσι ώστε να εγείρεται θέμα εφαρμογής της αρχής της ολιγωρίας (laches), με την έννοια που το δίκαιο της επιείκειας αποδίδει στον εν λόγω όρο και που είναι η έννοια με την οποία, το πρωτόδικο δικαστήριο πραγματεύθηκε το συγκεκριμένο όρο.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [vi] Βλ. επίσης, Γρηγορίου ν Γαβριήλ
(2011)1 Α.Α.Δ. 2263. [vii] Βλ. την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση M & TH Petrou & Sons Developers Ltd v Κοκκούλη, ECLI:CY:AD:2016:A526, Πολιτική Έφεση Αρ. 18/2011, 16/11/2016, όπου δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, αναφέρθηκαν τα εξής: «. Το Δικαστήριο σημείωσε ιδιαίτερα ότι αυτή η εκδοχή δεν είχε τεθεί κατά την αντεξέταση του εφεσίβλητου ώστε ο τελευταίος να είχε την ευκαιρία να τη σχολιάσει και να προβάλει τη δική του θέση έτσι ώστε η παράλειψη αυτή της υπεράσπισης, χωρίς μάλιστα οποιαδήποτε εξήγηση, να άφηνε αυτή την εκδοχή έκθετη σε απόρριψη σύμφωνα με τη νομολογία που καθιερώθηκε στην Adidas v. Jonitexo
(1987)1 C.L.R. 363. . Η πλευρά των εφεσειόντων λανθασμένα δεν έθεσε αριθμό θεμάτων κατά την αντεξέταση του εφεσίβλητου και των μαρτύρων του, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να στερηθούν του ευεργετήματος να απαντήσουν και να σχολιάσουν τις θέσεις αυτές. Αυτό παραμένει ένα ουσιώδες λάθος από πλευράς τους διότι η επί ακροατηρίω διαδικασία οφείλει να είναι διάφανη και δεν επιτρέπεται η απόκρυψη των θέσεων της μιας ή της άλλης πλευρά κατά την ώρα της αντεξέτασης του έτερου διαδίκου. Ορθά συνεπώς το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε όλες αυτές τις εκδοχές των εφεσειόντων ως εκ των υστέρων σκέψεις που δεν έπειθαν, μεταξύ άλλων, και για το λόγο ότι ουδέποτε τέθηκαν στον εφεσίβλητο για να τις αντικρούσει. Παραπομπή δε στα πρακτικά που τηρήθηκαν στη διαδικασία αποκαλύπτει και του λόγου το αληθές. Συνακόλουθα, οι εφεσείοντες δεν πρέπει εκ των υστέρων να παραπονούνται.». [viii] Βλ Ιωαννίδης ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640 και Ουλούπη ν Γεώργιου κ. α.
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1508. [ix] Το εν λόγω Άρθρο 33Α του Κεφ. 113, προνοεί: «
(1)Η εταιρεία δεσμεύεται έναντι τρίτων από πράξεις ή συναλλαγές των αξιωματούχων της, έστω και εάν τέτοιες πράξεις ή συναλλαγές δεν εμπίπτουν στους σκοπούς της εταιρείας, εκτός εάν τέτοιες πράξεις ή συναλλαγές τελούνται καθ' υπέρβαση των εξουσιών, που ο νόμος παρέχει ή επιτρέπει να παρέχονται στους συγκεκριμένους αξιωματούχους: Νοείται ότι, η εταιρεία δε δεσμεύεται έναντι τρίτων σε περίπτωση που τέτοιες πράξεις ή συναλλαγές δεν εμπίπτουν στους σκοπούς της εταιρείας, εάν και εφόσον, η εταιρεία αποδείξει ότι το τρίτο πρόσωπο γνώριζε ότι οι πράξεις ή συναλλαγές δεν εμπίπτουν στους σκοπούς της εταιρείας ή δεν ήταν δυνατό λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων, να το αγνοεί: Νοείται περαιτέρω, ότι η δημοσίευση του ιδρυτικού εγγράφου και καταστατικού της εταιρείας δεν αποτελεί, από μόνη της, επαρκή απόδειξη γνώσης από μέρους τρίτου προσώπου.
(2)Οι εκ του ιδρυτικού εγγράφου και καταστατικού ή οι εξ αποφάσεως των συμβούλων ή της γενικής συνελεύσεως της εταιρείας, περιορισμοί στις εξουσίες των αξιωματούχων της Εταιρείας, δε δύναται να αντιταχθούν έναντι τρίτων προσώπων, ακόμα και εάν έχουν δημοσιευτεί.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [x] Που συνοψίστηκε από τον Simmonds LJ στην υπόθεση Morris v Kanssen [1946] AC 459, ως εξής (στην σελίδα 474): «Persons contracting with a company and dealing in good faith may assume that acts within its constitution and powers have been properly and duly performed and are not bound to inquire whether acts of internal management have been regular.». [xi] Οι ουσιαστικότερες διαφοροποιήσεις, σε γενικές γραμμές, έχουν ως εξής. Ένα πρόσωπο, από μόνο το γεγονός ότι γνωρίζει ότι μία ενέργεια είναι πέραν των εξουσιών του διοικητικού συμβουλίου μιας εταιρείας, με βάση το καταστατικό της, δεν θεωρείται ότι ενήργησε εν σχέση με την εταιρεία και συναλλασσόμενο με αυτή, κακή τη πίστη. Για να αποδειχθεί κακοπιστία, είναι αναγκαίο να καταδειχθεί κάτι πέραν από απλή γνώση του προσώπου που συναλλάσσεται με εταιρεία ως προς τους καταστατικούς της όρους, όπως δόλια προαίρεση, ή συμπαιγνία με τους διοικητικούς της συμβούλους για να παραβιάσουν οι τελευταίοι, ως συμβούλιο, το καθήκον ενέργειας τους σε σχέση με αυτήν, καλόπιστα και προς τα καλώς νοούμενα συμφέροντα της. [xii] Το εν λόγω Άρθρο 33 του Κεφ. 113, προνοεί: «
(1)Συμβάσεις εκ μέρους εταιρείας δύναται να γίνουν ως ακολούθως- (α) σύμβαση η οποία αν γινόταν μεταξύ ιδιωτών προσώπων ο νόμος θα απαιτούσε να γίνει γραπτώς, και αν γινόταν σύμφωνα με το Αγγλικό Δίκαιο θα απαιτούσε να φέρει σφραγίδα, δύναται να γίνει από εταιρεία γραπτώς και είτε να φέρει την κοινή σφραγίδα της εταιρείας είτε όχι. (β) σύμβαση η οποία αν γινόταν από πρόσωπα ιδιώτες ο νόμος θα απαιτούσε να γίνει γραπτώς και να υπογράφεται από τα μέρη που βαρύνονται από τη σύμβαση, δύναται να γίνει εκ μέρους της εταιρείας γραπτώς και να υπογραφτεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που ενεργεί μετά από ρητή ή σιωπηρή εξουσιοδότηση της εταιρείας. (γ) σύμβαση η οποία αν γινόταν από πρόσωπα ιδιώτες θα ήταν νομικά έγκυρη και αν ακόμα γινόταν μόνο προφορικά και όχι γραπτώς δύναται να γίνει προφορικά εκ μέρους της εταιρείας από οποιοδήποτε πρόσωπο που ενεργεί με βάση ρητή ή σιωπηρή εξουσιοδότηση της. Νοείται ότι σε περίπτωση ιδιωτικής εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με ένα και μοναδικό μέλος, οι συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ του μέλους αυτού και της Εταιρείας καταγράφονται σε πρακτικά, ή καταρτίζονται γραπτώς, εκτός εάν αφορούν τις τρέχουσες πράξεις της εταιρείας που συνάπτονται υπό κανονικές συνθήκες.
(2)Σύμβαση που γίνεται σύμφωνα με το άρθρο αυτό έχει νομικό αποτέλεσμα και δεσμεύει την εταιρεία και τους διαδόχους της και όλα τα άλλα μέρη της.
(3)Σύμβαση που έγινε σύμφωνα με το άρθρο αυτό δύναται να μεταβληθεί ή ακυρωθεί με τον ίδιο τρόπο που η σύμβαση εξουσιοδοτήθηκε να γίνει σύμφωνα με το άρθρο αυτό.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [xiii] Στην υπόθεση Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ. ν Δημήτρη
(1999)1 Α.Α.Δ. 551 συνόψισε την σχετική αρχή ως εξής: «Είναι γεγονός πως ουδέποτε η εφεσίβλητη ήλθε σε κατ' ευθείαν επαφή με τους ίδιους τους εφεσείοντες, δηλαδή με λειτουργούς τους. Ούτε υπήρξε μαρτυρία για ρητή παράσταση από την πλευρά των εφεσειόντων πως η τράπεζα ήταν αντιπρόσωπός τους. Είναι επίσης ορθό πως δεν υπήρχαν στοιχεία που να θεμελίωναν ότι πράγματι η τράπεζα ήταν αντιπρόσωπος των εφεσειόντων. Αυτή η επιπρόσθετη διαπίστωση του πρωτόδικου δικαστηρίου δεν υποστηρίζεται από τη μαρτυρία. Όμως οι αρχές ως προς τη φαινομένη πληρεξουσιότητα, που αποτέλεσε ανεξάρτητο και αυτοτελές έρεισμα, υπερβαίνουν και τα δύο. Δεν προϋποθέτουν ρητή παράσταση απαραιτήτως. Αρκεί συμπεριφορά διά της οποίας κάποιος παριστά ή επιτρέπει να παρίσταται πως άλλος είναι αντιπρόσωπός του. Το γεγονός ότι δεν είναι στην πραγματικότητα αντιπρόσωπός του, με ρητή ή έστω σιωπηρή πληρεξουσιότητα, όχι μόνο είναι αδιάφορο αλλά αποτελεί και το λόγο της γέννησης των αρχών δικαίου ως προς τις επιπτώσεις από τέτοια παράσταση. Τίθεται ζήτημα ευθύνης από φαινομένη πληρεξουσιότητα ακριβώς επειδή δεν υπάρχει πράγματι τέτοια. Γι' αυτό και δεν θα μπορούσαν, ούτως ή άλλως, να διαδραματίσουν ρόλο στην περίπτωση οι πρόνοιες του Ν. 72/84. Δεν θεμελιώνεται η ευθύνη στην ενέργεια πράγματι αντιπροσώπου αλλά φαινομένου αντιπροσώπου. Θα παρεμβάλλαμε εδώ πως στο Μέρος αναφορικά με την αντιπροσωπεία, στον περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ. 149, δεν περιλαμβάνεται κανονισμό πρόνοια προς τέτοια κατεύθυνση. Ρυθμίζεται μόνο (άρθρο 197) η έκφανση της φαινομένης πληρεξουσιότητας στην περίπτωση που ενώ πράγματι υπάρχει σχέση αντιπροσώπου και αντιπροσωπευομένου, ο πρώτος υπερβαίνει την εξουσιοδότησή του. Οπότε, και πάλιν, ο αντιπροσωπευόμενος δεσμεύεται «αν προφορικά ή με την συμπεριφορά του εξωθήσει τους τρίτους να πιστέψουν ότι οι πράξεις και υποχρεώσεις αυτές διενεργήθηκαν εντός των ορίων της πληρεξουσιότητας των αντιπροσώπων». Στις υποθέσεις Zoe Ch. Papaellina v. EPCO (Cyprus) Ltd. And Another
(1969)1 C.L.R. 525 και Liopetri Transport Co., v. Loucas Constantinou
(1971)1 C.L.R. 424 δεν έγινε αναφορά στο άρθρο 197, αλλά είναι σχετικές. (Βλ. συναφώς και Hotel & Catering v. Pilava
(1982)1 C.L.R. 81, Καλαμαράς ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 343 και Pollock and Mulla, 9η έκδοση, σελ. 794). Οι συνέπειες από τη φαινομένη πληρεξουσιότητα βρίσκουν έρεισμα κατά τα επικρατούντα, στις αρχές του κωλύματος (estoppel) που αποτελούν μέρος του δικαίου μας κατά το άρθρο 29 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν. 14/60· αφού δεν μπορεί να θεωρηθεί, ούτε βέβαια προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός, ότι αποκλείονται από τις διατάξεις του Κεφ. 149. (βλ. σχετικά Παϊκκος ν. Κοντεμενιώτης
(1989)1 C.L.R. 50). Βρίσκεται στον πυρήνα της δέσμευσης η εμφάνιση των πραγμάτων όπως αυτή μπορεί να συνδεθεί προς παράσταση, ρητή ή με τη συμπεριφορά. Κωλύεται εκείνος που παριστά ή που επιτρέπει με αυτό τον τρόπο να παρίσταται άλλος ως αντιπρόσωπός του, να αρνηθεί δέσμευση όταν ο τρίτος, στηριγμένος σ' αυτή την παράσταση, ενεργεί προς βλάβη του ή, ακόμα ευρύτερα, διαφοροποιεί τη θέση του.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Βλ. επίσης τις υποθέσεις Paneuropean Insurance Co. Ltd v Χείμαρη
(2004)1 Α.Α.Δ. 713, Εθνική Τράπεζα Της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν Γενικού Εισαγγελέα Της Δημοκρατίας
(2009)1 Α.Α.Δ. 714, Πολιτική Έφεση Αρ. 242/2005, Marketventures Ltd v Καλλικά
(2010)1 Α.Α.Δ. 48 και Marketventures Ltd v Δικωμίτη
(2009)1 Α.Α.Δ. 383. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο