ΕΦΟΡΟΣ ΤΑΜΕΙΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΩΝ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΩΝ ΠΑΡΟΧΩΝ ν. CHRYSOSTOMOS MARANGOS BAKERIES LTD κ.α., Υπόθεση υπ' αρ.: 4960/2015, 5/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B219 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 4960/2015 ΕΦΟΡΟΣ ΤΑΜΕΙΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΩΝ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΩΝ ΠΑΡΟΧΩΝ Κατήγορος - εναντίον -
- CHRYSOSTOMOS MARANGOS BAKERIES LTD
- ***** ΜΑΡΑΓΚΟΥ
- ***** ΜΑΡΑΓΚΟΣ Κατηγορουμένων ---------- Ημερομηνία: 05/03/2018 (Ώρα: 10:30) Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Τασούλα Σκούρου Για τους Κατηγορούμενους 1, 2 και 3: κ. Ανδρέας Χατζησέργης Κατηγορούμενοι 2 και 3 Παρόντες ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ ΓΙΑ ΠΟΙΝΗ
- Οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, στην υπόθεση αυτή, κατόπιν δικής τους παραδοχής, κρίθηκαν ένοχοι και καταδικάστηκαν στην μία και μοναδική κατηγορία που τους προσάχθηκε από τον Έφορο Ταμείων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών (στο εξής καλούμενος «ο Κατήγορος»), για παράβαση προνοιών του περί της Ίδρυσης των Δραστηριοτήτων και της Εποπτείας των Ταμείων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών Νόμου του 2012, Νόμος 208(I)/2012 και των δυνάμει αυτού εκδοθέντων Κανονισμών.
- Είχα επιφυλαχθεί να ανακοινώσω την απόφαση μου για την ποινή των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, αφού είχα ακούει τα όσα γεγονότα αφορούν το διαπραχθέν στην υπόθεση αυτή αδίκημα, τόσο από τον Κατήγορο δια της εκπροσώπου του, όσο και από τους ιδίους τους Κατηγορουμένους 1, 2 και 3 μέσω του συνηγόρου τους, ο οποίος, έθεσε υπόψη μου και τα όσα πιστεύεται από τους εντολείς του ότι δικαιολογούν τον μετριασμό της. Η συνεδρίασης αυτή του Δικαστηρίου, είναι ακριβώς για να ανακοινώσω την επιφυλαχθείσα απόφαση μου.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος και τα όσα ο Κατήγορος δια της εκπροσώπου του μου εξέθεσε για τα περιστατικά διάπραξης του σε ότι αφορά την υπόθεση αυτή, οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 παρέλειψαν, κατά παράβαση των σχετικών άρθρων του προαναφερθέντος Νόμου, να καταβάλουν το συνολικό ποσό των €80.939, το οποίο αντιπροσωπεύει τις καθυστερημένες εισφορές για την περίοδο: 01/03/2013 - 31/12/2015, στο Ταμείο Προνοίας Για Τους Υπαλλήλους Της Εταιρείας Μαραγκός, όπως και τις αναλογιζόμενες πρόσθετες εισφορές.
- Προκύπτει από τα προαναφερόμενα, ότι, το αδίκημα που αυτή η υπόθεση αφορά, έχει διαπραχθεί, περίπου, πριν από 3 χρόνια. Εντούτοις, η δίωξης των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, κινήθηκε, δια της καταχώρησης του κατηγορητηρίου αυτής της υπόθεσης, χωρίς αξιοσημείωτη καθυστέρηση, την 17/03/
- Η υπόθεσης, ορίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για απάντηση στο κατηγορητήριο από τους Κατηγορουμένους 1, 2 και 3, την 15/05/2015, οι οποίοι, αρχικά, μέχρι και την 21/09/2017 που παραδέχθηκαν την διάπραξη των αδικημάτων και καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο σχετική απάντησης τους, είχαν αρνηθεί την διάπραξη των αδικημάτων. Τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής, για σκοπούς επιβολής ποινής, εκτέθηκαν στο Δικαστήριο, τελικά, την 05/02/
- Ως γεγονότα που στοιχειοθετούν την καταδίκη των Κατηγορουμένων, υιοθετήθηκαν από την εκπρόσωπο του Κατήγορου, τα γεγονότα που εκτίθενται στις λεπτομέρειες του προαναφερόμενου αδικήματος, στα οποία συμπλήρωσε και προφορικά τα όσα έχουν εισαγωγικά προαναφερθεί. Επισημάνθηκε δε, ότι, το οφειλόμενο ποσό εισφορών, δεν έχει καταβληθεί. Οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, επισημαίνεται, δεν αμφισβήτησαν τα γεγονότα αυτά. Συνεπώς, με αυτό το υπόβαθρο γεγονότων, προχωρώ να εξετάσω την ποινή που δύναται να επιβληθεί στους Κατηγορουμένους 1, 2 και
- Ο συνήγορος υπεράσπισης των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής των εντολέων του, επέστησε την προσοχή του Δικαστηρίου στα εξής, που, κατά την άποψή τους, συνιστούν δικαιολογητικά, μετριαστικά της ποινής τους: «(α). Την παραδοχή των Κατηγορουμένων. (β). Το Λευκό τους Ποινικό Μητρώο. (γ). Την ενδεχόμενη πληρωμή από τον Παραλήπτη/Διαχειριστή μέρους των οφειλών της Εταιρείας που αυτό θα αποτελέσει έστω μερική συμμόρφωση. (δ). Τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων ... (ε). Τις προσωπικές, οικονομικές και οικογενειακές περιστάσεις των Κατηγορουμένων .».
- Παραθέτω, εδώ, αυτούσια, τα κυριότερα σημεία από την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου: «Ο Κατηγορούμενος αρ.3, είναι σήμερα ηλικίας 57 ετών και τυγχάνει να είναι ένας εκ των δύο Διευθυντών της Κατηγορούμενης αρ.1 και το πρόσωπο το οποίο ουσιαστικά ασκούσε την διοίκηση της Κατηγορούμενης αρ.1 και σύζυγος της Κατηγορούμενης αρ.
- Η Κατηγορούμενη αρ.2, είναι σήμερα ηλικίας 59 ετών και τυγχάνει να είναι επίσης Διευθύντρια της Κατηγορούμενης αρ.1, χωρίς όμως καμία και/ή ουσιαστική συμμετοχή στην Διοίκηση της Κατηγορούμενης αρ.1 και σύζυγος του Κατηγορούμενου αρ.
- Οι Κατηγορούμενοι αρ.2 και 3 που . είναι ανδρόγυνο, διαμένουν σήμερα και μόνιμα στην Λευκωσία, στην οδό . στο XXXXX. Έχουν δύο παιδιά, εκ των οποίων το ένα είναι ανήλικο. Συγκεκριμένα, οι Κατηγορούμενοι έχουν µια θυγατέρα ηλικίας 25 ετών, απόφοιτος Νομικής Σχολής στην Αγγλία και σήμερα εργάζεται στην Εταιρεία XXXXX, στο Τμήμα XXXXX και παράλληλα φοιτά στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Λευκωσίας για να αποκτήσει Δίπλωμα Chartered Accountant µε χρηματική επιδότηση από την Εταιρεία που εργάζεται. Οι Κατηγορούμενοι έχουν ακόμη ένα παιδί, ηλικίας σήμερα 17 ετών, ο οποίος τυγχάνει να είναι μαθητής Λυκείου. Η Κατηγορούμενη αρ.1 είναι Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης, η οποία ενεγράφη στον Έφορο Εταιρειών την 4/3/1991 και έκτοτε από την ημερομηνία της εγγραφής της, ασχολήθηκε µε την Επιχείρηση της αρτοποιίας, ως οικογενειακή Επιχείρηση, ξεκινώντας µε ένα Κατάστημα που άνοιξε στον Άγιο Δομέτιο, Λευκωσίας, εργοδοτώντας τότε ένα πολύ μικρό αριθμό υπαλλήλων. Με την πάροδο του χρόνου, η Κατηγορουμένη αρ.1 επεκτάθηκε σε ολόκληρη την πόλη της Λευκωσίας, όπου και διατηρούσε σε κάποιο χρονικό διάστημα μέχρι και 17 Καταστήματα Φούρνων εκ των οποίων το ένα Κατάστημα λειτουργούσε στο Παραλίμνι (Πρωταρά) της Επαρχίας Αμμοχώστου. Η Εταιρεία αυτή μεγαλούργησε και περί το έτος 2010 έφτασε στο αποκορύφωμα της, όπου για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα ήταν χορηγός του Ραδιοµαραθωνίου, για πέντε χρόνια χορηγοί της Europa Dona, χορηγοί στο Ίδρυμα Χαμόγελο του Παιδιού και παρουσίαζε γενικά ένα πολύ μεγάλο κοινωνικό πρόσωπο. Περί το έτος 2012 και πριν την έλευση της οικονομικής κρίσης, η Εταιρεία εργοδοτούσε προσωπικό πέραν των 300 υπαλλήλων. Να σημειωθεί επίσης ότι, από το έτος 2005 η Κατηγορούμενη αρ.1 λειτούργησε στην Βιομηχανική Περιοχή Στροβόλου, Εργοστάσιο Αρτοποιίας και Ζαχαροπλαστικής, από το οποίο τροφοδοτούνταν όλα τα Καταστήματα Φούρνων αυτής. Επίσης, . η Κατηγορούμενη αρ.1 µε την επέκταση της αυτή, επένδυσε ένα ποσό της τάξης των €4.000.000 και πλέον ευρώ και αύξησε τον κύκλο των εργασιών της σε τέτοιο βαθμό που διατηρούσε ένα αρκετά μεγάλο μερίδιο της αγοράς, όσον αφορά το θέμα της αρτοποιίας, χωρίς μέχρι τον Νοέμβριο του έτους 2012 να έχει οποιονδήποτε ουσιαστικό οικονομικό πρόβλημα. Ξαφνικά από τον Νοέμβριο του 2012, η Τράπεζα µε την οποία ήταν συμβλημένη η Κατηγορούμενη αρ.1, άρχισε να την πιέζει αφόρητα προκειμένου να της παραχωρήσουν περισσότερες εξασφαλίσεις, ισχυριζόμενη ότι οι εξασφαλίσεις τόσον της Εταιρείας, όσον και οι προσωπικές των Διευθυντών της, δεν κάλυπταν τις υποχρεώσεις της Κατηγορούμενης αρ.1, οπόταν η Κατηγορούμενη αρ.2 αναγκάστηκε να υποθηκεύσει και την ίδια την Κατοικία της και όλη τους την προσωπική τους περιουσία . Αρχές του 2013, άρχισαν να διαφαίνονται σοβαρά οικονομικά προβλήματα στην Κατηγορούμενη αρ.1, λόγω και της οικονομικής κρίσης, που ως αποτέλεσμα είχε την έλλειψη ρευστότητας της Εταιρείας, µε απώτερο σκοπό για να κρατηθεί στην αγορά, να ζητήσει νέα χρηματοδότηση από την Τράπεζα µε την οποία συνεργαζόταν. Δυστυχώς τούτο, δεν έγινε κατορθωτό για πολλούς και διάφορους λόγους, µε αποτέλεσμα να αποταθεί σε τρίτο οργανισμό, προκειμένου να εξεύρει χρηματοδότηση, δαπανώντας μάλιστα ένα ποσό της τάξης των €60.000 για εξασφάλιση Δανείου €1.000.000 προς επίλυση του σοβαρού προβλήματος ρευστότητας που αντιμετώπιζε η Κατηγορούμενη αρ.1, που ως αποτέλεσμα όμως είχε την απώλεια όλων των χρημάτων που δαπάνησε η Εταιρεία για την εξεύρεση χρηματοδότησης, διότι δυστυχώς έπεσαν θύμα απάτης. Το γεγονός τούτο επίσης επέτεινε την άσχημη οικονομική κατάσταση στην οποία είχε εισέλθει η Κατηγορούμενη αρ.
- Ένας δε μεγάλος αριθμός επιταγών, που εξέδωσε η Κατηγορούμενη αρ.1 προς τους συνεργάτες της προμηθευτές της, στους οποίους όφειλε χρήματα, ήταν αυτήν μάλιστα την περίοδο στην οποία προσδοκούσε να εξασφαλίσει την χρηματοδότηση του €1.000.000, όπου τους διαβεβαίωναν ότι θα τους παραχωρούσαν το Δάνειο αυτό. Δυστυχώς όμως, το Δάνειο αυτό δεν ελήφθη ποτέ, µε αποτέλεσμα να αρχίσει να γίνεται περισσότερο προβληματική η οικονομική κατάσταση της Κατηγορουμένης αρ.
- . Όταν δε τον Μάρτιο του 2013, συνέβηκε, αυτό που συνέβηκε στην Κυπριακή Οικονομία µε το κούρεμα των καταθέσεων, η οικονομική κατάσταση της Κατηγορούμενης αρ.1, πραγματικά είχε χειροτερέψει σε πολύ μεγάλο βαθμό, µε αποτέλεσμα η Κατηγορούμενη αρ.1 - Εταιρεία να φθίνει στην κυριολεξία από μέρα σε μέρα και χωρίς να έχει άλλη επιλογή, άρχισε να κλείνει Καταστήματα Φούρνων που είχε σε καίρια σημεία της Λευκωσίας, για να περιορίσει τις ζημιές της και παράλληλα να μειώνεται συνεχώς ο κύκλος εργασιών της. Δυστυχώς η όλη κατάσταση συνεχιζόταν χωρίς πλέον οποιανδήποτε χρηματοδότηση της, λόγω πλέον της οικονομικής κατάστασης που επεκράτησε στην Κυπριακή οικονομία και ειδικά στο λιανικό εμπόριο και ως εκ τούτου η πορεία της Εταιρείας πλέον ήταν µη αναστρέψιμη. Η Εταιρεία συνέχισε να κλείνει Καταστήματα Φούρνων της, μέχρι την 25/9/2015, όπου µε βάση δύο Ομόλογα Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης, η Τράπεζα Κύπρου διόρισε για την Κατηγορούμενη αρ.1 Εταιρεία, Παραλήπτη/Διαχειριστή τον ***** Λοϊζίδη της KPMG, χωρίς καμία απολύτως προειδοποίηση. Από την µια μέρα στην άλλη, το πρόσωπο αυτό παρέλαβε όλη την περιουσία της Εταιρείας, όπως και την διαχείριση των Καταστημάτων που είχαν παραμείνει ενεργά και άρχισε στην κυριολεξία αντί να παραλάβει και να λειτουργήσει την Επιχείρηση και να την διαχειριστεί, να κλείσει όλα τα Καταστήματα και να πωλεί τον εξοπλισμό των Φούρνων και όλα τα περιουσιακά στοιχεία της Εταιρείας προς ικανοποίηση των χρεών που διατηρούσε η Κατηγορούμενη αρ.1 - Εταιρεία, στην Τράπεζα Κύπρου. . Δυστυχώς όμως για άγνωστους λόγους στους Κατηγορουμένους μέχρι σήμερα, ο Παραλήπτης/Διχειριστής αντί σύμφωνα µε τον Νόμο από τις εισπράξεις τις οποίες είχε λάβει από την πώληση του εξοπλισμού και των περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας, να εξοφλήσει κατά προτεραιότητα σύμφωνα µε το Κεφ. 113 του Περί Εταιρειών Νόμου, άρθρο 300, χρέη προς Κοινωνικές Ασφαλίσεις, Ταμείο Προνοίας, μισθούς υπαλλήλων, δεν το έπραξε, αφήνοντας έκθετους τόσον την Κατηγορούμενη αρ.1, όσον και τους Κατηγορούμενους αρ.2 και 3, ως Διευθυντές αυτής. Να σημειωθεί ότι, ο Παραλήπτης/Διαχειρστής προέβη κατά τους Κατηγορουμένους, σε µια κακή διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας, διότι δυστυχώς πώλησε ολόκληρη την περιουσία της Εταιρείας και τον εξοπλισμό της, σύμφωνα µε στοιχεία που παρέδωσε ο ίδιος στους Κατηγορουμένους, σε εξευτελιστικές τιμές, µε αποτέλεσμα να μείνουν χρέη που μπορούσαν να καλυφθούν, ακάλυπτα. . Οι Κατηγορούμενοι δεν γνωρίζουν μέχρι και σήμερα αν έχει πληρωθεί στο Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων οποιονδήποτε ποσό έναντι του χρέους της Εταιρείας, διότι δεν έχουν ενημερωθεί ή και εάν θα πληρωθεί οποιονδήποτε ποσό στο μέλλον από τον παραλήπτη διαχειριστή της περιουσίας της Εταιρείας. Αρκεί µόνο να σας αναφέρω ότι η Κατηγορούμενη αρ.1 Εταιρεία, την 7/10/2015 ήτοι μετά το διορισμό του Παραλήπτη Διαχειριστή είχε να λαμβάνει ως επιστροφή από το Φ.Π.Α. το ποσό των €178.645,19, το οποίο θα μπορούσε κάλλιστα να συμψηφιστεί µε το χρέος της εταιρείας στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, πράγμα το οποίο δεν έχει πράξει και ούτε γνωρίζουμε τι έγινε αναφορικά µε το ποσό αυτό παρά τις επίμονες προσπάθειες των κατηγορουμένων. . Οι Κατηγορούμενοι αρ.2 και 3 είναι η πρώτη φορά που εμφανίζονται ενώπιον Δικαστηρίου και είναι πρόσωπα µε Λευκό Ποινικό Μητρώο, κλασική δε περίπτωση προσώπων µε Λευκό Ποινικό Μητρώο σε τέτοιες ηλικίες. Ο χώρος δε των Δικαστηρίων, ήταν και είναι πραγματικά πρωτόγνωρος για τους Κατηγορούμενους αρ.2 και
- Όπως στην Αγγλία έτσι και στην Κύπρο, ένας Κατηγορούμενος ο οποίος έχει Λευκό Ποινικό Μητρώο, δικαιούται να τύχει της επιείκειας του Δικαστηρίου. . Θέλω να διαβεβαιώσω το Σεβαστό Δικαστήριο, ότι οι Κατηγορούμενοι αρ.2 και 3 δεν είναι σε καμία περίπτωση πρόσωπα µε ροπή και/ή τάση προς διάπραξη αδικημάτων παρόμοιας ή άλλης φύσεως αδικημάτων, εξάλλου αυτό αποδεικνύεται περίτρανα και από το λευκό τους Ποινικό Μητρώο. Η διάπραξη όμως των υπό κρίση αδικημάτων, όπως αντιλαμβάνεται το Σεβαστό Δικαστήριο, έγινε κάτω από τις συνθήκες που µε μεγάλη λεπτομέρεια έχουν αναφερθεί ανωτέρω, όπως επίσης και στην Έκθεση της Λειτουργού των Κοινωνικών Υπηρεσιών. Επίσης, θέλω να τονίσω στο Σεβαστό Δικαστήριο, ότι η πιθανότητα επανάληψης τέτοιας φύσεως αδικημάτων ή και οποιονδήποτε άλλο αδίκημα, είναι αδύνατο εκ των πραγμάτων όπως έχω αναφέρει ανωτέρω να συμβεί, διότι οι Κατηγορούμενοι πλέον έχουν χάσει πλήρως ολόκληρη την Επιχείρηση τους, αλλά και ολόκληρη την περιουσία τους, στην κυριολεξία διότι έχει παραχωρηθεί στις Τράπεζες που ήταν υποθηκευμένη πλην της κατοικίας τους που είναι το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο που παρέμεινε και η οποία ενδεχομένως συντομα να εκποιηθεί από την Τράπεζα. Αντιλαμβάνεστε ότι, οι προσωπικές συνθήκες των Κατηγορουμένων από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι σήμερα, έχουν αλλάξει άρδην. Συγκεκριμένα, οι Κατηγορούμενοι αρ.2 και 3 μετά το κλείσιμο της Επιχείρησης τους από τον Παραλήπτη/Διαχειριστή και μετά από ένα μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς καμία δραστηριότητα και μετά από πολλές προσπάθειες για εξεύρεση εργασίας για να εξασφαλίζουν τα προς το ζην τους, όσον και της οικογένειας τους, που ας σημειωθεί για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα ελάμβαναν βοήθεια, αν είναι δυνατόν από τους γονείς τους και συγγενικά τους πρόσωπα, μέχρι που πρόσφατα και συγκεκριμένα πριν από έξι μήνες περίπου, και οι δύο Κατηγορούμενοι βρήκαν εργασία part time, ως υπάλληλοι σε Εργαστήριο παραγωγής πιττών, µε μειωμένα και εξευτελιστικά μπορώ να πω εισοδήματα, της τάξης των €200 περίπου την εβδομάδα και οι δύο μαζί. Να σημειωθεί ότι αυτή είναι και η μόνη εργασία που γνωρίζουν. Συγκεκριμένα, εργάζονται τρείς ώρες την ημέρα ο κάθε ένας, µε απολαβές €6 ο κάθε ένας την ώρα. Επίσης, θα πρέπει το . Δικαστήριο να λάβει σοβαρά υπόψη του ως μετριαστικό παράγοντα και το θέμα της παραδοχής των Κατηγορουμένων στην διάπραξη των υπό κρίση αδικημάτων, η οποία μπορεί να µην είναι άμεση παραδοχή, αλλά έστω και στο στάδιο αυτό που γίνεται σήμερα και θα πρέπει να ληφθεί ουσιαστικά ως μετριαστικός παράγοντας κατά την επιμέτρηση της ποινής, διότι εξοικονομήθηκε πολύ μεγάλος δικαστικός χρόνος. . Η ποινή της φυλάκισης, πρέπει σύμφωνα µε την Νομολογία, να είναι το έσχατον μέτρον τιμωρίας, όταν οι σκοποί της δεν μπορούν να επιτελεστούν µε άλλα μέτρα, όπως η επιβολή προστίμου ή και ακόμα, της ποινής της φυλάκισης µε αναστολή. Η τιμωρία των Κατηγορούμενων στην συγκεκριμένη περίπτωση, κατά την ταπεινή µου εισήγηση, θα μπορούσε να επιτελεστεί µε άλλα μέτρα τιμωρία, εκτός της άμεσης ποινής φυλάκισης. Τυχόν επιβολή ποινή φυλάκισης στους Κατηγορούμενους, µε βάση τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω, θα ισοδυναμούσε µε ολοκληρωτική καταστροφή και πραγματικά θα τους κατάστρεφε κυριολεκτικά και δεν θα αντέξουν τον εγκλεισμό τους στην Φυλακή μετά τα όσα έχουν υποστεί και στην κατάσταση που βρίσκονται σήμερα. Επίσης πιθανή ποινή φυλάκισης θα έχει τεράστιο αρνητικό αντίκτυπο και φοβερά αρνητικές συνέπειες στην οικογένεια των κατηγορουμένων αρ. 2 και
- Τα τέκνα των κατηγορουμένων αρ. 2 και 3, ήτοι η θυγατέρα τους ηλικίας 25 ετών και ο ανήλικος υιός τους ηλικίας 17 ετών βρίσκονται και τελούν υπό την προστασία των γονέων τους και είναι απολύτως εξαρτώμενα από αυτούς. . πιστεύω έντιµα και ειλικρινά, ότι η παρούσα υπόθεση δεν είναι η καταλληλότερη των περιπτώσεων υπό τας περιστάσεις, να εξαντλήσει την αυστηρότητα του το Δικαστήριο σας, παρά την σοβαρότητα των αδικημάτων, σοβαρότητα την οποία σας διαβεβαιώνω ότι έχουν ειλικρινά αντιληφθεί οι Κατηγορούμενοι και να επιβάλει σε αυτούς την ποινή της φυλάκισης.».
- Περαιτέρω, ως προσέθεσε ο ευπαίδευτος συνήγορος, οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, ένα ποσό της τάξεως των €25.000 που αναλογεί στο μερίδιο τους, το αποποιούνται. Και τούτο, ως έγινε αντιληπτό, δια της δηλώσεως τους μέσω του συνηγόρου τους ενώπιον του Δικαστηρίου.
- Η εκπρόσωπος του Κατήγορου, δεν διαφώνησε με τα όσα γεγονότα εκτέθηκαν από πλευράς των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 προς μετριασμό της ποινής τους. Πως τα προαναφερόμενα γεγονότα επηρεάζουν την κρίση μου στα της επιβολής της ποινής τους, εξετάζεται στην συνέχεια της απόφασης μου.
- Στην έκθεση που ετοίμασε το Γραφείο Ευημερίας, μετά από σχετική έρευνα του αναφορικά με τους Κατηγορουμένους 2 και 3, ως είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο στα πλαίσια [και] της προαναφερόμενης υποθέσεως και η οποία παρουσιάζει να ετοιμάστηκε τον Μάιο του 2017, γίνεται αναφορά στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές τους συνθήκες. Τα περιεχόμενα στην εν λόγω έκθεση γεγονότα και στοιχεία, δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς Κατήγορου, υιοθετήθηκαν ως ορθά και από πλευράς Κατηγορουμένων 2 και 3 και ως εκ τούτου, λαμβάνω αυτήν υπόψη μου, στο σύνολο της, για σκοπούς της διαδικασίας αυτής. Ως εύκολα διαπιστώνεται από μία ανάγνωση της, οι διαπιστώσεις της λειτουργού κοινωνικών υπηρεσιών που διενήργησε την έρευνα, υποστηρίζουν [σε κάποιο βαθμό και χωρίς να αντιτίθενται σε αυτά] τα όσα ο συνήγορος των Κατηγορουμένων 2 και 3 ανέφερε προς μετριασμό της ποινής τους κατά την αγόρευση του, εκτενής αναφορά στην οποία έχει ήδη γίνει.
- Η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο καταδικάστηκαν οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, διαφαίνεται μέσα από τις προβλεπόμενες στο νόμο ποινές. Σύμφωνα με την νομολογία, η σοβαρότητα ενός αδικήματος, κρίνεται πάντοτε με σημείο αναφοράς την προβλεπόμενη από τον νόμο μέγιστη ποινή (βλ. Παπαγεωργίου ν Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 646, Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632). Γνώμονα, αποτελούν, τα αδικήματα και οι προβλεπόμενες ποινές, ως αυτά ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο διάπραξης των αδικημάτων (βλ. Robb v Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 201, Ηλία v Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 283 και Παπαπαύλου ν Αστυνομίας, Ποινική Εφεση Αρ. 320/2015, 25/05/2016 [[i]]). Ως εκ τούτου, και πριν από οτιδήποτε άλλο, κρίνεται απαραίτητη η σκιαγράφησης αυτής της πτυχής της υπόθεσης: 12. Το Άρθρο 44
(3)του Νόμου 208(I)/2012, που ποινικοποιεί την παράλειψη ή αμέλεια εμπρόθεσμης καταβολής οποιασδήποτε εισφοράς κοινωνικών ασφαλίσεων, ή πρόσθετου, σε ότι αφορά αυτήν, τέλους, ως ίσχυε και κατά τον ουσιώδη χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, προβλέπει, σε περίπτωση καταδίκης φυσικού προσώπου, ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα έτος, ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €2.500, ή και στις δύο αυτές ποινές. Σε περίπτωση δε καταδίκης νομικού προσώπου για το ίδιο αδίκημα, το Άρθρο 44
(5)του Νόμου 208(I)/2012 ορίζει ότι ο καταδικασθείς υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €8.500, ή και στις δύο αυτές ποινές [[ii]]. 13. Ως έχει προαναφερθεί, η σοβαρότητα ενός αδικήματος, κρίνεται πάντοτε με σημείο αναφοράς την προβλεπόμενη από τον νόμο μέγιστη ποινή. Αυτός είναι άλλωστε και ο γνώμονας του Δικαστηρίου όταν επιμετρά την ποινή. Σύμφωνα πάντοτε με την νομολογία, η ανώτατη ποινή που μπορεί σύμφωνα με τον νόμο να επιβληθεί από το Δικαστήριο για συγκεκριμένο αδίκημα, [ειδικότερα όταν εξετάζεται η επιβολή ποινής φυλάκισης] επιβάλλεται, μόνον στις περιπτώσεις όπου: (α) η φύση του αδικήματος είναι τέτοια, ώστε, να επιβάλλει εξαιρετικά μέτρα αποτροπής χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, (β) από το σύνολο των περιστάσεων, ο καταδικασθείς, φαίνεται, κατά λογική πρόβλεψη, ότι θα συνιστά σοβαρό κίνδυνο για το κοινό, για ακαθόριστο χρόνο, και (γ) ότι, κάθε ελπίδα αναμόρφωσης του καταδικασθέντος, ακριβώς προς προστασία της κοινωνίας από αυτόν, έχει εκλείψει, από την άποψη ότι το μητρώο του τον αποκαλύπτει ως αδιόρθωτο, καθ' έξιν εγκληματία (βλ. Pernell v Ford
(1998)2 Α.Α.Δ. 417, Θεοδουλίδης ν Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1998)2 Α.Α.Δ. 458, Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632, Αntoniou ν Police
(1983)2 C.L.R. 319, Kakouris v The Police
(1972)2 C.L.R. 42). Προκύπτει συνεπώς από την νομολογία, ότι, το μέγιστο της προβλεπόμενης από τον νόμο ποινής, πρέπει να επιφυλάσσεται για τα σοβαρότερα παραδείγματα του συγκεκριμένου αδικήματος. Σύμφωνα με τον Δικαστή Lawton (βλ. την απόφαση του στην υπόθεση Ambler
(1975)CSP A1-4C01), κατά την εξέταση του κατά πόσο ένα αδίκημα είναι από τα χειρότερα παραδείγματα του είδους του, το Δικαστήριο, πρέπει να λαμβάνει υπόψη του το φάσμα των περιπτώσεων που πράγματι αντιμετωπίζονται στην πράξη και να αναρωτείται εάν η συγκεκριμένη περίπτωση που αντιμετωπίζει εμπίπτει εντός του ευρύτερου πεδίου του φάσματος αυτού. Το Δικαστήριο, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να χρησιμοποιεί την φαντασία του προς τον σκοπό δημιουργίας, «απίθανων, χειρότερων πιθανών περιπτώσεων», για να καταλήξει διαφορετικά (βλ. επίσης, Bright [2008] 2 Cr App R (S) 578). Εντούτοις, ακόμη και στις πιο σοβαρές των περιπτώσεων, το πρόσωπο του παραβάτη και πάλι δεν παραβλέπεται. Ο αδικοπραγήσας, όταν υπάρχουν στοιχεία μετριαστικά που το δικαιολογούν, δικαιούται έκπτωση της ποινής του, ανάλογη πάντοτε της σοβαρότητας του αδικήματος. Όπως υποστηρίζεται από τους συγγραφείς του συγγράμματος Blackstone's Criminal Practise 2004, στην σελίδα 1833, στην παράγραφο Ε.1.17, με παραπομπή στις αποφάσεις του αγγλικού Εφετείου στις υποθέσεις Carroll
(1995)16 Cr App R (S) 488, Greene
(1993)14 Cr App R (S) 682 και Barnes
(1983)5 Cr App R (S) 368, γενικά, το μέγιστο της προβλεπόμενης από τον νόμο ποινής, δεν πρέπει να επιβάλλεται, στις περιπτώσεις όπου η καταδίκη ήταν το αποτέλεσμα παραδοχής του κατηγορουμένου ότι διέπραξε το αδίκημα (βλ. επίσης, Pinto [2006] 2 Cr App R (S) 579).
- Η επιβολή ποινής, είναι ένα πολύ λεπτό έργο που επιτελείται από το Δικαστήριο, αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης αφενός και της εξατομίκευσης της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη αφετέρου. Το καθήκον όμως εξατομίκευσης της ποινής, ώστε, αυτή, να αρμόζει στις συνθήκες του συγκεκριμένου παραβάτη, δεν ατονεί, ακόμη και όταν επιβάλλεται να δοθεί αποτρεπτικός χαρακτήρας στη ποινή [[iii]]. Σε κάθε όμως περίπτωση, η εξατομίκευση αυτή, δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής (βλ. Τζιάμα ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 17/2017, 18/12/2017). Όπως έχει νομολογηθεί, σε σοβαρά αδικήματα, όπου η συχνότητα διάπραξης τους, επιβάλλει, την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, αν και είναι παράγοντας που πρέπει να συνυπολογίζεται, είναι ήσσονος σημασίας, αφού προέχει, η αυστηρή τιμωρία του, για την προστασία της κοινωνίας [[iv]].
- Το υπό συζήτηση αδίκημα, κατατάσσονται στην κατηγορία αδικημάτων, που μπορούν να αναφερθούν και ως «αδικήματα που στοχεύουν την διασφάλιση της κοινωνικής ασφάλισης», η σημασία μη διάπραξης των οποίων ή πάταξης τους, είναι εξαιρετική. Ο έντιμος, πρώην Π. Α. Δ., Γ. Μ. Πικής, στο σύγγραμμα του Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, στις σελίδες 277 και 278, αναφέρει σχετικά τα εξής: «The Social Insurance Law is an important piece of social legislation ushering in a new era by setting up a system of social security. The Constitution ίn Art. 9 assures social security as a fundamental right of the individual. It is a measure of human solidarity aimed to shield the individual from want. The law provides for the establishment of a social insurance fund out of which old age pensions and other benefits are to be paid to entitled persons. Both the enactment of the Social Insurance Law, 1964, and other legislation of a kindred content subsequently enacted, the Annual Holidays with Pay Law, 1967 and the Termination of Employment Law, 1967 are important steps towards establishing a comprehensive scheme of social security, a matter of paramount importance for the welfare of the individual and the country as a whole. These schemes are financed by obligatory employers' and employees' contributions and by government grants. The prompt fulfilment of the obligations of the contributories is of great consequence for the financial administration of the social security schemes; acts of default are viewed with severity.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Στην υπόθεση J. E. L. Holdings Ltd v Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(2011)2 Α.Α.Δ 422, σε ότι αφορά την σημασία της υποχρέωσης [εμπρόθεσμης] καταβολής των εισφορών στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, -ανάλογης σημασίας είναι και η υποχρέωση εμπρόθεσμης καταβολής στα ταμεία που ιδρύονται δυνάμει του Νόμου 208(Ι)/2012-, που αποτελεί και την βάση της όλης φιλοσοφίας της ποινικοποίησης της παράλειψης ή αμέλειας καταβολής τους, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε το εξής: «. η βιωσιμότητα του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων εξαρτάται σε μέγιστο βαθμό από τη συνέπεια και συμμόρφωση των εισφορέων για έγκαιρη εκπλήρωση των οικονομικών τους υποχρεώσεων προς το Ταμείο. Παράλειψη συμμόρφωσης, όταν μάλιστα αυτή γίνεται κατ' επανάληψη, συνεπάγεται αυστηρή τιμωρία των παραβατών από τα δικαστήρια.». 17. Σκεπτικό που υιοθετήθηκε και στην πιο πρόσφατα εκδοθείσα απόφαση του στην υπόθεση Αθηνοδωρος ν Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων Ποινική Έφεση Αρ. 148/2014 (Σχ. με 149/2014), 25/07/2014, όπου ελέχθη: «Έχει κατ' επανάληψη τονιστεί η αναγκαιότητα εκπλήρωσης έγκαιρα των υποχρεώσεων που οι φορολογικές νομοθεσίες, όπως είναι αυτές στις οποίες οι δύο εφεσείοντες κρίθηκαν ένοχοι, δημιουργούν σε ένα έκαστο από τους πολίτες, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπως η παρούσα περίπτωση, όπου, η βιωσιμότητα του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων ουσιαστικά εξαρτάται από τη συνέπεια και συμμόρφωση των εισφορέων για έγκαιρη εκπλήρωση των οικονομικών τους υποχρεώσεων προς το Ταμείο. Ο νομοθέτης μάλιστα μερίμνησε ώστε, εκεί και όπου διαπιστώνεται κατ' επανάληψη παράλειψη συμμόρφωσης, η παράλειψη να συνεπάγεται αυστηρότερη τιμωρία (J.E.L. Holdings Ltd. ν. Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Michael James Judge ν Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(2011)2 Α.Α.Δ. 422). Δεν πρέπει να μας διαφεύγει πως νομοθεσίες όπως αυτές στις οποίες οι δύο εφεσείοντες κρίθηκαν ένοχοι, πουθενά αλλού δεν στοχεύουν παρά μόνο στην καθιέρωση ενός ολοκληρωμένου συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, ζήτημα κεφαλαιώδους σημασίας για την ευημερία των πολιτών. Η διαβίωση ευάλωτων ομάδων της κοινωνίας μας, εξαρτάται σε ένα μεγάλο βαθμό, αν όχι αποκλειστικά, από την ομαλή και απρόσκοπτη λειτουργία Δημόσιων Ταμείων, όπως αυτών που προβλέπει ο περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμος. Αποτελεί καθήκον όλων μας η διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας αυτών των Ταμείων.» [[v]]. (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 18. Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η ποινή της φυλάκισης, πρέπει να επιβάλλεται όταν η φύση του αδικήματος και οι συνθήκες και ένταση διάπραξής του, σε συνάρτηση με τα ελαφρυντικά του αδικοπραγούντος, την καθιστούν ως την καταλληλότερη ποινή. Τέτοια ποινή, επιβάλλεται μόνο στις περιπτώσεις που οποιαδήποτε άλλη, κρίνεται ακατάλληλη (βλ. Θεοχάρους ν Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575, Yeats v Constantin
(2000)2 Α.Α.Δ. 320, Κοσασβίλη ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 606). Δηλαδή, ποινή φυλάκισης επιβάλλεται, μόνο στις περιπτώσεις όπου κρίνεται απολύτως απαραίτητο και για περίοδο όχι περισσότερη από ότι υπό τις περιστάσεις είναι αναγκαίο. Όπως έχει αναφερθεί από τον Αρχιδικαστή Lane στην απόφαση του στην υπόθεση Bibi [1980] 1 WLR 1193: «. τα Δικαστήρια πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεχτικά να εξετάζουν την κάθε περίπτωση προς τον σκοπό διασφάλισης, στην περίπτωση που άμεση ποινή φυλάκισης είναι απαραίτητη, ότι η ποινή είναι όσο το δυνατόν μικρότερη και σύμφωνη μόνο με το καθήκον του Δικαστηρίου για προάσπιση των συμφερόντων της κοινωνίας και της αποτροπής του εγκληματία.» (βλ. επίσης στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practise 2004, στην σελίδα 1824, στην παράγραφο Ε.1.11, όπου γίνεται παραπομπή και σε μεταγενέστερη αγγλική νομολογία, πολύ πιο πρόσφατη, όπου το προαναφερόμενο σκεπτικό του Αρχιδικαστή Lane έχει υιοθετηθεί). 19. Στην προκείμενη περίπτωση, διαπιστώνονται, σε ότι αφορά την υπόθεση αυτή και το εξεταζόμενο αδίκημα, τα εξής γεγονότα και δεδομένα, τα οποία, εξετάζοντας και σταθμίζοντας τα, με οδηγούν, αφενός, στο να επιλέξω την αρμόζουσα για τους Κατηγορουμένους 2 και 3 ποινή, -αφής στιγμής το Δικαστήριο έχει ευχέρεια επιβολής, είτε ποινής φυλάκισης, είτε χρηματικού προστίμου- και αφετέρου, στο να επιμετρήσω την ποινή των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3: i. Το αδίκημα στο οποίο οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 έχουν καταδικαστεί μετά από δική τους παραδοχή, βρίσκεται σε έξαρση, γεγονός που επιβάλλει, επαναλαμβάνω, η ποινή που το Δικαστήριο θα επιβάλει να έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα. Για το γεγονός, ότι, η διάπραξης του προαναφερόμενου αδικήματος, βρίσκεται σε έξαρση, το Δικαστήριο λαμβάνει δικαστική γνώση, εκ της θέσεως του («virtute officio») (βλ. The Attorney-General v Mavrokefalos
(1966)2 Α.Α.Δ. 93), καθότι, η διάπραξης αδικημάτων σε σχέση με υποχρεώσεις που στοχεύουν την κοινωνική ασφάλιση είναι διαδεδομένη, -ως έχει αναφερθεί από το Δικαστήριο στην υπόθεση The Attorney-General v Ttofi
(1962)C.L.R. 225- με την έννοια ότι είναι, δυστυχώς, «κοινά». Πασίδηλο, άλλωστε, γεγονός και από το φαινόμενο, ότι, για την αντιμετώπιση της πλημμυρίδας των ποινικών υποθέσεων με κατηγορίες για τα αδικήματα αυτά, υπάρχει ειδικό πρόγραμμα εργασίας Δικαστών, ώστε, αυτές, να εκδικάζονται κατά αποκλειστικότητα από συγκεκριμένο Δικαστή ανά επαρχία (βλ. κατ' αναλογία, Νικολάου ν Rolandos Enterprises Ltd
(2004)2 Α.Α.Δ. 546). Όπως ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Πισκοπου ν Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342: «Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, ., και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους.». Όπως επισημάνθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Μενελάου Ιωάννου
(1999)2 Α.Α.Δ. 603, «Η τιμωρία δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά μέτρο άμυνας έναντι παραβιάσεων του δικαίου και υπονόμευσης των αρχών του. Η ανάγκη προστασίας ποικίλλει, ανάλογα με τη σοβαρότητα του εγκλήματος.». Ως προαναφέρθηκε, το στοιχείο της αποτροπής, είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους. Η σοβαρότητα των υπό συζήτηση αδικημάτων, έχει, ως προαναφέρθηκε, αναγνωριστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, μεταξύ άλλων και στις υποθέσεις J. E. L. Holdings Ltd v Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(2011)2 Α.Α.Δ 422 και Αθηνοδωρος ν Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων Ποινική Έφεση Αρ. 148/2014 (Σχ. με 149/2014), 25/07/2014. Παρά το γεγονός ότι, το αδίκημα της υπόθεσης αυτής, είναι σοβαρό και η διάπραξης του βρίσκεται σε έξαρση, η προκείμενη περίπτωση, δεν είναι από αυτές που, η ανώτατη ποινή, σύμφωνα με το προαναφερόμενο νομοθέτημα, δικαιολογείται να επιβληθεί στους Κατηγορουμένους 1, 2 και 3 από το Δικαστήριο για το συγκεκριμένο αδίκημα, ειδικότερα λόγω του ότι, η καταδίκη τους, ήταν το αποτέλεσμα της δικής τους ομολογίας και παραδοχής (βλ. Pernell v Ford
(1998)2 Α.Α.Δ. 417, Θεοδουλίδης ν Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1998)2 Α.Α.Δ. 458, Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632, Αntoniou ν Police
(1983)2 C.L.R. 319, Kakouris v The Police
(1972)2 C.L.R. 42). Χωρίς όμως, με τα προαναφερόμενα, να αφήνεται να νοηθεί, ότι, παραβλέπεται η σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία έχουν καταδικαστεί οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, δεδομένων: (α) της έντασης στην διάπραξη τους (γεγονός που προκύπτει από το συνολικό ύψος των εισφορών και πρόσθετων που δεν καταβλήθηκαν από την Κατηγορουμένη 1, καθιστώντας την περίπτωση αυτή, μία από τις σοβαρότερες του είδους της) και (β) της περιόδου της παράλειψης. ii. Οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, είναι λευκού ποινικού μητρώου. Η Κατηγορουμένη 1, ασκούσε, -μέχρι και το έτος 2015 που ανέλαβε την δραστηριότητα και τα περιουσιακά της στοιχεία Παραλήπτης / Διαχειριστής-, την επιχειρηματική της δραστηριότητα, με διοικητικούς συμβούλους τους Κατηγορουμένους 2 και 3, από το έτος 1991, χωρίς να έχει παραβάσεις στο μητρώο της, του είδους, όπως το υπό εξέταση αδίκημα. Οι δε Κατηγορούμενοι 2 και 3, στα 59 και 57 τους χρόνια, αντίστοιχα, είναι επίσης λευκού ποινικού μητρώου. Αποτελεί αρχή της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι, το ποινικό μητρώο ενός κατηγορουμένου, ως μία πτυχή του χαρακτήρα και του ιστορικού του, έχει σημασία και πρέπει, αν τούτο δικαιολογείται από τις περιστάσεις, να λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. το σύγγραμμα του Γ. Μ. Πική, Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, στην σελίδα 59). Και τούτο, γιατί, οι προηγούμενες καταδίκες ενός κατηγορουμένου αποτελούν ένδειξη της στάσης και του σεβασμού που αυτός επιδεικνύει προς τους νόμους της πολιτείας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Stratos a. a. v Police V17 C.L.R. 73 και Χατζηνικολάου ν Αστυνομίας
(1976)2 Α.Α.Δ. 63). Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα του έντιμου, πρώην Π. Α. Δ., Γ. Μ. Πική, Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, στην σελίδα 60: «Ο νόμος βρίσκεται στον πυρήνα της κοινωνικής οργάνωσης. Παραβιάζοντας τις διατάξεις του, ο ένοχος σχίζει τον ιστό της κοινωνίας. Παραβιάζοντας τον νόμο, ένας άνθρωπος υποβιβάζει τον εαυτό του; εξ ου και τα εξασθενητικά αποτελέσματα των προηγούμενων καταδικαστικών αποφάσεων κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου παρουσίαση του, εφόσον το Δικαστήριο είναι στην υπηρεσία του νόμου.» [[vi]]. iii. Οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, έχουν κριθεί ένοχοι στην διάπραξη των αδικημάτων, κατόπιν δικής τους παραδοχής. Η ομολογία στις διωκτικές αρχές ή/και η παραδοχή στο Δικαστήριο, της διάπραξης του αδικήματος, σύμφωνα με την νομολογία, αποτελεί στοιχείο που οδηγεί στην επιεικέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου από το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής του. Όπως έχει επίσης νομολογηθεί, το αντίθετο, -δηλαδή η μη παραδοχή ενοχής,- σε καμία περίπτωση δεν θεωρείται επιβαρυντικός παράγοντας, καθότι, σύμφωνα και πάλι με την νομολογία, είναι απόλυτο δικαίωμα του κάθε κατηγορουμένου στα πλαίσια της έμπρακτης μεταγραφής του τεκμηρίου της αθωότητας, να μην παραδεχθεί την κατηγορία του. Κατ' αντιστοιχία, η νομολογία έχει καθορίσει, ότι, ακόμη και η προβολή μιας εξωπραγματικής υπεράσπισης, δεν αποτελεί επιβαρυντικό παράγοντα. (βλ. Βενιζέλου ν Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 59). Η παραδοχή του κατηγορουμένου της διάπραξης του αδικήματος [η απολογία του, στις περιπτώσεις όπου αυτή εκφράζεται και κρίνεται ως ειλικρινής, βλ. Μυλωνά ν Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 384) και η μεταμέλεια του, όταν είναι έμπρακτη και καταδεικνύεται έγκαιρα, βλ. Παντέλα ν Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 562, Ισιδώρου ν G. M. Christofi Enterprises Ltd κ. α.
(1999)2 Α.Α.Δ. 60], αποτελούν μεν ελαφρυντικό παράγοντα που επενεργεί στην ποινή που επιβάλλεται από το Δικαστήριο, δεν μπορούν όμως, -είτε ενυπάρχουν όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία, είτε μόνο ένα ή περισσότερα από αυτά- να επηρεάσουν σε βαθμό που να εξουδετερώνει την σοβαρότητα του αδικήματος. Στην προκείμενη περίπτωση, αναγνωρίζω στους Κατηγορουμένους 1, 2 και 3, για σκοπούς μετριασμού της ποινής τους, το γεγονός ότι έχουν παραδεχθεί την διάπραξη του αδικήματος. Προς όφελος των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 [και ειδικότερα σε ότι αφορά τους Κατηγορουμένους 2 και 3], προσμετρά περαιτέρω το γεγονός ότι, μέσω του συνηγόρου υπεράσπισης τους, δήλωσαν μετανοιωμένοι για την διάπραξη των αδικημάτων. Αυτή, πρέπει να σημειωθεί, ήταν και η εντύπωσης μου κατά τις ενώπιον μου παρουσιάσεις τους. Παράλληλα, όμως, δεν διαφεύγει της προσοχής μου, ότι, οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, δεν έχουν προβεί σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια για να δείξουν και έμπρακτα ότι μετανιώνουν για την διάπραξη του αδικήματος. Εν προκειμένω, σημειώνεται, ότι, το προαναφερόμενο συνολικό ποσό των οφειλόμενων εισφορών και πρόσθετων εισφορών των €80.939, που αφορά την κατηγορία στην οποία οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 έχουν καταδικαστεί, ως έχει προαναφερθεί, δεν έχει καταβληθεί στον Κατήγορο, ή άλλως πως εξασφαλιστεί η πληρωμή του και αποτελεί αυτή την στιγμή «ζημιά» του συγκεκριμένου ταμείου και κατ' επέκταση των δικαιούχων του (βλ. Savva v The Director of Social Insurance
(1980)2 C.L.R. 126 και κατ' αναλογίαν, Θεοχάρους & Υιός Λτδ κ. α. ν Ορφανίδη κ. α. Ποινική Έφεση Αρ. 102/2014 και 115/2014, 25/02/2016). Αναφέρω αυτά, χωρίς φυσικά να παραβλέπω -και λαμβάνω αυτά υπόψη μου στο βαθμό που αυτά μπορούν να ληφθούν υπόψη υπό τις περιστάσεις- την περιουσιακή και οικονομική κατάσταση, χρέη και εισοδήματα των Κατηγορουμένων 2 και 3, αλλά και το καθεστώς στο οποίο βρίσκεται η Κατηγορουμένη 1, ήτοι, της παραλαβής / διαχείρισης προς τον σκοπό εξόφλησης χρεών της προς συγκεκριμένο πιστωτή της και δη αυτό της επιχειρηματικής αδράνειας, αποτέλεσμα της οποίας είναι σαφώς η έλλειψης σχετικών εισοδημάτων -ως αυτά παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο από πλευράς τους για σκοπούς μετριασμού της ποινής τους και δεν αμφισβητήθηκαν από τον Κατήγορο- και πως αυτά συσχετίζονται με το γεγονός ότι, για σκοπούς μετριασμού της ποινής τους, δεν κατέβαλαν στον Κατήγορο το προαναφερόμενο οφειλόμενο ποσό εισφορών και πρόσθετων εισφορών, ή έναντι αυτού οποιοδήποτε ποσό. Σε κάθε περίπτωση όμως, το γεγονός ότι η «απώλεια και ζημιά» στο σχετικό ταμείο υφίσταται, είναι ένα ζήτημα που λαμβάνεται σοβαρά υπόψη από το Δικαστήριο (βλ. και Μιχαηλίδης ν Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 285). Εδώ, πρέπει να σχολιαστεί και η θέση της υπεράσπισης, ότι, το ποσό των οφειλόμενων εισφορών και τελών, ή σε κάθε περίπτωση μέρος αυτού, θα μπορούσε να είχε καταβληθεί από την Κατηγορουμένη 1, πλέον δια του Παραλήπτη / Διαχειριστή της, αφής στιγμής, οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, κατ' ουσία, είναι πλέον διοικητικοί σύμβουλοι της Κατηγορουμένης 1 χωρίς ενέργεια, και ο Παραλήπτης / Διαχειριστής έχει σχετική δια νόμου υποχρέωση, πράγμα που δεν έγινε, υπό περιστάσεις που για τους Κατηγορουμένους 2 και 3 εγείρουν ερωτηματικά. Όπως ελέχθη και από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ανδρονίκου ν Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, το Δικαστήριο αυτό, που καθήκον έχει την εξέταση της ποινικής ευθύνης και μόνον και την επιβολή, μετά την καταδίκη, της αρμόζουσας ποινής, δεν μπορεί να προχωρήσει στην εξέταση προς διαπίστωση τέτοιων ζητημάτων ή ευθυνών. Κατά τον ίδιο τρόπο που το Δικαστήριο δεν εισέρχεται στην εξέταση ζητημάτων, όπως είναι το κατά πόσο η Κατηγορουμένη 1 κατέστη αφερέγγυα και πότε και εάν οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, ως οι διοικητικοί της σύμβουλοι, θα έπρεπε να το είχαν διαπιστώσει και ως εκ τούτου αποφασίσει την εκούσια εκκαθάριση της, ώστε να τίθεται ζήτημα λανθασμένης συνέχισης της εμπορικής της δραστηριότητας («wrongful trading»), που θα μπορούσε να επιβαρύνει την ποινή τους. Υπόψη του Δικαστηρίου μπορεί να ληφθεί και λαμβάνεται υπόψη, στον ελάχιστο βαθμό που μπορεί αυτό να επηρεάσει την ποινή που θα επιβληθεί στους Κατηγορουμένους 2 και 3, η προοπτική καταβολής του οφειλόμενου ποσού εισφορών και πρόσθετων εισφορών ή μέρους αυτού, από τον Παραλήπτη / Διαχειριστή. Το γεγονός της πρόθεσης των Κατηγορουμένων 2 και 3 να αποποιηθούν τα δικά τους δικαιώματα από το εν λόγω ταμείο, το λαμβάνω υπόψη μου σε κάποιο βαθμό, όχι όμως ως θα το λάμβανα υπόψη μου εάν κατά την ενώπιον μου παρουσίαση τους στις 05/02/2018 που εκτέθηκαν τα γεγονότα για να τους επιβληθεί ποινή, αυτό ήταν ένα δεδομένο (έχοντας δηλαδή διαπεραιώσει όλες τις σχετικές και με το ταμείο διεργασίες, ώστε, αφενός να βεβαιωθεί προς το Δικαστήριο και επισήμως και αφετέρου να διαπιστωθεί και κατά πόσο τούτο είναι κάτι το εφικτό). iv. Το γεγονός, ότι, οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, καθ' όλο τον πρότερο βίο τους, παρουσιάζονται ως πρόσωπα ιδιαίτερα ευσυνείδητα, έντιμα, νομοταγή και εργατικά, από καλή οικογένεια και μία καλή οικογένεια στην κοινωνία, με σταθερά ανοδική επαγγελματική ανέλιξη στον τομέα που είχαν δραστηριοποιηθεί για δεκαετίες, που συνεισέφεραν κοινωνικά, μετριάζει την ποινή που θα τους επιβληθεί. Την ποινή τους μετριάζει και το γεγονός ότι, από το γεγονός της άμεσης φυλάκισης τους, θα επηρεαστεί η οικογένεια τους, και συγκεκριμένα τα δύο παιδιά τους τα οποία εξακολουθούν να βασίζονται σε αυτούς, και ειδικότερα το νεαρότερο σε ηλικία μέλος της οικογένειας, ο 17χρονος και ακόμη μαθητής υιός τους, ο οποίος είναι αποκλειστικά εξαρτώμενος τους. Η ταυτόχρονη απώλεια τους, στην οικογένεια τους, ως έχει προαναφερθεί, είναι, σημειώνω, ένας παράγοντας τον οποίο έχω επίσης προσμετρήσει προς όφελος των Κατηγορουμένων 2 και 3. Εντούτοις, αν και οι περιστάσεις αυτές της οικογενείας των Κατηγορουμένων 2 και 3, αναγνωρίζονται από το Δικαστήριο, είναι δεδομένο και έχει αναγνωριστεί και από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι δεν μπορούν να έχουν αποφασιστική σημασία στον καθορισμό της ποινής τους (βλ. Domotov κ. α. ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328). Αντιλαμβάνομαι περαιτέρω, το άγχος και την αγωνία που τους διακατέχει ένεκα τούτου, αλλά και γενικότερα λόγω της κατάστασης που αντιμετωπίζουν ως κατηγορούμενα πρόσωπα σε αυτή την υπόθεση. Εντούτοις, όπως έχει αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μιχαήλ ν Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 602, «Το άγχος και η αγωνία που διακατέχουν τον εφεσείοντα για την τύχη της γυναίκας και του παιδιού του ένεκα της δικής του αδυναμίας να τους προσφέρει τη βοήθεια που χρειάζονται είναι παράγοντες οι οποίοι ανάγονται στο ψυχισμό κάθε ανθρώπου που περιέρχεται στη θέση που έχει περιέλθει ο εφεσείων εξαιτίας της παράνομης δράσης του και δεν συνιστούν παράγοντες για μετριασμό της ποινής.». v. Το γεγονός, ότι, τις αποφάσεις στην Κατηγορουμένη 1, τις ελάμβανε ουσιαστικά ο Κατηγορούμενος 3, παρά το γεγονός ότι νομικά είναι ένας ισχυρισμός ασυμβίβαστος με το γεγονός ότι, το διοικητικό συμβούλιο της Κατηγορουμένης 1, απάρτιζαν κατά τον ουσιώδη χρόνο της διάπραξης του αδικήματος τόσο ο Κατηγορούμενος 3, όσο και η Κατηγορούμενη 2 (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Εταιρείας Bisco Ltd κ. α.
(1991)2 Α.Α.Δ. 16 [[vii]]), θα το λάβω υπόψη μου ως μετριαστικό της ποινής που θα επιβληθεί στην Κατηγορουμένη 2, στην βάση του ότι η ανάμειξης της αν και πραγματική, δεν ήταν ουσιαστική στα της διοικήσεως της Κατηγορουμένης 1 (βλ. Βενιζέλου ν Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 59, Μελάς ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 412, Αστυνομία ν Toorac Fashion Ltd κ. α.
(1993)2 Α.Α.Δ. 117, Κυπριανού ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 28/2014, 24/02/2014 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Εταιρείας Bisco Ltd κ. α.
(1991)2 Α.Α.Δ. 16). vi. Η προσφορά δεκαετιών της Κατηγορουμένης 1, τόσο στον τομέα της προσφοράς εργασίας, όσο και η κοινωνική από φιλανθρωπίες, επίσης λαμβάνεται υπόψη του Δικαστηρίου σε ότι αφορά την δική της περίπτωση κατά την επιμέτρηση της ποινής της. Όπως επίσης λαμβάνεται υπόψη και το σημερινό καθεστώς της, τα χρέη της και οι προοπτικές συνέχισης των σκοπών της. vii. Παρά το γεγονός, ότι, ως έχει προαναφερθεί, τα αδικήματα χρονολογούνται, εντούτοις, η δίωξης των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, ήταν άμεση και από τα όσα στοιχεία βρίσκονται ενώπιον μου, δεν φανερώνεται οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 να έχουν επηρεαστεί δυσμενώς ως αποτέλεσμα της όποιας καθυστέρησης στην προώθηση και περάτωση της υπόθεσης αυτής, ή ότι θα επηρεαστούν δυσμενώς από την επιβολή ποινής τώρα, εξαιτίας αλλαγής οποιωνδήποτε συνθηκών που συνέβησαν κατά τη διάρκεια της καθυστέρησης. Η καθυστέρησης, άλλωστε, που παρατηρήθηκε, μεταξύ της αλλαγής απάντησης των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 (οπόταν και παραδέχθηκαν την διάπραξη των αδικημάτων), μέχρι και την έκθεση των γεγονότων στο Δικαστήριο για να τους επιβληθεί ποινή, μπορεί να καταλογιστεί μόνον στους Κατηγορουμένους 1, 2 και 3, αφής στιγμής αιτήματα τους οδηγούσαν σε αναβολή της διαδικασίας για να τους δοθεί περιθώριο συμμόρφωσης, -δηλαδή, πληρωμής των οφειλόμενων εισφορών και τελών-, ακριβώς για να μπορούν στην συνέχεια να αντικριστούν από το Δικαστήριο με μεγαλύτερη επιείκεια (βλ. Κωνσταντίνου ν Έφορου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 403 και Τιμοθέου ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 671). viii. Σύμφωνα με το Άρθρο 117
(2)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε σε πρόσωπο που ήδη καταδικάστηκε σε φυλάκιση, αρχίζει να εκτίεται μετά τη λήξη της προηγούμενης ποινής, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά. Προηγούμενη ποινή, δύναται να αποτελεί και ποινή που επιβλήθηκε από Δικαστήριο (το ίδιο ή διαφορετικό) την ίδια ημέρα, προγενέστερα. Το Δικαστήριο, σύμφωνα με τις αρχές στις οποίες αναφορά γίνεται αμέσως μετά, διατάζει, βάσει των προνοιών του προαναφερόμενου Άρθρου 117
(2)του Κεφ. 155, «διαφορετικά», εφαρμόζοντας στα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, την αρχή της συνολικότητας της ποινής («the totality principle») (βλ. Θεοδώρου ν Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 376, Παραρέ ν Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 257). Η αρχή της συνολικότητας της ποινής που ισχύει και εφαρμόζεται και στην Κύπρο, επεξηγήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Χριστοφόρου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 443. Ως αναλύεται από το Ανώτατο Δικαστήριο στην εν λόγω απόφαση: «Η αρχή της συνολικότητας της ποινής ισχύει βεβαίως στην Κύπρο όπως ισχύει και στην Αγγλία. Επεκτείνεται πέραν της περίπτωσης διαδοχικών ποινών που επιβάλλονται από το ίδιο δικαστήριο την ίδια ώρα στην ίδια ή σε διαφορετικές υποθέσεις και καλύπτει περιπτώσεις όπως η προκειμένη στην οποία οι ποινές επιβάλλονται από διαφορετικό δικαστήριο σε διαφορετικό χρόνο και σε διαφορετικές υποθέσεις. Ακόμα, δεν περιορίζεται σε αδικήματα που είναι όμοια ή σχετίζονται μεταξύ τους ως μέρος μίας ενιαίας ενέργειας, ως προς τα οποία ο γενικός κανόνας είναι ότι δεν πρέπει να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές (ίδε και Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1989)1 Α.Α.Δ. 331). Επίκεντρο της είναι ο τιμωρούμενος και προοπτική της η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη του. Και υπόβαθρο της είναι οι ευρύτεροι παράμετροι που διέπουν την αναλογικότητα της τιμωρίας προς το έγκλημα και που έχουν έρεισμα στις θεμελιακές αρχές του δικαίου και αναγνώριση στο Σύνταγμα και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, υπό το φως των οποίων και θα πρέπει να εφαρμόζεται το άρθρο 117
(2)και να ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ύψος της επιβληθησομένης ποινής. Εφόσον πρόκειται για στέρηση της ελευθερίας του ατόμου για σκοπούς τιμωρίας, η ποινική ευθύνη του τιμωρούμενου πρέπει να αντικρίζεται διαχρονικά σαν σύνολο σε κάθε δεδομένη περίπτωση φυλάκισής του. Ειδικά στην περίπτωση όπως η προκειμένη, στην οποία επιβάλλεται ποινή ενώ ο τιμωρούμενος εκτίει άλλη ποινή, αποτελούν καλό κανόνα τα λεχθέντα από το Richards, J., στην υπόθεση R v. Watts [2000] 1 Cr. App. R. (S.) 460, στην οποία μας ανέφερε ο κ. Πικής: "If the offence had fallen to be dealt with at the same time would the same total sentence have resulted. If not, then the total produced by making the sentences consecutive may be disproportionate and excessive." Ο κανόνας αυτός αντιστοιχεί προς το γενικό κανόνα που το δικαστήριο, όταν εξετάζει το ενδεχόμενο επιβολής συντρεχουσών ή διαδοχικών ποινών, εφαρμόζει ως απόρροια της αρχής της συνολικότητας της ποινής. Όπως το έθεσε ο Lawton, L.J., στην υπόθεση R. v. Barton, October 6, 1972 (αναφερόμενη στο Encyclopaedia of Current Sentencing Practice, section A5-3A) (στην οποία επίσης μας ανέφερε ο κ. Πικής) υποδεικνύοντας το καθήκον του δικαστηρίου: "It must look at the totality of the criminal behaviour and ask itself what is the appropriate sentence for all the offences." Και πάλι δε ο Lawton, L.J., στην υπόθεση R. v. Holderness, July 15, 1974 (αναφερόμενος στην ως άνω Encyclopaedia, section Α5-3Β): "... the step which this Court on numerous occasions has said should be taken, namely of standing back and looking at the overall effect of the sentences which had been passed."». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Περαιτέρω, ως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του στην υπόθεση Δημητρίου (Μιχαήλ) ν Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 21: «. ακόμα και όταν δεόντως επιβάλλονται διαδοχικές ποινές, η αρχή της συνολικότητας επιβάλλει όπως κανονικά το σύνολο των επιβληθεισών διαδοχικών ποινών δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το ανώτερο όριο του κανονικού φάσματος των ποινών που επιβάλλονται στην κατηγορία των αδικημάτων, στην οποία το πιο σοβαρό από τα αδικήματα ανήκει. Η ολική ποινή μπορεί να παραβιάζει την αρχή της συνολικότητας, αν συνολικά είναι ουσιαστικά πιο πάνω από το κανονικό επίπεδο των ποινών που επιβάλλονται στο πιο σοβαρό αδίκημα ή αν στην ουσία επιβάλλεται στον αδικοπραγούντα μια συντριπτική ποινή. . εν πάση περιπτώσει, το σύνολο των διαδοχικών ποινών που ενδεχομένως να επιβληθούν θα πρέπει να έχει αναλογία προς τη σοβαρότητα των επί μέρους κατηγοριών. Η υπόθεση αντιμετωπίζεται από απόσταση και εξετάζεται κατά πόσο η συνολική ποινή είναι η αρμόζουσα, σύμφωνα με τα συγκεκριμένα δεδομένα (Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 323, 327 και Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123).». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Ως προκύπτει από τα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις προαναφερόμενες υποθέσεις, το ερώτημα που το Δικαστήριο, σε κάθε περίπτωση που καλείται να επιβάλει ποινή, καλείται να απαντήσει, είναι κατά πόσο, η συνολική ποινή που προκύπτει από τη διαδοχικότητα των ποινών -είτε η περίπτωση αφορά διαδοχικές ποινές που επιβάλλονται «από το ίδιο Δικαστήριο την ίδια ώρα στην ίδια ή σε διαφορετικές υποθέσεις»•, είτε η περίπτωση αφορά ποινές που επιβάλλονται «από διαφορετικό Δικαστήριο σε διαφορετικό χρόνο και σε διαφορετικές υποθέσεις»-, είναι στο σύνολο της υπέρμετρη και δυσανάλογη προς τα εν λόγω αδικήματα. Το δε γεγονός, ότι, τα αδικήματα που τίθεται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την διαδικασία της επιβολής ποινής, είναι ανόμοια ή άσχετα μεταξύ τους και δεν αποτελούν μέρος μίας ενιαίας ενέργειας, ως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Χριστοφόρου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 443 ανωτέρω, είναι γεγονός που δεν μπορεί να επηρεάσει το Δικαστήριο ως προς το θέμα εφαρμογής της προαναφερόμενης αρχής κατά την λήψη της απόφασης του (βλ. επίσης, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Παπαγεωργίου
(2007)2 Α.Α.Δ. 514). Και αυτό, επισημάνεται, καθότι, σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κατά γενικό κανόνα, δεν πρέπει να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές, μόνο στις περιπτώσεις αδικημάτων που είναι όμοια ή σχετίζονται μεταξύ τους ως μέρος μίας ενιαίας ενέργειας (βλ. Αχιλλέως ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 331, Β.Ε.Κ. ν Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 228). Με τον όρο «ενιαία ενέργεια» να ερμηνεύεται, σύμφωνα και πάλι με την νομολογία, ότι έχει την έννοια «της ενέργειας που καλύπτει μία σειρά από αδικήματα [του ίδιου ή παρόμοιου τύπου] που προκύπτουν από την ίδια συμπεριφορά που επαναλαμβάνεται προς το ίδιο θύμα, μέσα σε ένα σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Πέτρου
(2006)2 Α.Α.Δ. 183, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Παπαγεωργίου
(2007)2 Α.Α.Δ. 514, Κέρκης ν Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 433, Ν.Ν. ν Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 762). Εντούτοις, σημειώνεται και η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά την οποία, προκειμένου το Δικαστήριο να αποκλίνει από την προαναφερόμενη πρόνοια του Άρθρου 117
(2)του Κεφ.155 και να εκδώσει διαφορετική διαταγή από αυτήν της διαδοχής των ποινών σε περίπτωση που η φύση, ο χαρακτήρας και τα περιστατικά της υπόθεσης είναι διαφορετικά από τα νέα αδικήματα, «πρέπει να υπάρχουν ειδικές ή και εξαιρετικές συνθήκες» που να το επιβάλλουν (βλ. την αναφερόμενη από τον έντιμο, Δ. Α. Δ., Λ. Παρπαρίνο, νομολογία, για το ζήτημα αυτό, στην διιστάμενη απόφαση που εξέδωσε στην υπόθεση Παραρέ ν Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 257). Το ζητούμενο είναι, απαραιτήτως, τιμωρώντας τον κατηγορούμενο, το Δικαστήριο να αποφύγει την επιβολή ποινής που θα ήταν υπέρμετρη ή δυσανάλογη ως προς τη συνολική ποινική του ευθύνη (βλ. τα συγγράμματα, του έντιμου, πρώην Π. Α. Δ., Γ. Μ. Πική, Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, στις σελίδες 91, 92, 93 και Blackstone's, Criminal Practice 2004, στην ενότητα Ε1.5). Βλέπε επίσης, Jamas v Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 10, Ηρακλέους ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 534, Φράγκου ν Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 13, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Κυριάκου
(2008)2 Α.Α.Δ. 562, Χαραλάμπους ν Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 26. Στην προκείμενη περίπτωση, ενωρίτερα σήμερα, επέβαλα στους Κατηγορουμένους 1, 2 και 3 ποινή, και στην Υπόθεση υπ' αρ.: XXXXX/2014 (λαμβάνοντας υπόψη μου τα αδικήματα και των Υποθέσεων υπ' αρ.: XXXXX/15 και XXXXX/15). Επέβαλα στους Κατηγορουμένους 2 και 3, ποινές φυλάκισης 5 και 10 μηνών αντίστοιχα και άλλες ολιγότερες με τις οποίες να συντρέχουν. Έχοντας υπόψη μου τις προαναφερόμενες αρχές, θεωρώ ότι, στην προκείμενη περίπτωση, συντρέχουν περιστάσεις που δικαιολογούν διαταγή όπως η ποινή φυλάκισης των Κατηγορουμένων 2 και 3, συντρέχει, από τα σήμερα που αυτή ανακοινώνεται (βλ. Άρθρο 117
(1)του Κεφ. 155, Θεοδώρου ν Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 376, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Παντελή
(2000)2 Α.Α.Δ. 384), με την ποινή που τους έχει επιβληθεί, ως έχει προαναφερθεί, στην Υπόθεση υπ' αρ.: 16447/2014 (λαμβάνοντας υπόψη μου τα αδικήματα και των Υποθέσεων υπ' αρ.: 5550/15 και 20868/15). Η ποινικά κολάσιμη πράξη των Κατηγορουμένων 2 και 3 σε αυτή την υπόθεση, βρίσκω ότι αποτελεί μέρος της ίδιας «δοσοληψίας και συναλλαγής», με αυτήν των Υποθέσεων υπ' αρ.: XXXXX/2014, XXXXX/15 και XXXXX/
- Αφορά σίγουρα, ως προκύπτει από τα όσα γεγονότα έχω ενώπιον μου, εισφορές στο ταμείο προνοίας των εργοδοτουμένων της Κατηγορουμένης 1, οι οποίες ως εισφορές, εντάσσονται στην ευρύτερη κατηγορία των εισφορών που αποσκοπούν την κοινωνική ασφάλιση και καλύπτουν μέρος της ίδιας χρονικής περιόδου). Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα του έντιμου, πρώην Π. Α. Δ., Γ. Μ. Πική, Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, στην σελίδα 93, «όπου τα γεγονότα που συνιστούν το αδίκημα είναι εντελώς διαφορετικά, διαδοχικές ποινές πρέπει και πάλι να επιβάλλονται, ακόμη και εκεί που τα γεγονότα αποτελούν μέρος . του ίδιου εγκληματικού εγχειρήματος» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου). Στην προκείμενη περίπτωση, κρίνεται ότι τα αδικήματα των προαναφερόμενων υποθέσεων και της παρούσας, σχετίζονται μεταξύ τους, ως μέρος μίας ενιαίας ενέργειας και ως εκ τούτου, οι ποινές που επιβάλλονται σε ότι αφορά αυτές θα συντρέχουν.
- Κατ' ακολουθία των όσων έχουν προαναφερθεί, καταλήγω σε ότι αφορά τα της ποινής ως εξής.
- Η Κατηγορουμένη 1, είναι νομικό πρόσωπο και ως εκ τούτου, δεδομένων και των περιστάσεων αυτής της υπόθεσης, η ποινή που δύναται να της επιβληθεί δεν μπορεί να είναι άλλη από χρηματική. Το χρηματικό πρόστιμο, ως γνωστόν, είναι η ποιο συνηθισμένη μορφή τιμωρίας που επιβάλλεται σε ένα κατηγορούμενο νομικό πρόσωπο. Το Δικαστήριο, κατά την επιμέτρηση του χρηματικού προστίμου που θα επιβάλει, λαμβάνει υπόψη του ανάλογους παράγοντες που προσμετρούν στην διαμόρφωση της κρίσης του όταν επιβάλλει ποινή σε ένα φυσικό πρόσωπο. Σε αυτά, σε ότι αφορά αυτή την υπόθεση και την Κατηγορουμένη 1, έχω ήδη αναφερθεί. Στόχος του χρηματικού προστίμου, όπως επεξηγήθηκε από τον Δικαστή Phillips στην υπόθεση R v Balfour Beauty Rail Infrastructure Ltd [2006] EWCA Crim. 1586, είναι, το μήνυμα της αποτροπής δια της τοιαύτης ποινής, να διεισδύει πέραν του διοικητικού της συμβουλίου και να φτάνει μέχρι και τους μετόχους της: «. Knowledge that breach of this duty can result in a fine of sufficient size to impact on shareholders will provide a powerful incentive for management to comply with this duty. This is not to say that that the fine must always be large enough to affect dividends or share prise. But the fine must reflect both the degree of fault and the consequences so as to raise appropriate concern on the part of shareholders at what has occurred. Such an approach will satisfy the requirement, which will rightly be reflected by public opinion, that a company should be punished for culpable failure to pay due regard for safety, and for the consequences of that failure.».
- Στην βάση των όσων έχουν προαναφερθεί, στην Κατηγορουμένη 1 επιβάλλω την ακόλουθη ποινή: Στην 1η Κατηγορία: €6.000
- Σε ότι αφορά τους Κατηγορουμένους 2 και 3 καταλήγω ως εξής. Ξεκινώ πρώτα από την περίπτωση της Κατηγορουμένης
- Η εισήγησης της υπεράσπισης, ήταν ότι, η εμπλοκή της στην Κατηγορουμένη 1, παρά του αξιώματος της ως διοικητικός της σύμβουλος, δεν ήταν ουσιαστική. Ως προαναφέρθηκε, αυτό το αποδέχομαι ως στοιχείο που μετριάζει την ποινή της. Δεν θεωρώ όμως ότι μπορεί να καθορήσει και το είδος της ποινής που θα της επιβληθεί. Η σοβαρότητα των αδικημάτων που έχουν διαπραχθεί και η έντασης στην διάπραξη τους, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η διάπραξης τους είναι σε έξαρση, καθορίζουν και το είδος της ποινής που θα της επιβληθεί, που δεν μπορεί να είναι άλλη από ποινή φυλάκισης. Όπως ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Εταιρείας Bisco Ltd κ. α.
(1991)2 Α.Α.Δ. 16: «Ο δικηγόρος των εφεσίβλητων ζήτησε να διαφοροποιήσουμε τη θέση της τρίτης κατηγορουμένης, η οποία είναι γυναίκα - διευθύνων σύμβουλος - και κατέχει τη θέση μόνο σύμφωνα με το καταστατικό, χωρίς να ασκεί, ουσιαστικά, τα καθήκοντά της. Οι κατηγορούμενοι 2 και 3 είναι Διευθυντές - Σύμβουλοι της εταιρείας και υπέχουν την ευθύνη που το καταστατικό και ο Νόμος επιβάλλει σ' αυτούς. Πρέπει να τονίσουμε ότι, ανεξαρτήτως φύλου και άλλης απασχόλησης, ο διευθυντής ή διευθύνων σύμβουλος εταιρείας αναλαμβάνει και έχει έναντι του Νόμου τις ευθύνες του.». (η υπογράμμιση και η έμφασης είναι δική μου)
- Στην βάση των όσων έχουν προαναφερθεί, στην Κατηγορουμένη 2 επιβάλλω την ακόλουθη ποινή: Στην 1η Κατηγορία: 5 μήνες φυλάκιση
- Στην βάση των όσων έχουν προαναφερθεί, στον Κατηγορούμενο 3 επιβάλλω την ακόλουθη ποινή: Στην 1η Κατηγορία: 10 μήνες φυλάκιση
- Εν όψει της προαναφερόμενης κατάληξης μου, θα εξετάσω, κατά πόσο, συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στους Κατηγορουμένους 2 και
- Η αναστολή ποινών φυλάκισης, διέπεται από το Άρθρο 3 του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Νόμος 95/72, το οποίο αναφέρει, ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή δεν εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, το Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω Άρθρου του Νόμου 95/72, αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Η ποινή φυλάκισης με αναστολή, δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής, και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της [[viii]]. Δηλαδή, την σοβαρότητα του αδικήματος, τα κίνητρα διάπραξης του, το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου και τη διαγωγή του μετά τη διάπραξη του αδικήματος, συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας [[ix]].
- Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλακίσεως, έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, από τις οποίες αντλώ καθοδήγηση αναφορικά με το εάν τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του Άρθρου 3
(2)του τροποποιητικού Νόμου 186(Ι)/03 [[x]] στην προκείμενη περίπτωση.
- Στην υπόθεση Χαλκιά ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 240/2016, 17/03/2017, -αναφορά στην οποία γίνεται και στην πιο πρόσφατα εκδοθείσα απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017-, η ευχέρεια που παρέχει στο Δικαστήριο ο Νόμος 186(Ι)/03 για αναστολή ποινής φυλάκισης, επεξηγήθηκε ως εξής: «Όπως δε έχει επισημανθεί στην Σώζου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 12/16 ημερ. 29.3.16, με αναφορά στην επί του θέματος προγενέστερη νομολογία, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί από το Νόμο ώστε αυτή να μπορεί να αποφασίζεται εάν δικαιολογείται στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών ενός κατηγορουμένου. Με βασικό πάντοτε το ερώτημα κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσε ή έπρεπε οι παράγοντες αυτοί να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία. Κατά την εξέταση δε του ζητήματος σημαντικό είναι και το ερώτημα κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετεί τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής. Στην υπό κρίση περίπτωση η σοβαρότητα του αδικήματος που διέπραξε ο εφεσείων είναι εξ αντικειμένου δεδομένη, με επιβαρυντικό το στοιχείο ότι το διέπραξε όντας δεσμοφύλακας στις Κεντρικές Φυλακές και μάλιστα ένστολος. Το γεγονός ότι το διέπραξε υπό καθεστώς εκβιασμού δεν μειώνει σε καμία περίπτωση τη σοβαρότητα του αδικήματος, αλλά αντίθετα την επιτείνει εφόσον προκαλεί ανησυχία το γεγονός ότι όργανα του Νόμου και της Τάξεως - ως ήταν ο εφεσείων - είναι ευάλωτα σε εκβιασμούς και εύκολα υποχείρια παρανόμων για τέλεση έκνομων πράξεων. Όση δε βαρύτητα και να προσέδιδε ένα Δικαστήριο στις προσωπικές και οικογενειακές του συνθήκες, μας είναι δύσκολο να αντιληφθούμε ότι η σοβαρότητα του αδικήματος θα δικαιολογούσε αναστολή της ποινής. Τέτοια προσέγγιση θα εξέπεμπε λανθασμένα μηνύματα σ΄ ό,τι αφορά την ποινική μεταχείριση τέτοιων παραβατών και θα έπληττε αφενός σοβαρώς την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου και αφετέρου θα αποδυνάμωνε τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της ποινής που κατά πάγια νομολογία πρέπει να διέπουν αδικήματα της εξεταζόμενης φύσεως. Κατά συνέπεια καταλήγουμε πως δεν υπάρχει περιθώριο επέμβασης του Εφετείου στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του θέματος.».
- Στην περίπτωσή των Κατηγορουμένων 2 και 3, δεν συντρέχουν, κρίνω, παράγοντες, οι οποίοι μπορούν να ληφθούν υπόψη, ως συνηγορούντες υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης που τους έχει επιβληθεί. Απόφαση στην οποία καταλήγω, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων τέλεσης του αδικήματος και τις προσωπικές συνθήκες των Κατηγορουμένων 2 και 3, οι οποίες, θεωρώ, ως έχει προαναφερθεί, ότι δεν είναι ικανές να ικανοποιήσουν το αίτημα, αφού τέτοια απόφασης δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος που διέπραξαν, δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής για αδικήματα της εξεταζόμενης φύσεως, ιδιαιτέρως αφής στιγμής βρίσκονται σε έξαρση και θα εξέπεμπε λανθασμένα μηνύματα σε ότι αφορά τις συνέπειες από την διάπραξη τους.
- Ίδια ήταν η προσέγγισης και του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017, όπου το ζήτημα ετέθη ως εξής: «Σ΄ ό,τι δε αφορά το αίτημα τους για αναστολή εκτέλεσης των ποινών, καταλήξαμε ότι, λαμβανομένων υπόψη και των προσωπικών συνθηκών των εφεσιβλήτων, ικανοποίηση του αιτήματος δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξαν, δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής για αδικήματα της εξεταζόμενης φύσεως και θα εξέπεμπε λανθασμένα μηνύματα σ΄ ό,τι αφορά τις συνέπειες από παραλείψεις απόδοσης στο Κράτος ποσών που εμπιστεύονται οι πολίτες στους εγγεγραμμένους στο μητρώο του Φ.Π.Α. ιδιώτες (βλ. συναφώς Χαλκιά ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 240/16, ημερ. 17.3.17 που εξετάζει τους παράγοντες που συνεκτιμούνται από το Δικαστήριο για άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας επί του θέματος).».
- Βλ. επίσης και τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις L.C.A. Domiki Ltd v R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, 17/03/2015, Συμιλλίδης ν Νικολάου
(2013)2 Α.Α.Δ. 444, Κυπριανού ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 28/2014, 24/02/2014, Αριστοδήμου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 121/17, 21/09/2017 και ΣΠΕ ΛΑκατάμιας-Δευτεράς Λτδ ν Δράκου, Πoινική Έφεση αρ.129/2015, 15/11/2017). Ειδικά, σε ότι αφορά αδικήματα που πλήττουν την στοχευόμενη από το κράτος κοινωνική ασφάλιση και πως σε περίπτωση καταδίκης πρέπει να αντιμετωπίζεται το ζήτημα της αναστολής επιβληθείσας ποινής φυλάκισης από τα Δικαστήρια, ειδικότερα όταν η παράλειψης αφορά μεγάλα ποσά εισφορών, παραπομπή γίνεται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αθηνοδωρος ν Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων Ποινική Έφεση Αρ. 148/2014 (Σχ. με 149/2014), 25/07/2014, στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής: «Το θέμα αναστολής της ποινής ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, η οποία ασκείται δικαστικά στη βάση νομολογιακά καθιερωμένων κριτηρίων και συγκεκριμένα, τη σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του, το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου και τέλος, τη διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Περιθώριο παρέμβασης του Εφετείου δεν παρέχεται, παρά μόνο αν διαπιστωθεί σφάλμα στην άσκηση της επί του προκειμένου διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου δικαστηρίου, σφάλμα που στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έχουμε διαπιστώσει. Έχει κατ' επανάληψη τονιστεί η αναγκαιότητα εκπλήρωσης έγκαιρα των υποχρεώσεων που οι φορολογικές νομοθεσίες, όπως είναι αυτές στις οποίες οι δύο εφεσείοντεςκρίθηκαν ένοχοι, δημιουργούν σε ένα έκαστο από τους πολίτες, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπως η παρούσα περίπτωση, όπου, η βιωσιμότητα του Ταμείου ΚοινωνικώνΑσφαλίσεων ουσιαστικά εξαρτάται από τη συνέπεια και συμμόρφωση των εισφορέων για έγκαιρη εκπλήρωση των οικονομικών τους υποχρεώσεων προς το Ταμείο. Ο νομοθέτης μάλιστα μερίμνησε ώστε, εκεί και όπου διαπιστώνεται κατ' επανάληψη παράλειψη συμμόρφωσης, η παράλειψη να συνεπάγεται αυστηρότερη τιμωρία (J.E.L. Holdings Ltd. ν. Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Michael James Judge, Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(2011)2 Α.Α.Δ. 422). Δεν πρέπει να μας διαφεύγει πως νομοθεσίες όπως αυτές στις οποίες οι δύο εφεσείοντες κρίθηκαν ένοχοι, πουθενά αλλού δεν στοχεύουν παρά μόνο στην καθιέρωση ενός ολοκληρωμένου συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, ζήτημα κεφαλαιώδους σημασίας για την ευημερία των πολιτών. Η διαβίωση ευάλωτων ομάδων της κοινωνίας μας, εξαρτάται σε ένα μεγάλο βαθμό, αν όχι αποκλειστικά, από την ομαλή και απρόσκοπτη λειτουργία Δημόσιων Ταμείων, όπως αυτών που προβλέπει ο περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμος. Αποτελεί καθήκον όλων μας η διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας αυτών των Ταμείων. Στην κρινόμενη περίπτωση το ποσό που οφείλεται δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητο. Οι εφεσείοντες βαρύνονται επίσης με μια προηγούμενη καταδίκη, η οποία αφορά αδικήματα παρόμοιας φύσης. Και εκεί το ποσό δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητο. Και στις δύο περιπτώσεις, σχεδόν ολόκληρο το ποσό, εξακολουθεί να οφείλεται. Όλα τα πιο πάνω δεν αγνοήθηκαν από την πρωτόδικο δικαστή, η οποία ορθά, κατά τη γνώμη μας, επεσήμανε πως οι οικονομικές δυσκολίες που επικαλούνται οι εφεσείοντεςλόγω των ανείσπρακτων προς την εταιρεία οφειλών, συνεπεία της οικονομικής κρίσης, δεν είναι ικανές να κλίνουν την πλάστιγγα υπέρ τους.». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου) 33. Τελική κατάληξη επί ποινής: Κατηγορία/ες Ποινή/ες Α. Στην κατηγορία που καταδικάστηκε η Κατηγορούμενη 1: 1 Α. €6.000 πρόστιμο Β. Στην κατηγορία που καταδικάστηκε η Κατηγορούμενη 2: 1 Β. Πέντε
(5)μήνες φυλάκιση. Γ. Στην κατηγορία που καταδικάστηκε ο Κατηγορούμενος 3: 1 Γ. Δέκα
(10)μήνες φυλάκιση. 34. Τηρουμένων των διατάξεων του Άρθρου 117
(2)του Κεφ. 155, η ποινή φυλάκισης των Κατηγορουμένων 2 και 3, θα είναι συντρέχουσα των ποινών φυλάκισης που τους έχουν επιβληθεί στις ακόλουθες υποθέσεις: Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας: Υπόθεση υπ' αρ.: XXXXX/2014 (στην οποία ελήφθησαν υπόψη για σκοπούς επιβολής ποινής και τα αδικήματα και των Υποθέσεων υπ' αρ.: XXXXX/15 και XXXXX/15, αμφότερες Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας), απόφαση για ποινή ημερομηνίας 05/03/2018. 35. Περαιτέρω, κατ' εφαρμογής των διατάξεων του Άρθρο 44
(4)(β) του Νόμου 208(Ι)/2012, εναντίον της Κατηγορουμένης 1, εκδίδεται διαταγή πληρωμής του ποσού των €80.939, πλέον πρόσθετη εισφορά το ύψος της οποίας ανέρχεται σε 5,5% επί του οφειλόμενου ποσού εισφορών υπολογιζόμενης από 01/05/2014 μέχρι εξοφλήσεως. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Βλ. επίσης και στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practise 2004, στην σελίδα 1811, στην παράγραφο Ε.1.1. [ii] Σύμφωνα με το Άρθρο 28 του Νόμου 208(Ι)/2012: «28.-
(1)Κάθε χρηματοδοτούσα επιχείρηση καταβάλλει στο Ταμείο - (α) κάθε ποσό το οποίο λήφθηκε ή παρακρατήθηκε από αυτήν ως εισφορά μέλους προς το Ταμείο αυτό· (β) την καταβλητέα από αυτήν εισφορά αναφορικά προς την περίοδο για την οποία έλαβε ή παρακράτησε εισφορά μέλους.
(2)Όταν πρόκειται για Ταμείο που λειτουργεί για ελεύθερους επαγγελματίες, το μέλος καταβάλλει την εισφορά που ορίζουν οι κανόνες λειτουργίας του Ταμείου.
(3)Ο χρόνος και ο τρόπος καταβολής εισφορών προς το Ταμείο καθορίζεται με Κανονισμούς.
(4)Η Διαχειριστική Επιτροπή κάθε Ταμείου οφείλει να προβαίνει σε όλες τις πράξεις και να λαμβάνει όλα τα μέτρα, συμπεριλαμβανομένων και νομικών, προς είσπραξη τυχόν καθυστερημένων εισφορών.
(5)Όταν η χρηματοδοτούσα επιχείρηση παραλείπει ή καθυστερεί την καταβολή εισφορών στο Ταμείο, η Διαχειριστική Επιτροπή υποχρεούται το αργότερο σε δύο
(2)μήνες από τη λήξη της προθεσμίας καταβολής των εισφορών να ειδοποιήσει γραπτώς τον Έφορο γνωστοποιώντας του την περίοδο για την οποία οφείλονται οι εισφορές και το υπολογιζόμενο ποσό τους.
(6)Η χρηματοδοτούσα επιχείρηση ή ο ελεύθερος επαγγελματίας, ανάλογα με την περίπτωση, επιβαρύνεται με πρόσθετη εισφορά υπολογιζόμενη πάνω στο ποσό των καθυστερημένων εισφορών με επιτόκιο ίσο προς το νόμιμο τόκο από τη λήξη της προς καταβολή των εισφορών προθεσμίας: Νοείται ότι οι κανόνες λειτουργίας του Ταμείου επιτρέπεται να προβλέπουν για ψηλότερο επιτόκιο.
(7)Σε περίπτωση παρατεταμένης ή επαναλαμβανόμενης παράλειψης ή άρνησης της χρηματοδοτούσας επιχείρησης να καταβάλει τις εισφορές που οφείλει δυνάμει των κανόνων λειτουργίας του οικείου Ταμείου, ο Έφορος, αφού ειδοποιήσει τη Διαχειριστική Επιτροπή για την πρόθεσή του, δύναται να διατάσσει την επιχείρηση αυτή να διακόψει την παρακράτηση εισφορών από τις αποδοχές των μελών. Κανονισμοί προβλέπουν για τις περιστάσεις υπό τις οποίες τα μέλη δύνανται να καταβάλλουν τις προσωπικές τους εισφορές απευθείας στο Ταμείο.». Ενώ, σύμφωνα με το Άρθρο 44 του Νόμου 208(Ι)/2012: «44.-
(1)Κάθε πρόσωπο που- (α) παρεμποδίζει ή παρακωλύει τον Έφορο ή επιθεωρητή ή άλλο δεόντως εξουσιοδοτημένο από τον Έφορο λειτουργό, στην άσκηση των αρμοδιοτήτων του δυνάμει του παρόντος Νόμου, των Κανονισμών ή οδηγιών, (β) αρνείται ή παραλείπει να απαντήσει σε οποιαδήποτε σχετική ερώτηση ή δώσει οποιεσδήποτε πληροφορίες ή παρουσιάσει οποιαδήποτε έγγραφα οποτεδήποτε του ζητηθούν δυνάμει του παρόντος Νόμου, των Κανονισμών ή των οδηγιών, ή/και (γ) παρεμποδίζει ή αποπειράται να παρεμποδίσει οποιοδήποτε πρόσωπο όπως εμφανισθεί ενώπιον ή εξεταστεί από τον Έφορο ή επιθεωρητή ή άλλο εξουσιοδοτημένο λειτουργό σε σχέση με έρευνα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται, σε περίπτωση καταδίκης του, σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο
(2)χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πεντέμισι χιλιάδες ευρώ (€5.500) ή σε αμφότερες τις ποινές.
(2)Κάθε πρόσωπο που εν γνώσει του προσάγει ή προμηθεύει οποιοδήποτε λογαριασμό, ισολογισμό, βιβλίο, δήλωση ή άλλο έγγραφο που προβλέπεται από τον παρόντα Νόμο, τους Κανονισμούς ή/και τις οδηγίες, το οποίο είναι αναληθές ως προς ουσιώδες στοιχείο του, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται, σε περίπτωση καταδίκης του, σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις οκτώμισι χιλιάδες ευρώ (€8.500) ή σε αμφότερες τις ποινές.
(3)Κάθε πρόσωπο που παραβαίνει ή παραλείπει να συμμορφωθεί με οποιαδήποτε διάταξη του παρόντος Νόμου ή των Κανονισμών ή/και των οδηγιών, για την οποία δεν προβλέπεται άλλο ποινικό αδίκημα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται, σε περίπτωση καταδίκης του, σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τον ένα
(1)χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δυο χιλιάδες πεντακόσια ευρώ (€2.500) ή σε αμφότερες τις ποινές. (3Α) Κάθε πρόσωπο που παραβαίνει ή παραλείπει να συμμορφωθεί με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 4 και της υποπαραγράφου α) της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 και των κανόνων του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται στις ποινές που καθορίζονται στο εδάφιο
(3).
(4)Σε περίπτωση καταδίκης προσώπου, το οποίο βρέθηκε ένοχο ποινικού αδικήματος για παράβαση ή παράλειψη συμμόρφωσης με τον παρόντα Νόμο, τους Κανονισμούς ή/και τις οδηγίες, το Δικαστήριο δύναται να διατάζει το πρόσωπο αυτό- (α) να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, των Κανονισμών ή/και οδηγιών σε σχέση προς τις οποίες διαπράχθηκε το αδίκημα, (β) να καταβάλει προς το Ταμείο το ποσό το οποίο παρέλειψε ή αμέλησε να καταβάλει δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, των Κανονισμών, των οδηγιών ή/και των κανόνων λειτουργίας του Ταμείου.
(5)Όταν αποδεικνύεται ότι αδίκημα το οποίο διαπράχθηκε από νομικό πρόσωπο κατά παράβαση του παρόντος Νόμου, των Κανονισμών ή/και των οδηγιών διαπράχθηκε με τη συναίνεση ή συνενοχή ή αμέλεια διευθυντή, σύμβουλου, γραμματέα ή άλλου αξιωματούχου του νομικού προσώπου ή οποιουδήποτε προσώπου το οποίο ενεργεί υπό τέτοια ιδιότητα, τόσο αυτός όσο και το νομικό πρόσωπο είναι ένοχοι για το αδίκημα αυτό και υπόκεινται, σε περίπτωση καταδίκης, σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις οκτώ χιλιάδες πεντακόσια ευρώ (€8.500) ή σε αμφότερες τις ποινές.
(6)Εισφορές τις οποίες υποχρεούται να καταβάλει χρηματοδοτούσα επιχείρηση ή ελεύθερος επαγγελματίας στο Ταμείο, όπως αναφέρεται στο εδάφιο
(4), εισπράττονται ως χρηματική ποινή και καταβάλλονται στο οικείο Ταμείο.
(7)Κάθε πρόσωπο το οποίο δε συμμορφώνεται προς διάταγμα του Δικαστηρίου που εκδόθηκε δυνάμει του εδαφίου
(4)είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις οκτώ χιλιάδες πεντακόσια ευρώ (€8.500) ή σε αμφότερες τις ποινές.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [iii] Βλ. Φιλίππου ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.245. [iv] Βλ. Μιχαήλ ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 130/2013, ημερομηνίας 16/05/2014, Γενικός Εισαγγελέας ν Κουκκίδη, Ποινική Έφεση 98/2012, ημερομηνίας 19/02/2013, Γενικός Εισαγγελέας ν Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ.331 και Κλεοβούλου ν Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 57. [v] Το Άρθρο 9 του Συντάγματος, προνοεί, ότι: «Έκαστος έχει το δικαίωμα αξιοπρεπούς διαβιώσεως και κοινωνικής ασφαλείας. Ο νόμος θα προβλέψη περί προστασίας των εργατών, αρωγής προς τους πτωχούς και συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων.». Σκοπός του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου του 2010, Νόμος 59(I)/2010, ως αναφέρεται και στο Άρθρο 3 αυτού, είναι, ακριβώς, «η εφαρμογή συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων, κατ' επιταγήν του Άρθρου 9 του Συντάγματος .» (βλ. Οικονομίδης ν Διευθυντής Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1989)2 Α.Α.Δ 235 και Παρασκευά ν Διευθυντής των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Ποινική Έφεση Αρ. 262/2015, 18/12/2017). [vi] Ως προκύπτει επίσης από την νομολογία, το ποινικό μητρώο ενός κατηγορουμένου, δικαιολογεί, αναλόγως αυτού, την προοδευτική απώλεια του μετριασμού που αυτός δικαιούται όταν είναι λευκού ποινικού μητρώου. Δηλαδή, η ύπαρξη προηγούμενης καταδίκης ή καταδικών, επιτρέπει στο Δικαστήριο κατά την επιβολή της ποινής, την μείωση του μετριασμού, της, κατά τα άλλα αρμόζουσας τιμωρίας, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος διέπραττε το συγκεκριμένο αδίκημα ή αδικήματα για πρώτη φορά (βλ. Θεοδώρου ν Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ. 163/2016, 01/11/2017, Χατζημάρκου ν Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 482, Παναγιώτου (Αντάρτης) ν Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Αερoπόρου
(1997)2 Α.Α.Δ. 17, Περικλέους ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 34, Κυπριανίδης κ. α. ν Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 246, Katsiou v The Police
(1982)2 Α.Α.Δ. 150). Με αυτό το σκεπτικό, η δημιουργία ποινικού μητρώου, δικαιολογεί, προοδευτικά, την κατάργηση της εν λόγω μείωσης, για να αντιμετωπιστεί η επανάληψη στην διάπραξη ποινικών αδικημάτων (βλ. Γεωργίου ν Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565). Συνεπώς, το Δικαστήριο, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση, λόγω του ποινικού μητρώου ενός κατηγορουμένου, να του επιβάλει ποινή μεγαλύτερη από αυτήν που επιβάλλουν οι περιστάσεις. Η ποινή η οποία επιβάλλεται σε μία υπόθεση, είναι ποινή για παράβαση του νόμου στην συγκεκριμένη υπόθεση και κανένας δεν μπορεί να τιμωρηθεί δεύτερη φορά σε σχέση με το ίδιο αδίκημα. Βλ. το σύγγραμμα του Γ. Μ. Πική, Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, στην σελίδα 60 (βλ. επίσης Kakathymis v Republic
(1971)2 C.L.R. 309, Χατζηνικολάου ν Αστυνομίας
(1976)2 Α.Α.Δ. 63, Επαρχιακός Λειτουργός Πάφου ν Κώστας Κυριάκου & Υιοί Λτδ
(1995)2 Α.Α.Δ. 290). Όπως τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Παναγιώτου (Αντάρτης) ν Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138, με αναφορά σε προηγούμενη νομολογία του, «οι προηγούμενες καταδίκες δεν πρέπει να δικαιολογούν επιβολή ποινής τέτοιας ώστε να δημιουργείται η εντύπωση ότι τιμωρείται για δεύτερη φορά ένας παραβάτης». Για σκοπούς επιβολής ποινής, λαμβάνονται υπόψη του Δικαστηρίου, μόνον καταδίκες του κατηγορουμένου για αδικήματα που διαπράχθηκαν πριν από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος που αφορά η υπόθεση σε σχέση με την οποία το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή, οι οποίες [καταδίκες], απαραιτήτως, λαμβάνουν χώρα («ολοκληρώνονται») πριν από την καταδίκη στην υπόθεση που το Δικαστήριο εξετάζει το ζήτημα της ποινής (βλ. Ιωάννου άλλως Μουσικός ν Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286, Τσιάκκα ν Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 282 και το σύγγραμμα του Τ. O' Maley, Sentencing, Law and Practise, στην σελίδα 189, στην παράγραφο 6-119). Το γεγονός ότι εκκρεμεί έφεσης σε σχέση με προηγούμενη καταδίκη του κατηγορουμένου που βαρύνει το ποινικό μητρώο του και η οποία μπορεί να ληφθεί υπόψη του Δικαστηρίου κατά την επιμέτρηση της ποινής του και πάλι σύμφωνα με την νομολογία είναι ζήτημα αδιάφορο για το Δικαστήριο (βλ. Αποστόλου ν Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ.153/2017, 27/09/2017). Η βαρύτητα που μπορεί να αποδίδεται σε προηγούμενες καταδίκες, καθώς και ο βαθμός κατά τον οποίο μπορούν να στερήσουν ένα κατηγορούμενο από την έκκληση του για μετριασμό της ποινής του, εξαρτάται από τη φύση του αδικήματος ή των αδικημάτων σε σχέση με το οποίο ή τα οποία έχει προηγουμένως καταδικαστεί και ιδιαίτερα, από την ομοιότητά τους με τα αδικήματα για τα οποία καταδικάζεται (και σε σχέση με τα οποία το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή), το χρόνο διάπραξης τους και τον αριθμό τους (βλ. το σύγγραμμα του Γ. Μ. Πική, Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, στην σελίδα 60 και Jamas v Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 10, Χατζημάρκου ν Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 482, Βραχίμης ν Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Ιακώβου
(1996)2 Α.Α.Δ. 47, Havatzia v The Police
(1980)2 Α.Α.Δ. 195, Panayiotou v The Police
(1979)2 Α.Α.Δ. 266, Argyrou v The Police
(1979)2 Α.Α.Δ. 254, Kourris v The Police
(1970)2 Α.Α.Δ. 53, Alexandrou v The Police
(1966)2 Α.Α.Δ. 77). Σε ότι αφορά το ζήτημα αυτό, πολύ σημαντικές είναι και οι διατάξεις του περί Αποκαταστάσεως Καταδικασθέντων Νόμου του 1981, Νόμος 70/1981, που ρυθμίζει ρητά το ζήτημα της αποκατάστασης καταδικασθέντων και εξάλειψης καταδίκης αδικημάτων (βλ. Μιχαήλ κ. α. ν Της Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 232, Μεταλλικά Ηρακλής Μιχαηλίδης Λτδ κ. α. ν Επαρχιακός Λειτουργός Εργασίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 119). [vii] Όπως ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Εταιρείας Bisco Ltd κ. α.
(1991)2 Α.Α.Δ. 16: «Ο δικηγόρος των εφεσίβλητων ζήτησε να διαφοροποιήσουμε τη θέση της τρίτης κατηγορουμένης, η οποία είναι γυναίκα - διευθύνων σύμβουλος - και κατέχει τη θέση μόνο σύμφωνα με το καταστατικό, χωρίς να ασκεί, ουσιαστικά, τα καθήκοντά της. Οι κατηγορούμενοι 2 και 3 είναι Διευθυντές - Σύμβουλοι της εταιρείας και υπέχουν την ευθύνη που το καταστατικό και ο Νόμος επιβάλλει σ' αυτούς. Πρέπει να τονίσουμε ότι, ανεξαρτήτως φύλου και άλλης απασχόλησης, ο διευθυντής ή διευθύνων σύμβουλος εταιρείας αναλαμβάνει και έχει έναντι του Νόμου τις ευθύνες του.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [viii] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας v Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ.373, Χρίστου ν Μάρκου Αδάμου
(2012)2 Α.Α.Δ. 772, Νικολάου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 195/2014, 20/03/2015, Σαμπουκασίδης ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 37/2015, 08/04/2015 και Γεωργίου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 27/2016, 19/07/2016. [ix] Βλ. Χρίστου ν Αδάμου,
(2012)2 Α.Α.Δ. 772 και Γενικός Εισαγγελέας ν Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161. [x] Βλ., μεταξύ άλλων, Παπαευσταθίου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 39, Τραλαλάς ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 323, Χριστοφίδης ν Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148, Γενικός Εισαγγελέας ν Κανάρη (Αρ. 2)
(2005)2 Α.Α.Δ. 327, Γενικός Εισαγγελέας ν Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, Ηλιάδη ν Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ.412, Κωνσταντίνου ν Αστυνομία
(2009)2Α.Α.Δ. 582 και Χριστοδούλου ν Αστυνομία
(2010)2 Α.Α.Δ. 22. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, όπου αναλύθηκαν τα κριτήρια που εφαρμόζονται σε τέτοιου είδους περιπτώσεις, τονίστηκε ότι: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν από τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήταν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξής του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο