← Κύπρος

ΑΝΔΡΕΑΣ Γ. ΑΦΑΝΤΙΤΗΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ ν. ΕΛΑΙΟΤΡΙΒΕΙΟ ΒΑΣΟΥ ΛΤΔ κ.α., Υπόθεση υπ' αρ.: 9041/2012, 5/12/2018

ΑΝΔΡΕΑΣ Γ. ΑΦΑΝΤΙΤΗΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ ν. ΕΛΑΙΟΤΡΙΒΕΙΟ ΒΑΣΟΥ ΛΤΔ κ.α., Υπόθεση υπ' αρ.: 9041/2012, 5/12/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B226 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 9041/2012 ΑΝΔΡΕΑΣ Γ. ΑΦΑΝΤΙΤΗΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ Παραπονούμενη -εναντίον-

  1. ΕΛΑΙΟΤΡΙΒΕΙΟ ΒΑΣΟΥ ΛΤΔ
  2. ***** ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ
  3. ***** ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Κατηγορουμένων ---------- Ημερομηνία: 05/12/2018 Εμφανίσεις: Για την Παραπονούμενη: κα Π. Κακογιάννη για την Χρυσάνθου & Χρυσάνθου Δ. Ε. Π. Ε. (Κατά την εκφώνηση της απόφασης: .......................) Για τους Κατηγορουμένους 1, 2 και 3: κ. Θ. Θωμά για τον Θέμης Θωμά & Σια (Κατά την εκφώνηση της απόφασης: .......................) Κατηγορούμενοι 2 και 3: Παρών ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ Το κατηγορητήριο
  4. Στην υπόθεση αυτή, οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, αντιμετωπίζουν, τελικώς, την ακόλουθη κατηγορία (κατηγορία υπ' αρ. 1 στο κατηγορητήριο), που αφορά το αδίκημα: της «Πρόκλησης της μη εξόφλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία κατά παράβαση των Άρθρων 305Α

(2), 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 ως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 186/86, 166/87, 36(Ι)/97, 37(Ι)/99, 129(Ι)/99 και 25(Ι)/03», αναφορικά με την οποία εκκλήθηκαν από το Δικαστήριο σε απολογία, δυνάμει του Άρθρου 74
(1)(γ) του Κεφ. 155, προς προβολή της υπεράσπισης τους. Αφορά την επιταγή υπ' αρ. 81384758 που εκδόθηκε επί της Τράπεζας Κύπρου Λτδ για το ποσό των €73.
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που δίδονται για την προαναφερόμενη κατηγορία στο κατηγορητήριο: «Οι Κατηγορούμενοι την 29/12/2009, στη Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας άνευ ευλόγου αιτίας προκάλεσαν την μη εξόφληση της επιταγής επί της Τράπεζας Κύπρου Λτδ υπ' αρ. XXXXX4758 ημερ. 29/12/2009 για το ποσό των €73.000, την οποίαν εξέδοσαν προς όφελος του κ. XXXXX Άσπρου ο οποίος την οπισθογράφησε και την παρέδωσε στους παραπονούμενους και η επιταγή αφού εμφανίσθει στη ως άνω Τράπεζα κατά ή περί την ημερομηνία κατά την οποία κατέστει πληρωτέα δεν εξοφλήθει δια τον λόγον ότι οι κατηγορούμενοι έδωσαν οδηγίες να μη πληρωθεί και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την εν λόγω παρουσίαση της στην Τράπεζα.». Η προσκομισθείσα μαρτυρία
  2. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Παραπονούμενης, κλήθηκαν στο Δικαστήριο και κατέθεσαν, οι ακόλουθοι τρεις μάρτυρες: Η ***** Ζαρβού (στο εξής καλούμενη «η ΜΚ1»), Η ***** Σοφοκλέους (στο εξής καλούμενη «η ΜΚ2»), και Η ***** Γεωργίου (στο εξής καλούμενη «η ΜΚ3»).
  3. Οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, που, ως προαναφέρθηκε, εκλήθησαν από το Δικαστήριο σε απολογία σε ότι αφορά την προαναφερόμενη κατηγορία, προς υπεράσπιση τους, παρουσίασαν την μαρτυρία του Κατηγορούμενου 3, ***** Χαραλάμπους και την μαρτυρία του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, κ. ***** Τέρλα (στο εξής καλούμενος «ο ΜΥ2»). Η νομική πτυχή
  4. Σύμφωνα με το Άρθρο 305Α [[i]] του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 [[ii]]: «305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.
(3)Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος, με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωσή του, δεν συνιστά ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά παραβίαση, εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του.
(4)(α) Σε περίπτωση παρουσίασης επιταγής, η οποία παρουσιάσθηκε με ηλεκτρονικά μέσα, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει να παρέχει πληροφόρηση με ηλεκτρονικά μέσα στο πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, για τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της επιταγής, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και για την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή. (β) Κατά την παραλαβή της πληροφόρησης που αποστέλλεται δυνάμει της παραγράφου (α), το πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει, στο πρωτότυπο της επιταγής, τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της επιταγής, όπως αυτός περιέχεται στην πιο πάνω πληροφόρηση, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή. (γ) Η σφράγιση και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα ή και η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, αναφορικά με τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής και με την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή, αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωσή του δεν συνιστά, ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά, παραβίαση εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του.
(5)Παράβαση των δυνάμει των εδαφίων
(3)και
(4)επιβαλλόμενων υποχρεώσεων από οποιοδήποτε λειτουργό ή υπάλληλο του πιστωτικού ιδρύματος, ο οποίος εξουσιοδότησε ή, εν γνώσει του, έχει επιτρέψει ή συνεργήσει στην παράβαση, εκτός εάν η παράβαση έγινε λόγω καλόπιστου λάθους, συνιστά ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους τρεις
(3)μήνες ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες ευρώ (€2.000,00) ή και με τις δύο αυτές ποινές.
(6)Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις έκδοσης επιταγής, όταν αυτή εκδίδεται προς πληρωμή οφειλής που σχετίζεται με συναλλαγή ή πράξη, η οποία αντίκειται στα χρηστά ήθη ή σε οποιοδήποτε νόμο.
(7)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, «πιστωτικό ίδρυμα», σημαίνει- (α) τράπεζα, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο, ή (β) συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, ή (γ) οποιοδήποτε άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή οργανισμό που έχει συσταθεί με βάση οποιοδήποτε νόμο και εκδίδει βιβλιάρια επιταγών σε πελάτες του.
(8)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η παρουσίαση επιταγής περιλαμβάνει, τόσο τη φυσική παρουσίαση επιταγής, όσο και την παρουσίαση επιταγής με ηλεκτρονικά μέσα, σύμφωνα με διαδικασίες που εγκρίνει η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δυνάμει των εξουσιών που της χορηγούνται από το άρθρο 74Α του περί Συναλλαγματικών Νόμου.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 5. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, του προαναφερόμενου Άρθρου 305Α
(2)του Κεφ. 154, αναλύθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ttozios Management Ltd v Κυριάκος Κυριάκος, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/04/2016. Παραθέτω την σχετική περικοπή: «. τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που δημιουργούνται με βάση το άρθρο αυτό είναι:
(1)Η έκδοση της επιταγής.
(2)Η πρόκληση της μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. . Εφόσον αποδειχθούν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που στοιχειοθετείται με το Άρθρο 305Α
(2)τότε το βάρος απόδειξης μετατίθεται επί των ώμων του Κατηγορουμένου (εκδότη) να αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας, για την ανάκληση της επιταγής. Το βάρος απόδειξης από τον Κατηγορούμενο (εκδότη) είναι εκείνο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο 2 του Άρθρου 305Α χωρίς να επεκτείνεται σε άλλες παραμέτρους όπως φαίνεται να είναι η εισήγηση των Εφεσειόντων. ...». 6. Η ύπαρξη «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της πληρωμής μίας επιταγής, που θεσμοθετείται ως υπεράσπιση του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κάτω από το Άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154 από το ίδιο το Άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154, ως εμφαίνεται και από την προαναφερόμενη περικοπή από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ttozios Management Ltd v Κυριάκος Κυριάκος, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/04/2016, έχει επίσης εξεταστεί και αναλυθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην προαναφερόμενη υπόθεση Ttozios Management Ltd v Κυριάκος Κυριάκος, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/04/2016. Αναφέρθηκαν, σχετικά με την υπεράσπιση αυτή, τα εξής: «Στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης δεν αμφισβητήθηκαν τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία του αδικήματος από τους Εφεσείοντες. Από κει και πέρα το βάρος μετετέθη επί των ώμων των Εφεσειόντων/Κατηγορουμένων να αποδείξουν στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων την ύπαρξη εύλογης αιτίας στην ανάκληση της πληρωμής της επιταγής. Η εύλογη αιτία συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με τον λόγο της ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο Κατηγορούμενος (εκδότης) κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησης της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή Υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου
(2)η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» τελεί υπό την προϋπόθεση ότι κατά/ή περί την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της ο κατηγορούμενος ως εκδότης γραπτώς παρέθεσε στο πιστωτικό ίδρυμα το λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της. Η αποτυχία απόδειξης της «εύλογης αιτίας» εν τη εννοία του Νόμου και όπως αυτή νομολογιακά ερμηνεύτηκε (βλ. Diamonds Co Ltd ν. Χρήστου Γεωργίου
(2011)2 Α.Α.Δ 763) θέτει τέρμα στην Υπεράσπιση του Κατηγορουμένου περί «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της επιταγής.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 7. Περαιτέρω, στην υπόθεση Nikiforos Technologies Ltd v Στυλιανού Γ. Χρήστου, Ποινική Έφεση Αρ. 18/2012, 16/04/2014, το Ανώτατο Δικαστήριο, ως προς τα της προαναφερόμενης υπεράσπισης, επεξήγησε με την απόφαση του τα εξής: «Εύλογη αιτία, ., αποτελεί κατά τη νομολογία, η παρουσίαση γεγονότων και δεδομένων που δικαιολογούν την ανάκληση και που παρατίθενται γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή. Στην υπόθεση N.C. Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, το Εφετείο αναφέρθηκε στη δημιουργία δυνάμει του άρθρου 305Α
(2)της έγκυρης υπεράσπισης του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία, η οποία πρέπει να βασίζεται στην ειλικρινή πίστη ότι ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να ανακαλέσει την πληρωμή και ότι η πεποίθηση αυτή ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη, δηλαδή, καλή τη πίστει, («bona fide» ή «just cause»), (Osgood v. Nelson
(1872)L.R. 5 H.L. 636 και R. v. Hall 7 Q.B.D. 575). Η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται, όπως λέχθηκε, στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο
(2), χωρίς επέκταση σε άλλες έννομες σχέσεις που ενδεχόμενα να διατάρασσαν την προσφερόμενη υπεράσπιση, (δέστε σχετικά και την Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142).». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  1. Βλ. επίσης, την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση, L.C.D. Domiki Ltd v R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011,30/01/
  2. Όπως προκύπτει από τα προαναφερόμενα: (α) η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» από πλευράς κατηγορουμένου, ο οποίος φέρει και το σχετικό βάρος απόδειξης της, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι, κατά/ή περί την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης, «γραπτώς παρέθεσε» στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εξέδωσε την επιταγή, το λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της, και (β) η εύλογη αιτία, «συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά», με τον λόγο της ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο κατηγορούμενος (εκδότης) κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησης της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Συνεπώς, η ποινική ευθύνη του εκδότη μίας επιταγής, η πληρωμή της οποίας έχει ανακληθεί από τον ίδιο, καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο
(2)του Άρθρου 305Α του Κεφ. 154, ως τούτο έχει προαναφερθεί. Η ουσία της υπόθεσης
  1. Θα προσπαθήσω να επικεντρωθώ στην ουσία της υπόθεσης (βλ. Κυριάκου ν Ηλία, Ποινική Έφεση Αρ. 188/2016, 31/10/2018).
  2. Το κρίσιμο για να απαντηθεί ερώτημα στην υπόθεση αυτή, είναι, αφενός, το κατά πόσο, η Παραπονούμενη, είναι κάτοχος της επίδικης επιταγής, κατά προσήκοντα τρόπο, έχουσα δικαίωμα παράστασης στο Δικαστήριο για την υπόθεση αυτή ως ζημιωθέν πρόσωπο και αφετέρου, [και] στην περίπτωση όπου πραγματικά έχει αυτή την ιδιότητα σε σχέση με την επίδικη επιταγή, κατά πόσο η Κατηγορούμενη 1, εύλογα έχει, δια των Κατηγορουμένων 2 και 3 ή μέσω κάποιου από αυτούς, ανακαλέσει την πληρωμή της.
  3. Σημαντικός, σε κάθε περίπτωση, από απόψεως της νομικής πτυχής της υπόθεσης, είναι ο διαχωρισμός μεταξύ των δικαιωμάτων που μπορεί να εγείρουν γεγονότα όπως της υπόθεσης αυτής, αστικής φύσεως, με την ποινική ευθύνη που τυχόν να έχει εκδότης επιταγής έναντι κατόχου της κατά προσήκοντα τρόπο, βάσει των προνοιών του προαναφερόμενου Άρθρου 305Α
(2)του Κεφ. 154 και δη στην περίπτωση όπου τυγχάνει εφαρμογής προς υπεράσπιση του, η σχετική επιφύλαξης του. Βλ. σχετικά, την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση N.C. Diamonds Co. Ltd v Χρίστου Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ.
  1. Η εκτίμηση της μαρτυρίας, η αξιολόγηση της αποδεκτής μαρτυρίας, ευρήματα για τα γεγονότα και τελικά συμπεράσματα Η μαρτυρία της ΜΚ1
  2. Η ΜΚ1, είναι η υπεύθυνη του λογιστηρίου της Παραπονούμενης. Όπως υποστήριξε, οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, με αντάλλαγμα την πώληση και παράδοση εμπορευμάτων, εξέδωσαν και παρέδωσαν σε διαταγή και προς όφελος κάποιου ***** Άσπρου, επιταγή της Τράπεζας Κύπρου Λτδ με αριθμό XXXXX4758, ημερομηνίας 29/12/2009, για το ποσό των €73.000, -ήτοι την επίδικη επιταγή- (βλ. Τεκμήριο 2), την οποία, ο εν λόγω ***** Άσπρου, οπισθογράφησε και παρέδωσε στην Παραπονούμενη έναντι ανταλλάγματος αξίας, η όποια, όταν κατατέθηκε στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ για πληρωμή, δεν τιμήθηκε, επειδή οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 έδωσαν οδηγίες για να μην πληρωθεί και για τον λόγο αυτό της επιστράφηκε. Ως εκ τούτου, ανέφερε επίσης η ΜΚ1, η επίδικη επιταγή, προτού επιστραφεί στην Παραπονούμενη, σφραγίστηκε από την Τράπεζα Κύπρου Λτδ με την ένδειξη, «η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής».
  3. Όπως η ΜΚ1 περαιτέρω ισχυρίστηκε, η επίδικη επιταγή παραμένει απλήρωτη μέχρι σήμερα.
  4. Σε ότι αφορά το αντάλλαγμα που η Παραπονούμενη έδωσε στον εν λόγω ***** Άσπρου για την επίδικη επιταγή, η ΜΚ1 διευκρίνισε ότι, αυτό, ήταν η εξόφληση συναλλαγματικής που το εν λόγω πρόσωπο της όφειλε, €73.000, από την αγορά του, από αυτήν, διάφορων αντικειμένων (ένα γεωργικό τρακτέρ, μίας χορτοκοπτικής μηχανής, μίας μπαλαριστικής μηχανής, δίσκους και άλλα εργαλεία), σε ότι αφορά την οποία, υπήρξε τιμολόγησης του.
  5. Οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, δεν είχαν, πιστεύει η ΜΚ1, εύλογη αιτία να ανακαλέσουν την πληρωμή της επίδικης επιταγής, που εξέδωσαν προς τον ***** Άσπρου. Ο δε ***** Άσπρου, νομίμως και έναντι ανταλλάγματος αξίας, οπισθογράφησε την επίδικη επιταγή και την παρέδωσε στην Παραπονούμενη, της οποίας η Παραπονούμενη κατέστη νομιμοποιημένος κομιστής. Οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, πρόσθεσε η ΜΚ1, ανεξαρτήτως της οποιασδήποτε διαφοράς τους με τον εν λόγω ***** Άσπρου, λόγω της διαπραγματευσιμότητας και της δυνατότητας μεταβίβασης της επίδικης επιταγής, όφειλαν να μην ανακαλέσουν την πληρωμή της και να την αφήσουν να πληρωθεί, καθότι, με την, ως την χαρακτήρισε η ΜΚ1, εκ των υστέρων, ως προς το αντίθετο, αυθαίρετη και παράνομη ενέργεια τους, επηρέασαν τα δικαιώματα της Παραπονούμενης, που, ως ο τελευταίος νόμιμος κάτοχος της, δεν μπόρεσε να την πληρωθεί. Όπως, εν προκειμένω, χαρακτηριστικά ανέφερε η ΜΚ1, η Παραπονούμενη, ως τρίτος, δεν ενδιαφέρεται για την όποια διαφορά των άμεσων, στην επίδικη επιταγή, μερών, ήτοι της Κατηγορούμενης 1 ως εκδότη της και του ***** Άσπρου ως δικαιούχου της. Η μαρτυρία της ΜΚ2
  6. Σε ότι αφορά τους προαναφερόμενους, δια της ΜΚ1, ισχυρισμούς της Παραπονούμενης για τα γεγονότα, η ΜΚ2, που είναι μία εκ των διοικητικών συμβούλων της Παραπονούμενης, δεν κατέθεσε στο Δικαστήριο οτιδήποτε. Η μαρτυρία της ΜΚ2, περιορίστηκε σε γεγονότα που αφορούν το νομικό καθεστώς, τους αξιωματούχους και την επωνυμία της Παραπονουμένης εταιρείας. Η μαρτυρία της ΜΚ3
  7. Η ΜΚ3, είναι υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Κατά τα έτη 2009 και 2010, ισχυρίστηκε, είχε υπό την εποπτεία της την διαχείριση του λογαριασμού της Κατηγορουμένης
  8. Σε ότι αφορά την επίδικη επιταγή, κατέθεσε ότι αυτή εκδόθηκε από την Κατηγορούμενη 1 δια της υπογραφής του Κατηγορουμένου 3 και ήταν πληρωτέα από τον προαναφερόμενο λογαριασμό της προς τον ***** Άσπρου. Κατέθεσε επίσης ότι, η επίδικη επιταγή κατατέθηκε για να πληρωθεί στην Marfin Popular Bank Public Co Ltd, αλλά δεν πληρώθηκε από την Τράπεζα Κύπρου, λόγω σχετικής εντολής της Κατηγορουμένης 1, που δόθηκε δια του Κατηγορουμένου 3 διοικητικού της συμβούλου στις 31/12/2009, και η οποία έκανε λόγο για ακύρωση συμφωνίας (βλ. Τεκμήριο 6). Ως εκ τούτου, η επίδικη επιταγή δεν τιμήθηκε και επιστράφηκε με την ένδειξη «η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής». Η μαρτυρία του Κατηγορούμενου 3
  9. Ο Κατηγορούμενος 3, κατέθεσε ότι, μαζί με τον Κατηγορούμενο 2, αδελφό του, είναι μέτοχοι (ανέφερε την λέξη «συνέταιροι») στην Κατηγορούμενη 1 εταιρεία, η οποία διατηρεί την επιχείρησης ενός από τα μεγαλύτερα ελαιοτριβεία της Κύπρου. Είναι, όπως υποστήριξε, ένας εκ των διοικητικών της συμβούλων της Κατηγορουμένης 1, υπεύθυνος σε αυτήν, σε ότι αφορά τα οικονομικά της και δη τις πληρωμές της.
  10. Σε ότι αφορά την επίδικη επιταγή, ο Κατηγορούμενος 3, ισχυρίστηκε ότι αυτός την εξέδωσε, για την Κατηγορούμενη 1 δια της υπογραφής του, προς τον ***** Άσπρου, ο οποίος ***** Άσπρου, ως ελαιοπαραγωγός, ήταν πελάτης της Κατηγορουμένης 1, για την άλεση του ελαιόκαρπου του και την παραγωγή λαδιού.
  11. Αρχές Οκτωβρίου του έτους 2009 -που είναι, ως διευκρίνισε και η αρχή της σεζόν των εργασιών της Κατηγορουμένης 1-, η Κατηγορούμενη 1 εταιρεία, προσήλθε με τον ***** Άσπρου, που είναι ένας από τους μεγαλύτερους ελαιοπαραγωγούς στην Κύπρο, σε συμφωνία, όπως, ο τελευταίος, την προμηθεύσει με το σύνολο του καρπού του, του έτους (που γνώριζαν ότι περίπου μπορούσε να ανέλθει περί τους 80 με 90 τόνους), για να παράξει η Κατηγορούμενη 1 από αυτό ελαιόλαδο, να το αποθηκεύσει στις αποθήκες της και να το πωλήσει σε εμπόρους ελαιόλαδου με τους οποίους είχε συνεργασία, σε αντάλλαγμα που θα συμφωνείτο μαζί τους. Εις αντάλλαγμα, ο ***** Άσπρου, θα ελάμβανε από την Κατηγορούμενη 1 €73.000, και για αυτό τον λόγο, η Κατηγορούμενη 1, με το που προσήλθαν στην εν λόγω συμφωνία, του εξέδωσε την επίδικη επιταγή, μεταχρονολογημένη όμως για να πληρωθεί τέλος του έτους, δηλαδή στις 29/12/2009, ώστε να δοθεί ο χρόνος για την συγκομιδή του καρπού και την πώληση του από την Κατηγορούμενη 1 ως προαναφέρθηκε.
  12. Η συμφωνία όμως αυτή, υποστήριξε ο Κατηγορούμενος 3, δεν προχώρησε προς υλοποίηση, επειδή ο ***** Άσπρου, δέκα περίπου ημέρες μετά, επικοινώνησε μαζί του και ζήτησε την ακύρωση της, πράγμα που η Κατηγορούμενη 1 αποδέχθηκε. Όπως μεταξύ τους συμφωνήθηκε, η Κατηγορούμενη 1, θα άλεθε τον ελαιόκαρπο του ***** Άσπρου, θα του παρήγαγε το λάδι και θα το αποθήκευε στις εγκαταστάσεις της (3 με 4 τόνους ελαιόλαδου, κάθε φορά), το οποίο όμως θα πωλούσε ο ***** Άσπρου στους εμπόρους ελαιόλαδου απευθείας, σε αντάλλαγμα που θα συμφωνούσε μαζί τους.
  13. Ενόψει αυτής, πλέον, της διευθέτησης, υποστήριξε ο Κατηγορούμενος 3, ο Βάσος Άσπρου, έπρεπε να επιστρέψει στην Κατηγορούμενη 1 την επίδικη επιταγή, κάτι που ο ίδιος του το είχε ζητήσει πάρα πολλές φορές και ο ***** Άσπρου ανέλαβε πάρα πολλές φορές, χωρίς όμως ποτέ να το πράξει, βρίσκοντας προς τούτο διάφορες δικαιολογίες, μέχρι που, λίγο πριν την ημερομηνία που αυτή ήταν πληρωτέα, ο ***** Άσπρου του είπε ότι την κατέστρεψε (την έσχισε). Εν όψει τούτου, ισχυρίστηκε ο Κατηγορούμενος 3 και επειδή η επίδικη επιταγή δεν είχε επιστραφεί στην Κατηγορούμενη 1, για να διαφυλάξει την Κατηγορουμένη 1, έδωσε, δια του Τεκμηρίου 6 εντολή ανάκλησης της πληρωμής της προς την Τράπεζα Κύπρου, δίδοντας και τον λόγο, που ήταν η ακύρωση της συμφωνίας σε σχέση με την οποία αυτή είχε εκδοθεί. Η μαρτυρία του ΜΥ2
  14. Ο ΜΥ2, που είναι Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, κατέθεσε στο Δικαστήριο αναφορικά με το περιεχόμενο του δικαστικού φακέλου της πολιτικής αγωγής με αρ. XXXXX/
  15. Η εκτίμηση της μαρτυρίας και η αξιολόγηση των αποδεκτών γεγονότων
  16. Σε ότι αφορά την προαναφερόμενη μαρτυρία, η μαρτυρία των ΜΚ3 και ΜΥ2, γίνεται αποδεκτή ως μη αμφισβητηθείσα από τον αντίδικο του διαδίκου που την παρουσίασε, όπως επίσης και ως μη παρουσιάζουσα οποιαδήποτε στοιχεία που θα μπορούσαν να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε αντίθετο εύρημα. Η μαρτυρία της ΜΚ2 επίσης γίνεται αποδεκτή. Έχοντας παρακολουθήσει την εξέταση της, πιστεύω ότι για τα ζητήματα σε σχέση με τα οποία κατέθεσε ήταν ειλικρινής προς το Δικαστήριο, η δε μαρτυρία της, παρά την όποια αμφισβήτηση της κατά την αντεξέταση της, ουσιαστικά παρέμεινε αναντίλεκτη από πλευράς Κατηγορουμένων 1, 2 και
  17. Για τους ισχυρισμούς της, άλλωστε, επιβεβαιώθηκε και από τα διάφορα έγγραφα που κατέθεσε αναφορικά με το νομικό καθεστώς της Παραπονουμένης, που αποτελούν πιστά αντίγραφα πιστοποιητικών του Εφόρου Εταιρειών. Η μαρτυρία της ΜΚ1, γίνεται επίσης αποδεκτή, στον βαθμό όμως που δεν αφορά τον ισχυρισμό της ότι η Κατηγορούμενη 1 χωρίς εύλογη αιτία ανακάλεσε την πληρωμή της επίδικης, καθότι, σε ότι αφορά αυτόν, διαφάνηκε ότι δεν γνώριζε πραγματικά. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, την Παραπονούμενη, δεν την ενδιέφερε το τι είχε λάβει χώρα μεταξύ της Κατηγορούμενης 1 και ***** Άσπρου, που οδήγησε στην ανάκληση της εντολής πληρωμής της από την Κατηγορούμενη
  18. Και η ΜΚ1 βρίσκω ότι κατέθεσε στο Δικαστήριο με ειλικρίνεια, χωρίς να διαπιστώνεται διάθεση παραπλάνησης από πλευράς της για τα ουσιώδη γεγονότα αυτής της υπόθεσης. Παρά την αμφισβήτηση των ισχυρισμών της κατά την αντεξέταση της, δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε στην μαρτυρία της που θα δικαιολογούσε την μη αποδοχή της μαρτυρίας της ως έχει προαναφερθεί. Ειλικρινής προς το Δικαστήριο, βρίσκω να ήταν και ο Κατηγορούμενος 3, για την μαρτυρία του οποίου αναφέρομαι με περισσότερη λεπτομέρεια στην συνέχεια, στον βαθμό όμως που δεν αφορά τον ισχυρισμό του ότι η Παραπονούμενη δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο, για τον οποίο, φαίνεται ότι δεν είχε προσωπική γνώση, αλλά μόνον άποψη από τα όσα ετέθησαν υπόψη του μέσα από την ακροαματική διαδικασία αυτής της υπόθεσης και της αγωγής με αρ. XXXXX/2010 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας που είναι υπό εκδίκαση.
  19. Ως εκ της προαναφερόμενης εκτίμησης της μαρτυρία, προχωρώ στην αξιολόγηση των γεγονότων και στην εξαγωγή των τελικών μου συμπερασμάτων.
  20. Κατ' αρχήν, στην βάση της αποδεκτής μαρτυρίας και δη αυτής των ΜΚ1 και ΜΚ2, και του λόγου του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Iacovou Brothers (Concrete) Ltd v Action Construction & Development Ltd κ. α., Πoινική Έφεση αρ.184/2014, 10/02/2016, A. K. Charalambous Ltd v E.D. Sweet Hart Fashion Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 2/2014, 10/02/2016, Re Σταυδηκο Λτδ κ. α., Πολιτική ECLI:CY:AD:2017:D431, Αίτηση Αρ. 166/2017, 29/11/2017, K.P. Blue Dolphin Homes Ltd v Ευθύβουλου Παρασκευαϊδη κ. α., Ποινική Εφεση Αρ. 67/2017, 27/02/2018, βρίσκω ότι, κάτοχος της επίδικης επιταγής κατά προσήκοντα τρόπο, είναι η Παραπονούμενη, Ανδρέας Γ. Αφαντίτης Ακίνητα Λτδ, η οποία έχει συσταθεί ως οντότητα και εξακολουθεί να υφίσταται, από τις 18/01/1968 και η οποία πριν τις 05/01/2011, είχε την επωνυμία Ανδρέας Γ. Αφαντίτης και Υιοί Λτδ, ως αυτή εκ λάθους παρουσιάζεται στο κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης για το παραπονούμενο πρόσωπο.
  21. Ως εκ τούτου, υπό τις περιστάσεις, η περιγραφή της Παραπονούμενης Ανδρέας Γ. Αφαντίτης Ακίνητα Λτδ, με την επωνυμία Ανδρέας Γ. Αφαντίτης και Υιοί Λτδ, στο κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης, δεν μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη το κατηγορητήριο, στην βάση του ότι το Παραπονούμενο πρόσωπο σε αυτή την υπόθεση δεν είναι υπαρκτό. Η μαρτυρία καταδεικνύει ότι, πρόκειται για υπαρκτή νομική οντότητα, που, κατά τον ουσιώδη χρόνο της μεταβίβασης προς αυτήν της επίδικης επιταγής (ήτοι, 28/12/2009) διεξήγε εργασίες με την επωνυμία Ανδρέας Γ. Αφαντίτης και Υιοί Λτδ, και η οποία κατά την καταχώριση του κατηγορητηρίου αυτής της υπόθεσης, μέχρι και σήμερα, εξακολουθεί να διεξάγει εργασίες με την επωνυμία Ανδρέας Γ. Αφαντίτης Ακίνητα Λτδ, και πρόσωπο που, ως κάτοχος της επίδικης επιταγής κατά προσήκοντα τρόπο, λόγω της μη τίμησης της, υπέστη βλάβη στα δικαιώματα της, ώστε να μπορούσε να καταχωρήσει το κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης εναντίον των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 και δη της Κατηγορούμενης 1 (βλ. Κλεάνθης Δημοσθένους ν Τύχωνα Τύχωνος,
(2013)2 Α.Α.Δ. 22), και υπό περιστάσεις που δεν μπορούν να εγείρουν ζήτημα δυσμενούς επηρεασμού των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 στην εδώ υπεράσπιση τους. Βλ. επίσης, το Άρθρο 7[
(1)και
(3)] του Κεφ. 262, στα συγγράμματα Byles on Bills of Exchange and Cheques, 27η έκδοση, στις παραγράφους από 03-01 έως και 03-07, και Chalmers and Guest on Bills of Exchange and Cheques, 17η έκδοση, στις παραγράφους 2-017 και από 2-048 έως και 2-058 και την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Τουμάζος Τουμάζου ν Γιώργου Σαββίδη
(2010)2 Α.Α.Δ. 626, Ποινική Έφεση Αρ. 181/2007, 21/12/
  1. Επιπρόσθετα των προαναφερόμενων, γεγονότα αποτελούν και τα εξής.
  2. Από την προσκομισθείσα μαρτυρία, προκύπτει ότι, το γεγονός της έκδοσης και παράδοσης της επίδικης επιταγής από την Κατηγορούμενη 1, δια του διοικητικού της συμβούλου και εξουσιοδοτουμένου από αυτήν για τον σκοπό αντιπροσώπου της, Κατηγορούμενου 3, προς τον ***** Άσπρου, συμπληρωμένη και κανονική στην όψη της, στα πλαίσια συμφωνίας τους και σε ότι αφορούσε το συμφωνηθέν για αυτήν αντάλλαγμα, είναι παραδεκτό.
  3. Όπως, παραδεκτό, προκύπτει να είναι και το γεγονός της ανάκλησης της πληρωμής της επίδικης επιταγής, από γραπτή εντολή που η Κατηγορούμενη 1 έδωσε στην Τράπεζα Κύπρου την 31/12/2009 (και πριν από την παρουσίαση της προς την Τράπεζα Κύπρου για σκοπούς πληρωμής της), και πάλι δια του του διοικητικού της συμβούλου και εξουσιοδοτουμένου από αυτήν για τον σκοπό αντιπροσώπου της, Κατηγορούμενου 3, δια της οποίας καταγράφηκε και ο λόγος για τον οποίο αυτή δόθηκε, ότι δηλαδή, η υποκείμενη της έκδοσης της επιταγής συμφωνία, είχε ακυρωθεί.
  4. Σε ότι αφορά το γεγονός ότι, η επίδικη επιταγή, οπισθογραφήθηκε από τον ***** Άσπρου προς τον σκοπό μεταβίβασης της προς την Παραπονούμενη, την 28/12/2009 (δηλαδή, προτού αυτή καταστεί ληξιπρόθεσμη), προς εξόφληση αντικειμένων που η τελευταία του πώλησε, αποδέχομαι την μαρτυρία της ΜΚ1, η οποία πιστεύω ότι ήταν ειλικρινής προς το Δικαστήριο σε ότι αφορούσε το εν λόγω γεγονός. Η μαρτυρία της, σε ότι αφορά τον εν λόγω ισχυρισμό της, είχε συνοχή, ήταν σταθερή και δεν βρίσκω να πλήγηκε ουσιαστικά από την αντεξέταση.
  5. Κατά τον ίδιο τρόπο, εκτιμάται και ο ισχυρισμός της ΜΚ1 αναφορικά με το ότι, η Παραπονούμενη, κατά την μεταβίβαση της επιταγής προς αυτήν από τον ***** Άσπρου, δεν γνώριζε οτιδήποτε αφορούσε την οποιαδήποτε διαφορά του ***** Άσπρου και της Κατηγορουμένης 1, σχετικής με αυτήν.
  6. Ως προαναφέρθηκε, εύρημα του Δικαστηρίου αποτελεί το γεγονός ότι, η Παραπονούμενη, μετά από μεταβίβαση της επίδικης επιταγής προς αυτήν από τον ***** Άσπρου, κατέστη κάτοχος της, υπό περιστάσεις που σύμφωνα με τον Νόμο την καθιστούν κάτοχο της κατά προσήκοντα τρόπο, έχουσα όλα τα νόμιμα δικαιώματα που είναι συνεπαγόμενα αυτού.
  7. Και εξηγώ πολύ συνοπτικά.
  8. Όταν μία συναλλαγματική μπαίνει σε κυκλοφορία, -δηλαδή, χρησιμοποιώντας ένα ποιο τεχνικό όρο, έχει εκδοθεί και διαπραγματεύεται-, περνάει μέσα από τα χέρια «κατόχων». «Κάτοχος» σύμφωνα με το Άρθρο 2 του Κεφ. 262, σημαίνει «το δικαιούχο ή το πρόσωπο υπέρ του οποίου γίνεται η οπισθογράφηση συναλλαγματικής ή γραμματίου το οποίο έχει αυτά στην κατοχή του, ή τον κομιστή αυτών».
  9. Συνδυασμός των προνοιών των Άρθρων 27 και 38 του Κεφ. 262, παράγει μία τριπλή ιεραρχία κατόχων, που τρέχει με αύξουσα σειρά, από τον απλό κάτοχο («mere holder»), ακολουθούμενο από τον κάτοχο για αξία («holder for value») και καταλήγει με τον κάτοχο σε εύθετο χρόνο / κατά προσήκοντα τρόπο («holder in due course»).
  10. Ο απλός κάτοχος, είναι αυτός που δεν θα έχει δώσει αξία για την συναλλαγματική και ο οποίος δεν μπορεί να επωφεληθεί από αξία που δόθηκε για αυτήν σε οποιοδήποτε προηγούμενο στάδιο. Συνεπώς, αν και σύμφωνα με το Άρθρο 38 του Κεφ. 262, ο απλός κάτοχος, μπορεί να εγείρει αγωγή στο όνομα του, έχοντας ως βάση του την συναλλαγματική, εντούτοις, όπως δείχνει η νομολογία, υπόκειται στο να βρεθεί αντιμέτωπος με όλες τις πιθανές υπερασπίσεις και να αποτύχει, συμπεριλαμβανομένης και αυτής της έλλειψης αντιπαροχής.
  11. Πάνω από τον απλό κάτοχο, έρχεται ο κάτοχος για αξία, ο οποίος, είτε θα έχει δώσει αξία, είτε θα είναι σε θέση να βασιστεί στην αξία που δόθηκε, ή θα έχει εμπράγματη ασφάλεια («lien») επί της συναλλαγματικής. Εξ ου και απαίτησης του βάσει της συναλλαγματικής δεν μπορεί να αποτύχει από υπεράσπιση περί έλλειψης αντιπαροχής, αλλά μπορεί να αποτύχει από υπερασπίσεις που βασίζονται σε άλλα ελαττώματα τίτλου επί της συναλλαγματικής, π. χ. όπως είναι το γεγονός ότι η μεταβίβασης της συναλλαγματικής αποκτήθηκε με απάτη σε κάποιο σημείο της ιστορίας της. Εντούτοις, μπορεί να είναι ότι, ο κάτοχος για αξία, έχει έναν απολύτως τέλειο νομικό τίτλο επί της συναλλαγματικής και στην περίπτωση αυτή δεν θα έχει καμία δυσκολία να ενάγει και να επιτύχει. Ένας τέτοιος κάτοχος συναλλαγματικής για αξία, δεν μπορεί να είναι κάτοχος κατά προσήκοντα τρόπο, είτε επειδή είναι ο δικαιούχος του τίτλου («named payee»: όπως προκύπτει από τις πρόνοιες του Κεφ. 262, μόνο μέρη πιο απομακρυσμένα από τον δικαιούχο του τίτλου συναλλαγματικής μπορούν να είναι κάτοχοι κατά προσήκοντα τρόπο), είτε επειδή μπορεί να απέκτησε την συναλλαγματική όταν αυτή ήταν παράτυπη, π. χ. έλλειψη πλήρους αντιστοιχίας μεταξύ του ονόματος του δικαιούχου και της οπισθογράφησης, παρά το γεγονός ότι η συναλλαγματική εκδόθηκε στην πραγματικότητα από το σωστό πρόσωπο.
  12. Στη συνέχεια, έρχεται ο κάτοχος κατά προσήκοντα τρόπο, ο οποίος ενσωματώνει στον εαυτό του την τελειότητα της διαπραγματευσιμότητας και ο οποίος απολαμβάνει όλα τα πλεονεκτήματα που μπορεί να προκύψουν από το γεγονός ότι η συναλλαγματική είναι ένα διαπραγματεύσιμο μέσο. Οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να απολαμβάνει κάποιος αυτού του καθεστώτος, καθορίζονται στο Άρθρο 29
(1)του Κεφ. 262 και είναι ότι, ο κάτοχος κατά προσήκοντα τρόπο, θα πρέπει να έχει λάβει την συναλλαγματική συμπληρωμένη και κανονική στην όψη της, προτού αυτή καταστεί ληξιπρόθεσμη, χωρίς ειδοποίηση ότι προηγουμένως δεν τιμήθηκε, αν τέτοια ήταν η περίπτωση, καλή τη πίστει και για αξία και χωρίς ειδοποίηση για οποιοδήποτε ελάττωμα στον τίτλο του προσώπου το οποίο μεταβίβασε αυτή.
  1. Τα δικαιώματα του κάτοχου κατά προσήκοντα τρόπο, ορίζονται από το Άρθρο 38 του Κεφ.
  2. Αυτό αναφέρει ότι, επιπρόσθετα της δυνατότητας του κάτοχου κατά προσήκοντα τρόπο να ενάγει στο όνομα του με βάση την συναλλαγματική και να δώσει απαλλαγή στο πρόσωπο που του πληρώνει αυτή, ο κάτοχος κατά προσήκοντα τρόπο «κατέχει τη συναλλαγματική απαλλαγμένη από οποιοδήποτε ελάττωμα στον τίτλο των προηγούμενων μερών, καθώς επίσης από απλές προσωπικές υπερασπίσεις που είναι προσιτές στα προηγούμενα μέρη μεταξύ τους και δύναται να επιβάλει πληρωμή εναντίον όλων των μερών που ευθύνονται στη συναλλαγματική». Με την επισήμανση εδώ, σε ότι αφορά, ως έχει προαναφερθεί, του διαχωρισμού μεταξύ των δικαιωμάτων που μπορεί να εγείρουν γεγονότα όπως της υπόθεσης αυτής, αστικής φύσεως, με την ποινική ευθύνη που τυχόν να έχει εκδότης επιταγής έναντι κατόχου της κατά προσήκοντα τρόπο, βάσει των προνοιών του προαναφερόμενου Άρθρου 305Α
(2)του Κεφ. 154 και δη στην περίπτωση όπου τυγχάνει εφαρμογής προς υπεράσπιση του, η σχετική επιφύλαξης του. Βλ. σχετικά, την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση N.C. Diamonds Co. Ltd v Χρίστου Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763 ανωτέρω. 42. Από τα προαναφερόμενα γεγονότα, προκύπτει ότι, πληρούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα του Άρθρου 305Α
(2)του Κεφ. 154, ώστε η Κατηγορούμενη 1 να μπορεί να καταδικαστεί σε ότι αφορά την διάπραξη του. 43. Αυτό που απομένει να εξεταστεί, είναι κατά πόσο, η ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής, έγινε από πλευράς Κατηγορουμένης 1 για εύλογη αιτία. Στοιχείο, που αν αποδειχθεί, βάσει της επιφύλαξης του Άρθρου 305Α
(2)του Κεφ. 154, ως προαναφέρθηκε, αποτελεί, για την Κατηγορουμένη 1, υπεράσπιση. 44. Το ζήτημα, του τι συνιστά εύλογη αιτία για σκοπούς εφαρμογής της εν λόγω επιφύλαξης του Άρθρου 305A
(2)του Κεφ. 154, εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, σχετικά πρόσφατα, στην υπόθεση Χριστόδουλος Νεοφύτου ν A.S.G. Solar Technologies Ltd, Ποινική Έφεση 147/2015, 28/11/2017, στην απόφαση του οποίου αναφέρθηκαν για αυτό τα εξής: «Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση N.C. DIAMONDS CO. LTD v. ΓΕΩΡΓΙΟΥ
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, το βάρος απόδειξης ότι υπήρχε εύλογη αιτία για την ενέργεια του εφεσείοντος, δηλαδή της ανάκλησης πληρωμής των επιταγών, φέρει ο ίδιος. Το βάρος απόδειξης, μετατοπιζόμενο πλέον στους ώμους του εφεσείοντος, είναι εκείνο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Στην εν λόγω απόφαση υιοθετήθηκε το σκεπτικό της υπόθεσης Pitsillides & another v. Republic
(1983)2 C.L.R. 374, όπου η έννοια της εύλογης αιτίας συνδέθηκε με την έννοια της καλής πίστης, αναφέρθηκε δε στην υπόθεση N.C. DIAMONDS το εξής: "Η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδ.
(2), χωρίς να επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις ." και προστίθεται ότι η ενέργεια του εφεσείοντα θα πρέπει να ήταν "
(1)ειλικρινής και
(2)υπαγορεύθηκε από εύλογη αιτία". Το θέμα της ύπαρξης καλής πίστης εξετάστηκε και στην υπόθεση ΦΩΤΙΟΥ ν. EXANTAS MARINEENTERPRISES LTD κ.ά.
(2012)2 Α.Α.Δ. 704.».
  1. Για τον λόγο για τον οποίο δόθηκε εντολή μη πληρωμής της επίδικης επιταγής από την Κατηγορούμενη 1, μαρτυρία, ως προαναφέρθηκε, δόθηκε από τον Κατηγορούμενο
  2. Αν και με έχει προβληματίσει η ευλογοφάνεια του σχετικού ισχυρισμού του, -καθότι, κάποιος που εκδίδει μία επιταγή για την εξόφληση ανταλλάγματος συμφωνίας στην οποία προσέρχεται με τον δικαιούχο της επιταγής, μεταχρονολογημένη για να πληρωθεί 3 περίπου μήνες μετά, και για ένα μεγάλο ποσό, στην προκείμενη περίπτωση της τάξης των €73.000, αν η συμφωνία αυτή ακυρωθεί 10 μόλις ημέρες μετά, το τι λογικά αναμένεται να πράξει, είναι να ανακαλέσει αμέσως την πληρωμή της επιταγής, και όχι, όπως έγινε στην προκείμενη περίπτωση, να περιμένει 2 ημέρες μετά την ημερομηνία που αυτή ήταν πληρωτέα να δώσει την εντολή προς την πληρώτρια τράπεζα για την μη πληρωμή της και μάλιστα, ως προκύπτει από τα γεγονότα, μόλις πριν αυτή παρουσιαστεί προς την πληρώτρια τράπεζα για πληρωμή (μέσω άλλης τράπεζας) την ίδια ημέρα, έχοντας τούτη ήδη κατατεθεί από τον κάτοχο της για να πληρωθεί από τις 29/12/2009-, θα τον αποδεχθώ, καθότι, έχοντας παρακολουθήσει τον Κατηγορούμενο 3 να καταθέτει κατά την δίκη, η εντύπωση που μου δημιούργησε ήταν θετική και έχω πεισθεί ότι, για το εν λόγω ζήτημα, και ειδικότερα σε ότι αφορά το ζήτημα της καθυστέρησης στην ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής και τους λόγους για αυτήν, κατέθεσε την αλήθεια. Από την αντεξέταση του Κατηγορούμενου 3, αυτό που εξάγεται είναι ότι, παρά το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος 3 αμφισβητήθηκε για τους ισχυρισμούς του από την συνήγορο της Παραπονουμένης, μέσα από πολύ γενικές τοποθετήσεις, η θετική εικόνα που αυτός άφησε προς το Δικαστήριο από την κατάθεση του της κυρίως εξέτασης του, δεν επλήγη καθόλου. Ο Κατηγορούμενος 3, ήταν σταθερός στις τοποθετήσεις του, κατέθεσε για τα γεγονότα αυτά με αμεσότητα και με λόγο συνεκτικό, στοιχεία που, παρά τον προαναφερόμενο προβληματισμό μου για τους ισχυρισμούς του, δεν μπορούν να παραβλεφθούν και η μαρτυρία του να μην γίνει αποδεκτή, αφής στιγμής, στην πραγματικότητα, η εκδοχή του αυτή, που παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτη, δεν μπορεί να κριθεί ως εξωπραγματική. Στο σημείο αυτό, αξίζει να σημειωθεί ότι, η πλευρά των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, κατά την παρουσίαση της υπόθεσης της Παραπονουμένης, υπέβαλαν την προαναφερόμενη θέση των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 για τα γεγονότα (και δη στην ΜΚ1) και η θέσης της Παραπονούμενης σε ότι αφορούσε αυτά (δια της ΜΚ1), ήταν ουσιαστικά άγνοια τους, προβάλλοντας παράλληλα την θέση ότι, η οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ Κατηγορούμενης 1 και ***** Άσπρου, δεν μπορούσε να επηρεάσει το δικαίωμα είσπραξης της επίδικης επιταγής από την Κατηγορούμενη
  3. Το γεγονός ότι, κατά την αντεξέταση του Κατηγορουμένου 3, υποβλήθηκαν σε αυτόν, για πρώτη φορά, θέσεις ως προς το ότι, Κατηγορούμενη 1 και ***** Άσπρου, συνέπραξαν ώστε ο τελευταίος να επιχορηγηθεί από την κυβέρνηση για την αγορά των αντικειμένων που αναφέρθηκαν στην υπόθεση από την Παραπονούμενη, δεν βοηθά την υπόθεση της Παραπονουμένης και σίγουρα δεν ανατρέπει τους ισχυρισμούς των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 που προβλήθηκαν προς υπεράσπιση τους. Βρίσκω συνεπώς, ότι, οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, έχουν επιτύχει να αποδείξουν στον απαιτούμενο βαθμό (ήτοι, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων), ότι η Κατηγορούμενη 1, ανακάλεσε την πληρωμή της επίδικης επιταγής για εύλογη αιτία (ήτοι, κατά την έννοια του όρου ως έχει ειρηνευτεί από την νομολογία, αναφορά στην οποία έχει γίνει ανωτέρω), δηλαδή, ένεκα της ακύρωσης της συμφωνίας στην οποία είχε προσέλθει με τον ***** Άσπρου σε σχέση με την οποία αυτή είχε εκδοθεί και της μη επιστροφής της από τον τελευταίο προς αυτήν.
  4. Το εύρημα μου αυτό, οδηγεί σε απόρριψη την υπόθεση εναντίον της Κατηγορουμένης 1 και χωρίς άλλο, σε απόρριψη και την υπόθεση που τίθεται εναντίον των Κατηγορουμένων 2 και 3, η οποία βασίστηκε επίσης στο Άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154, κατ' εφαρμογής, ως προκύπτει από τα γεγονότα, των προνοιών του Άρθρου 20 του Κεφ.
  1. Κατάληξη
  2. Κατ' ακολουθίαν των όσων έχουν προαναφερθεί, η υπόθεσης εναντίον των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 αθωώνονται και απαλλάσσονται από την κατηγορία (κατηγορία υπ' αρ. 1 στο κατηγορητήριο) που τους προσάχθηκε με αυτή την υπόθεση, με €4.000 έξοδα διαδικασίας, πλέον Φ. Π. Α., αν υπάρχει, υπέρ τους και εναντίον της Παραπονούμενης. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Το Κεφ. 154, τροποποιήθηκε την 25/07/2008, από τον περί Ποινικού Κώδικα (Τροποποιητικό) Νόμο του 2008, Νόμος 70(Ι)/2008, δια του οποίου το Άρθρο 305Α του Κεφ. 154 ως είχε τότε, αντικαταστάθηκε από το προαναφερόμενο. [ii] Ως αυτό ίσχυε κατά τον χρόνο που η Παραπονούμενη ισχυρίζεται ότι διαπράχθηκε το αδίκημα (στην βάση των προνοιών του Άρθρου 12 του Συντάγματος και της αρχής «nullum crimen Nulla poena sine lege», βλ. Ορέστης Βασιλείου ν Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις Αρ. 12/2015, 13/2015, 14/2015, 15/2015, 16/2015, 17/2015, 04/07/2017). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.