← Κύπρος

ΔΡΟΥΓΚΑΣ ν. ΣΤΑΥΡΟΥ, Υπόθεση υπ' αρ.: 9253/2012, 3/7/2018

ΔΡΟΥΓΚΑΣ ν. ΣΤΑΥΡΟΥ, Υπόθεση υπ' αρ.: 9253/2012, 3/7/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B221 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 9253/2012 Κατηγορητήριο που καταχωρήθηκε από: ***** ΔΡΟΥΓΚΑΣ Παραπονούμενος - εναντίον - ΣΤΑΥΡΟΥ ***** Κατηγορουμένου ---------- Ημερομηνία: 03/07/2018 Εμφανίσεις: Για τον Παραπονούμενο: Σωτήρης Αργυρού Δ. Ε. Π. Ε. (Κατά την δίκη: κ. Σωτήρης Αργυρού) (Κατά την εκφώνηση της απόφασης: .....................................) Για τον Κατηγορούμενο: Αγγελίδης, Ιωαννίδης, Λεωνίδου Δ. Ε. Π. Ε. (Κατά την δίκη: κ. Λουκάς Κάρνος) (Κατά την εκφώνηση της απόφασης: .....................................) Κατηγορούμενος Παρών ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ 1. Στην υπόθεση αυτή, ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις κατηγορίες με αριθμό 1 και 2, που αμφότερες αφορούν το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, κατά παράβαση του Άρθρου 305Α

(1)του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου Κεφ. 154 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 154»).
  1. Αφορούν, αντίστοιχα, τις επιταγές: 22956146 και 22956142, που εκδόθηκαν επί της Νέας Σ. Π. Ε. Λακατάμιας την 25/12/2010 και αφορούν το ποσό των €50.000 έκαστη. Ως λεπτομέρειες των αδικημάτων, δίδονται, σε ότι αφορά έκαστη επιταγή -με μοναδική αναφορά στον αριθμό της επιταγής-, οι εξής: «Ο κατηγορούμενος στην Λευκωσία στις 25/12/2010 εξέδωσε την υπ' αρ. . [παρατίθεται ο αριθμός της επιταγής] . επιταγή της Νέας Σ. Π. Ε. Λακατάμιας για το ποσό των €50.000 προς όφελος του παραπονούμενου έναντι νόμιμου ανταλλάγματος, η δε επιταγή παρουσιάστηκε στην εν λόγω τράπεζα κατά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα αλλά δεν εξοφλήθηκε λόγω του ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του εκδότη ήταν παγοποιημένος (ΚΑΠ) κατά τον χρόνο της παρουσίασης της και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την εν λόγω παρουσίαση της.».
  2. Προς απόδειξη της υπόθεσης του Παραπονούμενου, πέραν της μαρτυρίας που δόθηκε από τον ίδιο, κλήθηκε στο Δικαστήριο και κατέθεσε ακόμη ένας μάρτυρας. Αναλυτικά οι μάρτυρες για την υπόθεση του Παραπονούμενου: i.Ο ***** Δρούγκας, ήτοι, ο Παραπονούμενος (στο εξής καλούμενος «ο Παραπονούμενος»), και ii.Η ***** Δαμιανού (στο εξής καλούμενη «η ΜΚ2»).
  3. Ο Κατηγορούμενος, αν και εκλήθη από το Δικαστήριο σε απολογία, επέλεξε να μην καταθέσει ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου, ή δηλώσει οτιδήποτε για την υπεράσπιση του άνευ όρκου, και περαιτέρω, δεν κάλεσε για την υπόθεση του τον οποιονδήποτε άλλο μάρτυρα.
  4. Σημειώνεται ότι, σε ότι αφορά τα γεγονότα, κατά την δίκη, συγκεκριμένα γεγονότα δηλώθηκαν από τους διαδίκους ως μεταξύ τους παραδεκτά και το Δικαστήριο κατόπιν εξέτασης τους τα αποδέχθηκε και κατέγραψε ως τέτοια. Αναφορά σε αυτά, γίνεται στην συνέχεια της απόφασης μου.
  5. Σύμφωνα με το Άρθρο 305Α του Κεφ. 154, ως αυτό ίσχυε κατά τον χρόνο που ο Παραπονούμενος ισχυρίζεται ότι διαπράχθηκαν τα αδικήματα: «305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.
(3)Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος, με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωσή του, δεν συνιστά ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά παραβίαση, εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του.
(4)(α) Σε περίπτωση παρουσίασης επιταγής, η οποία παρουσιάσθηκε με ηλεκτρονικά μέσα, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει να παρέχει πληροφόρηση με ηλεκτρονικά μέσα στο πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, για τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της επιταγής, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και για την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή. (β) Κατά την παραλαβή της πληροφόρησης που αποστέλλεται δυνάμει της παραγράφου (α), το πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει, στο πρωτότυπο της επιταγής, τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της επιταγής, όπως αυτός περιέχεται στην πιο πάνω πληροφόρηση, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή. (γ) Η σφράγιση και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα ή και η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, αναφορικά με τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής και με την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή, αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωσή του δεν συνιστά, ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά, παραβίαση εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του.
(5)Παράβαση των δυνάμει των εδαφίων
(3)και
(4)επιβαλλόμενων υποχρεώσεων από οποιοδήποτε λειτουργό ή υπάλληλο του πιστωτικού ιδρύματος, ο οποίος εξουσιοδότησε ή, εν γνώσει του, έχει επιτρέψει ή συνεργήσει στην παράβαση, εκτός εάν η παράβαση έγινε λόγω καλόπιστου λάθους, συνιστά ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους τρεις
(3)μήνες ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες ευρώ (€2.000,00) ή και με τις δύο αυτές ποινές.
(6)Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις έκδοσης επιταγής, όταν αυτή εκδίδεται προς πληρωμή οφειλής που σχετίζεται με συναλλαγή ή πράξη, η οποία αντίκειται στα χρηστά ήθη ή σε οποιοδήποτε νόμο.
(7)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, «πιστωτικό ίδρυμα», σημαίνει- (α) τράπεζα, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο, ή (β) συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, ή (γ) οποιοδήποτε άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή οργανισμό που έχει συσταθεί με βάση οποιοδήποτε νόμο και εκδίδει βιβλιάρια επιταγών σε πελάτες του.
(8)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η παρουσίαση επιταγής περιλαμβάνει, τόσο τη φυσική παρουσίαση επιταγής, όσο και την παρουσίαση επιταγής με ηλεκτρονικά μέσα, σύμφωνα με διαδικασίες που εγκρίνει η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δυνάμει των εξουσιών που της χορηγούνται από το άρθρο 74Α του περί Συναλλαγματικών Νόμου.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 7. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, βάσει του προαναφερόμενου Άρθρου 305Α
(1)του Κεφ. 154, αναλύθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο, σχετικά πρόσφατα, στην απόφαση του στην υπόθεση Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ ν Vrontis Builders Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 90/2014, 20/10/2016. Παραθέτω την σχετική περικοπή: «Η αντικειμενική υπόσταση (reus actus) του αδικήματος του άρθρου 305(Α)
(1)στοιχειοθετείται με την έκδοση επιταγής, την παρουσίαση της στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε μετά ή κατά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα, τη μη εξόφληση της επιταγής λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της και, στη συνέχεια, τη μη πληρωμή της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της.».
  1. Ως προαναφέρθηκε, πλείστα από τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, δηλώθηκαν από τους διαδίκους ως παραδεκτά. Αυτό που αμφισβητήθηκε έντονα από την υπεράσπιση κατά την παρουσίαση της υπόθεσης του Παραπονούμενου και δη κατά την αντεξέταση του ιδίου του Παραπονούμενου, ήταν η ικανότητα του Κατηγορουμένου να εκδώσει τις επίδικες επιταγές κατά τον χρόνο που εξέδωσε αυτές και δη ότι ο Παραπονούμενος έδωσε για αυτές την οποιαδήποτε αξία.
  2. Ουσιαστικά, η εισήγηση της υπεράσπισης, είναι ότι, εκτιμώντας το Δικαστήριο την μαρτυρία, πρέπει να καταλήξει ότι δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία από την οποία στοιχειοθετούνται τα προαναφερόμενα αμφισβητούμενα στοιχεία, που, μεταξύ άλλων, δίδουν στα έγγραφα αυτά που εκτέλεσε ο Κατηγορούμενος την νομική υπόσταση της επιταγής, ώστε αυτός να μπορεί να βρεθεί ένοχος για το προαναφερόμενο αδίκημα του Άρθρου 305Α
(1)του Κεφ.
  1. Με την προσοχή, ως εκ των προαναφερομένων, να εστιάζεται, στο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, της «έκδοσης επιταγής».
  2. Ο νομικός ορισμός της «επιταγής», δίδεται, ως εκτενέστερα αναφέρομαι στην συνέχεια, από το Άρθρο 73 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 262»). Το ζήτημα κατά πόσο, κατά την ημερομηνία παρουσίασης της για πληρωμή, μία επιταγή, έχει ή εξακολουθεί να έχει την νομική υπόσταση της επιταγής και είναι ή εξακολουθεί να είναι εκτελεστή, εξαρτάται από τις πρόνοιες του Κεφ.
  3. Αν κατά το Κεφ. 262, δεν υπάρχει κατά την ημερομηνία παρουσίασης μίας επιταγής για πληρωμή, νομικά εκτελεστή επιταγή, τότε, δεν ικανοποιείται και το συστατικό στοιχείο του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κάτω από το Άρθρο 305Α του Κεφ. 154 (βλ. Χατζησπύρου ν Συμιλλίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 139/2015, 22/04/2016).
  4. Ο ορισμός της «επιταγής», ως έχει προαναφερθεί, δίδεται από το Άρθρο 73 του Κεφ. 262: «Επιταγή είναι συναλλαγματική που εκδίδεται επί τραπεζίτη πληρωτέα εν όψει. Εκτός αν υπάρχει διαφορετική πρόνοια στο Μέρος αυτό, οι διατάξεις του Νόμου αυτού που εφαρμόζονται σε συναλλαγματική πληρωτέα εν όψει εφαρμόζονται σε επιταγή.». (η υπογράμμιση είναι δική μου)
  5. Ο ορισμός της «συναλλαγματικής» δίδεται από το Άρθρο 3 του Κεφ. 262: «
(1)Συναλλαγματική είναι η χωρίς όρους έγγραφη εντολή που απευθύνεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογραμμένη από το πρόσωπο που τη δίδει και η οποία απαιτεί από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται να πληρώσει επί τη εμφανίσει ή σε ορισμένο ή καθορισμένο μελλοντικό χρόνο ορισμένο ποσό χρημάτων σε καθορισμένο πρόσωπο ή σε διαταγή καθορισμένου προσώπου ή στον κομιστή.
(2)Έγγραφο το οποίο δεν πληρεί τους όρους αυτούς, ή το οποίο διατάζει όπως γίνει οποιαδήποτε πράξη επιπρόσθετα προς την πληρωμή χρημάτων, δεν αποτελεί συναλλαγματική.
(3)Εντολή πληρωμής από ειδικό ταμείο δεν είναι χωρίς όρους εντός της έννοιας του άρθρου αυτού αλλά εντολή πληρωμής χωρίς όρους με (α) ένδειξη ειδικού ταμείου από το οποίο ο αποδέκτης θα επανακτήσει το ποσό ή ειδικού λογαριασμού που θα χρεωθεί με το ποσό, ή (β) κατάσταση της συναλλαγής η οποία αποτελεί την αιτία της συναλλαγματικής, είναι χωρίς όρους.
(4)Συναλλαγματική δεν είναι άκυρη λόγω του ότι αυτή- (α) δεν είναι χρονολογημένη, (β) δεν καθορίζει την αξία που δόθηκε, ή ότι έχει δοθεί οποιαδήποτε αξία για αυτή, (γ) δεν ορίζει τον τόπο στον οποίο εκδόθηκε ή τον τόπο όπου είναι πληρωτέα.». (η υπογράμμιση είναι δική μου)
  1. Συναφώς, στο ερμηνευτικό Άρθρο 2 του Κεφ. 262, δίδεται η ερμηνεία διαφόρων όρων που περιλαμβάνονται στα προαναφερόμενα Άρθρα 73 και 3 του Κεφ. 262 (παραθέτω και τους όρους που περιλαμβάνονται στις ίδιες αυτές τις ερμηνευτικές διατάξεις τις οποίες επίσης ερμηνεύει το προαναφερόμενο Άρθρο 2 του Κεφ. 262): «έκδοση» σημαίνει την πρώτη παράδοση συναλλαγματικής, γραμματίου ή επιταγής, συμπληρωμένης κατά τύπο σε πρόσωπο το οποίο λαμβάνει αυτή ως κάτοχος. «κάτοχος» σημαίνει το δικαιούχο ή το πρόσωπο υπέρ του οποίου γίνεται η οπισθογράφηση συναλλαγματικής ή γραμματίου το οποίο έχει αυτά στην κατοχή του, ή τον κομιστή αυτών. «οπισθογράφηση» σημαίνει οπισθογράφηση που συντελείται με παράδοση. «παράδοση» σημαίνει μεταβίβαση κατοχής, πραγματική ή τεκμαρτή, από ένα πρόσωπο σε άλλο. «κομιστής» σημαίνει το πρόσωπο που έχει στην κατοχή του συναλλαγματική ή γραμμάτιο το οποίο είναι πληρωτέο στον κομιστή. «αξία» σημαίνει αντιπαροχή, που έχει αξία. (η υπογράμμιση είναι δική μου)
  2. Σύμφωνα με το Άρθρο 27 του Κεφ. 262: «
(1)Αντιπαροχή που έχει αξία για συναλλαγματική δύναται να συνίσταται- (α) Από οποιαδήποτε αντιπαροχή επαρκή να στηρίξει σύμβαση- (β) από προηγούμενο χρέος ή υποχρέωση. Το χρέος αυτό ή υποχρέωση θεωρείται αντιπαροχή που έχει αξία είτε η συναλλαγματική είναι πληρωτέα εν όψει είτε σε μελλοντικό χρόνο.
(2)Όταν δόθηκε κατά οποιοδήποτε χρόνο αξία για τη συναλλαγματική ο κάτοχος θεωρείται ως κάτοχος για αξία σε σχέση με τον αποδέκτη και όλα τα μέρη της συναλλαγματικής που έγιναν μέρη πριν από το χρόνο αυτό.
(3)Όταν ο κάτοχος συναλλαγματικής έχει δικαίωμα επίσχεσης επί αυτής, το οποίο προκύπτει είτε από σύμβαση είτε από νόμο, θεωρείται ως κάτοχος για αξία που ανέρχεται στο ύψος του ποσού για το οποίο αυτός έχει δικαίωμα επίσχεσης.».
  1. Προκύπτει από τις προαναφερόμενες πρόνοιες του Κεφ. 262, ότι, οι γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων, σχετικές με το ζήτημα της αντιπαροχής, εφαρμόζονται και στις συναλλαγματικές και κατ' επέκταση και στις επιταγές.
  2. Σύμφωνα με αυτές, ανεξάρτητα της αρχικής επιθυμίας των μερών σε μία απλή συμφωνία («simple contract») αυτή να είναι νομικά εκτελεστή, δια νόμου, δεν μπορεί να είναι, αν δεν περιέχει το στοιχείο της «αντιπαροχής» («consideration»). Όρος, που χρησιμοποιείται τεχνικά και παραπέμπει στο τι ένα μέρος σε μία συμφωνία δίδει ή υπόσχεται, σε αντάλλαγμα του τι δίδεται ή υπόσχεται η αντισυμβαλλόμενη πλευρά. Είναι αυτή η αμοιβαιότητα ανταλλάγματος που, κατά το δίκαιο των συμβάσεων, καθιστά μία ανάληψη υποχρέωσης, νομικά δεσμευτική και εκτελεστή. Μία υπόσχεσης, καθίσταται νομικά εκτελεστή ως σύμβασης, όταν εις αντάλλαγμα της δοθεί κάτι «που στο μάτι του νόμου» έχει αξία (βλ. Thomas v Thomas
(1842)2 Q.B. 851, 859 και Chitty on Contracts, 32η έκδοση, τόμος 1, στην παράγραφο 4-002). Συνεπώς, το δόγμα της αντιπαροχής (και οι κανόνες που έχουν αναπτυχθεί σε ότι αφορά αυτό), χρησιμοποιείται προς εξέταση της εκτελεστότητας («enforceability») μίας συμφωνίας. 17. Γενικά, για σκοπούς της εδώ ανάλυσης, σε ότι αφορά το δόγμα της αντιπαροχής, αρκεί, σε γενικές γραμμές, να αναφερθούν τα εξής. (α) Στο επίκεντρο της παραδοσιακής τεχνικής συμβατικής έννοιας της αντιπαροχής, είναι, ως έχει προαναφερθεί, η απαίτηση ότι, για να υφίσταται [αντιπαροχή], «κάτι αξίας» πρέπει να έχει δοθεί από το πρόσωπο που επιδιώκει την εφαρμογή της σχετικής υπόσχεσης. Κατά συνέπεια, αυτό που δίδεται υπό μορφή αντιπαροχής, πρέπει να αποτελεί όφελος στο πρόσωπο που το λαμβάνει, ή απώλεια για το πρόσωπο που το δίδει. Ένα εκ των δύο προαναφερόμενων, «οφέλους» και «απώλειας», αρκεί ως αντιπαροχή για υπόσχεση, προς υποστήριξη μίας νομικά δεσμευτικής και εκτελεστής σύμβασης. (β) Ο κανόνας ότι, η αντιπαροχή πρέπει να δίδεται από το μέρος που δέχεται την υπόσχεση («consideration must move from the promisee») (βλ. Currie v Misa
(1875)LR 10 Ex 153), αφορά στο ότι, ένα πρόσωπο μπορεί να επιβάλει μία υπόσχεση, μόνον εάν ο ίδιος παρείχε για αυτήν αντιπαροχή («promisee»). Ωστόσο, δεν είναι απαραίτητο για το μέρος που δέχεται την υπόσχεση, για να μπορεί να την επιβάλει, να παρείχε για αυτήν ολόκληρη την αντιπαροχή (δηλαδή, ολόκληρο το αντάλλαγμα), νοουμένου όμως ότι αυτό [το αντάλλαγμα] δόθηκε από κάποιο άλλο πρόσωπο: μεταξύ άλλων, από κάποιο άλλο μέρος στην συμφωνία που δέχεται επίσης την συγκεκριμένη υπόσχεση («co-promisee») (βλ. Jones v Robinson
(1847)1 Ex. 454, Fleming v Bank of New Zealand [1900] A.C. 577 και Chitty on Contracts, 32η έκδοση, τόμος 1, στις παραγράφους 4-037 και 4-042). Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, 32η έκδοση, τόμος 1, στην παράγραφο 4-042: «Where a promise is made to more than one person, it is clear that it can be enforced by any of the promisees, even by one who provided only part of the consideration.». (γ) Η αντιπαροχή, κρίνεται ότι δίδεται από το μέρος που δέχεται την υπόσχεση, γενικά, σε όλες τις περιπτώσεις που το εν λόγω πρόσωπο υπέστη κάποια βλάβη λόγω ανταλλάγματος που έδωσε για αυτήν (όπως είναι, π. χ., η παροχή υπηρεσιών εις αντάλλαγμα υποσχέσεως για χρηματική αμοιβή). Πλην όμως, η απαίτησης αυτή της προαναφερόμενης αρχής, μπορεί εξίσου καλά να ικανοποιηθεί, όταν το πρόσωπο που αποδέχεται την υπόσχεση («promisee»), αποφέρει όφελος στον υποσχόμενο («promisor»), χωρίς ο ίδιος να έχει υποστεί την οποιαδήποτε βλάβη ή ζημιά (βλ. Jones v Robinson
(1847)1 Ex. 454, Fleming v Bank of New Zealand [1900] A.C. 577 και Chitty on Contracts, 32η έκδοση, τόμος 1, στην παράγραφο 4-038). Η εκτέλεσης υφιστάμενης συμβατικής υποχρέωσης ή η υπόσχεση εκτέλεσης μίας τέτοιας υφιστάμενης συμβατικής υποχρέωσης από το πρόσωπο που αποδέχεται την υπόσχεση («promisee»), μπορεί να αποτελέσει αντιπαροχή, εάν αποφέρει όφελος στο πρόσωπο που δίδει την υπόσχεση («promisor»). Και τούτο, επειδή, το όφελος αποδίδεται στον υποσχόμενο («promisor») από το πρόσωπο που δέχεται την υπόσχεση («promisee»), και ως εκ τούτου, «δίδεται» («"moves" from») από το πρόσωπο που δέχεται την υπόσχεση («promisee») για σκοπούς της μεταξύ τους συμφωνίας, έστω και εάν δεν του προκαλεί την οποιαδήποτε βλάβη, υπό την έννοια του ότι ήταν ήδη υποχρεωμένος να προβεί στην εν λόγω πράξη ή πράξεις. (δ) Αν και η αντιπαροχή πρέπει να δίδεται από το πρόσωπο που δέχεται την υπόσχεση («promisee»), δεν είναι απαραίτητο όπως αυτή δίδεται στον υποσχόμενο («promisor»). Συνεπώς, το στοιχείο της αντιπαροχής πληρείται όταν το πρόσωπο που δέχεται την υπόσχεση («promisee»), υποστεί κάποια βλάβη ή ζημιά κατόπιν αιτήματος του υποσχεθέντος («promisor»), χωρίς να παρέχει κανένα αντίστοιχο όφελος στον υποσχόμενο («promisor») (βλ. Chitty on Contracts, 32η έκδοση, τόμος 1, στην παράγραφο 4-040). Ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η περίπτωσης όπου, το πρόσωπο που αποδέχεται την υπόσχεση («promisee»), παρέχει όφελος σε κάποιο τρίτο πρόσωπο (π. χ., προσέρχεται σε συμφωνία με το τρίτο αυτό πρόσωπο) κατόπιν αιτήματος του υποσχόμενου («promisor»): «This possibility is illustrated by the case in which goods are bought and paid for by the use of a credit or debit or cheque guarantee card. The issuer of the card makes a promise to the supplier of the goods that the cheque will be honoured or that the supplier will be paid; and the supplier provides consideration for this promise by supplying the goods to the customer.» (βλ. Chitty on Contracts, 32η έκδοση, τόμος 1, στην παράγραφο 4-040). 18. Οι γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων, σχετικές με το ζήτημα της αντιπαροχής, αν και, ως έχει προαναφερθεί, εφαρμόζονται και στις συναλλαγματικές και κατ' επέκταση και στις επιταγές, παρουσιάζουν σε ότι αφορά την περίπτωση τους, κάποιες διαφοροποιήσεις: (α) Κατ' αρχήν, σημειώνεται ότι στην Κύπρο, η διαφοροποίησης που υπάρχει στην Αγγλία μεταξύ συμβάσεως και συναλλαγματικής, σε ότι αφορά το ζήτημα της παρελθούσας αντιπαροχής, δεν υπάρχει, δεδομένων των προνοιών του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 που ισχύει στην Κύπρο, που δεν υιοθετεί την σχετική διαφοροποίηση (βλ. Keziban Raif v Enver Dervish
(1971)1 C.L.R. 158 και Γεώργιος Ρωμανός ν Μάριου Χρυσάνθου
(1991)1 Α.Α.Δ. 991). Σύμφωνα με το Άρθρο 27
(1)(β) του Κεφ. 262, αλλά και το Άρθρο 2 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, παρελθούσα αντιπαροχή, θεωρείται καλή και νόμιμη (βλ. Γεώργιος Ρωμανός ν Μάριου Χρυσάνθου
(1991)1 Α.Α.Δ. 991). (β) Ως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με το Άρθρο 2 του Κεφ. 262, «αξία», σημαίνει αντιπαροχή που έχει αξία. Κατ' αντίθεση της γενικής αρχής του δικαίου των συμβάσεων σύμφωνα με την οποία, νόμιμη αντιπαροχή πρέπει να δίδεται από το πρόσωπο που δέχεται την υπόσχεση, στην περίπτωση των συναλλαγματικών:
(1)μεταξύ «μερών που σχετίζονται άμεσα μεταξύ τους» («immediate parties»), νόμιμη αντιπαροχή πρέπει να δίδεται από τον κάτοχο της επιταγής (δηλαδή, τον κομιστή), ο οποίος επιδιώκει την εκπλήρωση της υπόσχεσης πληρωμής που δίδεται με αυτήν και
(2)μεταξύ «μερών που δεν σχετίζονται άμεσα μεταξύ τους» («remote parties»), νόμιμη αντιπαροχή δεν είναι απαραίτητη από τον κάτοχο της επιταγής (δηλαδή, τον κομιστή), νοουμένου ότι αξία δόθηκε για το έγγραφο (που είναι διαπραγματεύσιμο) μετά που ο εναγόμενος έγινε εις αυτό συμβαλλόμενο μέρος. Η δεύτερη αυτή περίπτωση, ξεκάθαρα αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα ότι ένα πρόσωπο πρέπει να βρίσκεται σε εγγύτητα με την αντιπαροχή («must be privy to the consideration») για να μπορεί να υποβάλει την οποιαδήποτε σχετική αξίωση (βλ. στο σύγγραμμα Commercial Banking Law, έκδοσης 1978, στην σελίδα 143). (γ) Κατ' αντίθεση της γενικής αρχής του δικαίου της απόδειξης, που θέλει τον ενάγοντα, αφής στιγμής είναι το μέρος που επιδιώκει την εφαρμογή της σύμβασης, να πρέπει να αποδείξει πραγματικά το στοιχείο της αντιπαροχής, στην περίπτωση των συναλλαγματικών, η αντιπαροχή τεκμαίρεται, μέχρις ότου το τεκμήριο αυτό καταρριφθεί (βλ. Άρθρο 30 του Κεφ. 262, Robust Trading Co. Ltd v Γεωργίου Λεωνίδα
(1996)1 Α.Α.Δ. 304, Ttozios Management Ltd v Κυριάκος, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/04/2016, Nikiforos Technologies Ltd v Χρήστου, Ποινική Έφεση Αρ. 18/2012, 16/04/2014 και στα συγγράμματα: Chalmers and Guest on Bills of Exchange and Cheques, 17η έκδοση, στην παράγραφο 4-080 και Commercial Banking Law, έκδοσης 1978, στις σελίδες 143 και 144. Εντούτοις, βλ. και την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Παναγιώτου ν Φουρνίδου, Ποινική Έφεση Αρ. 129/2011, 18/12/2012), στην οποία υποδείχθηκε ότι, εκεί που ο ενάγων επιλέγει να μην βασιστεί στο μαχητό τεκμήριο που δημιουργείται από το Άρθρο 30 του Κεφ. 262 για το ζήτημα της ύπαρξης αντιπαροχής και επιδιώξει την απόδειξη του με μαρτυρία, αν η μαρτυρία του δεν γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο, η απαίτησης του αποτυγχάνει. Εκ των υστέρων ενεργοποίηση του μαχητού τεκμηρίου του Άρθρου 30
(1)του Κεφ. 262 δεν είναι, έχει νομολογηθεί, σε μια τέτοια περίπτωση αποδεκτή, καθότι, αντίθετη κατάληξη θα σήμαινε ότι ο νόμος αντιστρατεύεται και εξουδετερώνει την αξιολόγηση της μαρτυρίας που έγινε από το Δικαστήριο (βλ. και Τριφταρίδης ν Ηρακλέους, Ποινική Έφεση Αρ. 340/2015, 18/12/2017).
  1. Το ερώτημα κατά πόσο η έλλειψη αντιπαροχής, ή αποτυχία αυτής, μερική ή πλήρης, παρέχει υπεράσπιση σε κάποιον που ενάγεται με βάση συναλλαγματική, εξαρτάται από το καθεστώς της κατοχής της. Δηλαδή, από το κατά πόσο αυτός, είναι, κατά την έννοια του νόμου, «απλός κάτοχος», «κάτοχος για αξία», ή «κάτοχος κατά προσήκοντα τρόπο». Καθώς επίσης, και από την σχέση του μέρους που αξιώνει πληρωμή με το μέρος από το οποίο η πληρωμή αξιώνεται. Κατά πόσον, δηλαδή, τα μέρη αυτά, ως προαναφέρθηκε, σχετίζονται ή όχι, μεταξύ τους, άμεσα («immediate parties» και «remote parties»). Άμεσα («immediate parties»), θεωρούνται τα μέρη που σχετίζονται απευθείας μεταξύ τους. Ενώ, όλοι οι υπόλοιποι, θεωρούνται ως απομεμακρυσμένοι μεταξύ τους. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Chalmers and Guest on Bills of Exchange and Cheques, 17η έκδοση, στην παράγραφο 4-005, «Πρόσωπα είναι "άμεσα μέρη", σχετικά μεταξύ τους, εάν οι έννομες σχέσεις τους ως συμβαλλόμενα μέρη σε ένα επίσημο νομικό έγγραφο, προκύπτουν από απευθείας συναλλαγές του ενός με τον άλλον.». Στις περιπτώσεις όπου, οι έννομες σχέσεις των διαδίκων ως συμβαλλόμενα μέρη σε ένα επίσημο νομικό έγγραφο, προκύπτουν, όχι από απευθείας συναλλαγές του ενός με τον άλλον, αλλά από τις αντίστοιχες συναλλαγές τους με κάποιο άλλο μέρος ή μέρη στο συγκεκριμένο έγγραφο, τότε, τα μέρη μεταξύ τους είναι «απομεμακρυσμένα μέρη» («remote parties»). Συνεπώς, η πραγματική σχέσης των μερών μεταξύ τους, καθορίζει και το κατά πόσον υπέχουν μεταξύ τους την προαναφερόμενη σχέση και προς διαπίστωση τούτου, εξωγενής [του εγγράφου] μαρτυρία, είναι αποδεκτή προς διαπίστωση του γεγονότος αυτού. Κανονικά, στην κατηγορία των «άμεσων μερών» («immediate parties»), κατατάσσονται, μεταξύ άλλων, ο εκδότης («drawer») με τον δικαιούχο («payee») επιταγής [[i]]. Η περιπτωσιολογία, έχει καταδείξει τις ακόλουθες κατηγορίες υποθέσεων, σε ότι αφορά τις οποίες, εφαρμόζονται διαφορετικοί κανόνες (σε ότι αφορά τους οποίους έχουν αναγνωριστεί και εξαιρέσεις): (α) Έλλειψη (ή απουσία) αντιπαροχής, ολικής ή μερικής, αποτελεί υπεράσπιση έναντι ενός άμεσα συμβαλλόμενου μέρους («immediate party»). Κατ' αναλογίαν, έλλειψη αντιπαροχής, ολικής ή μερικής, αποτελεί καλή υπεράσπιση έναντι ενός απομεμακρυσμένου μέρους («remote party») που δεν είναι κάτοχος για αξία (το βάρος απόδειξης, σε σχέση με αυτό το τελευταίο αναφερόμενο γεγονός, το φέρει το πρόσωπο που υπερασπίζεται σχετική απαίτηση). Αφ' ετέρου, έλλειψη αντιπαροχής, δεν αποτελεί υπεράσπιση έναντι ενός απομεμακρυσμένου μέρους («remote party») που είναι κάτοχος για αξία και δη έναντι κατόχου κατά προσήκοντα τρόπο. (β) Αποτυχία αντιπαροχής, προκύπτει, όταν το μέρος στο οποίο επιδιώκεται ο καταλογισμός ευθύνης, δεν έλαβε κανένα μέρος από το όφελος για το οποίο διαπραγματεύτηκε στην συναλλαγή, που ήταν και αυτό που τον είχε οδηγήσει να καταστεί μέρος, ως συμβαλλόμενος, στο συγκεκριμένο νομικό έγγραφο (π. χ., όταν εμπορεύματα του πωλήθηκαν έναντι συμφωνημένου χρηματικού ανταλλάγματος, αλλά ποτέ δεν του παραδόθηκαν). Πλήρης αποτυχία αντιπαροχής, αποτελεί υπεράσπιση έναντι ενός άμεσα συμβαλλόμενου μέρους («immediate party») και έναντι ενός απομεμακρυσμένου μέρους («remote party») που δεν είναι κάτοχος για αξία. Δεν αποτελεί όμως υπεράσπιση έναντι ενός απομεμακρυσμένου μέρους («remote party») που είναι κάτοχος κατά προσήκοντα τρόπο ή ενός τέτοιου μέρους που είναι απλός κάτοχος της συναλλαγματικής χωρίς γνώση της αποτυχίας του ανταλλάγματος. Σε περίπτωση γνώσης της αποτυχίας του ανταλλάγματος, αυτό το γεγονός αποτελεί υπεράσπιση έναντι ενός απομεμακρυσμένου μέρους («remote party») που είναι απλός κάτοχος της συναλλαγματικής. (γ) Μερική αποτυχία αντιπαροχής, αποτελεί υπεράσπιση έναντι ενός άμεσα συμβαλλόμενου μέρους («immediate party») και έναντι ενός απομεμακρυσμένου μέρους («remote party») που δεν είναι κάτοχος για αξία, «pro tanto», δηλαδή, στο βαθμό που αυτή (δηλαδή, η αντιπαροχή) απέτυχε, νοουμένου ότι η μερική αποτυχία της, αφορά ένα διαπιστωμένο και αποδεδειγμένο ποσό. Μερική αποτυχία αντιπαροχής, ακόμη και όταν η απώλεια είναι ξεκαθαρισμένη, δεν αποτελεί υπεράσπιση έναντι ενός απομεμακρυσμένου μέρους που είναι κάτοχος για αξία ή που είναι κάτοχος κατά προσήκοντα τρόπο.
  2. Όπως προαναφέρθηκε, το τι συνιστά αντιπαροχή, επαρκή για να υποστηρίξει μία συμφωνία, καθορίζεται με αναφορά στον περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ. 149 και τις σχετικές με το ζήτημα αρχές του κοινοδικαίου. Όπως και στις συμβάσεις, η αντιπαροχή για μία επιταγή, πρέπει να δίδεται από το πρόσωπο που λαμβάνει την υπόσχεση να πληρωθεί δια αυτής («must move from the promisee» [[ii]]), η οποία όμως [στην περίπτωση συναλλαγματικών], δεν χρειάζεται, κατ' ανάγκην, να δίδεται προς το πρόσωπο που αναλαμβάνει δια αυτής την υποχρέωση πληρωμής («need not necessarily move to the promisor» [[iii]]).
  3. Σύμφωνα με την νομολογία, αποτελεί αντιπαροχή με αξία («valuable consideration») [[iv]] για συναλλαγματική, μεταξύ άλλων, ένα χρέος (υπάρχων χρέος ή υποχρέωση) (βλ. στο σύγγραμμα Commercial Banking Law, έκδοσης 1978, στην σελίδα 143).
  4. Σε ότι αφορά το εν λόγω συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ήτοι, της «έκδοσης επιταγής», η μαρτυρία που ο Παραπονούμενος παρουσίασε στο Δικαστήριο, αποκαλύπτει τα εξής.
  5. Σύμφωνα με την μαρτυρία του Παραπονούμενου, ο Κατηγορούμενος, με τον οποίο είχε επαγγελματική και πολύ στενή φιλική σχέση, περί τον Νοέμβριο ή Δεκέμβριο του έτους 2010, του ζήτησε να τον δανείσει €100.
  6. Ο ίδιος, αν και διστακτικός αρχικά, επείσθη από τον Κατηγορούμενο να του δανείσει το εν λόγω πόσο, λόγω του ότι, σύμφωνα με τις παραστάσεις του Κατηγορουμένου, αυτός προγραμμάτιζε την πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας του στην Λακατάμια, πολύ μεγάλης αξίας. Καθώς επίσης και επειδή, γνωρίζοντας τον Κατηγορούμενο προσωπικά, γνώριζε ότι είχε έσοδα από τις πωλήσεις διαμερισμάτων πολυκατοικίας που είχε ανεγείρει. Πέραν τούτων, ο Κατηγορούμενος, προς καθησύχαση και εξασφάλιση του, και για να τον πείσει να τον δανείσει το εν λόγω ποσό χρημάτων, του προσέφερε την έκδοση 2 επιταγών, €50.000 έκαστη. Δηλαδή, τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 1 και
  7. Οι εν λόγω επιταγές, θα ήταν, βάσει της συμφωνίας τους, μεταχρονολογημένες, δηλαδή, για να πληρωθούν 1 μήνα μετά, όταν είχε συμφωνηθεί και η αποπληρωμή του δανείου. Ο Παραπονούμενος, μετά πάροδο μίας εβδομάδας, δάνεισε στον Κατηγορούμενο το εν λόγω ποσό των €100.000, καταβάλλοντας του αυτό σε μετρητά. Εν συνεχεία, και στο «τραπέζι» που του προσέφερε ο Κατηγορούμενος αμέσως μετά εκείνη την ημέρα για να τον ευχαριστήσει, ο Κατηγορούμενος του εξέδωσε τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 1 και
  8. Ο Κατηγορούμενος, συμπλήρωσε (πλην του ονόματος του δικαιούχου προς πληρωμή), -μεταχρονολογώντας αυτές, ως έχει προαναφερθεί- και υπέγραψε τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 1 και 2, στην παρουσία του Παραπονούμενου και μετά του τις παρέδωσε.
  9. Ο Παραπονούμενος ως μάρτυρας, γενικά, δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Στην μαρτυρία του έχω εντοπίσει αντιφάσεις σε ότι αφορά τα γεγονότα που ισχυρίστηκε, υπερβολές, ασάφειες και ισχυρισμούς σε μεγάλο βαθμό παράλογους, που με οδηγούν στον να μην αποδεχθώ την μαρτυρία του. Δεν θεωρώ ότι η μαρτυρία του Παραπονούμενου αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή συμπερασμάτων σε ότι αφορά τα επίδικα ζητήματα.
  10. Ενδεικτικές είναι οι ακόλουθες παρατηρήσεις μου που αφορούν την μαρτυρία του.
  11. Όπως υποστήριξε ο Παραπονούμενος, ο λόγος για τον οποίο ο Κατηγορούμενος ήθελε να τον δανείσει το ποσό των €100.000, ήταν για να πληρώσει προκαταβολή για ένα σπίτι στην Μολδαβία που είχε αποφασίσει μαζί με την σύζυγο του να αγοράσουν. Η σύζυγος του Κατηγορουμένου, ισχυρίστηκε ο περαιτέρω ο Παραπονούμενος, καταγόταν από την Μολδαβία και λόγω προβλημάτων που αντιμετώπιζαν με την οικογένεια του Κατηγορουμένου, αποφάσισαν να μετοικήσουν στην Μολδαβία. Εξ ου και η απόφαση τους να αγοράσουν την εν λόγω κατοικία στην Μολδαβία. Κατοικία, που όπως επεσήμανε ο Παραπονούμενος, ήταν ημιτελής, και είχε μάλιστα ερωτηθεί από αυτόν από πλευράς Κατηγορουμένου η άποψης του σε ότι αφορούσε το κόστος της αποπεράτωσης της. Με σκοπό, ως επεσήμανε ο Παραπονούμενος αντεξεταζόμενος, την ανάθεση της σε αυτόν για εκτέλεση. Μάλιστα για τον σκοπό αυτό, είχαν ταξιδέψει μαζί με τον Κατηγορούμενο και την σύζυγο του στην Μολδαβία για να το επισκεφτεί.
  12. Αντεξεταζόμενος όμως, ο Παραπονούμενος άλλαξε άρδην την προαναφερόμενη τοποθέτηση του για τα γεγονότα. Η πιο χαρακτηριστική, είναι η ακόλουθη απάντηση που έδωσε κατά την διάρκεια της δικάσιμου της 05ης/12/2017 όταν αντεξεταζόμενος ανέφερε τα εξής: «Ε.: Συνοψίζουμε μέχρι τώρα τις θέσεις σου αν αντιλήφθηκα σωστά. Εργοδοτήθηκες από αυτό τον άνθρωπο, έφυγες από την Ελλάδα και ήρθες Κύπρο αφήνοντας την οικογένεια σου για να εισπράξεις χρήματα. Ο άνθρωπος αυτός ήταν ξεκάθαρο στο μυαλό σου ότι έχει ακίνητη περιουσία αξίας εκατομυρίων ή το λιγότερο ότι ήταν σε καλή οικονομική κατάσταση με πολλές διαφορετικές επιχειρήσεις, διαφορετικές πηγές εισοδήματος, τον χαρακτήρισες και ως σκληρό επιχειρηματία στο παζάρι και τελικά κατέληξες να κάνεις τον χρηματοδότη του, να του δώσεις στεγαστικό δάνειο για να αγοράσει οικία στη Μολδαβία. Έτσι είναι; Αυτά εσύ τα είπες, είναι οι θέσεις σου. Α.: Όχι. Ε.: Που διαφωνείς; Α.: Μου λέτε εμένα ότι χρηματοδότησα για να πάρει σπίτι στη Μολδαβία. Καλό το σενάριο, αλλά δεν είναι έτσι. Εμένα μου ζήτησε χρήματα, τα έδωσα. Ε.: Για ποιόν σκοπό σου τα ζήτησε; Α.: Έχω μία ανάγκη. Ε.: Έτσι σου το είπε; Α.: Και άλλα πράγματα τα οποία δεν θέλω να πω αυτή την στιγμή, δεν μου επιτρέπονται να τα πω, κωλύομαι. Είναι κάτι προσωπικό που αφορούσε αυτόν και τη γυναίκα του. Ήθελε να κάνει μία θεραπεία στη σύζυγο του και μέχρι εδώ. Τα έδωσα, τα έδωσα. . Κάποια στιγμή βρέθηκε σε αυτή την προσπάθεια στο να κάνουν μια θεραπεία για να αποκτήσει τέλος πάντων ένα παιδί, του έδωσα τα χρήματα, περίμενα να τα πάρω πίσω στο τέλος δεν τα πήρα ποτέ». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  13. Ο σκοπός δηλαδή του δανεισμού του Κατηγορουμένου, ως τον είχε ισχυριστεί ο Παραπονούμενος κατά την κυρίως εξέταση του, άλλαξε εντελώς. Δεν αφορούσε ποσό προκαταβολής που ο Κατηγορούμενος χρειαζόταν για να αγοράσει κατοικία στην Μολδαβία, αλλά θεραπεία που επιθυμούσαν με την σύζυγο του να υποβληθεί η τελευταία για να τεκνοποιήσουν. Αυτή, είναι μία ουσιαστική διαφοροποίησης των γεγονότων επί των οποίων οικοδόμησε ο Παραπονούμενος την υπόθεση του, που πλήττει ουσιαστικά την αξιοπιστία των όσων μαρτύρησε στο Δικαστήριο. Και τούτο, ειδικότερα αν ληφθούν υπόψη και τα εξής, κατά την κρίση μου, ουσιαστικά «ατοπήματα» του Παραπονούμενου κατά την μαρτυρία του.
  14. Ο Παραπονούμενος, όταν ετέθη αντιμέτωπος με την προαναφερόμενη αντίφαση του από την υπεράσπιση, υποστήριξε ότι ο λόγος για τον οποίο δεν είχε αναφερθεί εξ αρχής στον σκοπό του δανεισμού του Κατηγορουμένου, ήταν επειδή είχε ορκιστεί στον Κατηγορούμενο σε μία εκκλησία που ο τελευταίος τον είχε πάει στην Λακατάμια, αυτό που του είχε «εκμυστηρευτεί» [ο Κατηγορούμενος] να μην το μαρτυρήσει ποτέ. Αυτή η τοποθέτησης του Παραπονούμενου, καθόλου δεν δικαιολογεί την προαναφερόμενη αντίφαση, σε σχέση με την οποία όπως παρατηρώ στην συνέχεια υπάρχει κατά την κρίση μου και πραγματική εξήγησης, με δεδομένο τον όρκο που έδωσε στο ιερό Ευαγγέλιο εισαγωγικά της μαρτυρίας του να μαρτυρήσει την αλήθεια, όλη την αλήθεια και μόνο την αλήθεια. Ένας άνθρωπος, που πρέπει να σημειωθεί, όχι μόνον έδωσε ως έχει προαναφερθεί όρκο στο ιερό Ευαγγέλιο, αλλά παρουσίασε και τον εαυτό του ως ένα βαθειά θρησκευόμενο άτομο, στοιχείο της προσωπικότητας του, που, όπως επεσήμανε, είχε κοινό με τον Παραπονούμενο, εξ ου και η σύνδεσης τους και φιλικά. Θεωρώ σημαντικό να παραθέσω εδώ αυτούσια την σχετική αναφορά του Παραπονούμενου, από την οποία διαφαίνεται πόσο εμφατικά δήλωσε ο Παραπονούμενος αυτό το ισχυριζόμενο στοιχείο της προσωπικότητας του: «. θέλω να επισημάνω και να συμπληρώσω ότι με τον Μάριο Σταύρου, πέραν από την φιλία και την συνεργασία μας, μας ένωνε και μία κοινή θα έλεγα . δεν ξέρω πώς να το παρουσιάσω, δυσκολεύομαι να βρω τη λέξη, για να μην χαλάσω την ποιότητα, είχαμε αν θέλετε το ίδιο πάθος με το θέμα της θρησκείας μας .». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  15. Η προαναφερόμενη αντίφασης στην μαρτυρία του Παραπονούμενου με εξέπληξε, με παραξένεψε, βρίσκω σίγουρα παράλογη την δικαιολογία για το γεγονός της και με οδηγεί στην κατάληξη ότι ο Παραπονούμενος δεν κατέθεσε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Το βρίσκω τουλάχιστον παράλογο ένα άτομο, που όχι μόνο ορκίστηκε στο ιερό Ευαγγέλιο για την αλήθεια της μαρτυρίας του κατά την δίκη, αλλά τόνισε και εμφατικά το «πάθος» του για το θρήσκευμα του, να δίδει τον όρκο στο ιερό Ευαγγέλιο και να ψεύδεται ηθελημένα στο Δικαστήριο, επειδή σκοπός του ήταν να μην αποκαλύψει κάτι που «ο Παραπονούμενος του εκμυστηρεύτηκε», που από απόψεως γεγονότων είναι τόσο ουσιώδες για την υπόθεση του, την ίδια στιγμή που για τον Κατηγορούμενο κατέθεσε ότι είναι ανέντιμος και απατεώνας. Ιδιαίτερη αίσθηση, δεδομένων και των προαναφερομένων, μου έκαναν οι εξής αναφορές του: «Ε.: Έχεις ξαναδανείσει; Α.: Φυσικά. Ε.: €100.000; Α.: Και παραπάνω. Ε.: Πόσες φορές το έχεις πράξει στην ζωή σου; Α.: Να σας πω αμέσως. Ήταν τέσσερεις φορές και μεγαλύτερο ποσό, αλλά το έδωσα σε άντρες που φορούσαν παντελόνια και είχαν τιμή και δεν ήταν απατεώνες. Ε.: Εκείνη την περίοδο δηλαδή για εσένα με βάση τις οικονομικές σου δυνατότητες μας λες ότι €100.000 ήταν χαμηλό ποσό; Α.: Εκείνη την στιγμή θεώρησα ότι ένας φίλος, ένας αδελφός, έπρεπε να βγει από τη δύσκολη θέση και όπως μου έδωσε ψωμί και χρήμα και δουλειά να ζω, έπρεπε να τον βοηθήσω με την προϋπόθεση να τα ξαναπάρω πάλι πίσω, όχι να με κοροϊδέψει, όχι να μου κάνει απάτη και οι προθέσεις μου απέναντι του, . ». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  16. Το γεγονός όμως ότι ο Παραπονούμενος περιέπεσε στην προαναφερόμενη αντίφαση, κατά την κρίση μου, δεν είναι επειδή, όπως υποστήριξε «πιέστηκε» αντεξεταζόμενος σε ότι αφορούσε τον σκοπό του δανείου, αλλά επειδή μέσα από την αντεξέταση του ήρθε στο προσκήνιο το ακόλουθο γεγονός, παράλογο της όλης πραγματικής κατάστασης βάσει των ισχυρισμών του, που προσπάθησε να δικαιολογήσει. Και αυτό αφορά στο ότι, όπως ο Παραπονούμενος αποδέχθηκε, την 03/11/2010, δηλαδή την ίδια περίοδο που ισχυρίζεται ότι δάνεισε στον Κατηγορούμενο το προαναφερόμενο ποσό, ο Κατηγορούμενος του όφειλε, σε ότι αφορούσε εκτελεσθείσες εργασίες στην υπό ανέγερση τότε πολυκατοικία του, ποσό πέραν των €62.835 (βλ. και το Τεκμήριο 10). Ο Παραπονούμενος, προφανώς αντιλήφθηκε, και αυτό εξέλαβα από τις αντιδράσεις του στο ειδώλιο του μάρτυρα κατά το σημείο αυτό της αντεξέτασης του, ότι, ο ισχυρισμός του ότι δάνεισε τον Κατηγορούμενο €100.000 για να πληρώσει ο τελευταίος την προκαταβολή για το ακίνητο που αποφάσισε να αγοράσει με την σύζυγο του στην Μολδαβία, δεν γινόταν πιστευτός, εν όψει αυτού του προαναφερόμενου πραγματικού στοιχείου που καθιστούσε αυτόν παράλογο, και επιχείρησε να δικαιολογηθεί, κάνοντας αυτό τον διαχωρισμό μεταξύ επιχειρηματικών και φιλικών σχέσεων που είχε με τον Κατηγορούμενο, ο οποίος επίσης δεν στέκει καλά στην λογική. Και εξηγώ. Ο Παραπονούμενος, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, όσα χρήματα είχε «μαζέψει» από τον Κατηγορούμενο από τις εργασίες του προς αυτόν, ουσιαστικά του τα δάνεισε. Δεν είχε δηλαδή πλεόνασμα χρημάτων. Παρά ταύτα, δάνεισε στον Κατηγορούμενο το συγκεκριμένο ποσό των €100.000 από τις εν λόγω προσόδους του, την ίδια στιγμή που ο Κατηγορούμενος κατά την δεδομένη στιγμή του όφειλε ποσό πέραν των €62.
  17. Αυτό είναι κάτι το παράλογο να επισυνέβη πραγματικά, αν αναλογιστεί κανείς και το ότι ο Παραπονούμενος, μαρτυρώντας, περίγραψε τον Κατηγορούμενο ως ένα πρόσωπο που δεν ήταν, ας το πω, ιδιαίτερα «εύκολος» με τις συναλλαγές του και δη τις πληρωμές του.
  18. Στα προαναφερόμενα, έρχεται να προστεθεί και το γεγονός ότι, ο Παραπονούμενος, καμία μαρτυρία δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο που να υποστηρίζει το γεγονός της πληρωμής του εν λόγω ποσού των €100.000 στον Κατηγορούμενο. Ο ισχυρισμός του ότι λόγω του χρόνου που παρήλθε από το έτος 2011, η τράπεζα του (Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ), δεν μπορούσε να του προσκομίσει καταστάσεις του λογαριασμού που διατηρούσε εκεί, από τον οποίο λογαριασμό ισχυρίστηκε ότι απέσυρε το εν λόγω χρηματικό ποσό για να το δανείσει στον Κατηγορούμενο, δεν μπορεί εύκολα να γίνει πιστευτός, αν αναλογιστεί κανείς την μαρτυρία του Παραπονούμενου συνολικά.
  19. Οι αντιφάσεις στην μαρτυρία του Παραπονούμενου, δεν ήταν μόνο οι προαναφερόμενες. Υπήρξαν και άλλες, που, σωρευτικά κρινόμενες, καταλήγουν στο προαναφερόμενο εύρημα μου περί της αναξιοπιστίας της μαρτυρίας του. Πολύ συνοπτικά, θα αναφερθώ στις εξής: i. Ενώ στην κυρίως εξέταση του ο Παραπονούμενος υποστήριξε ότι με τον Κατηγορούμενο είχε συμφωνηθεί ότι θα του εξοφλούσε το δάνειο ένα περίπου μήνα μετά, για αυτό και είχε τεθεί στις επίδικές επιταγές, Τεκμήρια 1 και 2, ημερομηνία πληρωμής τους, η 25/12/2010, στην αντεξέταση του υποστήριξε ότι η εξόφλησης του ποσού των €100.000 είχε συμφωνηθεί ότι θα γινόταν με δύο δόσεις των €50.000 έκαστη, όσα και τα αντίστοιχα ποσά των επιταγών, πληρωτέες αυτές δύο και τρείς μήνες αντίστοιχα μετά, ή τρείς και τέσσερεις μήνες αντίστοιχα μετά. Ισχυρισμός, που αφενός διαφοροποιεί ένα ουσιώδη όρο για τα συμφωνηθέντα, ήτοι, σε ότι αφορά την αποπληρωμή του δανείου, σε ότι αφορά τον οποίο ανέμενα ο Παραπονούμενος να ήταν σαφέστερος. Και ο οποίος, αφετέρου, δεν δικαιολογεί γιατί και οι δύο επιταγές εκδόθηκαν πληρωτέες στην ίδια ημερομηνία, δηλαδή, στις 25/12/2010 και όχι ως λογικά θα ήταν αναμενόμενο, αντίστοιχα με βάση τις δόσεις που είχαν συμφωνηθεί. Αλλά και πιο σημαντικά, γιατί κατατέθηκαν και οι δύο για πληρωμή 24/03/
  20. Δηλαδή, τρείς σχεδόν μήνες μετά και στην ίδια ημερομηνία. Αντεξεταζόμενος εν προκειμένω, ανέφερε τα εξής: «Ε.: . Είναι με αυτόν τον τρόπο που προσδιορίστηκε η προθεσμία που θα του έδιδες για να σε εξοφλήσει; Α.: Αυτό το έβαλε ο XXXXX ως όρο, διότι και παραπάνω να μου έλεγε πάλι θα συμφωνούσα. . Ε.: Και σου είπε θέλω 3 μήνες να εισπράξω ουσιαστικά; Αυτό σε ρωτώ. Α.: Αυτό θυμάμαι 3, 4 μήνες. Αυτό θυμάμαι. Ε.: Η συγκεκριμένη μέρα 25/12/12 πως προέκυψε σε ότι αφορά τα Τεκμήρια που έχεις ενώπιον σου 1 και 2; Α.: Γιατί τότε θα πληρωνόμουνα. Ε.: Πότε του δάνεισες; Α.: Πριν 3 μήνες πίσω ή 4 αν το βάλετε. Ε.: Λες στην γραπτή σου δήλωση, μας είπες μέχρι τώρα, ότι δεν ήθελε να μάθει η οικογένεια του ότι θα του πλήρωνε ένα ποσό της τάξεως των €100.000 σε μία μέρα συμφωνείς; Α.: Ναι. Ε.: Και είναι για αυτόν τον λόγο που καθορίστηκαν οι δύο δόσεις. . Έτσι είναι; Είναι αλήθεια αυτό που είπες στη δήλωση σου; Α.: Ναι, δεν ήθελε να φανεί δηλαδή στην οικογένεια ότι μου δίνει €100.
  21. Ε.: Τελικά τι έγινε; Γιατί σου έδωσε δύο επιταγές της ίδιας ημέρας, ημερομηνίας δηλαδή; Θα φαινόταν ή δεν θα φαινόταν με την κατάθεση αυτών των επιταγών ότι πλήρωσε σε μία μέρα €100.000; Α.: Στην τράπεζα εννοείτε; Ε.: Βεβαίως. Α. Δεν νομίζω, γιατί τη μια θα την εισέπραττα 25/12 και την άλλη μια μέρα πιο μετά νομίζω. Είχα το δικαίωμα 5 μέρες νομίζω, για να μην βγει άκυρη και παραπάνω νομίζω χρονικά περιθώριο είχα. . Α.: . Δεν πήγα να τις εισπράξω 25/12 και σας εξηγώ ότι αυτό που λέτε δεν ισχύει. Του έδωσα και άλλο περαιτέρω χρόνο. Με τα λεγόμενα του XXXXX αυτό προέκυψε. Ε.: Εσύ λες ότι δεν προσπάθησες να πληρωθούν και οι δύο την ίδια ημέρα; Α.: Όχι.». ii. Ενώ στην κυρίως εξέταση του ο Παραπονούμενος ισχυρίστηκε ότι, από την παράκληση του Κατηγορούμενου να του δανείσει το ποσό των €100.000, μετά από δέκα μέρες ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα του και τον δάνεισε το εν λόγω ποσό, αντεξεταζόμενος αναίρεσε αυτό του τον ισχυρισμό, διερωτώμενος μάλιστα χαρακτηριστικά ως εξής: «. άμα ήταν για μια εβδομάδα, τι να του τα δώσω. Θα τα έβρισκε.». iii. Επίσης, κατά την κυρίως εξέταση του ο Παραπονούμενος ισχυρίστηκε ως προαναφέρθηκε, ότι ο Κατηγορούμενος του εξέδωσε τις δύο επίδικες επιταγές Τεκμήρια 1 και 2, των €50.000 έκαστη, αντί μίας για €100.000, γιατί ο Κατηγορούμενος δεν επιθυμούσε να φανεί ότι θα του πλήρωνε με μίας το ποσό των €100.
  22. Ανέφερε χαρακτηριστικά, ότι ο Παραπονούμενος «δεν ήθελε να φανεί ότι τράβηξε από το λογαριασμό €100.000 με την μία.». Αντεξεταζόμενος όμως, υποστήριξε ότι, η διευθέτησης του με τον Παραπονούμενο, ήταν ότι αυτές τις επιταγές δεν θα τις κατέθετε για να τις πληρωθεί και ότι απλώς τις κρατούσε ως ασφάλεια για την εξόφληση του δανείου. Ισχυρισμό, τον οποίο ο Παραπονούμενος προέβαλε και για να επεξηγήσει το γεγονός ότι, το όνομα του ως του δικαιούχου της επιταγής δεν είχε συμπληρωθεί από τον Κατηγορούμενο όταν του εξέδωσε και παρέδωσε αυτές, αλλά από τον ίδιο πριν από την κατάθεση τους για να πληρωθούν. Από αυτή την τοποθέτηση του Παραπονούμενου, εύλογα προκύπτει το ερώτημα, αφής στιγμής αυτή ήταν η διευθέτησης με τον Κατηγορούμενο, δηλαδή, η εξόφλησης του δανείου όχι από πληρωμή των επιταγών, προς τι η έκδοσης δύο ξεχωριστών επιταγών, ήτοι των δύο επίδικων, Τεκμήρια 1 και 2; iv. Περαιτέρω, στην κυρίως εξέταση του, ο Παραπονούμενος ισχυρίστηκε ότι η συνάντησης του με τον Κατηγορούμενο για να του δώσει το χρηματικό ποσό του δανείου ήταν «έξω από την τράπεζα Κύπρου στην Λακατάμια». Όταν τελικά έδωσε τα χρήματα στον Κατηγορούμενο, μαζί μετέβηκαν σε υποκατάστημα της τότε Λαϊκής Τράπεζας στην Λακατάμια για να καταθέσει ο Κατηγορούμενος μέρος του ποσού, ήτοι τις €70.000 ή €75.000, σε λογαριασμό της πεθεράς του, στην παρουσία του. Μαζί τους ήταν και η σύζυγος του Κατηγορουμένου. Αντεξεταζόμενος, η εκδοχή του Παραπονούμενου για τα γεγονότα διαφοροποιήθηκε. Υποστήριξε ότι η συνάντησης έγινε έξω από το κατάστημα κάποιου φούρνου στην Λακατάμια, για να μεταβούν μετά έξω από το υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου στην Λακατάμια με τον Κατηγορούμενο όπου του έδωσε τα χρήματα μέσα στο αυτοκίνητο. Κατέθεσε επίσης ότι δεν ήταν σίγουρος κατά πόσο η σύζυγος του Κατηγορούμενου ήταν μαζί τους, το πιο πιθανόν υποστήριξε δεν ήταν μαζί τους γιατί με τον Κατηγορούμενο οδήγησαν εκεί με το μονοκάμπινο όχημα του τελευταίου, αλλά την συνάντησαν στο υποκατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας όταν έγινε η κατάθεσης των χρημάτων από τον κατηγορούμενο, επειδή αυτή είχε τα στοιχεία του λογαριασμού της μητέρας της. Ο ίδιος δεν ήταν παρόν όταν έγινε η κατάθεσής, αλλά έξω από το υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου και τους περίμενε.
  23. Σε ότι αφορά την μαρτυρία της ΜΚ2, απλά σημειώνεται ότι αυτή, γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο για την εξαγωγή των συμπερασμάτων του. Η μαρτυρία της δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς υπεράσπισης και τα όσα μαρτύρησε η ΜΚ2 στο Δικαστήριο και ο τρόπος που κατέθεσε σε σχέση με τα διάφορα γεγονότα που ισχυρίστηκε και η προσωπική της γνώση σε ότι αφορά αυτά, δικαιολογούν την αποδοχή της μαρτυρίας της, στο σύνολο της.
  24. Κατ' ακολουθίαν των όσων έχουν προαναφερθεί και εφαρμόζοντας το σκεπτικό του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις προαναφερόμενες υποθέσεις, Παναγιώτου ν Φουρνίδου, Ποινική Έφεση Αρ. 129/2011, 18/12/2012, Τριφταρίδης ν Ηρακλέους, Ποινική Έφεση Αρ. 340/2015, 18/12/2017, η υπόθεσης απορρίπτεται και ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από το σύνολο των κατηγοριών που αντιμετώπισε σε αυτή την υπόθεση.
  25. Έχοντας απορρίψει την μαρτυρία του Παραπονούμενου και δη του μέρους της που αφορά στο ότι αυτός έδωσε σε ότι αφορά τις επίδικες επιταγές Τεκμήρια 1 και 2 αξία / αντάλλαγμα, δεν υπάρχει πραγματικό υπόβαθρο σε ότι αφορά το συστατικό στοιχείο της έκδοσης επιταγής, του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα βάσει του Άρθρου 305Α
(1)του Κεφ. 154, αντικείμενο των κατηγοριών υπ' αρ. 1 και 2 που ο Κατηγορούμενος αντιμετώπισε σε αυτή την υπόθεση. Σημειώνοντας εν προκειμένω, περαιτέρω και καταληκτικά, ότι, τα υπόλοιπα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος, από τα παραδεκτά γεγονότα (της 16ης/01/2018) και την μαρτυρία της ΜΚ2, ικανοποιούνται πραγματικά και ότι, σε περίπτωση όπου η εκτίμηση της μαρτυρίας του Παραπονούμενου κατέληγε σε αντίθετο από το προαναφερόμενο συμπέρασμα μου, -ήτοι, αυτή γινόταν αποδεκτή ως αξιόπιστη-, θα δικαιολογείτο εξέτασης από το Δικαστήριο του κατά πόσο από την προσκομισθείσα μαρτυρία τα αδικήματα απεδείχθησαν από τον Παραπονούμενο στον απαιτούμενο βαθμό. Δηλαδή, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Διεργασία στην οποία, δεδομένης της προαναφερόμενης κατάληξης μου δεν θα υπεισέρθω. 37. Υπέρ του Κατηγορούμενου και εναντίον του Παραπονούμενου, επιδικάζονται ως έξοδα διαδικασίας, €3.500 πλέον Φ. Π. Α., αν υπάρχει. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Oxford Dictionary of Law, έκδοσης 2003, σελίδα 50: «"bill of exchange": An unconditional order in writing, addressed by one person (the drawer) to another (the drawee) and signed by the person giving it, requiring the drawee to pay on demand or at a fixed or determinable future time a specified sum of money to or to the order of a specified person (the payee) or to the bearer. If the bill is payable at a future time the drawee signifies his *acceptance, which makes him the party primarily liable upon the bill; the drawer and endorsers may also be liable upon a bill. The use of bills of exchange enables one person to transfer to another an enforceable right to a sum of money. A bill of exchange is not only transferable but also negotiable, since if a person without an enforceable right to the money transfers a bill to a *holder in due course, the latter obtains a good title to it. Much of the law on bills of exchange is codified by the Bills of Exchange Act 1882 and the Cheques Act 1992.» [ii] Oxford Dictionary of Law, έκδοσης 2003, σελίδα 387: «"promise": An undertaking given by one person (the promisor) to another (the promisee) to do or refrain from doing something. It is legally binding only if contained in a *contract or made by *deed.». [iii] Βλ. την αμέσως προηγούμενη υποσημείωση. [iv] Κατ' αντίθεση, της καλής αντιπαροχής («good consideration») (όπως είναι π. χ. η φυσική αγάπη και στοργή), η οποία δεν μπορεί να υποστηρίξει, ως αντάλλαγμα, συναλλαγματική. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.