PAMBORIDES LLC ν. ΧΑΤΖΗΑΡΓΥΡΟΥ, Υπόθεση υπ' αρ.: 17481/2011, 6/9/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B222 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 17481/2011 Κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί από: PAMBORIDES LLC Παραπονούμενη - εναντίον - ***** ΧΑΤΖΗΑΡΓΥΡΟΥ Κατηγορουμένου ---------- Ημερομηνία: 06/09/
- Εμφανίσεις: Για την Παραπονούμενη: Τάσος Παπαδόπουλος & Σια Δ. Ε. Π. Ε. (Κατά την δίκη: κ. Μάριος Γ. Ηλιάδης) (Κατά την εκφώνηση της απόφασης: ...................) Για τον Κατηγορούμενο: Χαβιαράς & Φιλίππου Δ. Ε. Π. Ε. (Κατά την δίκη: κ. Ανδρέας Χαβιαράς και κ. Παναγιώτης Σαββίδης) (Κατά την εκφώνηση της απόφασης: ...................) Κατηγορούμενος Παρών. ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ Το κατηγορητήριο
- Στην υπόθεση αυτή, ο Κατηγορούμενος, αντιμετωπίζει την ακόλουθη κατηγορία (κατηγορία υπ' αρ. 1 στο κατηγορητήριο), που αφορά το αδίκημα: της «Πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής κατά παράβαση των άρθρων 305Α και 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως ετροποποιήθη υπό των Νόμων 180/86, 36(Ι)/97, 8
(1)/2001, 25(Ι)/2003, 164(Ι)/2003 και 70(Ι)/2008», αναφορικά με την οποία εκλήθη από το Δικαστήριο σε απολογία δυνάμει του Άρθρου 74
(1)(γ) του Κεφ. 155 και προέβαλε την υπεράσπιση του. Αφορά την επιταγή υπ' αρ. 92996597 που εκδόθηκε επί της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ για το ποσό των €150.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που δίδονται για την προαναφερόμενη κατηγορία στο κατηγορητήριο: «Ο Κατηγορούμενος εξέδωσε την επιταγή με αριθμό XXXXX6597 ημερομηνίας 01/04/2011 της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ προς όφελος της εταιρείας Pamborides LLC η οποία αφού εμφάνισε την ειρημένη επιταγή στην τράπεζα εντός ευλόγου χρόνου από την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα δεν εξοφλήθηκε λόγω εντολής μη πληρωμής της και επιστράφηκε με την ένδειξη "Η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής" και παραμένει απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από της εν λόγω παρουσίασης της μέχρι σήμερα.». Η προσκομισθείσα μαρτυρία
- Προς απόδειξη της υπόθεσης της Παραπονούμενης, κλήθηκαν στο Δικαστήριο και κατέθεσαν, οι ακόλουθοι τρεις μάρτυρες: i. Η ***** Κυπριανού (στο εξής καλούμενη «η ΜΚ1»), ii. Ο ***** Παμπορίδης (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ2»), και iii. Η ***** Χρίστου (στο εξής καλούμενη «η ΜΚ3»).
- Προς υπεράσπιση του Κατηγορουμένου, εκτός της ένορκης μαρτυρίας που εδόθη από τον ίδιο στο Δικαστήριο, εκλήθη στο Δικαστήριο και κατέθεσε ο ***** Πιφάνη (στο εξής καλούμενος «ο ΜΥ2»). Η νομική πτυχή
- Σύμφωνα με το Άρθρο 305Α [[i]] του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 [[ii]]: «305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.
(3)Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος, με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωσή του, δεν συνιστά ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά παραβίαση, εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του.
(4)(α) Σε περίπτωση παρουσίασης επιταγής, η οποία παρουσιάσθηκε με ηλεκτρονικά μέσα, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει να παρέχει πληροφόρηση με ηλεκτρονικά μέσα στο πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, για τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της επιταγής, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και για την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή. (β) Κατά την παραλαβή της πληροφόρησης που αποστέλλεται δυνάμει της παραγράφου (α), το πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει, στο πρωτότυπο της επιταγής, τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της επιταγής, όπως αυτός περιέχεται στην πιο πάνω πληροφόρηση, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή. (γ) Η σφράγιση και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα ή και η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, αναφορικά με τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής και με την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή, αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωσή του δεν συνιστά, ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά, παραβίαση εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του.
(5)Παράβαση των δυνάμει των εδαφίων
(3)και
(4)επιβαλλόμενων υποχρεώσεων από οποιοδήποτε λειτουργό ή υπάλληλο του πιστωτικού ιδρύματος, ο οποίος εξουσιοδότησε ή, εν γνώσει του, έχει επιτρέψει ή συνεργήσει στην παράβαση, εκτός εάν η παράβαση έγινε λόγω καλόπιστου λάθους, συνιστά ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους τρεις
(3)μήνες ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες ευρώ (€2.000,00) ή και με τις δύο αυτές ποινές.
(6)Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις έκδοσης επιταγής, όταν αυτή εκδίδεται προς πληρωμή οφειλής που σχετίζεται με συναλλαγή ή πράξη, η οποία αντίκειται στα χρηστά ήθη ή σε οποιοδήποτε νόμο.
(7)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, «πιστωτικό ίδρυμα», σημαίνει- (α) τράπεζα, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο, ή (β) συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, ή (γ) οποιοδήποτε άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή οργανισμό που έχει συσταθεί με βάση οποιοδήποτε νόμο και εκδίδει βιβλιάρια επιταγών σε πελάτες του.
(8)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η παρουσίαση επιταγής περιλαμβάνει, τόσο τη φυσική παρουσίαση επιταγής, όσο και την παρουσίαση επιταγής με ηλεκτρονικά μέσα, σύμφωνα με διαδικασίες που εγκρίνει η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δυνάμει των εξουσιών που της χορηγούνται από το άρθρο 74Α του περί Συναλλαγματικών Νόμου.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 5. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, του προαναφερόμενου Άρθρου 305Α
(2)του Κεφ. 154, αναλύθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ttozios Management Ltd v Κυριάκος, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/04/2016. Παραθέτω την σχετική περικοπή: «. τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που δημιουργούνται με βάση το άρθρο αυτό είναι:
(1)Η έκδοση της επιταγής.
(2)Η πρόκληση της μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. . Εφόσον αποδειχθούν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που στοιχειοθετείται με το Άρθρο 305Α
(2)τότε το βάρος απόδειξης μετατίθεται επί των ώμων του Κατηγορουμένου (εκδότη) να αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας, για την ανάκληση της επιταγής. Το βάρος απόδειξης από τον Κατηγορούμενο (εκδότη) είναι εκείνο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο 2 του Άρθρου 305Α χωρίς να επεκτείνεται σε άλλες παραμέτρους όπως φαίνεται να είναι η εισήγηση των Εφεσειόντων. ...». 6. Η ύπαρξη «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της πληρωμής μίας επιταγής, που θεσμοθετείται ως υπεράσπιση του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κάτω από το Άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154 από το ίδιο το Άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154, ως εμφαίνεται και από την προαναφερόμενη περικοπή από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ttozios Management Ltd v Κυριάκος, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/04/2016, έχει επίσης εξεταστεί και αναλυθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην προαναφερόμενη υπόθεση Ttozios Management Ltd v Κυριάκος, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/04/2016. Αναφέρθηκαν, σχετικά με την υπεράσπιση αυτή, τα εξής: «Στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης δεν αμφισβητήθηκαν τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία του αδικήματος από τους Εφεσείοντες. Από κει και πέρα το βάρος μετετέθη επί των ώμων των Εφεσειόντων/Κατηγορουμένων να αποδείξουν στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων την ύπαρξη εύλογης αιτίας στην ανάκληση της πληρωμής της επιταγής. Η εύλογη αιτία συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με τον λόγο της ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο Κατηγορούμενος (εκδότης) κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησης της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή Υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου
(2)η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» τελεί υπό την προϋπόθεση ότι κατά/ή περί την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της ο κατηγορούμενος ως εκδότης γραπτώς παρέθεσε στο πιστωτικό ίδρυμα το λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της. Η αποτυχία απόδειξης της «εύλογης αιτίας» εν τη εννοία του Νόμου και όπως αυτή νομολογιακά ερμηνεύτηκε (βλ. Diamonds Co Ltd ν. Χρήστου Γεωργίου
(2011)2 Α.Α.Δ 763) θέτει τέρμα στην Υπεράσπιση του Κατηγορουμένου περί «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της επιταγής.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 7. Περαιτέρω, στην υπόθεση Nikiforos Technologies Ltd v Χρήστου, Ποινική Έφεση Αρ. 18/2012, 16/04/2014, το Ανώτατο Δικαστήριο, ως προς τα της προαναφερόμενης υπεράσπισης, επεξήγησε με την απόφαση του τα εξής: «Εύλογη αιτία, ., αποτελεί κατά τη νομολογία, η παρουσίαση γεγονότων και δεδομένων που δικαιολογούν την ανάκληση και που παρατίθενται γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή. Στην υπόθεση N.C. Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, το Εφετείο αναφέρθηκε στη δημιουργία δυνάμει του άρθρου 305Α
(2)της έγκυρης υπεράσπισης του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία, η οποία πρέπει να βασίζεται στην ειλικρινή πίστη ότι ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να ανακαλέσει την πληρωμή και ότι η πεποίθηση αυτή ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη, δηλαδή, καλή τη πίστει, («bona fide» ή «just cause»), (Osgood v. Nelson
(1872)L.R. 5 H.L. 636 και R. v. Hall 7 Q.B.D. 575). Η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται, όπως λέχθηκε, στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο
(2), χωρίς επέκταση σε άλλες έννομες σχέσεις που ενδεχόμενα να διατάρασσαν την προσφερόμενη υπεράσπιση, (δέστε σχετικά και την Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142).». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Βλ. επίσης, την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση, L.C.D. Domiki Ltd v R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011,30/01/
- Όπως προκύπτει από τα προαναφερόμενα: (α) η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» από πλευράς κατηγορουμένου, ο οποίος φέρει και το σχετικό βάρος απόδειξης της, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι, κατά/ή περί την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης, «γραπτώς παρέθεσε» στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εξέδωσε την επιταγή, το λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της, και (β) η εύλογη αιτία, «συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά», με τον λόγο της ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο κατηγορούμενος (εκδότης) κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησης της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Συνεπώς, η ποινική ευθύνη του εκδότη μίας επιταγής, η πληρωμή της οποίας έχει ανακληθεί από τον ίδιο, καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο
(2)του Άρθρου 305Α του Κεφ. 154, ως τούτο έχει προαναφερθεί. Η εκτίμηση της μαρτυρίας, η αξιολόγηση της αποδεκτής μαρτυρίας, ευρήματα για τα γεγονότα και τελικά συμπεράσματα 10. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, του Άρθρου 305Α
(2)του Κεφ. 154, δεδομένης της προσκομισθείσας από πλευράς Παραπονούμενης μαρτυρίας, τα εξέτασα, πιστεύω, κατά τον τρόπο που επιβάλλει η διαδικασία του Άρθρου 74
(1)(γ) του Κεφ. 155 (θεωρώντας την υπόθεση αντικειμενικά), κατά το στάδιο που έκρινα κατά πόσο ο Κατηγορούμενος δικαιολογείτο να κληθεί σε απολογία, έχοντας υπόψη μου τις θέσεις που προέβαλλε ο Κατηγορούμενος κατά το στάδιο της εξέτασης των μαρτύρων κατηγορίας και δη την τοποθέτηση του συνηγόρου υπεράσπισης του κατά την σχετική του εισήγηση για μη κλήση του εντολέα του σε απολογία, επί ζητημάτων νομικών και δη επί του νομικού συστατικού στοιχείου του αδικήματος της «έκδοσης επιταγής» (βλ. Nikiforos Technologies Ltd v Χρήστου, Ποινική Έφεση Αρ. 18/2012, 16/04/2014 [[iii]] και L.C.D. Domiki Ltd v R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011,30/01/2015 [[iv]]).
- Έχοντας πλέον ακούσει και τα όσα γεγονότα προσφέρθηκαν από πλευράς υπεράσπισης του Κατηγορουμένου, αυτή είναι η τελική μου απόφαση σε ότι αφορά την κατηγορία που αυτός αντιμετωπίζει, στην οποία καταλήγω κατόπιν εκτίμησης του συνόλου της προσαχθείσας μαρτυρίας και κατά τον τρόπο που η νομολογία επιτάσσει (εκτιμώντας δηλαδή αυτήν υποκειμενικά) προς τον σκοπό εξαγωγής των τελικών μου ευρημάτων για τα γεγονότα, εφαρμόζοντας εν συνεχεία, αξιολογώντας αυτά, το σχετικό, με μία ποινική υπόθεση, επίπεδο απόδειξης (βλ. Nikiforos Technologies Ltd v Χρήστου, Ποινική Έφεση Αρ. 18/2012, 16/04/2014 και Αναστασίου ν Τιμοθέου, Ποινική Έφεση Αρ. 5/2014, 24/03/17).
- Σε ότι αφορά το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα του Άρθρου 305Α
(2)του Κεφ. 154, ως προαναφέρθηκε, ήτοι της «έκδοσης επιταγής», η μαρτυρία που η Παραπονούμενη παρουσίασε στο Δικαστήριο, αποκαλύπτει τα εξής.
- Σύμφωνα με την ΜΚ1, που είναι υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (επί της οποίας προκύπτει ως παραδεκτό γεγονός ότι εκδόθηκε η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 3) και χειριστής για την τράπεζα (τα τελευταία δύο χρόνια πριν από την μαρτυρία του) των υποθέσεων του Κατηγορουμένου (τόσο τις προσωπικές του, όσο και αυτών των «εταιρειών του»), εκδότης της προαναφερόμενης επίδικης επιταγής, είναι ο Κατηγορούμενος. Η ΜΚ1, αναγνώρισε ότι η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 3, είναι επιταγή που εκδόθηκε από τον Κατηγορούμενο επί της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ από τον τραπεζικό λογαριασμό («όψεως») του, τον υπ' αρ. XXXXX8754, από αντίγραφο της που η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ διατηρεί στο αρχείο της (βλ. Corina Snacks Ltd v Ορφανίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 212/2015, 29/05/2019, Κώστα Χατζηστυλλη Είδη Υγιεινής Λτδ ν Ιωάννου, Ποινική Έφεση Αρ. 85/2015, 07/03/2018, VBH (Cyprus) Ltd v Windoors UPVC Systems Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 204/2014, 28/11/2017, Αναστασίου ν Τιμοθέου, Ποινική Έφεση Αρ. 5/2014, 24/03/2017).
- Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τον ΜΚ2, που είναι διοικητικός σύμβουλος και μέτοχος της Παραπονούμενης, ο Κατηγορούμενος, προς τον σκοπό εκπλήρωσης υποχρεώσεων που αυτός ανέλαβε βάσει της σύμβασης πώλησης και αγοράς μετοχών ημερομηνίας 25/10/2010, Τεκμήριο 2, στην βάση των όρων αυτής, την 01/11/2010 [που ήταν και η ημερομηνία «τελείωσης» της συμφωνίας («closing») βάσει της Σύμβασης, Τεκμήριο 2], εξέδωσε στο όνομα της Παραπονούμενης και της παρέδωσε την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 3, για το ποσό των €150.
- Σημειώνεται, εδώ, ότι, ως προέκυψε από την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας (και ειδικότερα των ΜΚ1 και ΜΚ2 για την προαναφερόμενη μαρτυρία τους), από πλευράς Κατηγορουμένου, η έκδοσης της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 3, από τον Κατηγορούμενο, δεν είναι αμφισβητούμενο γεγονός (βλ. Σαββας Χατζηγιώρκης & Υιοί Λτδ ν Αρτοβιομηχανία Μ. Πατής Λτδ, Ποινική Έφεση Αρ. 178/2014, 24/10/2016, VBH (Cyprus) Ltd v Windoors UPVC Systems Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 204/2014, 28/11/2017, Κώστα Χατζηστυλλη Είδη Υγιεινής Λτδ ν Ιωάννου, Ποινική Έφεση Αρ. 85/2015, 07/03/2018).
- Μάλιστα, ο ίδιος ο Κατηγορούμενος, καταθέτοντας στο Δικαστήριο ενόρκως προς υπεράσπιση του, εξεταζόμενος από τον συνήγορο υπεράσπισης του, τα προαναφερόμενα γεγονότα που ισχυρίστηκαν οι ΜΚ1 και ΜΚ2 και τα οποία σχετίζονται με το ζήτημα της έκδοσης της επίδικης επιταγής, δεν τα αμφισβήτησε. Οι αναφορές του Κατηγορούμενου, ως είναι καταγραμμένες στην γραπτή δήλωση του, Έγγραφο Β, ειδικότερα αυτές των παραγράφων 6, 7, 9, 10, 17, 19, 20, 28 και 29, επισημαίνουν, κατά την κρίση μου, το συμπέρασμα αυτό. Χαρακτηριστικότερη και αμεσότερη όλων, βρίσκω να είναι αυτή που καταγράφεται στην παράγραφο 19 της γραπτής δήλωσης του Κατηγορουμένου, Έγγραφο Β, την οποία μεταφέρω αυτούσια: «Στο μεσοδιάστημα, λόγω της πιο πάνω κατάστασης, η επίδικη επιταγή είχε λήξει και συγκεκριμένα είχαν περάσει 6 μήνες από την έκδοση της. Ωστόσο και επειδή δεν είχε ολοκληρωθεί η έκθεση του ελεγκτικού οίκου Crowe Horworth, και αφού έπρεπε να είναι σε ισχύ η εν λόγω επιταγή, κλήθηκα από τον κ. Παμπορίδη όπως προσθέσω εκ νέου ημερομηνία στην επιταγή και την υπογράψω ξανά μέχρις ότου ολοκληρωθεί η εν λόγω έκθεση.».
- Γεγονός το οποίο, σε κάθε περίπτωση, ξεκαθαρίστηκε, όταν εισαγωγικά της αντεξέτασης του, ο Κατηγορούμενος, απαντώντας σε σχετικά ερωτήματα που του υποβλήθηκαν από τον συνήγορο της Παραπονούμενης, το παραδέχθηκε ευθέως. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από τα πρακτικά της δίκης: «E. Κύριε Χ" Αργυρού, την επιταγή την έχετε υπ' όψιν σας υποθέτω που εκδώσατε, έτσι; A. Μάλιστα. E. Το Τεκμήριο 3; A. Μάλιστα. E. Την οποία εσείς συμπληρώσατε και εκδώσατε; A. Ναι και είχα αλλάξει και την ημερομηνία όπως μου είπε ο κύριος Παμπορίδης γιατί είχαμε τη μελέτη του οίκου Crowe Horwath που είχε να κάνει με τις επιπρόσθετες πληρωμές που κάναμε σε σχέση με τις οφειλές των προηγούμενων ιδιοκτητών και επειδή η επιταγή που μου έδειξε ο κύριος Ηλιάδης και αναγνωρίζω, είχε κάποια ημερομηνία η οποία έληξε όπως ανέφερα και στην ένορκη μου δήλωση, με κάλεσε ο κύριος Παμπορίδης. Ο λόγος που δεν την κατέθετε ο κύριος Παμπορίδης είναι ότι μέχρι τη συγκεκριμένη ημερομηνία δεν είχε ολοκληρωθεί η έρευνα της εταιρείας Crowe Horwath που ορίσαμε ως επαγγελματίες λογιστές και επειδή εγώ συνέχιζα να πληρώνω και δεν έληξε αυτή η μελέτη, η επιταγή αυτή έγινε βασικά εκπρόθεσμη γι' αυτό ήρτα να αλλάξω την ημερομηνία το οποίο και έπραξα. E. Εγώ δεν είναι τούτο που σας ρώτησα αλλά απαντήσατε ότι εσείς τη συμπληρώσατε, την εκδώσετε; A. Κλήθηκα από τον κύριο Παμπορίδη να αλλάξω την ημερομηνία, όχι να τη συμπληρώσω. Η επιταγή ήταν συμπληρωμένη. E. Από εσάς λέω; A. Ναι, κλήθηκα να αλλάξω μόνο την ημερομηνία για να είναι σε ισχύ.».
- Συνεπώς, σε ότι αφορά το γεγονός της έκδοσης της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 3, από τον Κατηγορούμενο, παρέλκει η εκτίμηση της μαρτυρίας, αφής στιγμής αυτό, προκύπτει ως κοινώς παραδεκτό (βλ. Τσιαττές ν Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 974 και Hasan v Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Πολιτική Έφεση Αρ. 2/2011, 02/12/
- Συνεπώς, ως εκ της προαναφερόμενης μαρτυρίας, δεδομένης και της σφράγισης της επίδικης επιταγής από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. με την αναφορά «η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής» και των προνοιών του Άρθρου 305Α[
(3)και
(4)] του Κεφ. 154 που σχετίζονται με το ζήτημα αυτό (βλ. Corina Snacks Ltd v Ορφανίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 212/2015, 29/05/2019 και VBH (Cyprus) Ltd v Windoors UPVC Systems Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 204/2014, 28/11/2017), καταλήγω στο συμπέρασμα ότι, η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 3, εκδόθηκε από τον Κατηγορούμενο.
- Προχωρώ, ως εκ τούτου, στην εκτίμηση της μαρτυρίας, σε ότι αφορά τα υπόλοιπα ουσιαστικά γεγονότα που αφορούν αυτή την υπόθεση, για τα οποία οι εκδοχές Παραπονούμενης και Κατηγορούμενου διίστανται. Προτού όμως αναφερθώ στα σχετικά συμπεράσματα μου, είναι σημαντικό να αναφερθούν τα εξής, σε ότι αφορά κάποιες από τις αρχές που εφαρμόζονται από το Δικαστήριο κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, που στην προκείμενη περίπτωση, λόγω των όσων εκτυλίχθησαν κατά την δίκη, έχουν την σημασία τους ως έχοντα επηρεάσει την κρίση του Δικαστηρίου στο ζήτημα αυτό.
- Η υποβολή της θέσης ενός διαδίκου επί όλων των ουσιωδών πτυχών της μαρτυρίας που δίνεται από τους μάρτυρες που κλήθηκαν από τον αντίδικο του, την οποία αυτός αμφισβητεί, αποτελεί τον καρδινάλιο κανόνα της αντεξέτασης. Στο αντιπαρατεθικό σύστημα δικαιοσύνης, το οποίο έχουμε και στην Κύπρο, ο κανόνας αυτός είναι απόλυτος και δεν επιδέχεται καμίας εξαίρεσης. Ότι δηλαδή, σε ένα μάρτυρα, πρέπει να δίδεται η ευκαιρία, ενόσω βρίσκεται στο ειδώλιο του μάρτυρα, να απαντήσει στην υπόθεση που παρουσιάζεται και είναι αντίθετη με την δική του εκδοχή γεγονότων [[v]] [[vi]]. Αν κάτι τέτοιο δεν γίνει ή παραλειφθεί, η μαρτυρία του πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν έχει αμφισβητηθεί και να εκληφθεί ότι είναι παραδεκτή. Και τούτο, σε αστικές υποθέσεις, ανεξαρτήτως δικογράφησης [[vii]] [[viii]]. Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα αυτό, μπορεί να προσμετρήσει στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, για να απορρίψει μαρτυρία που παρουσιάζεται για να αντικρούσει γεγονότα που υποστηρίχθηκαν από μάρτυρα, όταν αντίθετες σχετικές θέσεις δεν είχαν υποβληθεί στον μάρτυρα αυτό κατά την αντεξέταση του [[ix]]. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με την νομολογία, οι υποβολές θέσεων ενός διαδίκου σε ότι αφορά τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς προς μάρτυρες κατά την αντεξεταση τους, εάν αυτές δεν υιοθετηθούν από τους μάρτυρες ως ορθές για να αποτελέσουν μέρος της μαρτυρίας τους, δεν έχουν καμία αποδεικτική αξία για την υπόθεση του, αφού, αυτές, δεν αποτελούν μαρτυρία, εκτός και εάν ο ίδιος κατά την παρουσίαση της υπόθεσης του τις εμπεδώσει με αποδεκτή μαρτυρία [[x]].
- Στο σύγγραμμα του R. May, Criminal Evidence, 4η έκδοση, στην παράγραφο 23-23, σε ότι αφορά τις προαναφερόμενες αρχές και την εφαρμογή τους ειδικά σε ποινικές υποθέσεις, αναφέρονται τα εξής: «
- The cross-examining party should put as much of his own case as concerns the witness to him. Thus, if the cross-examining party intends to adduce evidence which contradicts evidence given by the witness, he should put his version to the witness, so that the witness may have the opportunity of explaining the contradiction. If a party fails to do this, he is generally taken to have accepted the witness's evidence. Accordingly, counsel should not in his closing speech attack that part of a witness's evidence which he has not challenged in cross-examination. However, this rule has been held not to apply to a case tried by lay justices in that justices do not have to accept a witness's evidence merely because it is unchallenged. Α strict application of the rule may also not be necessary where a witness is called whose evidence is corroborative of evidence already given by another witness who has himself been cross-examined, e.g. a police officer who gives evidence about an interview with the defendant. ...».
- Πρακτική εφαρμογή των προαναφερόμενων αρχών, έγινε πολύ πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Πιριλλίδη ν Δήμος Λεμεσού, Ποινική Έφεση Αρ. 331/2015, 11/12/
- Σχετική με το ζήτημα, είναι η ακόλουθη περικοπή από το σκεπτικό του Ανωτάτου Δικαστηρίου για την απόφαση του: «Στην υπόθεση Frederickou Schools Co Ltd κ.ά. v. Acuac Inc
(2002)Α.Α.Δ. 1527, επαναλήφθηκε η αρχή ότι η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας. Στο σύγγραμμα The Modern Law ofEvidence, Andrian Keane, 5η έκδοση, σελ. 177: "A party's failure to cross-examine, however, has important consequences. It amounts to a tacit acceptance of the witness's evidence in-chief. A party who has failed to cross-examine a witness upon a particular matter in respect of which it is proposed to contradict his evidence in-chief or impeach his credit by calling other witnesses, will not be permitted to invite the jury or tribunal of fact to disbelieve the witness's evidence on that matter". Θεωρούμε ότι δεν υπάρχουν περιθώρια εκτροπής από την παραπάνω κλασσική προσέγγιση, εφόσον δεν τέθηκε στο Μ.Κ.1 αυτή τούτη η ουσία της υπόθεσης της υπεράσπισης, η οποία παρέμεινε, όπως ορθά διαπίστωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο, στη σφαίρα των υποθέσεων ως ένα δυνητικό σενάριο επί χάρτου. Εκείνο που είχε σημασία ήταν η πραγματική εικόνα του δρόμου κατά το συγκεκριμένο χρόνο. Τέτοια εικόνα δεν είναι στοιχείο στατικό, ώστε να αποδίδεται με ένα σχεδιαγράφημα και μετρήσεις. Η εικόνα του δρόμου είναι στοιχείο ζωντανό με οχήματα και πεζούς και όλους εκείνους τους παράγοντες που προσδίδουν σε ένα δρόμο τη δική του δυναμική όπως διαμορφώνεται κατά τη διάρκεια της ημέρας. Ο Μ.Κ.1 αναφέρθηκε σε εικόνα πραγματικής παρακώλυσης υπό τις πραγματικές συνθήκες που επικρατούσαν κατ΄εκείνο το χρόνο. Η παράλειψη να αντεξεταστεί επί του ουσιωδέστατου αυτού ισχυρισμού δεν έδωσε την ευκαιρία στον ίδιο να επεκταθεί και να δώσει περαιτέρω εξηγήσεις, ούτε και προειδοποίηση στην κατηγορούσα αρχή για την ανάγκη, ενδεχομένως και περαιτέρω μαρτυρίας, εάν θα φαινόταν τέτοια ανάγκη λόγω της αντεξέτασης. .». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Βλ. επίσης, την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Corina Snacks Ltd v Ορφανίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 212/2015, 29/05/
- [Και] Με αυτές τις αρχές κατά νουν, προχωρώ στην εκτίμηση της προσαχθείσας μαρτυρίας.
- Κατ' αρχήν, αναφορά πρέπει να γίνει στους ΜΚ3 και ΜΥ
- Οι μάρτυρες αυτοί, κλήθηκαν στο Δικαστήριο και παρουσίασαν κάποια γεγονότα, τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν καθόλου από τον αντίδικο του διαδίκου που τους κάλεσε. Ως εκ τούτου, και έχοντας εξετάσει την μαρτυρία τους έχοντας υπόψη μου το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας, δεν βρίσκω λόγο γιατί η μαρτυρία τους να μην μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο, ως ασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή συμπερασμάτων.
- Ουσιαστικότερη για τα κυρίως επίδικα ζητήματα αυτής της υπόθεσης, ήταν η μαρτυρία των ΜΚ1, ΜΚ2 και Κατηγορουμένου, στην εκτίμηση της οποίας προχωρώ αμέσως τώρα.
- Ο βασικότερος μάρτυρας για την υπόθεση της Παραπονούμενης, αντικειμενικά ως προκύπτει από τους εκατέρωθεν των διαδίκων ισχυρισμούς, είναι ο ΜΚ
- Αντεξεταζόμενος όμως αυτός από τον συνήγορο υπεράσπισης του Κατηγορουμένου, δεν αμφισβητήθηκε σε ότι αφορά τους ακόλουθους ισχυρισμούς του για τα γεγονότα, τους οποίους, εν συνεχεία, ο Κατηγορούμενος, μαρτυρώντας ενόρκως, επιχείρησε να αντικρούσει. Παρατήρηση για την υπόθεση του Κατηγορουμένου, που, σε συνδυασμό με κάποιες αντιφάσεις στην μαρτυρία του και αντιφάσεις με άλλη μαρτυρία που προσκομίστηκε κατά την δίκη (και δη την πραγματική μαρτυρία), στις οποίες αναφέρομαι αμέσως μετά, με οδηγούν, έχοντας πάντοτε υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας, την οποία και έχω αντιπαραβάλει με αυτήν του Κατηγορουμένου, να μην αποδεχθώ την μαρτυρία του τελευταίου ως ασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου.
- Παρατηρώ λοιπόν, ότι, ο Κατηγορούμενος, ενώ η μαρτυρία του ΜΚ2 σε ότι αφορά τον λόγο που ο Κατηγορούμενος του εξέδωσε και παρέδωσε την επίδικη επιταγή, δεν αμφισβητήθηκε κατά την παρουσίαση της, μαρτυρώντας κατά την δίκη, σε ότι αφορά το ζήτημα αυτό, επιχείρησε να υποστηρίξει γεγονότα τα οποία για πρώτη φορά ήρθαν στο προσκήνιο από πλευράς του και για τα οποία ο ΜΚ2 δεν είχε την ευκαιρία να τοποθετηθεί ή και η Παραπονούμενη, ως κατήγορος, την επιλογή να κινηθεί προς περαιτέρω απόδειξη τους στον απαιτούμενο βαθμό, αφής στιγμής τούτα δεν είχαν αμφισβητηθεί (βλ. Corina Snacks Ltd v Ορφανίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 212/2015, 29/05/2019).
- Για το ζήτημα αυτό, ο ΜΚ2, είχε ισχυριστεί κατά την κυρίως εξέταση του ότι, προς τον σκοπό εκπλήρωσης υποχρεώσεων που ο Κατηγορούμενος ανέλαβε βάσει της σύμβασης πώλησης και αγοράς μετοχών ημερομηνίας 25/10/2010, Τεκμήριο 2, στην βάση των όρων αυτής, την 01/11/2010 [που ήταν και η ημερομηνία «τελείωσης» της συμφωνίας («closing») βάσει της Σύμβασης, Τεκμήριο 2], εξέδωσε στο όνομα της Παραπονούμενης και της παρέδωσε την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 3, για το ποσό των €150.
- Το εν λόγω ποσό των €150.000, ισχυρίστηκε περαιτέρω ο ΜΚ2, θα κρατείτο από την Παραπονούμενη, βάσει της προαναφερόμενης Σύμβασης, Τεκμήριο 2 «κατά την περίοδο της προσαρμογής», υπό την ιδιότητα της ως «μεσεγγυούχος αγοραστής», η οποία θα είχε «μετά την εκπνοή της περιόδου προσαρμογής», και πάλι βάσει της προαναφερόμενης Σύμβασης, Τεκμήριο 2, ευχέρεια διάθεσης ή επιστροφής του, αναλόγως της περίπτωσης, προς τους αντισυμβαλλομένους. Σχετικές, είναι οι αναφορές του ΜΚ2, των παραγράφων 8, 9 και 10 της γραπτής του δήλωσης, Έγγραφο Α, που υιοθετήθηκε από αυτόν κατά την κυρίως εξέταση του. Προσθέτοντας, ο ΜΚ2, σε ότι αφορά τα γεγονότα αυτά, κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση του, προφορικά, ότι, η εν λόγω επιταγή, Τεκμήριο 3, που ο Κατηγορούμενος εξέδωσε και παρέδωσε στην Παραπονούμενη, θα έπρεπε να κατατεθεί από πλευράς της Παραπονούμενης για να εξαργυρωθεί, ώστε το ποσό των €150.000 να είναι διαθέσιμο προς τους αντισυμβαλλομένους και να μπορεί να διατεθεί από την Παραπονούμενη βάσει των όρων της Σύμβασης, Τεκμήριο 2, ως έχει προαναφερθεί. Εντούτοις, υποστήριξε περαιτέρω ο ΜΚ2, η Παραπονούμενη, δεν κατέθεσε την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 3, προς εξαργύρωση, κατόπιν παράκλησης του Κατηγορουμένου, «για να μην επηρεαστεί η ρευστότητα των επιχειρήσεων του κατά την περίοδο του καθορισμού του ποσού».
- Αυτοί οι ισχυρισμοί του ΜΚ2, -ειδικότερα σε ότι αφορά: (α) τον λόγο που ο Κατηγορούμενος εξέδωσε και παρέδωσε στην Παραπονούμενη την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 3, κατά τον χρόνο που ο ΜΚ2 ισχυρίστηκε ότι τούτο έγινε και (β) τον λόγο γιατί αυτή δεν κατατέθηκε από την Παραπονούμενη, αμέσως μετά την παραλαβή της, προς εξαργύρωση-, όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς Κατηγορουμένου κατά την αντεξέταση του ΜΚ2, αλλά δεν υπήρξε καμία απολύτως αντεξέταση του ΜΚ2 από πλευράς του Κατηγορουμένου σε ότι αφορά αυτά, ούτε και υπεβλήθη στον ΜΚ2, σχετικά, οποιαδήποτε αντίθετη θέση του Κατηγορουμένου ως προς τα πράγματα. Συνεπώς, ο ισχυρισμός του Κατηγορουμένου, ότι δεν είχε ποτέ παρακαλέσει τον ΜΚ2, να μην καταθέσει η Παραπονούμενη την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 3, αμέσως μετά την έκδοση της, προς εξαργύρωση της, και ότι άλλοι ήταν οι λόγοι για τους οποίους αυτή δεν είχε εξαργυρωθεί, στους οποίους και αναφέρθηκε, δεν μπορεί να γίνει πιστευτός και ως εκ τούτου δεν γίνεται αποδεκτός.
- Ας σημειωθεί ότι, η αντεξέταση του ΜΚ2, εστιάστηκε σε γεγονότα που ο ΜΚ2 ισχυρίστηκε και αφορούν περιστατικά μεταγενέστερα της έκδοσης από τον Κατηγορούμενο της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 3 και άσχετα του γεγονότος αυτού•, και συγκεκριμένα, αφορούσε τα γεγονότα που εκτυλίχθησαν κατά τον χρόνο αμέσως πριν από την έκδοση της «απόφασης» του ΜΚ2 ημερομηνίας 14/06/2011, Τεκμήριο 8, αναφορικά με την διάθεση του ποσού των €150.
- Διερευνήθηκε, περαιτέρω, η άποψης του ΜΚ2 για την φύση της προαναφερόμενης Σύμβασης, Τεκμήριο 2, καθώς επίσης και ο ρόλος της Παραπονούμενης στην όλη συναλλαγή των εμπλεκομένων μερών βάσει των προνοιών της και ειδικότερα, αν η Παραπονούμενη είχε από αυτήν και το εν λόγω ποσό των €150.000, το οποιοδήποτε «συμφέρον». Τέλος, ο ΜΚ2, αντεξεταζόμενος, ερωτήθηκε από τον συνήγορο του Κατηγορουμένου, βάσει ποιάς πρόνοιας της προαναφερόμενης Σύμβασης, Τεκμήριο 2, αυτός στηρίχθηκε για να εκδώσει ως «διαιτητής» την προαναφερόμενη «απόφαση» του ημερομηνίας 14/06/2011, Τεκμήριο
- Είναι συνεπώς εμφανές από την αντεξέταση του ΜΚ2, ότι, αν και οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί του διερευνήθηκαν από πλευράς Κατηγορουμένου, αυτός δεν αμφισβητήθηκε σε σχέση με τις απαντήσεις που έδωσε στα σχετικά ερωτήματα που του υποβλήθηκαν και τους ισχυρισμούς που προέβαλε. Ενώ, ως πολύ ξεκάθαρα προκύπτει, το μοναδικό ζήτημα που υποβλήθηκε στον ΜΚ2 κατά την αντεξέταση του, ως θέση του Κατηγορουμένου, ήταν ότι, βάσει των προνοιών του όρου 3.2.(β).(i). της προαναφερόμενης Σύμβασης, Τεκμήριο 2, αυτός, δεν μπορούσε να ενεργήσει ως «διαιτητής» των αντισυμβαλλομένων σε αυτήν μερών (προφανώς, αναφορικά με την διάθεση του ποσού των €150.000).
- Δεδομένων των προαναφερόμενων παρατηρήσεων μου και έχοντας κατά νου και την θετική εντύπωση που ο ΜΚ2 μου άφησε ως μάρτυρας γεγονότων, καταλήγω ότι, τα όσα ο ΜΚ2 μου κατέθεσε στην δίκη σε ότι αφορά αυτά, αποτελούν πραγματικότητα και μπορούν να αποτελέσουν ασφαλές υπόβαθρο για να καταλήξω στα τελικά συμπεράσματα μου για την απόφαση μου αναφορικά με την αθωότητα ή ενοχή του Κατηγορουμένου. Ο ΜΚ1, εκτός του ότι, κατά την ενώπιον μου εξέταση του, τοποθετήθηκε στα διάφορα ερωτήματα που του ετέθησαν, με αμεσότητα και σαφήνεια, - και χωρίς, επαναλαμβάνω, οι ισχυρισμοί του για τα γεγονότα να αμφισβητηθούν από πλευράς Κατηγορουμένου-, από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, δεν βρίσκω να προκύπτει οτιδήποτε που θα μπορούσε να δικαιολογήσει απόρριψη της μαρτυρίας του. Αντιθέτως, οι ισχυρισμοί του ΜΚ2 για τα γεγονότα, συνάδουν απόλυτα με το υπόλοιπο μαρτυρικό, το οποίο, ως προκύπτει, επίσης δεν έχει αμφισβητηθεί ουσιαστικά από πλευράς Κατηγορουμένου.
- Αντιθέτως, ο Κατηγορούμενος, δεν με έπεισε με την μαρτυρία του και για τους λόγους που αναφέρω αμέσως μετά, έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι, για τα ουσιαστικά για αυτή την υπόθεση γεγονότα, αυτός δεν κατέθεσε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Περιορίζομαι να αναφερθώ στα ακόλουθα δύο ζητήματα, τα οποία, κατά την κρίση μου, έχουν πλήξει ουσιαστικά την αξιοπιστία του.
- Προτού όμως επισημάνω αυτά, θεωρώ ορθότερο να καταγραφούν κάποια περαιτέρω συμπεράσματα μου, με τα οποία τα δύο αυτά ζητήματα σχετίζονται.
- Κατ' αρχήν, σημειώνεται ότι, το γεγονός ότι η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 3, κατόπιν παρουσίασης της για πληρωμή από την Παραπονούμενη την 17/06/2011 ([1]), δεν τιμήθηκε, λόγω εντολής ανάκλησης της πληρωμής της προς την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. από τον Κατηγορούμενο εκδότη της, δεν αμφισβητήθηκε από τον Κατηγορούμενο.
- Εν προκειμένω, εκτός της σφραγίδας που φέρει η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 3, με την σχετική σήμανση και χρονολόγηση, για το γεγονός αυτό κατέθεσαν, τόσο η ΜΚ1, όσο και ο ΜΚ
- Σύμφωνα με την ΜΚ1, που ως προαναφέρθηκε, είναι υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. και χειριστής των υποθέσεων του Κατηγορουμένου, η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 3, δεν πληρώθηκε από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. (όταν κατατέθηκε στον λογαριασμό που αναγράφεται στο πίσω μέρος της, για πληρωμή), γιατί ο Κατηγορούμενος, στις 28/04/2011, της είχε δώσει σχετική οδηγία, με την δικαιολογία ότι αυτή είχε απολεσθεί. Η ΜΚ1, επισημαίνεται, σε ότι αφορά τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς της για τα γεγονότα, δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς Κατηγορουμένου. Μάλιστα, ειδικά για το ζήτημα της εντολής ανάκλησης της πληρωμής της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 3, και τον λόγο που δόθηκε αναφορικά με αυτήν προς την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. από τον Κατηγορούμενο, η ΜΚ1, δεν ερωτήθηκε καν. Σημαντικό είναι μάλιστα να σημειωθεί, λόγω της αξιολόγησης των γεγονότων που γίνεται στην συνέχεια της απόφασης μου, ότι, η πλευρά του Κατηγορουμένου, δεν επιχείρησε καν να διευκρινίσει την εν λόγω μαρτυρία της ΜΚ1, σε ότι αφορά το κατά πόσο η εν λόγω εντολή του Κατηγορουμένου και λόγος για την ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 3, εδόθη προς την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. από τον Κατηγορούμενο, γραπτώς. Δεδομένου ότι, η μαρτυρία της ΜΚ1 για τα γεγονότα, δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς του Κατηγορουμένου με τον οποιοδήποτε τρόπο, στην απουσία του οτιδήποτε θα μπορούσε να καταγραφεί από το Δικαστήριο για την μαρτυρία της, ως αρνητικό για την αξιοπιστία της, αυτή γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της για σκοπούς εξαγωγής των συμπερασμάτων μου για τα επίδικα ζητήματα.
- Μαρτυρία για τα γεγονότα αυτά, ως προαναφέρθηκε, δόθηκε και από τον ΜΚ2, ο οποίος, όπως και η ΜΚ1, υποστήριξε ότι η επίδικη επιταγή Τεκμήριο 3, κατατέθηκε από την Παραπονούμενη για πληρωμή, την 17/06/
- Διευκρινίζοντας σε ότι αφορά την εν λόγω κατάθεση της επίδικης επιταγής για πληρωμή, Τεκμήριο 3, ότι έγινε στον λογαριασμό πελατών της Παραπονούμενης. Όπως ο ΜΚ2 ισχυρίστηκε και δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς Κατηγορουμένου, η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 3, επιστράφηκε στην Παραπονούμενη από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. απλήρωτη, την 21/06/2011, σφραγισμένη με την ένδειξη «η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής». Η μαρτυρία αυτή του ΜΚ2, για τους λόγους που έχουν προαναφερθεί, γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο.
- Ο Κατηγορούμενος, παρά τα προαναφερόμενα [μη αμφισβητούμενα κατά την παρουσίαση τους] γεγονότα, κατά την δίκη, κατέθεσε τα εξής. Σε ότι αφορά τον λόγο που ανακάλεσε την πληρωμή της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 3, και την σχετική οδηγία του προς την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ., ο Κατηγορούμενος υποστήριξε γεγονότα εντελώς διαφορετικά από αυτά που κατέθεσε η ΜΚ1 -την μαρτυρία της οποίας, υπενθυμίζω, καθόλου δεν αμφισβήτησε-. Δηλαδή, ενώ, σύμφωνα με την μαρτυρία της ΜΚ1, η εντολή του Κατηγορουμένου προς την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. ήταν να μην πληρώσει την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 3, επειδή αυτή είχε απολεσθεί, αντεξεταζόμενος για αυτό το γεγονός, ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι, αναγκάστηκε να ανακαλέσει την πληρωμή της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 3, σε μία προσπάθεια «να προστατεύσει το εαυτό του» από μία άδικη κατάληξη που ήταν, ως υποστήριξε, αντίθετη των όσων είχαν συμφωνηθεί με την προαναφερόμενη Σύμβαση, Τεκμήριο
- Ο Κατηγορούμενος, σε μία προσπάθεια του να πείσει για την αλήθεια του εν λόγω ισχυρισμού του, αναφέρθηκε στα γεγονότα που οδήγησαν στην «απόφαση» του ΜΚ2 ημερομηνίας 14/06/2011, Τεκμήριο 8 (την κανονικότητα και ορθότητα της οποίας, ως υποστήριξε, αμφισβητεί), για να υποστηρίζει ότι, το «τελεσίγραφο» που του εδόθη με αυτήν, -πληρωμής προς τους αντισυμβαλλόμενους του, «Πωλητές», ποσού €80.970,86, εντός 48 ωρών-, τον «πίεσε» και «ανάγκασε» να ανακαλέσει την πληρωμή της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 3, -που ως είχε προειδοποιηθεί από τον ΜΚ2 (βλ. το Τεκμήριο 8, τις δύο καταληκτικές παραγράφους), θα κατατίθετο για να εξαργυρωθεί, σε περίπτωση που δεν ενεργούσε ως του υπεδείχθη- την 17ην/06/2011, για να «προστατεύει», ως προαναφέρθηκε, τον εαυτό του.
- Εντούτοις, αυτό, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να ευσταθεί πραγματικά, καθότι, όπως πολύ σωστά του υπεδείχθη από τον συνήγορο της Παραπονούμενης κατά την αντεξέταση του, -και ο Κατηγορούμενος δεν προσέφερε καμία λογική εξήγηση για την εν λόγω παράλογη τοποθέτηση του•, παρατηρήθηκε μάλιστα έκδηλα αμήχανος όταν ήρθε αντιμέτωπος με αυτήν, πρόδηλα αντιλαμβανόμενος ότι τα όσα ανέφερε δεν έστεκαν καλά στην λογική- σύμφωνα με την μαρτυρία της ΜΚ1, η εντολή του προς την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. για την ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής, δεν εδόθη την 17ην/06/2011, αλλά πολύ πιο πριν, την 28/04/
- Δηλαδή, δύο περίπου μήνες πριν από την ημερομηνία που ισχυρίστηκε, και όταν, βάσει των γεγονότων που και ο ίδιος παραδέχεται, ο ΜΚ2 δεν είχε ακόμη αποφανθεί για το οτιδήποτε.
- Στις 28/04/2011, όπως προκύπτει από την μαρτυρία των ΜΚ2, ΜΥ2 και Κατηγορουμένου, που συμφωνούν ως προς αυτό, ο ΜΥ2, είχε για λογαριασμό του Κατηγορουμένου, -την αρμοδιότητα του οποίου να «αποφασίσει», βάσει της προαναφερόμενης Σύμβασης, Τεκμήριο 2, ως το Τεκμήριο 8, κατά τα άλλα και παραδόξως, ο Κατηγορούμενος τώρα αμφισβητεί- υποβάλει προς τον ΜΚ2 τις απαιτήσεις του Κατηγορουμένου από τους «Πωλητές». Ως εκ τούτου, τα όσα, ως προαναφέρθηκε, ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε, περί του ότι αναγκάστηκε να δώσει στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. εντολή για να μην πληρώσει την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 3, την 17ην/06/2011, ως αποτέλεσμα της απόφασης του ΜΚ2, Τεκμήριο 8, ημερομηνίας 14/06/2011, δεν μπορεί παρά να μην ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, αφής στιγμής, η εντολή για ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 3, έγινε πολύ πιο πριν ακόμη αυτή (η «απόφασης» του) δοθεί από τον ΜΚ2 και όταν ακόμη ο Κατηγορούμενος υπέβαλλε στον ΜΚ2 τις απαιτήσεις του για να αποφανθεί σχετικά.
- Δεν θα επεκταθώ όμως περαιτέρω, καθότι, όπως προανέφερα κατά την νομική ανάλυση του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής του Άρθρου 305Α
(2)του Κεφ. 154: (α) η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» από πλευράς κατηγορουμένου, ο οποίος φέρει και το σχετικό βάρος απόδειξης της, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι, κατά/ή περί την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης, «γραπτώς παρέθεσε» στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εξέδωσε την επιταγή, τον λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της. Στην προκείμενη περίπτωση, ο Κατηγορούμενος, ένα τέτοιο γεγονός δεν το απέδειξε. Ότι δηλαδή παρέθεσε «γραπτώς» στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. τον λόγο που ανακάλεσε την πληρωμή της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο
- Σημειώνω εδώ παρενθετικά, ότι, η εντολή ανάκλησης της πληρωμής της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 3 και ο λόγος για αυτήν, έχει αποδειχθεί, τόσο από το γεγονός της σφράγισης της με την σχετική ένδειξη από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ., όσο και από την μαρτυρία της τραπεζιτικού, ΜΚ
- Το τι δεν αποδείχθηκε από πλευράς Κατηγορουμένου, που έφερε και το σχετικό βάρος απόδειξης του, είναι το γεγονός υποβολής της εν λόγω εντολής του προς την τράπεζα, γραπτώς. Και επειδή, (β) σε κάθε περίπτωση, η εύλογη αιτία, «συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά», με τον λόγο της ανάκλησης που εξεδήλωσε [γραπτώς] ο κατηγορούμενος (εκδότης) κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησης της πληρωμής της επιταγής, και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Συνεπώς, στην προκείμενη περίπτωση, ο Κατηγορούμενος, δεν μπορεί να επικαλείται την υπεράσπιση της επιφύλαξης του Άρθρου 305Α
(2)του Κεφ. 154 της εύλογης αιτίας, ισχυριζόμενος προς στοιχειοθέτηση της, λόγο που είναι διαφορετικός από αυτόν που εξεδήλωσε προς την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. [έστω και προφορικά] την 28/04/2011, -ήτοι, ότι η πληρωμή της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 3, είχε απολεσθεί-. Οι εισηγήσεις της υπεράσπισης για αθώωση του Κατηγορουμένου
- Ο Κατηγορούμενος, μέσω του συνηγόρου του, έχει τελικώς υποστηρίξει κάποιες θέσεις, που άπτονται τόσο της πραγματικής, όσο και της νομικής πτυχής της υπόθεσης, τις οποίες αποφασίζω στην συνέχεια και με την σειρά που έχουν προωθηθεί. Κατά πόσο η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 2, αποτελεί έγκυρη επιταγή κατά την έννοια που ο νόμος ορίζει
- Ο Κατηγορούμενος, εν πρώτοις, υποστήριξε ότι «η επίδικη επιταγή δεν πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζουν τα Άρθρα 2 και 3 του Περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, εν τη έννοια του νόμου.». Σύμφωνα με την μαρτυρία, εισηγήθηκε ο συνήγορος του Κατηγορουμένου, το Δικαστήριο, πρέπει να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι, «η εν λόγω επιταγή δεν δόθηκε, ως άμεση εντολή του εκδότη της προς την Τράπεζα για καταβολή του αναγραφόμενου ποσού σε τρίτους (ως ορίζει το Άρθρο 3 του Περί Συναλλαγματικών Νόμου) αλλά δόθηκε υπό αίρεση, μιας και δεν αποτελούσε το μέσο / όργανο (instrument of payment) για την καταβολή του αναγραφόμενου ποσού, αλλά αντιθέτως αν κρινόταν αναγκαίο να ζητηθεί από τον κατηγορούμενο να καταβάλει ένα ποσό μέχρι και τις €150.000.». Υποστηρίζοντας περαιτέρω, ότι, θέσης του Κατηγορουμένου, είναι ότι, «η επίδικη επιταγή δόθηκε υπό μορφή ασφάλειας» πληρωμής ποσού μέχρι €150.000, το οποίο, υπό τις περιστάσεις, δεν κλήθηκε ή υποχρεώθηκε να καταβάλει ολόκληρο.
- Ως έχω προαναφέρει κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ2, προς τον σκοπό εκπλήρωσης υποχρεώσεων που ο Κατηγορούμενος ανέλαβε βάσει της σύμβασης πώλησης και αγοράς μετοχών ημερομηνίας 25/10/2010, Τεκμήριο 2, στην βάση των όρων αυτής, την 01/11/2010 [που ήταν και η ημερομηνία «τελείωσης» της συμφωνίας («closing») βάσει της Σύμβασης, Τεκμήριο 2], εξέδωσε στο όνομα της Παραπονούμενης και της παρέδωσε την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 3, για το ποσό των €150.
- Το εν λόγω ποσό των €150.000, ανέφερε περαιτέρω ο ΜΚ2, θα κρατείτο από την Παραπονούμενη, βάσει της προαναφερόμενης Σύμβασης, Τεκμήριο 2 «κατά την περίοδο της προσαρμογής», υπό την ιδιότητα της ως «μεσεγγυούχος αγοραστής», η οποία θα είχε «μετά την εκπνοή της περιόδου προσαρμογής», και πάλι βάσει της προαναφερόμενης Σύμβασης, Τεκμήριο 2, ευχέρεια διάθεσης ή επιστροφής του, αναλόγως της περίπτωσης, προς τους αντισυμβαλλομένους. Η εν λόγω επιταγή, Τεκμήριο 3, που ο Κατηγορούμενος εξέδωσε και παρέδωσε στην Παραπονούμενη, σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ2, θα έπρεπε να κατατεθεί από πλευράς της Παραπονούμενης για να εξαργυρωθεί, ώστε το ποσό των €150.000 να είναι διαθέσιμο προς τους αντισυμβαλλομένους και να μπορεί να διατεθεί από την Παραπονούμενη βάσει των όρων της Σύμβασης, Τεκμήριο 2, ως έχει προαναφερθεί. Εντούτοις, ανέφερε περαιτέρω ο ΜΚ2, η Παραπονούμενη, δεν κατέθεσε την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 3, προς εξαργύρωση, κατόπιν παράκλησης του Κατηγορουμένου, «για να μην επηρεαστεί η ρευστότητα των επιχειρήσεων του κατά την περίοδο του καθορισμού του ποσού». Μάλιστα, προς εξυπηρέτηση του σκοπού Παραπονούμενης και Κατηγορουμένου, ως έχει προαναφερθεί, ο Κατηγορούμενος, μεταγενέστερα της έκδοσης της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 3 και παράδοσης της προς την Παραπονούμενη, είχε κληθεί από την Παραπονούμενη και είχε αλλάξει την ημερομηνία που είχε [αρχικά με την έκδοση της] ορίσει ως την ημερομηνία πληρωμής της.
- Συνεπώς, αυτό που προκύπτει από την μαρτυρία του ΜΚ2, είναι ότι, η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 3, εξεδόθη από τον Κατηγορούμενο και παρεδόθη στην Παραπονούμενη [που έλαβε αυτήν ως κάτοχος] «συμπληρωμένης κατά τύπο» (βλ. την ερμηνεία του όρου «έκδοση» στο Άρθρο 2 του Κεφ. 262). Δηλαδή, πλήρως συμπληρωμένη, ώστε, σύμφωνα με τις πρόνοιες των Άρθρων 3[
(1)και
(2)] και 73 του Κεφ. 262, αυτή, ως ήταν και η πρόθεσης του Κατηγορουμένου κατά την έκδοση της, σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία, να αποτελεί έγκυρη επιταγή κατά την έννοια του νόμου (βλ. στο σύγγραμμα Chalmers and Guest on Bills of Exchange and Cheques, 17η έκδοση, στην παράγραφο 1-026, όπου οι συγγραφείς πραγματεύονται το ζήτημα της «έκδοσης» επιταγής).
- Σε ότι αφορά την θέση του Κατηγορουμένου, ότι η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 3 δεν αποτελεί επιταγή κατά την έννοια του νόμου, επειδή αυτή, για τους λόγους που υποστήριξε ο συνήγορος υπεράσπισης του, δεν αποτελούσε άμεση εντολή του Κατηγορουμένου για πληρωμή της προς την Παραπονούμενη, αλλά υπό αίρεση, σημειώνεται ότι, μία συναλλαγματική ή επιταγή, πλήρως συμπληρωμένη (ήτοι, όχι ατελής («inchoate»)) και δη στο τύπο μίας συνηθισμένης επιταγής ως είναι η επίδικη, Τεκμήριο 3, αποτελεί και την εντολή για την πληρωμή του ποσού που αφορά, από την τράπεζα επί της οποίας εκδίδεται. Εξετάζοντας κάποιος την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 3, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να καταλήξει ότι η εντολή της για πληρωμή του ποσού των €150.000 προς την Παραπονούμενη από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ., δεν είναι προστακτική («Πληρώστε Pamborides LLC ή σε διαταγή €150.000 01/04/2011»). Όπως επεξηγείται στο σύγγραμμα του R. Pennington, Commercial Banking Law, έκδοσης 1978, στην σελίδα 112: «This basic need for certainty also underlies the requirement that a bill should be an order. It must not be left to the choice of the person upon whom the instrument is drawn whether he will pay, or not, as he feels inclined. ....» (η υπογράμμισης είναι δική μου). Βλ. επίσης στο σύγγραμμα Chalmers and Guest on Bills of Exchange and Cheques, 17η έκδοση, στην παράγραφο 2-008, όπου οι συγγραφείς πραγματεύονται το ζήτημα της «εντολής».
- Τώρα, αναφορικά με την θέση της υπεράσπισης του Κατηγορουμένου, ότι, η εντολή που ο Κατηγορούμενος έδωσε με την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 3, δεν ήταν απόλυτη (δηλαδή, «χωρίς όρους»), ως προνοείται στο Άρθρο 3
(1)του Κεφ. 262, αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, καθότι, τίποτα δεν έχει σημειωθεί επί αυτής που να καθιστά την εντολή προς την τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε για πληρωμή της, υπό αίρεση. Από την όψη της, η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 3, φαίνεται ότι ήταν πληρωτέα σε κάθε περίπτωση (βλ. στο σύγγραμμα Byles on Bills of Exchange and Cheques, 27η έκδοση, στις παραγράφους 2-01 και 2-02).
- Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Chalmers and Guest on Bills of Exchange and Cheques, 17η έκδοση, στην παράγραφο 2-09, για να είναι έγκυρη μία επιταγή, σημασία έχει, η εντολή του εκδότη της επιταγής (στην προκείμενη περίπτωση, του Κατηγορουμένου («drawer»)), προς το πρόσωπο που απευθύνεται και θα λάβει αυτήν για σκοπούς πληρωμής της, βάσει αυτής (στην προκείμενη περίπτωση, η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. («drawee»)), να είναι χωρίς όρους. Στην προκείμενη περίπτωση, είναι ξεκάθαρο από την όψη της επίδικης επιταγής, ότι, η εντολή του Κατηγορουμένου προς την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. για πληρωμή της, ήταν απόλυτη. Σε καμία περίπτωση, η εν λόγω εντολή του Κατηγορουμένου, συνδέθηκε, δια ρητής αναφοράς επί της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 3, με την «ρύθμιση» του ζητήματος της παρουσίασης της για πληρωμή από πλευράς Παραπονούμενης, μεταξύ Παραπονούμενης και Κατηγορούμενου, ως τούτη προαναφέρθηκε, ώστε να μπορούσε έστω να συζητηθεί το ενδεχόμενο εισαγωγής κάποιας επιφύλαξης ή όρου στην εντολή του Κατηγορούμενου προς την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. αναφορικά με την πληρωμή της. Στην προκείμενη περίπτωση, τα γεγονότα που οδήγησαν στην έκδοση της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 3 και ειδικότερα, η «συνεννόηση» Παραπονούμενης και Κατηγορούμενου, ότι αυτή δεν θα παρουσιαζόταν από την Παραπονούμενη αμέσως για πληρωμή -εξ ου και η μεταχρονολόγηση της-, παρά μόνο όταν η Παραπονούμενη αναγκαστικά θα έπρεπε να ενεργήσει βάσει των όρων της προαναφερόμενης Σύμβασης, Τεκμήριο 2, για διάθεση προς τους «αγοραστές» του ποσού των €150.000 ή μέρος αυτού, ανάλογα της περίπτωσης, δεν καθιστούν την εντολή του Κατηγορουμένου προς την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. για πληρωμή της, «υπό αίρεση», ως εισηγήθηκε ο Κατηγορούμενος.
- Όπως επεξηγείται στο σύγγραμμα του R. Pennington, Commercial Banking Law, έκδοσης 1978, στην σελίδα 111: «The first requirement is that a bill should be "unconditional". It has already been seen that "conditional", in this context, means that the person to whom the instrument is addressed is instructed to pay on the happening of some event which may, or may not, occur. If he is instructed to pay on the happening of an event which must occur, even though the time of its happening may be uncertain, the instrument is unconditional. So strict is the rule that an instrument which is conditional in its order cannot be a bill of exchange, that it specifically provided in s. 11
(2)that the defect is not cured by the happening of the event in question. ... The Act also provides that the mere fact the instrument contains a statement of the transaction which gives rise to it does not render it conditional. This would occur if the drawer instructed the drawee to pay £100 "for goods supplied" or "services rendered". The reason for this requirement that bills should be unconditional is, of course, to ensure that they can pass from holder to holder without any need for prolonged investigation into whether contingencies have been fulfilled or not.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 54. Το γεγονός, ως εισηγήθηκε η πλευρά του Κατηγορουμένου, ότι, η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 3, δόθηκε «υπό μορφή ασφάλειας», ακόμη και έτσι ακριβώς να είχαν τα πράγματα -που δεν είναι έτσι ακριβώς, επειδή, σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ2, η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 3, εδόθη στην Παραπονούμενη για τον συγκεκριμένο σκοπό, πρόνοια για τον οποίο γίνεται στην προαναφερόμενη Σύμβαση, Τεκμήριο 2 με τον όρο 3.2.(β), και ακολούθως ο Κατηγορούμενος της ζήτησε να μην την παρουσιάσει αμέσως για πληρωμή, για να μην επηρεαστεί η ρευστότητα «του» εξ ου και η μεταχρονολόγηση της- και πάλι η προαναφερόμενη κατάληξης μου δεν διαφοροποιείται. Επιταγές (πλήρως συμπληρωμένες ή ατελής («inchoate»), ανάλογα της περίπτωσης), είναι νομικά αποδεκτό και μπορούν να δοθούν ως εγγύηση πληρωμής ανταλλάγματος σε κάποια συναλλαγή βάσει συμφωνίας και πληρωτέες (βλ. Popovic v Κιττη, Ποινική Έφεση Αρ.173/2017, 17/01/2018), νοουμένου ότι: (α) ο σκοπός για τον οποίο παραδίδονται ως εγγύηση δεν παύει να υφίσταται (βλ. Philippa Estates Ltd v Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142), (β) η υποχρέωση εξόφλησης του ανταλλάγματος έχει προκύψει, χωρίς όμως τούτο να εξοφληθεί και (γ) υπάρχει η άνευ όρων εντολή πληρωμής της επιταγής από την τράπεζα επί της οποίας εκδίδεται, ή συμφωνία για την ενεργοποίηση της εντολής πληρωμής της επιταγής από τον ίδιο τον δικαιούχο να την πληρωθεί (όταν αυτή είναι ατελής («inchoate»), ώστε αυτόματα, να εκπληρωθεί η υποχρέωση πληρωμής από την επιταγή (βλ. Popovic v Κιττη, Ποινική Έφεση Αρ.173/2017, 17/01/2018, Χριστοδούλου ν Μιχαηλίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 2058) και Κυπριανού ν Χατζηγιάννη, ECLI:CY:AD:2015:A392, Πολιτική Έφεση Αρ. 207/2010, 04/06/2015). 55. Το γεγονός ότι, η υποχρέωση πληρωμής, τελικά προκύπτει για ποσό ολιγότερο αυτού για το οποίο δίδεται εντολή πληρωμής στην επιταγή, δεν επηρεάζει την εγκυρότητα της επιταγής, αφής στιγμής, ένα κυμαινόμενο υπόλοιπο ή κάποια χρηματική υποχρέωση, αποτελεί αντιπαροχή με αξία για συναλλαγματική (βλ. In re Bunyard
(1880)16 Ch. D. 330, Atwood and Another v Crowdie and Another
(1816)1 Starkie 483, Stewart v Wyllie
(1849)11 D. 1123 και Farquhar, Bart. a. ο. v Southey and Others 173 E.R. 1064).
- Ο λόγος του Λόρδου Δικαστή Russel, στην απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων (ως ήταν τότε), στην υπόθεση Nova (Jersey) Knit Ltd v Kamggarn Spinnerei GmbH [1977] 1 W.L.R. 713, βοηθά να γίνει κατανοητό, το γιατί, στην προκείμενη περίπτωση, η Παραπονούμενη, είχε το δικαίωμα να απαιτήσει την πληρωμή της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 3, για το σύνολο του ποσού €150.000, ανεξαρτήτως του γεγονός ότι η «απαίτηση» της ήταν για ποσό ολιγότερο, χωρίς να τίθεται ζήτημα «εγκυρότητας» της. Καθιστάμενη τούτη, φυσικά, υπόλογος προς τον Κατηγορούμενο, για την διαφορά, το οποίο ποσό και θα το κρατούσε για λογαριασμό του μέχρι την επιστροφή του σε αυτόν, ως θεματοφύλακας. Τοποθέτησης άλλωστε και παραδοχή και του ΜΚ
- Αναφέρει ο Λόρδος Δικαστής Russel, στην απόφαση του: «This is a deep rooted concept of English commercial law. A vendor and purchaser who agree upon payment by acceptance of bills of exchange do so not simply upon the basis that credit is given to the purchaser so that the vendor must in due course sue for the price under the contract of sale. The bill is itself a contract separate from the contract of sale. Its purpose is not merely to serve as a negotiable instrument, it is also to avoid postponement grounded upon some allegation of failure in some respect by the vendor under the underlying contract, unless it be total or quantified partial failure of consideration».
- Όπως δε σχολιάζεται στο σύγγραμμα Chalmers and Guest on Bills of Exchange and Cheques, 17η έκδοση, στην παράγραφο 4-10: «The cases clearly establish that the fact that the defendant may have a counterclaim for unliquidated damages arising out of the same or a closely related transaction is no defence to an action on the instrument, even though the defendant would have been entitled to set up the counterclaim by way of sett-off had the claimant's claim been on the underlying contract. ... The courts will not ordinarily grant a stay of execution of the judgement on the claim pending trial of such counterclaim (which of course the defendant remains at liberty to pursue in the action). ...». Η οντότητα του Παραπονούμενου και το δικαίωμα του σε δικονομική παράσταση
- Προς υπεράσπιση της αθωότητας του, η πλευρά του Κατηγορουμένου, εισηγήθηκε περαιτέρω, ότι, η Παραπονούμενη σε αυτή την υπόθεση, δεν είναι οντότητα (νομικής ή φυσικής προσωπικότητας), ώστε να μπορούσε να είχε εκδοθεί σε αυτήν από τον Κατηγορούμενο και να ελήφθη από αυτήν, επιταγή, συμφώνως των προνοιών των Άρθρων 2 και 3 του Κεφ. 113 που επιβάλλουν την έκδοση και παράδοση επιταγής προς και σε πρόσωπο. Σύμφωνα με την μαρτυρία, υποστηρίζει ο Κατηγορούμενος, η Παραπονούμενη, ήτοι, η Pamboridis LLC, είναι απλώς ένα κοινοτικό σήμα, χωρίς νομικά δικαιώματα.
- Η θέσης αυτή του Κατηγορουμένου, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Το ζήτημα αυτό, σε γενικές γραμμές, είχε εγερθεί από πλευράς υπεράσπισης του Κατηγορουμένου και κατά το στάδιο όπου είχε εξεταστεί το κατά πόσο δικαιολογείτο η κλήσης του σε απολογία, μετά από την ολοκλήρωση της παρουσίασης της υπόθεσης της Παραπονούμενης. Αφής στιγμής, η εκτίμηση της μαρτυρίας από το Δικαστήριο, δεν έχει οδηγήσει σε απόρριψη της μαρτυρίας που η Παραπονούμενη παρουσίασε για την υπόθεση της και η μαρτυρία του ΜΥ2 που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο δεν έχει να προσθέσει οτιδήποτε πραγματικά για το ζήτημα αυτό, τα όσα ανάφερα για αυτό στην απόφαση μου της 13ης/03/2018 αρκούν για να δικαιολογήσουν την απόρριψη της θέσης αυτής του Κατηγορουμένου. Τα επαναλαμβάνω. Κάποιες επιπρόσθετες παρατηρήσεις μου σε ότι αφορά το αβάσιμο της, ακολουθούν.
- Ως είχα αναφέρει στην απόφαση μου της 13ης/03/2018: «
- Ένα άλλο ζήτημα, που αφορά επίσης το στοιχείο αυτό της «επιταγής», -από την άποψη του που αφορά το πρόσωπο που είναι δικαιούχος της επιταγής•, που ηγέρθηκε επίσης ως ζήτημα στην υπόθεση αυτή από πλευράς υπεράσπισης-, εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Iacovou Brothers (Concrete) Ltd v Action Construction & Development Ltd κ. α., Πoινική Έφεση αρ.184/2014, 10/02/
- Αποτελεί ζήτημα, που, ως αποφασίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση A. K. Charalambous Ltd v E.D. Sweet Hart Fashion Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 2/2014, 10/02/2016, επιβάλλεται όπως εξετάζεται από το Δικαστήριο κατά το στάδιο όπου κρίνεται το κατά πόσο ο κατηγορούμενος θα κληθεί σε απολογία, καθότι, «Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα (όπως έχει τροποποιηθεί από το Ν. 164
(1)/2003), απαραίτητη προϋπόθεση για ύπαρξη "επιταγής" είναι και η ύπαρξη φυσικού ή νομικού προσώπου προς το οποίο η Τράπεζα καλείται να πληρώσει συγκεκριμένο ποσό. Η ανυπαρξία όμως τέτοιου προσώπου δεν καθιστά την γραπτή εντολή του εκδότη προς την Τράπεζα "επιταγή" εν τη εννοία του Νόμου και κατά συνέπεια το ζήτημα θα πρέπει να εξετάζεται στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, όπως έγινε και στην παρούσα υπόθεση» (βλ. επίσης Re Σταυδηκο Λτδ κ. α., Πολιτική ECLI:CY:AD:2017:D431, Αίτηση Αρ. 166/2017, 29/11/2017). Στην προαναφερόμενη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Iacovou Brothers (Concrete) Ltd v Action Construction & Development Ltd κ. α., Πoινική Έφεση αρ.184/2014, 10/02/2016, αναφέρθηκαν για το ζήτημα τα εξής: «Ορθά επίσης θα έπρεπε να γίνει συσχετισμός με σχετικά άρθρα που περιλαμβάνονται στον περί Συναλλαγματικών Νόμο, Κεφ.262 και ειδικότερα το άρθρο 6
(1)του Κεφ.262, σύμφωνα με το οποίο "ο αποδέκτης πρέπει να κατονομάζεται ή άλλως πώς να δηλώνεται σε συναλλαγματική με εύλογη βεβαιότητα". Σχετικό επίσης είναι το άρθρο 73 του ιδίου Κεφαλαίου το οποίο ορίζει ότι η επιταγή είναι συναλλαγματική που εκδίδεται επί τραπεζίτη πληρωτέα εν όψει. Σύμφωνα επίσης με το άρθρο 3
(1)του ιδίου Κεφαλαίου καθορίζεται το τι είναι συναλλαγματική. Τα πιο πάνω άρθρα δεν έρχονται σε αντίθεση με το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, ανωτέρω, οπότε και θα πρέπει να ληφθούν υπόψη στον καθορισμό της γενικότερης έννοιας της επιταγής. Συνεπώς θα έπρεπε να έχει σημασία για το πρωτόδικο Δικαστήριο στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως, το ζήτημα που εισάγεται από το άρθρο 6
(1)ανωτέρω ως προς την εύλογη βεβαιότητα που θα έπρεπε να καλύπτει το θέμα του δικαιούχου. Με δεδομένο πάντα ότι στο στάδιο στο οποίο βρισκόμαστε η μαρτυρία κρίνεται αντικειμενικά. Στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3rd ed. vol.3 p.153, para.242, υπό τον τίτλο, "Certainty as to drawee" αναφέρονται τα εξής: "The drawee must be named or otherwise indicated in a bill with reasonable certainty for it is clear that a holder must know to whom he has to present the bill, whether for acceptance or for payment". Και παρακάτω στη σελ.155, παράγραφο 246 υπό τον τίτλο, "Payee by name or description" αναφέρονται τα εξής: "Where the payee is named, but named incorrectly, or where his name is misspelt, it does not invalidate the instrument, the payee permitted to indorse the instrument as he was described, adding at his option his proper signature". (Βλ. Βank of England v. Vagliano
(1891)A.C. 107 - Viden & Rogers v. Hughes
(1905)1 K.B. 795 - North & South Wales Bank Ltd v. MacBeth
(1908)A.C. 137 - Town & County Advance Co. ltd v. Provincial Bank of Ireland
(1917)2 I.R. 421). Από την ανάλυση των πιο πάνω υποθέσεων αλλά και άλλων, όπως συναντώνται στο Σύγγραμμα Byles on Bills of Exchange and Cheques 29th ed. σελ.32 κ.ε. προκύπτει ότι η εύλογη ή όχι βεβαιότητα είναι θέμα πραγματικών περιστάσεων.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 41. Σχετική με το ζήτημα, είναι η πρόσφατα εκδοθείσα απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση K.P. Blue Dolphin Homes Ltd v Παρασκευαϊδη κ. α., Ποινική Εφεση Αρ. 67/2017, 27/02/2018 στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής: «Υπό το φως των πιο πάνω, η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν τέθηκε ενώπιόν του μαρτυρία περί λάθους στην αναγραφή του τίτλου της παραπονούμενης εταιρείας και περί ανυπαρξίας νομικού προσώπου εγγεγραμμένου με το όνομα της εταιρείας όπως αναγράφεται στο κατηγορητήριο, ήταν εσφαλμένη. Στην υπόθεση Χριστόδουλος Νεοφύτου ν. A.S.G. Solar Technologies Limited, Ποινική Έφεση 147/2015, ημερομηνίας 28.11.2017, το αναγραφόμενο επί του κατηγορητηρίου όνομα της παραπονούμενης εταιρείας διέφερε από το πραγματικό, όπως αποτυπωνόταν στο σχετικό πιστοποιητικό σύστασης του Εφόρου Εταιρειών, καθότι είχε προστεθεί μια τελεία. Προβλήθηκε η εισήγηση ότι το κατηγορητήριο, ως καταχωρηθέν από ανύπαρκτο διάδικο, δεν ήταν έγκυρο. Το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι δεν προέκυψε ζήτημα παραπλάνησης της πλευράς του κατηγορούμενου και απέρριψε τη σχετική εισήγηση. Κρίθηκε κατ΄ έφεση ότι η πρωτόδικη προσέγγιση ήταν ορθή. Τονίσθηκε σχετικά: "Συμφωνούμε απολύτως με την πρωτόδικη προσέγγιση. Κατ' αρχάς, η ύπαρξη ή όχι μιας εταιρείας και επί του προκειμένου δεν θεωρούμε ότι επειδή πρόκειται περί ιδιωτικής ποινικής δίωξης το θέμα είναι διαφορετικό, επιτυγχάνεται με μαρτυρία ότι αυτή λειτουργούσε. (Βλ. K.N.G. AUTOPARTS LTD v. IOANNOU
(1996)1 (B) A.A.Δ. 689 και ΕΔΑΞΥΛ ΞΥΛΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΛΤΔ κ.ά. ν. Αγαθοκλέους
(1996)2 Α.Α.Δ. 1337). Παράλληλα, στην υπόθεση ΝΑΝΟΚΑ LIMITED v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 471, κρίθηκε ότι το λανθασμένο όνομα της κατηγορούμενης στην υπόθεση εκείνη εταιρείας, όπου στο κατηγορητήριο υπήρχε το όνομα "Eταιρεία Νανόκα Λτδ», ουδόλως επηρέασε τη διαδικασία από τη στιγμή που διαπιστώθηκε ότι τα δικαιώματα της κατηγορούμενης εταιρείας δεν επηρεάστηκαν δυσμενώς και είχε τη δυνατότητα προώθησης της υπόθεσης της ενώπιον του δικαστηρίου. Ανάλογο θέμα απασχόλησε προσφάτως το Εφετείο στην υπόθεση IACOVOU BROTHERS (CONCRETE) LTD v. ACTION CONSTRUCTION & DEVELOPMENT LTD κ.ά., ECLI:CY:AD:2016:D77, Ποιν. Εφ. 184/2014, ημερ. 10 Φεβρουαρίου
- Στην εν λόγω υπόθεση στις επιταγές οι οποίες είχαν κατατεθεί, αναφερόταν το όνομα των εφεσειόντων ως «Iacovou Brothers Ltd» και «Iacovou Brothers Ltd (CONCRETE)». Το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχε επιταγή καθότι δεν υπήρχαν εγγεγραμμένες νομικές οντότητες με τις πιο πάνω επωνυμίες. Το Εφετείο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση στη βάση της υπάρχουσας μαρτυρίας, η οποία συνέδεε την παραπονούμενη εταιρεία με τη συναλλαγή στη βάση της οποίας είχαν εκδοθεί οι εν λόγω επιταγές, τονίζοντας ότι η ύπαρξη ή όχι της εταιρείας των παραπονουμένων ήταν θέμα πραγματικών περιστατικών και ως εκ τούτου, διέταξε την επανεκδίκαση της εν λόγω υπόθεσης." Στη βάση λοιπόν όλων των πιο πάνω, είναι η κατάληξή μας ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο απέτυχε να αντικρύσει υπό τη σωστή διάστασή τους τα ενώπιόν του δεδομένα και να καταλήξει ότι επρόκειτο για απλή λανθασμένη περιγραφή νομικής οντότητας με βάση το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας, η οποία συνέδεε τη συγκεκριμένη παραπονούμενη εταιρεία με τις συναλλαγές επί των οποίων εδραζόντουσαν οι κατηγορίες. Λανθασμένη περιγραφή που δεν επιδρούσε, εν πάση περιπτώσει, στην ορθή αντίληψη του πραγματικού παραπονούμενου, ούτε και επηρέαζε δυσμενώς τους Εφεσίβλητους.».
- Στην προκείμενη περίπτωση, οι περιστάσεις αυτής της υπόθεσης, ως έχουν παρουσιαστεί από τους μάρτυρες που κατέθεσαν τα γεγονότα για την Παραπονούμενη, . καταδεικνύουν και το εύλογο της βεβαιότητας που σε κάθε περίπτωση πρέπει να καλύπτει το θέμα του δικαιούχου (βλ. στο σύγγραμμα Byles on Bills of Exchange and Cheques, 27η έκδοση, παραγράφους από 03-01 έως και 03-07). Ότι δηλαδή, δικαιούχος της επίδικης επιταγής, είναι η Παραπονούμενη, George Pamboridis LLC, η οποία, σύμφωνα με την μαρτυρία της ΜΚ3, έχει εγγράψει (την 23/07/2009), -σε ότι αφορά τις νομικές υπηρεσίες που παρέχει-, ως εμπορική της επωνυμία/φίρμα στο σχετικό μητρώο εμπορικών επωνυμιών του ΓΕΕΑ, την επωνυμία Pamboridis LLC (βλ. Τεκμήριο 10), την οποία και χρησιμοποιεί κατά την άσκηση των εργασιών της. Για αυτό το γεγονός, κατά την εξέταση των μαρτύρων που παρουσίασαν την υπόθεση της Παραπονούμενης, και ειδικότερα κατά την αντεξέταση της ΜΚ3, δεν υπήρξε αμφισβήτησης (βλ. Σαββας Χατζηγιώρκης & Υιοί Λτδ ν Αρτοβιομηχανία Μ. Πατής Λτδ, Ποινική Έφεση Αρ. 178/2014, 24/10/2016 και VBH (Cyprus) Ltd v Windoors UPVC Systems Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 204/2014, 28/11/2017). Η εν λόγω επωνυμία, Pamboridis LLC, είναι αυτή, που, ως προκύπτει από την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 3, -που ως προαναφέρθηκε, δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά από πλευράς Κατηγορουμένου, ότι εκδόθηκε από τον Κατηγορούμενο κατά τον τύπο που αυτή παρουσιάζει ότι εκδόθηκε-, χρησιμοποιήθηκε για να προσδιοριστεί ο δικαιούχος σε πληρωμή της επίδικης επιταγής. Δηλαδή, η George Pamboridis LLC. Επωνυμία (η Pamboridis LLC), που, ως προκύπτει από την σύμβαση, Τεκμήριο 2, εκτέθηκε και στην ίδια την εν λόγω σύμβαση, Τεκμήριο 2, την οποία, ως προκύπτει από την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας από πλευράς υπεράσπισης, ο Κατηγορούμενος αποδέχεται ότι, τόσο ο ίδιος, όσο και η George Pamboridis LLC, υπήρξαν μέρη σε αυτήν, με την ιδιότητα που εκεί ορίζεται (και ισχυρίστηκε και ο ΜΚ2). Ως εκ τούτου, υπό τις περιστάσεις, η περιγραφή της παραπονούμενης George Pamboridis LLC, με την επωνυμία Pamboridis LLC, στο κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης, δεν μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη το κατηγορητήριο, στην βάση του ότι το Παραπονούμενο πρόσωπο σε αυτή την υπόθεση δεν είναι υπαρκτό. Η μαρτυρία καταδεικνύει ότι, πρόκειται για υπαρκτή νομική οντότητα που κατά τον ουσιώδη χρόνο διεξήγε και εξακολουθεί να διεξάγει εργασίες, και πρόσωπο που συνδέεται με την σύμβαση, Τεκμήριο 3, στη βάση της οποίας, ή σε σχέση με την οποία εξεδόθη η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 3, η μη τίμησης της οποίας επέφερε βλάβη στα δικαιώματα της (βλ. Κλεάνθης Δημοσθένους ν Τύχωνα Τύχωνος,
(2013)2 Α.Α.Δ. 22), χωρίς να τίθεται ζήτημα άγνοιας του Κατηγορουμένου περί αυτού ή/και συνακόλουθα δυσμενούς επηρεασμού του στην εδώ υπεράσπιση του.».
- Υιοθετώ τα προαναφερόμενα και συμπληρώνω τα εξής.
- Δεν μπορώ να αντιληφθώ πως, δεδομένης της προαναφερόμενης νομολογίας, ο Κατηγορούμενος επιμένει ότι το γεγονός ότι, τόσο στην επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 3, όσο και στο κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης, γίνεται αναφορά σε Pamborides LLC, αντί σε George Pamboridis LLC, μπορεί να οδηγήσει σε αθώωση του, αφής στιγμής: (α) δεν εγείρεται ζήτημα -και ο ίδιος με την μαρτυρία του συμφώνησε, ή σε κάθε περίπτωση δεν το αμφισβήτησε-, ότι η εντολή του επί της επίδικης επιταγής προς την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. αφορούσε πληρωμή της George Pamboridis LLC («ο δικαιούχος κομιστής» («payee»)), (β) καθώς επίσης επειδή ο Κατηγορούμενος γνωρίζει ότι παραπονούμενο πρόσωπο, σε αυτή την υπόθεση, λόγω της μη πληρωμής της, πραγματικά, είναι η George Pamboridis LLC•, και χωρίς μάλιστα να αναφέρει καν ο Κατηγορούμενος πως έχει επηρεαστεί η υπεράσπισης του.
- Οι διατάξεις του Άρθρου 7
(1)του Κεφ. 262, είναι ξεκάθαρες: «7.-
(1)Όταν συναλλαγματική δεν είναι πληρωτέα στον κομιστή, ο δικαιούχος πρέπει να κατονομάζεται ή άλλως πως να δηλώνεται σε αυτήν με εύλογη βεβαιότητα.» και εδώ βεβαιότητα ως προς τον «δικαιούχο κομιστή» («payee»)), υπάρχει. Ενώ, φαίνεται να διέφυγε της αντίληψης της πλευράς του Κατηγορουμένου, η πρόνοια του Άρθρου 7
(3)του Κεφ. 262, σύμφωνα με την οποία: «7.
(3)Όταν ο δικαιούχος είναι εικονικό ή ανύπαρκτο πρόσωπο η συναλλαγματική δύναται να θεωρηθεί ως πληρωτέα στον κομιστή.» και κομιστής («bearer»), στην προκείμενη περίπτωση, -πέραν του οτιδήποτε άλλου θα μπορούσε να λεχθεί σε ότι αφορά την εφαρμογή αυτής της διάταξης στα περιστατικά αυτής της υπόθεσης-, είναι η Παραπονούμενη, ως κάτοχος της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 3. Χωρίς, ως προανέφερα, να εξετάζω εδώ, γιατί το θεωρώ αχρείαστο, την νομική έννοια των όρων «εικονικό ή ανύπαρκτο πρόσωπο» του προαναφερόμενου Άρθρου 7
(3)του Κεφ. 262 και εάν μπορεί να έχει εφαρμογή στα περιστατικά της υπόθεσης, σημασία έχει ότι, όπου το πρόσωπο που καθορίζεται στην επιταγή ως το πρόσωπο στο οποίο ή κατ' εντολή του οποίου τα χρήματα θα πληρωθούν («payee») είναι φανταστικό / πλασματικό («fictitious») ή ανύπαρκτο («non-existing»), η επιταγή είναι παρά ταύτα έγκυρη και εκλαμβάνεται ότι είναι πληρωτέα στον κομιστή («payable to bearer») (βλ. Chalmers and Guest on Bills of Exchange and Cheques, 17η έκδοση, στις παραγράφους 2-017 και από 2-048 έως και 2-058 και Τουμάζος Τουμάζου ν Γιώργου Σαββίδη
(2010)2 Α.Α.Δ. 626, Ποινική Έφεση Αρ. 181/2007, 21/12/2010). Συνεπώς, δεν μπορεί να εγείρεται ζήτημα εγκυρότητας της.
- Το γεγονός ότι η Pamboridis LLC είναι η εμπορική επωνυμία/φίρμα της George Pamboridis LLC, σύμφωνα με την προαναφερόμενη νομολογία, μπορεί μόνο να προσδώσει επιπρόσθετα την βεβαιότητα που χρειάζεται προς διαπίστωση του ότι η επίδικη επιταγή εξεδόθη σε υπαρκτό πρόσωπο, την George Pamboridis LLC, της οποίας τα δικαιώματα επηρεάστηκαν από την παράνομη πράξη του Κατηγορουμένου και η οποία, είχε, ως εκ τούτου, δικαίωμα να επιδιώξει την δίωξη του. Το αναγραφόμενο επί του κατηγορητηρίου όνομα της Παραπονούμενης, που όντως διαφέρει από το πραγματικό της όπως αποτυπώνεται στο μητρώο της, καθότι είχε παραλειφθεί μια λέξη (ένα όνομα, το George), σίγουρα δεν ακυρώνει την δίωξη του Κατηγορουμένου. Κατά πόσο η Παραπονούμενη είναι νομιμοποιημένος κομιστής της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 3
- Ο συνήγορος του Κατηγορουμένου, υποστήριξε ότι, σε κάθε περίπτωση, η Παραπονούμενη δεν μπορεί να είναι νομιμοποιημένος κομιστής της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 3, επειδή, σύμφωνα με την μαρτυρία, η Παραπονούμενη κατείχε αυτήν ως αντιπρόσωπος του Κατηγορουμένου και όχι ως κομιστής της. Βασίζοντας, την εισήγηση του αυτή και επί του γεγονότος ότι, ο Κατηγορούμενος, κανένα ποσό δεν οφείλει στην Παραπονούμενη.
- Η εισήγησης αυτή του συνηγόρου του Κατηγορουμένου, δεν μπορεί να υιοθετηθεί, ως μη συνάδουσα με τα πραγματικά ευρήματα του Δικαστηρίου. Με την προαναφερόμενη μου απόφαση της 13ης/03/2018, είχα αναφερθεί στο νομικό τεχνητό όρο της αντιπαροχής σχετικά με επιταγές, και πως τούτο εφαρμόζεται στα περιστατικά αυτής της υπόθεσης, με σκεπτικό που, δεδομένης της εκτίμησης της μαρτυρίας και της αποδεκτής μαρτυρίας που δεν μεταβάλλει τα πράγματα επί του οποίου αναπτύχθηκε, θεωρώ καλύπτει την απόφαση μου εδώ να απορρίψω την προαναφερόμενη εισήγηση από πλευράς του Κατηγορουμένου.
- Παραθέτω αυτούσιο το κυριότερο του μέρος: «
- Το ερώτημα κατά πόσο η έλλειψη αντιπαροχής, ή αποτυχία αυτής, μερική ή πλήρης, παρέχει υπεράσπιση σε κάποιον που ενάγεται με βάση συναλλαγματική, εξαρτάται από το καθεστώς της κατοχής της. Δηλαδή, από το κατά πόσο αυτός, είναι, κατά την έννοια του νόμου, «απλός κάτοχος», «κάτοχος για αξία», ή «κάτοχος κατά προσήκοντα τρόπο». Καθώς επίσης, και από την σχέση του μέρους που αξιώνει πληρωμή με το μέρος από το οποίο η πληρωμή αξιώνεται. Κατά πόσον, δηλαδή, τα μέρη αυτά, ως προαναφέρθηκε, σχετίζονται ή όχι, μεταξύ τους, άμεσα («immediate parties» και «remote parties»). Άμεσα («immediate parties»), θεωρούνται τα μέρη που σχετίζονται απευθείας μεταξύ τους. Ενώ, όλοι οι υπόλοιποι, θεωρούνται ως απομεμακρυσμένοι μεταξύ τους. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Chalmers and Guest on Bills of Exchange and Cheques, 17η έκδοση, στην παράγραφο 4-005, «Πρόσωπα είναι "άμεσα μέρη", σχετικά μεταξύ τους, εάν οι έννομες σχέσεις τους ως συμβαλλόμενα μέρη σε ένα επίσημο νομικό έγγραφο, προκύπτουν από απευθείας συναλλαγές του ενός με τον άλλον.». Στις περιπτώσεις όπου, οι έννομες σχέσεις των διαδίκων ως συμβαλλόμενα μέρη σε ένα επίσημο νομικό έγγραφο, προκύπτουν, όχι από απευθείας συναλλαγές του ενός με τον άλλον, αλλά από τις αντίστοιχες συναλλαγές τους με κάποιο άλλο μέρος ή μέρη στο συγκεκριμένο έγγραφο, τότε, τα μέρη μεταξύ τους είναι «απομεμακρυσμένα μέρη» («remote parties»). Συνεπώς, η πραγματική σχέσης των μερών μεταξύ τους, καθορίζει και το κατά πόσον υπέχουν μεταξύ τους την προαναφερόμενη σχέση και προς διαπίστωση τούτου, εξωγενής [του εγγράφου] μαρτυρία, είναι αποδεκτή προς διαπίστωση του γεγονότος αυτού. Κανονικά, στην κατηγορία των «άμεσων μερών» («immediate parties»), κατατάσσονται, μεταξύ άλλων, ο εκδότης («drawer») με τον δικαιούχο («payee») επιταγής [[xi]]. Η περιπτωσιολογία, έχει καταδείξει τις ακόλουθες κατηγορίες υποθέσεων, σε ότι αφορά τις οποίες, εφαρμόζονται διαφορετικοί κανόνες (σε ότι αφορά τους οποίους έχουν αναγνωριστεί και εξαιρέσεις): (α) Έλλειψη (ή απουσία) αντιπαροχής, ολικής ή μερικής, αποτελεί υπεράσπιση έναντι ενός άμεσα συμβαλλόμενου μέρους («immediate party»). Κατ' αναλογίαν, έλλειψη αντιπαροχής, ολικής ή μερικής, αποτελεί καλή υπεράσπιση έναντι ενός απομεμακρυσμένου μέρους («remote party») που δεν είναι κάτοχος για αξία (το βάρος απόδειξης, σε σχέση με αυτό το τελευταίο αναφερόμενο γεγονός, το φέρει το πρόσωπο που υπερασπίζεται σχετική απαίτηση). Αφ' ετέρου, έλλειψη αντιπαροχής, δεν αποτελεί υπεράσπιση έναντι ενός απομεμακρυσμένου μέρους («remote party») που είναι κάτοχος για αξία και δη έναντι κατόχου κατά προσήκοντα τρόπο. (β) Αποτυχία αντιπαροχής, προκύπτει, όταν το μέρος στο οποίο επιδιώκεται ο καταλογισμός ευθύνης, δεν έλαβε κανένα μέρος από το όφελος για το οποίο διαπραγματεύτηκε στην συναλλαγή, που ήταν και αυτό που τον είχε οδηγήσει να καταστεί μέρος, ως συμβαλλόμενος, στο συγκεκριμένο νομικό έγγραφο (π. χ., όταν εμπορεύματα του πωλήθηκαν έναντι συμφωνημένου χρηματικού ανταλλάγματος, αλλά ποτέ δεν του παραδόθηκαν). Πλήρης αποτυχία αντιπαροχής, αποτελεί υπεράσπιση έναντι ενός άμεσα συμβαλλόμενου μέρους («immediate party») και έναντι ενός απομεμακρυσμένου μέρους («remote party») που δεν είναι κάτοχος για αξία. Δεν αποτελεί όμως υπεράσπιση έναντι ενός απομεμακρυσμένου μέρους («remote party») που είναι κάτοχος κατά προσήκοντα τρόπο ή ενός τέτοιου μέρους που είναι απλός κάτοχος της συναλλαγματικής χωρίς γνώση της αποτυχίας του ανταλλάγματος. Σε περίπτωση γνώσης της αποτυχίας του ανταλλάγματος, αυτό το γεγονός αποτελεί υπεράσπιση έναντι ενός απομεμακρυσμένου μέρους («remote party») που είναι απλός κάτοχος της συναλλαγματικής. (γ) Μερική αποτυχία αντιπαροχής, αποτελεί υπεράσπιση έναντι ενός άμεσα συμβαλλόμενου μέρους («immediate party») και έναντι ενός απομεμακρυσμένου μέρους («remote party») που δεν είναι κάτοχος για αξία, «pro tanto», δηλαδή, στο βαθμό που αυτή (δηλαδή, η αντιπαροχή) απέτυχε, νοουμένου ότι η μερική αποτυχία της, αφορά ένα διαπιστωμένο και αποδεδειγμένο ποσό. Μερική αποτυχία αντιπαροχής, ακόμη και όταν η απώλεια είναι ξεκαθαρισμένη, δεν αποτελεί υπεράσπιση έναντι ενός απομεμακρυσμένου μέρους που είναι κάτοχος για αξία ή που είναι κάτοχος κατά προσήκοντα τρόπο.
- Όπως προαναφέρθηκε, το τι συνιστά αντιπαροχή, επαρκή για να υποστηρίξει μία συμφωνία, καθορίζεται με αναφορά στον περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ. 149 και τις σχετικές με το ζήτημα αρχές του κοινοδικαίου. Όπως και στις συμβάσεις, η αντιπαροχή για μία επιταγή, πρέπει να δίδεται από το πρόσωπο που λαμβάνει την υπόσχεση να πληρωθεί δια αυτής («must move from the promisee» [[xii]]), η οποία όμως [στην περίπτωση συναλλαγματικών], δεν χρειάζεται, κατ' ανάγκην, να δίδεται προς το πρόσωπο που αναλαμβάνει δια αυτής την υποχρέωση πληρωμής («need not necessarily move to the promisor» [[xiii]]).
- Σύμφωνα με την νομολογία, αποτελούν αντιπαροχή με αξία («valuable consideration») [[xiv]] για συναλλαγματική, μεταξύ άλλων: (α) ένα κυμαινόμενο υπόλοιπο και (β) η αποδοχή επιταγής αντί της πληρωμής αμέσως με μετρητά (βλ. στο σύγγραμμα Chalmers and Guest on Bills of Exchange and Cheques, 17η έκδοση, στην παράγραφο 4-011).
- Σχετικές, είναι οι ακόλουθες αποφάσεις αγγλικών Δικαστηρίων.
- Σε ότι αφορά το ότι, ένα κυμαινόμενο υπόλοιπο, αποτελεί αντιπαροχή με αξία για συναλλαγματική, παραπομπή γίνεται στις αποφάσεις στις υποθέσεις In re Bunyard
(1880)16 Ch. D. 330, Atwood and Another v Crowdie and Another
(1816)1 Starkie 483, Stewart v Wyllie
(1849)11 D. 1123 και Farquhar, Bart. a. ο. v Southey and Others 173 E.R. 1064, από κάποιες από τις οποίες παραθέτω τις σχετικές περικοπές. 32. Απευθείας πάνω στο σημείο αυτό, είναι η απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση In re Bunyard
(1880)16 Ch. D. 330, και τα λεγόμενα του Λόρδου Δικαστή Cotton: «Each of these appeals raised the same question, namely, whether the holder of a bill of exchange taken from the drawer as security for a sum less than the amount of the bill is entitled, as against the estate of the bankrupt, who had accepted it for the accommodation of the drawer, to prove only for the amount due to him (the holder) or for the amount of the bill, with a restriction that he shall not receive dividends on his proof to an amount exceeding the sum due to him on his security. It was conceded that, if the bill had been accepted for value, the holder would have been entitled to prove for the larger amount. But it was urged on behalf of the Respondent that the fact of the acceptance being for the accommodation of the drawer makes a difference. It was said, and truly, that a man who has taken a bill from the drawer as security only will hold for the drawer any sum recovered from the acceptor beyond the amount due on his security, and that when the bill has been accepted for the accommodation of the drawer, he, the drawer, would be liable to repay to the acceptor any part of the sum recovered from him, which may be handed to the drawer by the holder of the bill. But the acceptor has put it in the power of the drawer to make the bill in the hands of a holder for value available against the acceptor for its full amount, and, although the holder may have taken it as security for a sum less than the amount of the bill, we are of opinion that such a holder is entitled to make the bill available against the acceptor in the way which will best produce the sum due to him, and that, in the event of bankruptcy, he is entitled to prove against the acceptor's estate for the full amount of the bill. It was argued that, if the acceptor had not become bankrupt, judgment in an action against him on the bill would be confined to the amount due on the security thereof from the drawer. But, if the acceptor is solvent, a judgment against him will realize the full amount for which it is obtained, and, even if he is not solvent, the amount to be recovered on the judgment will (to an amount not exceeding the sum for which the judgment is recovered) be limited only by the value of his estate which can be realized under the judgment. In case this is insufficient to pay the debt to the holder of the bill, the amount which he will recover will not be increased by giving him judgment for a larger sum. It was however, contended that there is authority in favour of the Respondent, and Ex parte Bloxham 30 was referred to. The decision of Lord Rosslyn there reported is in favour of the more limited proof. But the order was afterwards 31 discharged, and an order made giving the bill-holder a right to prove for the full amount of the bill. This case, even if it is not (as we think it is) an authority in favour of the Appellants cannot be regarded as an authority against them. We are of opinion, therefore, that the Appellants are entitled to prove for the full amount of the bills, with a restriction that they are not to receive dividends beyond the amounts due to them.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 33. Επίσης κατ' ευθείαν στο σημείο αυτό, είναι και τα αναφερόμενα του Λόρδου Δικαστή Ellenborough στην απόφαση του στην υπόθεση Atwood and Another v Crowdie and Another
(1816)1 Starkie 483: «It appears, from the letter in which the bills were sent by Mattingley and Co. to the plaintiffs, that they were sent on account, which means, the then floating account. It is clear, that there was a period, when the plaintiffs' lien ceased to attach, and when the bills might have been redeemed, but they were not reclaimed, and by allowing them to remain in the hands of the plaintiffs, the lien revested, when, upon fresh advances made, the balance turned in favour of the plaintiffs.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 34. Και τέλος, παραπομπή γίνεται στα αναφερόμενα του Λόρδου Δικαστή Jeffrey στην απόφαση του στην υπόθεση Stewart v Wyllie
(1849)11 D. 1123: «It is argued that no value was given by the chargers for this bill; but I cannot agree to that proposition, for I hold that bills, deposited as security for existing debts, are given for value, as much as if they were granted in return for cash paid down at the time.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 35. Σε ότι αφορά το ότι, η αποδοχή επιταγής αντί της πληρωμής αμέσως με μετρητά, αποτελεί αντιπαροχή με αξία για συναλλαγματική, παραπομπή γίνεται στην απόφαση του αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση Pollway Ltd v. Abdullah [1974] 1 W.L.R. 493, όπου, δια του Λόρδου Δικαστή Roskill, επί του προκείμενου, αναφέρθηκαν τα εξής: «It is, I think, necessary carefully to analyse the several contracts involved between the three parties concerned, the vendors, the auctioneers and the defendant. There are at least three. First, there is the contract between the vendors and the auctioneers under which the vendors employ the auctioneers to sell the property on the vendors' behalf. Secondly, there is the contract between the vendors, acting by the auctioneers, on the one hand, and the defendant, as purchaser, on the other, for the sale and purchase of the property. This is, in the first instance, an oral contract created when the property is knocked down to the defendant upon acceptance by the auctioneers of his bid. But, by reason of section 40 of the Law of Property Act 1925, that oral contract is not enforceable unless and until the memorandum to which I have already referred is signed. When this is done (as it was done), then that contract between the vendor and the defendant becomes enforceable. Thirdly, there is, as I think, the contract created between the defendant as the drawer of the cheque sued upon and the auctioneers as the named payees of that cheque whereunder the defendant agreed that that cheque would be duly met upon presentation by the auctioneers or any person properly deriving title to the cheque from the auctioneers. It is true that the auctioneers, by reason of condition 3, received that deposit as agents for the vendors and are accountable to them for its proceeds. That accounting is a matter between the vendors and the auctioneers. The defendant is not concerned with the accounting. The auctioneers have warranted to him that they are authorised to accept the deposit as agents for the vendors and to give a good discharge to the defendant for his obligation to pay it. But that in no way divests the auctioneers of their rights as named payees, and, therefore, as holders of the cheque, as against the defendant. ... The case appears to have been argued before the judge upon the footing that the consideration for the cheque was the vendors' obligation to complete the sale. I will assume for the moment that this is correct. Upon this assumption, the contract of sale (the second of the three contracts already mentioned) still subsisted when the cheque was stopped. The vendors then still remained obliged to complete. True, the vendors became entitled to rescind immediately the cheque was stopped. But they did not immediately exercise that right. So long as they refrained from so doing their obligation to perform the sale contract remained. The stopping of the cheque immediately gave rise to a cause of action under the contract between the defendant and the auctioneers, the third of the three contracts already mentioned, a contract totally distinct from the second. At that time the consideration for the second contract had not failed, and it follows that if the consideration for the second contract were also the consideration for the third contract, equally, that consideration also had not then failed. Even if subsequently, upon the vendors rescinding the second contract, the consideration for the second and third contracts then failed, the defendant was already liable to the auctioneers under the third contract by reason of his having stopped the cheque. None of the authorities to which we were referred support the conclusion reached by the judge, and I am unable to follow upon what principle of law the vendors' subsequent rescission of the second contract can operate to divest the auctioneers of their already accrued cause of action under the third contract upon the cheque, on which they alone could sue and of which they alone were at all material times the holders and the vendors were not. Even if, therefore, that consideration did ultimately totally fail, and even if, which I very much doubt, the defendant can rely upon such a total failure when brought about by his own wrongful act in stopping the cheque, I am quite unable to see how it affords a defence to the present case. ... I must, however, confess to considerable doubt whether this was the consideration for the cheque. Even if one treats the signature of the memorandum (by which the vendors for the first time became bound to sell) and the giving to and the receipt by the auctioneers of the cheque as substantially concurrent, the resultant obligation of the vendors was consideration which did not move from the promisee—the payee of the cheque—that is to say, the auctioneers, and would not, therefore, support a simple contract between the auctioneers and the defendant: see section 27
(1)of the Bills of Exchange Act 1882. On the other hand, at the moment when the cheque was given and received by the auctioneers they warranted to the defendant their authority to sign the memorandum on the vendors' behalf and to receive the cheque payable to themselves as named payees in diminution of the defendant's obligation to pay the full amount of the purchase price to the vendors. If this were the true consideration for the cheque, as I think it was, that consideration never failed and the suggested defence would fail in limine.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 36. Στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ2, η Παραπονούμενη, για σκοπούς που αφορούσαν την σύμβαση, Τεκμήριο 2, στην οποία ο Κατηγορούμενος προσήρθε με την AT Smart Services Ltd για την αγορά των μετοχών της στην εταιρεία AT Smart Entertainment Ltd, διορίστηκε ως «μεσεγγυούχος αγοραστής» -την οποία (ως προκύπτει από την εν λόγω σύμβαση, Τεκμήριο 2) και υπέγραψε υπό αυτή την ιδιότητα-. Στην σύμβαση, Τεκμήριο 2, ο Κατηγορούμενος ορίζεται ως «ο Αγοραστής» και η AT Smart Services Ltd ως «ο Πωλητής». Ως «εγγυητές», σημειώνεται, ορίζονται άλλα τρίτα πρόσωπα. 37. Σύμφωνα με την σύμβαση, Τεκμήριο 2, αποτελούσαν όρο της, μεταξύ άλλων, τα εξής -παραθέτω αυτούσιους του όρους που βρίσκω σχετικούς με το υπό εξέταση ζήτημα, με έμφαση στα σημεία τους που είναι τα κύρια για σκοπούς της ανάλυσης που ακολουθεί-: «2. ΠΩΛΗΣΗ ΜΕΤΟΧΩΝ Υπό τους όρους και προϋποθέσεις της παρούσας, ο Πωλητής πωλεί στον Αγοραστή και ο Αγοραστής αγοράζει από τον Πωλητή τις Μετοχές ελεύθερες από κάθε Επιβάρυνση και μαζί µε όλα τα δικαιώματα που φέρουν µετ' αυτών για το αντάλλαγμα που καθορίζεται στην παράγραφο 3 κατωτέρω. 3. ΑΝΤΑΛΛΑΓΜΑ 3.1. Το αντάλλαγμα για την αγορά των Μετοχών από τον Αγοραστή είναι το ακόλουθο: (α) ποσό €500.000 (πεντακοσίων χιλιάδων ευρώ) το οποίο θα καταβληθεί από τον Αγοραστή στον Πωλητή ως προνοείται στην παράγραφο 3.2 κατωτέρω, και (β) 2500 μετοχές που κατέχει ο Αγοραστής στο μετοχικό κεφάλαιο του Πωλητή τις οποίες ο Αγοραστής θα μεταβιβάσει κατά την Τελείωση στους εγγυητές κατ' αναλογία των μετοχών που αυτοί κατέχουν κατά την υπογραφή της παρούσας στο μετοχικό κεφάλαιο του Πωλητή, ήτοι: . 3.2. Το ποσό των €500.000 (πεντακοσίων χιλιάδων ευρώ) το οποίο αναφέρεται στην παράγραφο 3.1 (α) πιο πάνω θα καταβληθεί από τον Αγοραστή στον Πωλητή ως ακολούθως: (α) ποσό €350.000 (τριακοσίων πενήντα χιλιάδων ευρώ). Το ποσό αυτό θα παραδοθεί από τον Αγοραστή στον Μεσεγγυούχο Πωλητή ο οποίος θα το παραδώσει στον Πωλητή κατά την Τελείωση και µόνο µε την σύμφωνη γραπτή συγκατάθεση του Μεσεγγυούχου Αγοραστή και (β) το υπόλοιπο ποσό των €150.000 θα κατατεθεί από τον Αγοραστή κατά την Τελείωση στον Μεσεγγυούχο Αγοραστή για σκοπούς διασφάλισης της ομαλής μεταβίβασης της Επιχείρησης στον Αγοραστή και αναφορικά µε αυτό θα ισχύουν τα ακόλουθα: (
- i)το εν λόγω ποσό θα κρατηθεί από τον Μεσεγγυούχο Αγοραστή ο οποίος (τηρουμένων των προνοιών της παραγράφου 7 κατωτέρω) θα δικαιούται να διαθέσει αυτό ή μέρος αυτού, ως ο ίδιος ήθελε αποφασίσει κατά την κρίση του, προς εξόφληση ή μερική εξόφληση οποιασδήποτε οφειλής ή άλλης υποχρέωσης οικονομικής φύσεως της Entertainment η οποία γεννήθηκε ή προκύπτει από γεγονότα που έλαβαν χώρα πριν την ημερομηνία υπογραφής της παρούσας, καταστεί πληρωτέα και απαιτητή και αναφορικά µε την οποία δεν έχει γίνει πλήρης και ειλικρινής αποκάλυψη από τον Πωλητή και τους Εγγυητές προς τον Αγοραστή πριν από την υπογραφή της παρούσας, (
- ii)οποιοδήποτε υπόλοιπο θα καταβληθεί από τον Μεσεγγυούχο Αγοραστή στον Πωλητή κατά την 1η Ιουνίου 2010. 7. ΜΕΣΕΓΓΥΗΣΗ 7.1. Τα Μέρη διορίζουν τον Μεσεγγυούχο Αγοραστή και τον Μεσεγγυούχο Πωλητή ως μεσεγγυούχους για τους σκοπούς της παρούσας και οι Μεσεγγυούχοι (έναντι καλού και νόμιμου ανταλλάγματος) αποδέχονται τον διορισμό τους. 7.2. Τα Μέρη και οι Μεσεγγυούχοι συμφωνούν ότι έκαστος Μεσεγγυούχος θα υπέχει τις υποχρεώσεις και θα ενεργεί σύμφωνα µε τις πρόνοιες της παρούσας Συμφωνίας. Οι Μεσεγγυούχοι συμφωνούν ότι κατά πάντα χρόνο θα ενεργούν από κοινού µε τη σύμφωνη γραπτή γνώμη και των δύο. 7.3. Τα Μέρη ανέκκλητα συμφωνούν ότι ουδεμία απαίτηση έχουν ή θα δικαιούνται να εγείρουν εναντίον οποιουδήποτε εκ των Μεσεγγυούχων αναφορικά µε την άσκηση των εξουσιών που τους παρέχει η παρούσα και ειδικότερα αναφορικά µε την άσκηση της διακριτικής τους ευχέρειας και αλληλέγγυα και κεχωρισμένα αναλαμβάνουν να αποζημιώσουν και/ή καλύψουν (indemnify) τους Μεσεγγυούχους ή οποιοδήποτε εξ αυτούς αναφορικά µε οποιαδήποτε ζημιά, ή άλλο έξοδο κάθε είδους αυτοί ήθελαν υποστεί στην εκτέλεση των καθηκόντων τους. 7.4. Άνευ επηρεασμού οποιασδήποτε άλλης πρόνοιας της παρούσας . Νοείται ότι σε περίπτωση που παρέλθει η 30.11.202 χωρίς τα Μέρη να προχωρήσουν µε την Τελείωση, τότε οι Μεσεγγυούχοι θα επιστρέψουν όλα τα έγγραφα και/ή επιταγές τα οποία έχουν στην κατοχή τους στο Μέρος από το οποίο τα έλαβαν.». 38. Όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με τον ΜΚ2, ο Κατηγορούμενος, την 01/11/2010, προς τον σκοπό εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που αυτός ανέλαβε βάσει της σύμβασης, Τεκμήριο 2, στην βάση των όρων αυτής και δη του προαναφερόμενου όρου 3.2.(β) αυτής, την 01/11/2010 [που ήταν και η ημερομηνία «τελείωσης» της συμφωνίας («closing») βάσει της Σύμβασης, Τεκμήριο 2], εξέδωσε στο όνομα της Παραπονούμενης και της παρέδωσε την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 3, για το ποσό των €150.000. Όπως δε υποστήριξε περαιτέρω, η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 3, θα έπρεπε να κατατεθεί [σε λογαριασμό της Παραπονούμενης] για να εξαργυρωθεί, προκειμένου να είναι διαθέσιμο το ποσό στον δικαιούχο του βάσει των όρων της σύμβασης, Τεκμήριο 2. «Να εκκαθαριστεί, ώστε, να μπορούσε να αποδοθεί αυτό που δικαιούταν ο αγοραστής, στον αγοραστή και αυτό που δικαιούταν ο πωλητής, στον πωλητή». Κατόπιν παράκλησης του Κατηγορουμένου, ο οποίος ήταν φιλικά προσκείμενο πρόσωπο προς τον ΜΚ2 και γνωρίζονταν για χρόνια, η Παραπονούμενη, της οποίας ο Κατηγορούμενος υπήρξε πελάτης, δεν κατέθεσε την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 3, προς εξαργύρωση, για να μην επηρεαστεί η ρευστότητα των επιχειρήσεων του. Η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 3, εδόθη στην Παραπονούμενη από τον Κατηγορούμενο, με την παράκληση να την κρατούσε χωρίς να την καταθέσει μέχρις ότου καθοριζόταν το ποσό που σύμφωνα με τον όρο 3.2.(β) της σύμβασης, Τεκμήριο 2, θα έπρεπε να πληρωθεί. Βάσει και πάλι της μαρτυρίας του ΜΚ2, το εν λόγω ποσό των €150.000 θα κρατείτο από την Παραπονούμενη, η οποία θα δικαιούταν να το διαθέσει (ή μέρος αυτού), ως η ίδια ήθελε αποφασίσει κατά την απόλυτη κρίση της και τέτοια απόφαση της θα ήταν δεσμευτική για όλα τα μέρη, προς εξόφληση ή μερική εξόφληση οποιασδήποτε οφειλής ή άλλης υποχρέωσης οικονομικής φύσεως της εταιρείας AT Smart Entertainment Ltd η οποία γεννήθηκε ή προέκυπτε από γεγονότα που έλαβαν χώρα πριν την ημερομηνία υπογραφής σύμβασης, Τεκμήριο 2, η οποία κατέστη πληρωτέα και απαιτητή και αναφορικά με την οποία δεν έχει γίνει πλήρης και ειλικρινής αποκάλυψη από τον πωλητή και τους εγγυητές στην συμφωνία, προς τον Κατηγορούμενο, πριν από την υπογραφή της σύμβασης, Τεκμήριο 2. 39. Στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα και με την νομική ανάλυση που έχει προηγηθεί και την μαρτυρία που έχει καταγραφεί ότι έχει παρουσιαστεί από πλευράς Παραπονούμενης για τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης (και ειδικότερα αυτής του ΜΚ2), προκύπτει, ότι, Παραπονούμενη και Κατηγορούμενος είναι, ένεκα της σχέσης τους ως μέρη στην σύμβαση, Τεκμήριο 2 και πρόσωπα που συναλλάχθηκαν απευθείας μεταξύ τους, δεδομένης της έκδοσης της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 3, στην οποία ως εκδότης («drawer») της παρουσιάζεται ο Κατηγορούμενος και δικαιούχος («payee») της η Παραπονούμενη, «μέρη που σχετίζονται άμεσα μεταξύ τους» («immediate parties»). Περαιτέρω, η Παραπονούμενη, είναι η κάτοχος της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 2. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η Παραπονούμενη, που επιδίωξε και επιδιώκει την εκπλήρωση της υπόσχεσης πληρωμής που εδόθη από τον Κατηγορούμενο με αυτήν (δηλαδή, με την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 3), πρέπει να αποδείξει ότι, εις αντάλλαγμα της εν λόγω υπόσχεσης πληρωμής, έδωσε νόμιμη αντιπαροχή. Η Παραπονούμενη, δεν βασίστηκε στο τεκμήριο του καλού και νόμιμου ανταλλάγματος που καθιερώνει το Άρθρο 30 του Κεφ. 262 και δια της μαρτυρίας που παρουσίασε κατά την παρουσίαση της υπόθεσης της, επιχείρησε την πραγματική του απόδειξη (βλ. και Παναγιώτου ν Φουρνίδου, Ποινική Έφεση Αρ. 129/2011, 18/12/2012 ανωτέρω). Ότι, δηλαδή, είναι κάτοχος της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 3, για αξία. Στην βάση των γεγονότων αυτής της υπόθεσης, ως αυτά παρουσιάστηκαν από την Παραπονούμενη, η Παραπονούμενη, εις αντάλλαγμα της υπόσχεσης που της εδόθη για πληρωμή του ποσού των €150.000 δια της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 3, από τον Κατηγορούμενο, έδωσε (δηλαδή, ως αντιπαροχή με αξία), τουλάχιστον, την αποδοχή της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 3, αντί της πληρωμής της (δηλαδή, της Παραπονούμενης) του εν λόγω ποσού των €150.000 από τον Κατηγορούμενο αμέσως με μετρητά, ως οριζόταν βάσει των προαναφερόμενων όρων 2, 3 και 7 της σύμβασης, Τεκμήριο 2 (βλ. την απόφαση του αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση Pollway Ltd v. Abdullah [1974] 1 W.L.R. 493, ανωτέρω). Το γεγονός, σύμφωνα με τον ΜΚ2, ότι η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 3, ελήφθη από την Παραπονούμενη και κρατήθηκε ως εγγύηση, για την εξυπηρέτηση του Κατηγορουμένου (δηλαδή, για να μην του χαλάσει την ρευστότητα των επιχειρήσεων του με την άμεση ρευστοποίηση της), για ποσό που πιθανόν να υπερέβαινε αυτού που με βάση την σύμβαση, Τεκμήριο 3, να καθίστατο τελικά οφειλόμενο από τον Κατηγορούμενο (όπως και τελικά έγινε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ΜΚ2), δεν επηρεάζει το γεγονός ότι η αντιπαροχή που εδόθη από την Παραπονούμενη για την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 3, ήταν αντιπαροχή με αξία (βλ. In re Bunyard
(1880)16 Ch. D. 330, ανωτέρω). Σε κάθε περίπτωση, η Παραπονούμενη, ως προκύπτει από τους όρους 3.2.(β), 7.1 και 7.2 της σύμβασης, Τεκμήριο 2, είχε υποχρέωση όπως, ως φορέας μεσεγγύησης και για τους δύο αντισυμβαλλόμενους στην σύμβαση, Τεκμήριο 2, δηλαδή, Κατηγορούμενο και Πωλητή, να ελάμβανε προς δέσμευση, κατά την ημερομηνία της «τελείωσης», το ποσό των €150.000. Ως εκ των προαναφερόμενων και ως . προκύπτει από τους όρους 3.2.(β) και 7.2 της σύμβασης, Τεκμήριο 2 [και ως ισχυρίστηκε και ο ΜΚ2 μαρτυρώντας στο Δικαστήριο], η Παραπονούμενη, είναι υπόλογος, τόσο προς τον Κατηγορούμενο, όσο και προς τον Πωλητή για την απόδοση του, στο βαθμό που θα δικαιολογείτο βάσει των προνοιών του όρου 3.2.(β).(
- i)της σύμβασης, Τεκμήριο 2. Στην προκείμενη περίπτωση, ως ισχυρίστηκε ο ΜΚ2, πραγματικά [και ως εξελίχτηκαν τα γεγονότα], η Παραπονούμενη, είναι υπόλογος προς τον Πωλητή, για το ποσό των €80.970,86. Ως εκ τούτου, η αντιπαροχή που εδόθη από την Παραπονούμενη για την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 3, ήταν η απαλλαγή της υποχρέωσης του Κατηγορουμένου, βάσει του όρου 3.2.(β) της σύμβασης, Τεκμήριο 2, να καταβάλει προς δέσμευση, αμέσως κατά την ημερομηνία της «τελείωσης», σε μετρητά, ολόκληρο το ποσό των €150.000 (βλ. Pollway Ltd v. Abdullah [1974] 1 W.L.R. 493, ανωτέρω). Μάλιστα, όπως υποστήριξε ο ΜΚ2 . προκύπτει από τους προαναφερόμενους όρους 3.2.(β), 7.1, 7.2. και 7.3 της σύμβασης, Τεκμήριο 2, να τίθεται και ζήτημα ευθύνης της Παραπονούμενης έναντι του Πωλητή, ακριβώς λόγω της μη τήρησης της υποχρέωσης της να κρατήσει εις δέσμευση το εν λόγω ποσό των €150.000, ως όριζε ο όρος 3.2.(β) της σύμβασης, Τεκμήριο 2, βάσει του όρου 7.2 αυτής•, χωρίς να τίθεται ζήτημα «απαλλαγής» της κάτω από τις πρόνοιες του όρου 7.3 της σύμβασης, Τεκμήριο 2, αφής στιγμής το εν λόγω ζήτημα αφορούσε υποχρέωση της (βάσει του όρου 7.2) και όχι εξουσίας βάσει του όρου 3.2.(β)(
- i)της σύμβασης, Τεκμήριο 2.». 68. Ως εκ των προαναφερομένων, η Παραπονούμενη, ήταν κάτοχος της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 3, για αξία, και κατείχε τέλειο νομικό τίτλο αυτής (βλ. Τομάζου ν Σαββίδη
(2010)2 Α.Α.Δ. 626, Avgoustinos Food Industry Ltd v Ορφανίδης Δημόσια Εταιρεία Λτδ. κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 76/2016, 20/07/2018 και στα συγγράμματα, R. Pennington, Commercial Banking Law, στις σελίδες από 151 έως και 160 και Chalmers and Guest on Bills of Exchange and Cheques, 17η έκδοση, στις παραγράφους 4-024 και 4-026). Ως εκ τούτου, είχε κάθε δικαίωμα να εγείρει αυτή την ιδιωτική δίωξη, ως πρόσωπο του οποίου τα δικαιώματα επηρεάστηκαν από την παράνομη πράξη του Κατηγορουμένου (βλ. Δημοσθένους ν Τύχωνος
(2013)2 Α.Α.Δ. 22). Κατά πόσο αποδείχθηκε από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής η πρόκληση μη εξόφλησης της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 2, από τον Κατηγορούμενο
- Τέλος, σε ότι αφορά το κατά πόσο αποδείχθηκε από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, η πρόκληση μη εξόφλησης της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 2, από τον Κατηγορούμενο, αρκεί να υπενθυμίσω τα όσα αναφέρθηκαν για το ζήτημα σχετικά, κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας. Βλ. τις παραγράφους ανωτέρω, από 27 έως και
- Από την αποδεκτή μαρτυρία, δεδομένης και της σφράγισης της επίδικης επιταγής από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. με την αναφορά «η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής» και των προνοιών του Άρθρου 305Α[
(3)και
(4)] του Κεφ. 154 που σχετίζονται με το ζήτημα αυτό (βλ. Corina Snacks Ltd v Ορφανίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 212/2015, 29/05/2019 και VBH (Cyprus) Ltd v Windoors UPVC Systems Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 204/2014, 28/11/2017), καταλήγω στο συμπέρασμα ότι, εντολή για την ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 3, εδόθη από τον Κατηγορούμενο.
- Ως εκ τούτου, η εισήγησης του Κατηγορουμένου, ότι δεν αποδείχθηκε το προαναφερόμενο γεγονός, δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. Τουναντίον, αυτό είναι ένα γεγονός που, όχι μόνο παρουσιάστηκε μαρτυρία από πλευράς Παραπονούμενου προς απόδειξη του στον απαιτούμενο βαθμό και δεν αμφισβητήθηκε καθόλου, αλλά έγινε ξεκάθαρα παραδεχτό και από τον Κατηγορούμενο όταν κατέθεσε στο Δικαστήριο τα γεγονότα για την υπόθεση του, ενόρκως. Εδώ έγκειται και διαφορά αυτής της υπόθεσης με αυτήν που εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Αναστασίου ν Τιμοθέου, Ποινική Έφεση Αρ. 5/2014, 24/03/2017, στην οποία παραπέμφθηκα προς υποστήριξη της εισήγησης του Κατηγορουμένου από τον συνήγορο του, γιατί εκεί το ζήτημα είχε αμφισβητηθεί, ενώ σε αυτή την υπόθεση όχι (βλ. Corina Snacks Ltd v Ορφανίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 212/2015, 29/05/2019 και VBH (Cyprus) Ltd v Windoors UPVC Systems Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 204/2014, 28/11/2017).
- Ως ανεφέρθη από το Ανώτατο Δικαστήριο στην προαναφερόμενη υπόθεση VBH (Cyprus) Ltd v Windoors UPVC Systems Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 204/2014, 28/11/2017: «Υπήρχε επίσης μαρτυρία του υπαλλήλου της τράπεζας ότι η τράπεζα διαθέτει ειδική υπηρεσία που χειρίζεται και ελέγχει τις επιταγές και ότι από τη στιγμή που οι επιταγές επιστράφηκαν απλήρωτες με την ένδειξη «αποταθείτε στον εκδότη» εξυπακούεται ότι ελέγχθηκε η υπογραφή με βάση το δείγμα που τηρείται στην τράπεζα. Το τελευταίο δεν αποτελούσε εικασία του μάρτυρα, αλλά θα μπορούσε να προκύπτει ως λογικό συμπέρασμα από το μαχητό τεκμήριο που έχει θεσπιστεί στο Άρθρο 305Α
(3)του Ποινικού Κώδικα, ως προς την αλήθεια της νενομισμένης αναφοράς από το πιστωτικό ίδρυμα (σημείωσης ή σφραγίδας) του λόγου για τον οποίο δεν πληρώθηκε μια επιταγή (έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής). Η ρύθμιση αυτή του Νόμου που επήλθε με τροποποίηση, έχει ως αποτέλεσμα την καθιέρωση μαχητού τεκμηρίου κανονικότητας ως προς τη εσωτερική διαδικασία μιας τράπεζας η οποία απολήγει, σε περίπτωση μη πληρωμής, στη συγκεκριμένη κάθε φορά αναφορά επί της επιταγής.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 73. Σκεπτικό που το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε και στην προαναφερόμενη υπόθεση Corina Snacks Ltd v Ορφανίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 212/2015, 29/05/2019, όπου ελέχθη: «Υπήρχε επίσης μαρτυρία περί έμμεσης, έστω, αναγνώρισης της υπογραφής του εφεσιβλήτου από τους τραπεζικούς υπαλλήλους. Βέβαια, μια δήλωση περί ομοιότητας δεν είναι αρκετή (Drew v Prior
(1843)5 M. & Gr. 264). Όμως, δεν μπορούσε να παραβλεφθεί η αναγνώριση της υπογραφής από τραπεζικό υπάλληλο, έστω και έμμεση. Όπως υποδεικνύεται στον Archbold, ibid, παρ. 14-87, εάν τεθεί το υπόβαθρο με βάση το οποίο ένας μάρτυρας είναι σε θέση να αναγνωρίσει το γραφικό χαρακτήρα κάποιου προσώπου, τότε θα πρέπει να του επιτραπεί να δώσει σχετική μαρτυρία και αν η μαρτυρία αυτή αμφισβητηθεί, είναι πλέον ζήτημα βαρύτητας που θα της δοθεί. Εν προκειμένω η αναγνώριση από τον τραπεζικό υπάλληλο έγινε με βάση το σύστημα που ακολουθείτο, στην κανονική πορεία των εργασιών της τράπεζας, χωρίς τούτο να αμφισβητηθεί. Αυτό, δε, θα έπρεπε περαιτέρω να συνεκτιμηθεί σε συνδυασμό με τις ενδείξεις με βάση τις οποίες οι επιταγές επιστρέφονταν απλήρωτες («αποταθείτε στον εκδότη», «να παρουσιαστεί ξανά», «ο λογαριασμός παγοποιήθηκε»), ως προς την αλήθεια των οποίων το άρθρο 305Α
(3)του Ποινικού Κώδικα δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το λόγο για τον οποίο δεν πληρώθηκε μια επιταγή. Όπως αποφασίστηκε στη VBH (CYPRUS) LTD, ανωτέρω, με τη ρύθμιση αυτή του νόμου καθιερώθηκε μαχητό τεκμήριο κανονικότητας, ως προς την εσωτερική διαδικασία μιας τράπεζας η οποία απολήγει, (σε περίπτωση μη πληρωμής, μιας επιταγής), σε, εκ πρώτης όψεως, αποδοχή της αναφοράς επί της επιταγής. Εν προκειμένω δεν τέθηκε ζήτημα μη αναγνώρισης της υπογραφής του εκδότη ή διαπίστωσης πλαστής υπογραφής, αλλά άλλοι ήταν οι λόγοι που προβλήθηκαν από τον εφεσίβλητο για τη μη πληρωμή των επιταγών. Τονίζουμε ότι αυτά δεν αναφέρονται ως καθοριστικά, από μόνα τους, για το ζήτημα της απόδειξης της υπογραφής, αλλά, όπως είχε υποδειχθεί στη VBH (CYPRUS) LTD, ανωτέρω, αποτελούν στοιχεία τα οποία μπορούν να ληφθούν υπόψιν, ανάλογα με τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης και να συνεκτιμηθούν μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ως περιστατική μαρτυρία σε σχέση με την πατρότητα και τη γνησιότητα της επιταγής, ως εγγράφου. Περιπλέον, η πλευρά της εφεσείουσας προσέφερε μαρτυρία που συνέδεσε τις επιταγές με χρέη της εταιρείας του εφεσίβλητου, ο οποίος ήταν ο εκτελεστικός διευθυντής του σχετικού ομίλου εταιρειών και ήταν το πρόσωπο που είχε εξουσία να υπογράφει τις επιταγές της εταιρείας και μόνον όταν απουσίαζε ή αδυνατούσε, τις επιταγές τις υπέγραφε η σύζυγός του. Ενώ αυτή ήταν η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, δεν ήταν σε κανένα στάδιο η θέση της υπεράσπισης ότι οι επιταγές είχαν πλαστογραφηθεί ή ότι έφεραν την υπογραφή της συζύγου του εφεσίβλητου και όχι του ιδίου. Τέτοια υποβολή δεν έγινε, ούτε τέθηκαν και πολύ περισσότερο δεν προσφέρθηκαν γεγονότα μέσα από τα οποία θα μπορούσε να αφεθεί να αιωρείται κάτι τέτοιο ως μια ορατή πιθανότητα. Ο εφεσίβλητος δε, προβαίνοντας σε ανώμοτη δήλωση, όχι μόνο δεν άφησε ανοικτό τέτοιο ενδεχόμενο, αλλά ήταν σαφές ότι επικεντρώθηκε αποκλειστικά στο ζήτημα της γνώσης και της ένοχης διάνοιας. Είπε χαρακτηριστικά: «Αν έστω περνούσε από το μυαλό μου ότι υπήρχε, ακόμα και ελάχιστη, πιθανότητα να μην τιμηθεί κάποια επιταγή εγώ δεν θα υπέγραφα. Το ίδιο και η σύζυγός μου. σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσα να γνωρίζω όταν υπέγραφα τις οποιεσδήποτε επιταγές της κατηγορούμενης 1 ότι αυτές δεν θα εξαργυρώνονταν αργότερα.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Κατάληξη
- Κατ' ακολουθία των όσων έχουν προαναφερθεί, αποδέχομαι ότι η πλευρά της Παραπονούμενης έχει επιτύχει να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του Κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τον οποίο κρίνω, ως εκ τούτου, ένοχο, στην κατηγορία υπ' αρ. 1 στο κατηγορητήριο, που του προσήχθη.
- Προχωρώ στην διαδικασία της επιβολής ποινής. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Όπως διευκρινίστηκε από την ΜΚ1 κατά την αντεξέταση της και φαίνεται και από την σχετική σφραγίδα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. στην επίδικη επιταγή, Τεκμήριο
- [i] Το Κεφ. 154, τροποποιήθηκε την 25/07/2008, από τον περί Ποινικού Κώδικα (Τροποποιητικό) Νόμο του 2008, Νόμος 70(Ι)/2008, δια του οποίου το Άρθρο 305Α του Κεφ. 154 ως είχε τότε, αντικαταστάθηκε από το προαναφερόμενο. [ii] Ως αυτό ίσχυε κατά τον χρόνο που η Παραπονούμενη ισχυρίζεται ότι διαπράχθηκε το αδίκημα (στην βάση των προνοιών του Άρθρου 12 του Συντάγματος και της αρχής «nullum crimen Nulla poena sine lege», βλ. Βασιλείου ν Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 12/2015, 13/2015, 14/2015, 15/2015, 16/2015, 17/2015, 04/07/2017). [iii] Εν προκειμένω, στην υπόθεση Nikiforos Technologies Ltd v Χρήστου, Ποινική Έφεση Αρ. 18/2012, 16/04/2014, το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του, ανέφερε τα εξής: «Να σημειωθεί όμως και η εξής διάσταση στο όλο σκεπτικό του Δικαστηρίου, η οποία και αποδεικνύει σφάλμα στη δικανική του σκέψη. Όταν το Δικαστήριο έκρινε ορθό όπως καλέσει τον εφεσίβλητο να προβάλει την υπεράσπιση του, αναμφίβολα, είχε ή έπρεπε να έχει, κατά νουν την όλη νομική και πραγματική υπόσταση των κατηγοριών. Όσον αφορά τη νομική πτυχή, τα παραδεκτά και μόνο γεγονότα μετέθεταν το βάρος στον ίδιο τον εφεσίβλητο να δείξει το εύλογο της αιτίας ανάκλησης των επιταγών. Αυτό συνάγεται ότι δεν το είχε δείξει κατά το εκ πρώτης όψεως στάδιο εφόσον το Δικαστήριο τον κάλεσε σε απολογία έχοντας υπόψη, όπως το ίδιο διατύπωσε ορθά τις αρχές, ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν είχε αποτύχει να προσκομίσει μαρτυρία σε σχέση με οποιοδήποτε από τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων. Χωρίς, επομένως, τη μαρτυρία του εφεσιβλήτου μετά το εκ πρώτης όψεως στάδιο, η κατάσταση πράγματι παρέμεινε η ίδια. . Υπό το φως του δεδομένου ότι δεν υπήρξε καμιά αντίθετη μαρτυρία από τον εφεσίβλητο, η αθώωση και απαλλαγή του εδώ προβάλλει εξ αντικειμένου αντιφατική με την κλήση του στο εκ πρώτης όψεως στάδιο. Το επίπεδο απόδειξης βεβαίως διαφέρει στο εκ πρώτης όψεως με το τελικό στάδιο, αλλά το Δικαστήριο εδώ, όπως είπε, διεξήλθε με πολλή προσοχή την ενώπιον του μαρτυρία κρίνοντας ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Τα όσα εκ των υστέρων έκρινε προς αθώωση του εφεσίβλητου κατά αξιολόγηση της μαρτυρίας θα μπορούσαν να είχαν γίνει από το εκ πρώτης όψεως στάδιο, εφόσον τίποτε στην ουσία δεν άλλαξε. Κατά μείζονα λόγο, τα ανωτέρω ισχύουν για τη μαρτυρία που είχε ήδη προσφερθεί. Το Δικαστήριο δεν έκρινε αυτή τη μαρτυρία ως τόσο αντινομική ώστε κανένα λογικό Δικαστήριο να μην μπορούσε να στηριχθεί επ΄ αυτής. Ναι μεν ένα Δικαστήριο δεν προβαίνει σε ευρήματα στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως, αλλά οφείλει, όταν εξετάζει το ζήτημα του εκ πρώτης όψεως ακόμη και αυτεπαγγέλτως όπως έπραξε εδώ καθηκόντως, να αναδείξει τυχόν τέτοια αντινομία ώστε να μην είναι δυνατόν η μαρτυρία που ήδη δόθηκε να αποτελέσει νομικό έρεισμα για την κλήση κατηγορούμενου σε απολογία, (Δικαστική Οδηγία του 1962 του Q.B.D. της Αγγλίας, Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9, σελ. 53-55 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Η αντινομία πρέπει να προέρχεται από μαρτυρία που έχει κλονισθεί σε τέτοιο βαθμό ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης ή είναι εγγενώς τόσο έκδηλα αβάσιμη («unreliable»), ώστε δεν μπορεί το Δικαστήριο να βασιστεί σ΄ αυτή για σκοπούς καταδίκης. Και βεβαίως ορθά η νομολογία επιτάσσει ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας με γνώμονα να γίνουν τελεσίδικα ευρήματα επί γεγονότων ή αξιοπιστίας γίνεται στο τέλος της υπόθεσης, έχοντας όμως ταυτόχρονα πάντοτε υπόψη ότι ο κατηγορούμενος δεν πρέπει να καλείται σε απολογία για να συμπληρώσει τυχόν κενά της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [iv] Στην δε υπόθεση L.C.D. Domiki Ltd v R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011,30/01/2015, το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του ανέφερε τα εξής: «Η εφεσείουσα έχει βεβαίως δίκαιο στις θέσεις της. Και αυτό παρά το ότι εγκαταλείφθηκε ο λόγος έφεσης αναφορικά με το αντινομικό της κλήσης των εφεσιβλήτων σε απολογία μετά το εκ πρώτης όψεως στάδιο για να απαλλαγούν επί νομικού και μόνο συστατικού στοιχείου του αδικήματος, στο τελικό στάδιο. Ενώ, βεβαίως, εφόσον δεν ικανοποιείτο, κατά το Δικαστήριο πάντοτε, συστατικό στοιχείο του αδικήματος, η αθώωση έπρεπε να λάβει χώραν από το στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. . Είναι κατ΄ αρχάς ορθή η παρατήρηση της εφεσείουσας ότι το λεκτικό του άρθρου 305Α
(2)σχετίζεται και ερμηνεύεται σε σχέση με την περίπτωση ανάκλησης επιταγής και προϋποθέτει βέβαια εκ προοιμίου την ύπαρξη επιταγής, η οποία θα πρέπει λογικά να θεωρείται δεδομένο ότι εκδόθηκε έγκυρα και νομότυπα. Αυτό είναι σαφές από το λεκτικό, αλλά και το νόημα του εδαφίου
(2), εφόσον ανακαλείται χωρίς εύλογη αιτία με οποιαδήποτε πράξη, η εκδοθείσα από τον εκδότη επιταγή ως αποτέλεσμα της οποίας πράξης, η επιταγή δεν εξοφλείται. Δεν θα ήταν νομικά, ή, και λογικά εφικτό, να γίνεται λόγος για ανάκληση επιταγής, αν το εκδοθέν έγγραφο δεν είναι εν πάση περιπτώσει επιταγή. .». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [v] Δέστε σχετικά τα αναφερόμενα από τον έντιμο, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, στην ομόφωνη απόφαση που έδωσε το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο στην υπόθεση Γεωργίου ν Γεωργίου
(2010)1Α Α.Α.Δ 138. Παραθέτω αυτούσια, την κατά την άποψη μου, ουσιαστικότερη ως προς το υπό συζήτηση ζήτημα, περικοπή, με το σκεπτικό του Εφετείου, από την απόφαση αυτή: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο, καθώς και ο συνήγορος της εφεσίβλητης στην πρωτόδικη ένσταση του, παρερμήνευσαν τον ουσιώδη κανόνα που λαμβάνεται στο δικαιϊκό σύστημα αντιπαράθεσης αναφορικά με τη δυνατότητα ενός αντιδίκου να εξηγήσει θέσεις επί γεγονότων που η άλλη πλευρά προτίθεται να παρουσιάσει στη δική της μαρτυρία. Θέματα τα οποία δεν τίθενται κατά την αντεξέταση του διαδίκου και των μαρτύρων του και τα οποία εμφανίζονται για πρώτη φορά στην κύρια εξέταση αντιδίκου ή μάρτυρα του, είναι έκθετα σε απόρριψη διότι δεν δίνεται η ευκαιρία στους μάρτυρες της αντίθετης πλευράς να σχολιάσουν και να εξηγήσουν τα εκ των υστέρων εγερθέντα θέματα. Τέτοια απόρριψη δεν επέρχεται αυτομάτως ως συνέπεια της παράλειψης αυτής, αλλά ως αποτέλεσμα άσκησης δικαστικής κρίσης επί του θέματος. Όπως έχει τεθεί στην υπόθεση Adidas v. Jonidexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383, στις σελ. 388-9: «Of course failure to put forward a pertinent aspect of the defence case to witnesses for the plaintiff is not necessarily fatal to its validity. A lot will depend on the nature of the allegation and the reasons for not raising it in the course of cross-examination of the witnesses of the adversary. In the absence of a proper explanation of the omission, the Court may justifiably disregard factual allegations not put to a witness of the adversary because of the denial of a proper opportunity to the latter to controvert them in evidence. Liberty to controvert the case of the other side is at the core of the adversarial system of justice premised on the elicitation of the truth through the process of confronting the adversary with every material aspect of a party´s case.» Το πιο πάνω απόσπασμα απεικονίζει τη νομολογία επί του ζητήματος και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ορθή πρακτική στο δικαιϊκό σύστημα της αντιπαράθεσης είναι να δίνεται η ευκαιρία στον αντίδικο να εξηγήσει θέσεις επί των γεγονότων που η άλλη πλευρά προτίθεται να παρουσιάσει στη δική της μαρτυρία. Εφαρμόζεται βεβαίως σ΄ όλο το φάσμα και εύρος της αντιπαράθεσης είτε επιχειρείται η εκ των υστέρων παρουσίαση μαρτυρίας ή εκδοχής από τον ενάγοντα μέσω αντεξέτασης του εναγόμενου, όπως εδώ, ή τον εναγόμενο σε οποιοδήποτε στάδιο της εξέλιξης της μαρτυρίας. Η ουσία είναι ότι πρέπει να παρέχεται ευκαιρία στον αντίδικο να εξηγεί τη δική του θέση και όχι να εμφανίζεται και να τίθεται το ζήτημα μόνο στη μαρτυρία της άλλης πλευράς. Όπως το θέτει ο Cross on Evidence 4η έκδ. σελ. 226: «The object of cross-examination is two-fold, first, to elicit information concerning the facts in issue or relevant to the issue that is favourable to the party on whose behalf the cross-examination is conducted, and secondly to cast doubt upon the accuracy of the evidence-in-chief given against such party.» Και στη σελ. 227: «Any matter upon which it is proposed to contradict the evidence-in-chief given by the witness must normally be put to him so that he may have an opportunity of explaining the contradiction, and failure to do this may be held to imply acceptance of the evidence-in-chief.» Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Κούρρης ν. Παπαδοπούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1147 και Σκάρος ν. Χριστοδούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 291.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [vi] Βλ. επίσης, και τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1593 του συγγράμματος Phipson on Evidence, 12η έκδοση. [vii] Βλ. τα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν Κλεάνθους, Πολιτική Έφεση Αρ. 260/2009, 23/01/2013: «Επανερχόμενοι στην παρούσα έφεση επισημαίνουμε το καθοριστικό υπό τις περιστάσεις για την επιτυχία του πρώτου λόγου έφεσης, γεγονός∙ αυτό της φύσης της επιδιωκόμενης από τους εφεσείοντες με την αγωγή, θεραπείας. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η συγκεκριμένη πτυχή της υπεράσπισης δεν προωθήθηκε πέρα από το στάδιο της δικογράφησης της και συνεπώς το πρωτόδικο δικαστήριο εσφαλμένα ασχολήθηκε με αυτή, εκείνο που οι εφεσείοντες με την αγωγή τους επιδίωκαν ήταν αποζημιώσεις για ζημιές που υπέστηκαν λόγω της αποκλειστικής αμέλειας του εφεσιβλήτου. Δεν επεδίωκαν τη χορήγηση οποιασδήποτε θεραπείας με βάση το Δίκαιο της Επιείκειας, έτσι ώστε να εγείρεται θέμα εφαρμογής της αρχής της ολιγωρίας (laches), με την έννοια που το δίκαιο της επιείκειας αποδίδει στον εν λόγω όρο και που είναι η έννοια με την οποία, το πρωτόδικο δικαστήριο πραγματεύθηκε το συγκεκριμένο όρο.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [viii] Βλ. επίσης, Γρηγορίου ν Γαβριήλ
(2011)1 Α.Α.Δ. 2263. [ix] Βλ. την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση M & TH Petrou & Sons Developers Ltd v Κοκκούλη, ECLI:CY:AD:2016:A526, Πολιτική Έφεση Αρ. 18/2011, 16/11/2016, όπου δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, αναφέρθηκαν τα εξής: «. Το Δικαστήριο σημείωσε ιδιαίτερα ότι αυτή η εκδοχή δεν είχε τεθεί κατά την αντεξέταση του εφεσίβλητου ώστε ο τελευταίος να είχε την ευκαιρία να τη σχολιάσει και να προβάλει τη δική του θέση έτσι ώστε η παράλειψη αυτή της υπεράσπισης, χωρίς μάλιστα οποιαδήποτε εξήγηση, να άφηνε αυτή την εκδοχή έκθετη σε απόρριψη σύμφωνα με τη νομολογία που καθιερώθηκε στην Adidas v. Jonitexo
(1987)1 C.L.R. 363. . Η πλευρά των εφεσειόντων λανθασμένα δεν έθεσε αριθμό θεμάτων κατά την αντεξέταση του εφεσίβλητου και των μαρτύρων του, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να στερηθούν του ευεργετήματος να απαντήσουν και να σχολιάσουν τις θέσεις αυτές. Αυτό παραμένει ένα ουσιώδες λάθος από πλευράς τους διότι η επί ακροατηρίω διαδικασία οφείλει να είναι διάφανη και δεν επιτρέπεται η απόκρυψη των θέσεων της μιας ή της άλλης πλευρά κατά την ώρα της αντεξέτασης του έτερου διαδίκου. Ορθά συνεπώς το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε όλες αυτές τις εκδοχές των εφεσειόντων ως εκ των υστέρων σκέψεις που δεν έπειθαν, μεταξύ άλλων, και για το λόγο ότι ουδέποτε τέθηκαν στον εφεσίβλητο για να τις αντικρούσει. Παραπομπή δε στα πρακτικά που τηρήθηκαν στη διαδικασία αποκαλύπτει και του λόγου το αληθές. Συνακόλουθα, οι εφεσείοντες δεν πρέπει εκ των υστέρων να παραπονούνται.». [x] Βλ Ιωαννίδης ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640 και Ουλούπη ν Χρίστο κ. α.
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1508. [xi] Oxford Dictionary of Law, έκδοσης 2003, σελίδα 50: «"bill of exchange": An unconditional order in writing, addressed by one person (the drawer) to another (the drawee) and signed by the person giving it, requiring the drawee to pay on demand or at a fixed or determinable future time a specified sum of money to or to the order of a specified person (the payee) or to the bearer. If the bill is payable at a future time the drawee signifies his *acceptance, which makes him the party primarily liable upon the bill; the drawer and endorsers may also be liable upon a bill. The use of bills of exchange enables one person to transfer to another an enforceable right to a sum of money. A bill of excha