ΕΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΥ ΠΡΟΣΤΙΘΕΜΕΝΗΣ ΑΞΙΑΣ ν. ALIBRI LTD κ.α., Υπόθεση υπ' αρ.: 9423/2014, 30/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B225 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 9423/2014 Κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί από: ΕΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΥ ΠΡΟΣΤΙΘΕΜΕΝΗΣ ΑΞΙΑΣ Κατήγορος - εναντίον -
- ALIBRI LTD
- ***** ΞΕΝΗ Κατηγορούμενοι ---------- Ημερομηνία: 30/11/
- Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κ. Χριστόφορος Χ. Καρύδης (Κατά την εκφώνηση της απόφασης: ........................) Για την Κατηγορούμενη 1: Καμία εμφάνιση Για την Κατηγορούμενη 2: κ. κ. Κώστας Δ. Καμένος και Κωνσταντίνος Κ. Καμένος (Κατά την εκφώνηση της απόφασης: ........................) Κατηγορούμενη 2 Παρούσα. ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ
- Πριν από την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης, ο συνήγορος υπεράσπισης της Κατηγορουμένης 2, υπέβαλε αίτημα παραμερισμού του κατηγορητηρίου αυτής της υπόθεσης.
- Το διάβημα του παραμερισμού κατηγορητηρίου ή κατηγορίας αυτού, είναι διαθέσιμο, τόσο προς τον κατήγορο, όσο και στον κατηγορούμενο.
- Αυτό, είναι καταλληλότερο να λαμβάνεται, πριν την απάντηση του κατηγορουμένου στο κατηγορητήριο (βλ. και Άρθρο 66 του Κεφ. 155 [i], Begonia Fashions Ltd κ. α. ν Της Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 451, Aestas Trading Ltd v Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού, Ποινική Έφεση Αρ. 78/2014, 03/09/2015, Λίγγης ν Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 48/2011 και 49/2011, 30/09/2014, Γαβριηλίδης ν Κοινοτικού Συμβουλίου Αγίου Τύχωνα
(2002)2 Α.Α.Δ. 251). 4. Εντούτοις, η δυνατότητα έγερσης του, έχει αναγνωριστεί και σε οποιοδήποτε άλλο στάδιο της δίκης (βλ. Johnson [1945] KB 419), ειδικότερα στις περιπτώσεις όπου το ελάττωμα στο κατηγορητήριο δεν είναι τυπικό («formal»), δυνάμενο να θεραπευθεί (βλ. Σάββα ν Δήμου Πάφου
(2011)2 Α.Α.Δ. 496, Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν Σωφρονίου
(2008)2 Α.Α.Δ. 803), αλλά ουσιαστικό και μη θεραπεύσιμο. 5. Όταν η ένστασης αφορά σε τυπικό μειονέκτημα του κατηγορητηρίου, μη έγερσης της στο προβλεπόμενο από το Άρθρο 66 του Κεφ. 155 στάδιο, ως έχει προαναφερθεί, δημιουργεί κώλυμα έγερσης της σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας, καθότι θεωρείται ότι ο κατηγορούμενος έχει παραιτηθεί από αυτήν (βλ. Παπαφώτης ν Κυπριακής Δημοκρατίας
(1989)3 Α.Α.Δ. 1302),
- Το αποτέλεσμα επιτυχίας τέτοιου αιτήματος, είναι ο κατηγορούμενος να μην δικαστεί για το κατηγορητήριο, ή για συγκεκριμένη κατηγορία όταν το αίτημα δεν αφορά το σύνολο των κατηγοριών, και να απαλλάσσεται σε ότι αφορά αυτό ή την συγκεκριμένη κατηγορία, χωρίς όμως με αυτό τον τρόπο να επέρχεται αθώωσης του.
- Αίτημα για παραμερισμό κατηγορητηρίου ή κατηγορίας αυτού, μπορεί να εγερθεί και στην περίπτωση που το κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο σε ότι αφορά συγκεκριμένη κατηγορία του, πάσχει στην όψη του. Π. χ. λόγω διπλότητας ή πολλαπλότητας, ή επειδή οι λεπτομέρειες του αδικήματος δεν αποκαλύπτουν αδίκημα γνωστό στο δίκαιο. Κατά την εξέταση ενός τέτοιου αιτήματος, το Δικαστήριο δεν έχει ευχέρεια εξέτασης μαρτυρίας και περιορίζεται στο να αποφασίσει το ζήτημα στην βάση του τι το ίδιο το κατηγορητήριο αποκαλύπτει (βλ. Γαβριηλίδης ν Κοινοτικού Συμβουλίου Αγίου Τύχωνα
(2002)2 Α.Α.Δ. 251).
- Γενικά σε ότι αφορά τα προαναφερόμενα, βλ. στα συγγράμματα: Blackstone's Criminal Practice, 2004, στις παραγράφους D10.39 και D10.23 και Archbold, 2005, στις παραγράφους από 1-236 μέχρι 1-
- Αίτημα παραμερισμού κατηγορητηρίου ή κατηγορίας αυτού, ειδικότερα όταν αυτό βασίζεται σε διπλότητα ή πολλαπλότητα κατηγοριών, είναι ελάχιστα πρακτικής σημασίας, λόγω του ότι μπορεί επιτυχώς να αντιμετωπιστεί με σχετική τροποποίηση στο κατηγορητήριο. Όπως σχετικά αναφέρεται στο σύγγραμμα Crown Court Practice, Trial, 1978, στην σελίδα 9: «"The tendency in the last ten years has been to relax the technicalities of criminal pleading bearing in mind that injustice to the defendant from any proposed amendment must be refuted." Per Widgery LCJ in Radley
(1973)58 Cr App Rep 3944. The wide powers of amendment under section 5
(1)of the Indictments Act 1915 may, therefore, rescue an indictment from being quashed, because a motion to quash will not generally succeed where a defect can fairly and properly be cured by amendment.».
- Σύμφωνα με την νομολογία, καθαρά τυπικά ελαττώματα στο κατηγορητήριο, δεν οδηγούν σε ακυρότητα.
- Όπως αναφέρθηκε από το Αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση R. v Stocker [2013] EWCA Crim 1993, στην ποινική δικονομία της σύγχρονης εποχής, υπάρχει μία σαφής δικαστική και νομοθετική τάση απομάκρυνσης από το μέτρο της απόρριψης μίας κατηγορίας ή κατηγορητηρίου επί καθαρά τεχνικών ελαττωμάτων.
- Όπως δε επισημάνθηκε: «The overriding objective of the criminal justice system is to do justice—to ensure the acquittal of the innocent and the conviction of the guilty.».
- Υιοθετήθηκε, σε ότι αφορά το ζήτημα αυτό, ο δικαστικός λόγος του Αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση R. v McVitie
(1960)44 Cr. App. R. 201 (ο οποίος, σε μεταγενέστερες αποφάσεις του ίδιου Δικαστηρίου, έχει χαρακτηριστεί ως το θεμέλιο του σύγχρονου, -για το ζήτημα αυτό-, δικαίου) όπου δια του Δικαστή Donovan αναφέρθηκε: «In our opinion this did not make the indictment a bad indictment, but simply a defective or imperfect one. A bad indictment would be one disclosing no offence known to the law, for example, where it was laid under a statute which had been repealed and not re-enacted. In the present case the indictment described the offence with complete accuracy in the 'Statement of Offence.' Only the particulars, which merely elaborate the 'Statement of Offence,' were incomplete. The question of applying the proviso is to be considered, therefore, not upon the basis that the indictment disclosed no known offence but that it described a known offence with incomplete particulars.». 14. Το ζητούμενο, όπως τελικώς υπεδείχθη από το Αγγλικό Εφετείο στην εν λόγω απόφαση του, είναι το κατηγορητήριο να δίδει «such particulars as may be necessary for giving reasonable information as to the nature of the charge». 15. Για το ίδιο ζήτημα, παραπομπή έγινε και στην απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση R. v Ayres
(1984)78 Cr. App. R. 232, όπου για το ίδιο ζήτημα, επικροτώντας την προσέγγιση του Αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση R. v McVitie
(1960)44 Cr. App. R. 201 ανωτέρω, αναφέρθηκε το εξής: «. If the statement and particulars of the offence in an indictment disclose no criminal offence whatever or charge some offence which has been abolished, in which case the indictment could fairly be described as a nullity, it is obvious that a conviction under that indictment cannot stand. But if the statement and particulars of offence can be seen fairly to relate to and to be intended to charge a known and subsisting criminal offence but plead it in terms which are inaccurate, incomplete or otherwise imperfect, then the question whether a conviction on that indictment can properly be affirmed under the proviso must depend on whether, in all the circumstances, it can be said with confidence that the particular error in the pleading cannot in any way have prejudiced or embarrassed the defendant . . The particulars of offence in this indictment left no one in doubt that the substance of the crime alleged was a conspiracy to obtain money by deception. The judge in summing up gave all appropriate directions in relation to that offence. The co-accused ... having pleaded guilty, the evidence amply proved that offence against the present appellant. The jury in returning a verdict of guilty must have been sure of his guilt of that offence . The misdescription of the offence in the statement of offence as a common law conspiracy to defraud had in the circumstances not the slightest practical significance.». 16. Έπεται από τα προαναφερόμενα, ότι, το ζήτημα προσεγγίζεται από την άποψη του κατά πόσο, παραβίασης των προνοιών του Άρθρου 39 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, αναφορικά με την σύνταξη κατηγοριών, προκαλεί οποιαδήποτε ζημιά στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου (βλ. Λίγγης ν Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 48/2011 και 49/2011, 30/09/2014, Παπαφώτης ν Κυπριακής Δημοκρατίας
(1989)3 Α.Α.Δ. 1302). Όπως ήταν και το σκεπτικό του Αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση R. v McVitie
(1960)44 Cr. App. R. 201 ανωτέρω, το Δικαστήριο εστιάζει στο ποια είναι η νομική επίπτωση της παραβίασης του κανόνα. Και ειδικότερα, στο κατά πόσο αυτή είναι τόσο θεμελιώδους σημασίας που επιφέρει ακυρότητα στο κατηγορητήριο και κατ' επέκταση στην διαδικασία ώστε να επιβάλλει απόρριψη της υπόθεσης (βλ. Begonia Fashions Ltd κ. α. ν Της Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 451). Για καθαρά τεχνικής φύσης ελαττώματα στο κατηγορητήριο, τυγχάνει εφαρμογής η επιφύλαξης του Άρθρου 39 του Κεφ. 155 [ii], σύμφωνα με την οποία: «. κανένα λάθος στην έκθεση του ποινικού αδικήματος ή των λεπτομερειών που απαιτούνται να αναφερθούν στο κατηγορητήριο δεν θεωρείται σε οποιοδήποτε στάδιο της υπόθεσης ως μη συμμόρφωση προς τις διατάξεις του Νόμου αυτού εκτός αν σύμφωνα με τη γνώμη του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος πράγματι παραπλανήθηκε λόγω του λάθους αυτού.» (βλ. Λίγγης ν Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 48/2011 και 49/2011, 30/09/2014). Διαδικαστικά και καθαρά τεχνικά ζητήματα, σύμφωνα με την νομολογία, μπορούν, κατά την δίκη, να αντιμετωπιστούν με τον δέοντα τρόπο.
- Βλ. επίσης, R. v Walker (Simon) [2017] EWCA Crim 392, R. v D [2016] EWCA Crim 454 και R. v White (Anthony Alan) [2014] EWCA Crim
- Οι λόγοι επί των οποίων το υπό κρίση αίτημα της Κατηγορουμένης 2 βασίστηκε, είναι οι εξής: [Α]. Σε ότι αφορά τις κατηγορίες από 1 μέχρι 13, υπεβλήθη η θέσης ότι, αυτές, παραβιάζουν τις διατάξεις του προαναφερόμενου Άρθρου 39 του Κεφ. 155, καθώς επίσης και την πρόνοια του Άρθρου 12.5(α) στο Σύνταγμα, ότι, ένας κατηγορούμενος για αδίκημα, δικαιούται να πληροφορηθεί σε καταληπτή σε αυτόν γλώσσα, αμέσως και λεπτομερώς, την φύση και τους λόγους της κατηγορίας που του αποδίδεται.
- Σύμφωνα με την εισήγηση, η φράση στις λεπτομέρειες των εν λόγω αδικημάτων «οι κατηγορούμενοι παρέλειψαν να καταβάλουν εμπρόθεσμα στον Έφορο Φ. Π. Α. ποσό ύψους . που φαίνεται στη φορολογική δήλωση ως καταβλητέος για τη φορολογική περίοδο .», και δη, η ακολουθία των λέξεων «παράλειψη καταβολής εμπρόθεσμα», δεν πληροφορεί την Κατηγορουμένη 2, ως από τις προαναφερόμενες διατάξεις δικαίου επιβάλλεται, για την φύση της κατηγορίας που αντιμετωπίζει.
- Δεν συμφωνώ με την εισήγηση.
- Σύμφωνα με το προαναφερόμενο Άρθρο 39 του Κεφ. 155, το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος, πρέπει να περιγράφεται σε συντομία και σε κοινή γλώσσα και με τις λεπτομέρειες που δίδονται για αυτό, ο κατηγορούμενος πρέπει να λαμβάνει εύλογη προειδοποίηση για την φύση της κατηγορίας που του προσάπτεται. Αντικείμενο των κατηγοριών από 1 μέχρι 13, είναι το αδίκημα της «παράλειψης καταβολής Φ. Π. Α. που φαίνεται στην φορολογική δήλωση ως καταβλητέος κατά παράβαση .». Σε ότι αφορά αυτό, η Κατηγορούμενη 2, δια των λεπτομερειών του αδικήματος, πληροφορείται ότι, «παρέλειψε να καταβάλει εμπρόθεσμα στον Έφορο Φ. Π. Α. ποσό ύψους €. που φαίνεται στη φορολογική δήλωση ως καταβλητέος για τη φορολογική περίοδο .». Ότι δηλαδή, δεν ενήργησε προς εκτέλεση της υποχρέωσης της να καταβάλει στον Έφορο Φορολογίας συγκεκριμένο ποσό που παρουσιάζεται σε φορολογική δήλωση ως καταβλητέος για συγκεκριμένη περίοδο εντός τακτής προθεσμίας. [Β]. Άλλος λόγος επί του οποίου η Κατηγορούμενη 2 βάσισε το αίτημα της, ήταν αυτός της κατάχρησης της διαδικασίας.
- Προς υποστήριξη του λόγου αυτού, η Κατηγορούμενη 2, βασίστηκε στο Έγγραφο Α, που επιγράφεται «Έντυπο Χρονοδιαγράμματος», το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς της, είναι συμφωνία στην οποία η Κατηγορούμενη 1 εταιρεία προσήλθε με τον Κατήγορο (Έφορο Φορολογίας) για διευθέτηση των υποχρεώσεων της Φ. Π. Α., αντικείμενο του κατηγορητηρίου αυτής της υπόθεσης, ως αποτέλεσμα διακοπής ποινικής δίωξης από τον έντιμο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας που προϋπήρχε (εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 2 και ενός τρίτου προσώπου) για τα ίδια αδικήματα. Όπως υποστηρίζει, εάν για τους οποιουσδήποτε λόγους, οι όροι της προαναφερόμενης συμφωνίας δεν τηρήθηκαν, τα αδικήματα δεν μπορούν να αναβιώσουν και να κατηγορείται για αυτά σήμερα δια του κατηγορητηρίου αυτής της υπόθεσης.
- Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Archbold, Magistrates' Courts Criminal Practice, 2004-2005, στην παράγραφο 19-88: «The court will refuse to allow the prosecution to proceed where it considers that the prosecution amounts to an abuse of the process of the court and is oppressive and vexatious. The question is whether in the circumstances it is possible for the particular defendant to have a fair trial.».
- Χωρίς σε αυτό το στάδιο να υπεισέρχομαι σε ζητήματα που άπτονται της αρχής ότι, οι αποφάσεις του έντιμου Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, δυνάμει του Άρθρου 113.2 του Συντάγματος, δεν υπόκεινται σε δικαστική αναθεώρηση (βλ. Re Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση Αρ. 89/2018, 01/11/2018) και πως οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί της Κατηγορουμένης 2 μπορούν να επηρεάζονται από την εν λόγω αρχή, ένεκα και του αποτελέσματος που αυτή φέρει σε μία κατηγορία, σημειώνω ότι, γενικά, το ζήτημα της κατάχρησης διαδικασίας, αποφασίζεται από το Δικαστήριο, μετά από εξέταση σχετικής προς τούτο μαρτυρίας, κατά τη δίκη (βλ. στα συγγράμματα: Blackstone's Criminal Practise, 2004, στην παράγραφο D7.5 στην σελίδα 1232 και Archbold, Magistrates' Courts Criminal Practice, 2004-2005, στην παράγραφο 19-90).
- Στην προκείμενη περίπτωση, οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί της Κατηγορουμένης 2, ως προκύπτει από την τοποθέτηση του συνηγόρου για τον Κατήγορο, είναι αμφισβητούμενοι και άρα, δεν υπάρχει παραδεκτό πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου το ζήτημα θα μπορούσε να αποφασιστεί. Η ύπαρξης του Εγγράφου Α και μόνον, στο οποίο μάλιστα οι διάδικοι δίδουν διαφορετική ερμηνεία και σημασία, δεν αρκεί για να αποφασιστεί το εγειρόμενο ζήτημα (βλ. Γαβριηλίδης ν Κοινοτικού Συμβουλίου Αγίου Τύχωνα
(2002)2 Α.Α.Δ. 251). Όπως άλλωστε ελέχθη και από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μάρκου ν Παπαγεωργίου, Ποινική Έφεση Αρ. 58/2016, 16/03/2017, δια του έντιμου Δ. Δ. Δ. Παμπαλλή, «δεν είναι επιθυμητό να κατατεμαχίζεται η ποινική διαδικασία και να διεξάγονται "ενδιάμεσες δίκες", επί διαδικαστικών θεμάτων, όπως η παρούσα, όταν αυτά μπορούν να εξεταστούν στο πλαίσιο της δίκης, έτσι ώστε να μην δαπανάται δικαστικός χρόνος». [Γ]. Τέλος, η Κατηγορούμενη 2, προβάλλει ως λόγο για παραμερισμό του κατηγορητηρίου, στο βαθμό που αυτό αφορά τις κατηγορίες από 14 μέχρι 23, ελαττωματικότητα λόγω πολλαπλότητας κατηγοριών.
- Δεν αποδέχομαι ως βάσιμη την εισήγηση.
- Το τι πρέπει να περιλαμβάνεται στις λεπτομερείς ενός αδικήματος, καθορίζεται από το προαναφερόμενο Άρθρο 39 του Κεφ.
- Το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος, πρέπει να περιγράφεται σε συντομία και σε κοινή γλώσσα. Ένα και μόνο αδίκημα πρέπει να προβάλλεται και για την φύση της κατηγορίας πρέπει να δίδεται εύλογη πληροφόρηση. Έπεται από τα προαναφερόμενα, ότι, όταν μία κατηγορία περιλαμβάνει πέραν του ενός αδικήματος, πάσχει λόγω πολλαπλότητας και είναι άκυρη (βλ. Panteli v Labour Office Famagusta
(1985)2 C.L.R. 205, Χατζηφόραδος & Υιοί Λτδ ν Δήμου Λάρνακας
(1995)2 Α.Α.Δ. 167, Χαραλάμπους ν Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14, Ξυδιας ν Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 174, Komurgu v Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 103, Νεάρχου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 7577, 28/01/2004, Ανδρέας Σ. Κοιλιάρης Λτδ ν Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας, Ποινική Έφεση αρ. 6053, 14/07/1998, Re Χρίστου, Αίτηση Αρ. 25/96, 09/04/1996, Ευθυμίου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 7165, 27/01/2003, Παρούτη ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 215/07, 10/09/2009, Ανδρονίκου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 238/07, 15/07/2008). 28. Η ουσία του ζητήματος, είναι κατά πόσο προκαλείται αβεβαιότητα στον κατηγορούμενο, σε ότι αφορά την κατηγορία που έχει να αντιμετωπίσει. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Bale v Rosier [1977] 2 All ER 160 από τον Δικαστή Everleigh: «The complaint of duplicity when directed against a charge usually involves an uncertainty as to which of two possible alternative activities are concerned in the charge laid. It may sometimes involve the possibility of one activity giving rise to two different kinds of legal offence. But the gravamen of the fault of duplicity is that it does not allow an accused to know with precision the charge which he has to face and which is brought against him.». 29. Το βασικό, σε κάθε περίπτωση, ερώτημα, που πρέπει να απαντάται όταν εγείρεται ζήτημα πολλαπλότητας κατηγοριών, είναι κατά πόσο, η νομοθετική διάταξη αντικείμενο της έκθεσης του αδικήματος, ασχολείται με διαφορετικά αδικήματα, ή με διαφορετικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος. Ανάλυση του ζητήματος, γίνεται στο σύγγραμμα Crown Court Practice, Trial, 1978, στις σελίδες από 45 έως και 61. Για το προαναφερόμενο ζήτημα, στην σελίδα 48 αναφέρονται τα εξής: «A consideration of the cases . demonstrates that it is not always easy to draw the line but two wide propositions seem to emerge: (
- i)If a statutory provision states "disjunctively linked formulae", it is more likely than not that separate offences are contained in the definition. (
- ii)In deciding whether separate offences are being set out in the provision much depends on the nature of the conduct dealt with by the provision, and it is erroneous to assume that the mere use of disjunctives necessarily creates different offences. The root question to be resolved is whether the section is dealing with a number of offences or with different modes of committing the same offence. .». 30. Μία από τις περιπτώσεις που εξετάζεται στο προαναφερόμενο σύγγραμμα (στις σελίδες 40 και 41), είναι αυτή όταν η διάζευξη ή οι διαζεύξεις στη σχετική νομοθετική διάταξη [αντικείμενο της κατηγορίας], συνδέει ή συνδέουν διαφορετικούς τρόπους διάπραξης του ίδιου αδικήματος, ή συνδέει ή συνδέουν διαφορετικά αδικήματα που αφορούν το ίδιο περιστατικό. Με αναφορά στην νομολογία (βλ. Limnell [1969] 3 All ER 849, Jones, ex parte Thomas [1921] 1 KB 632, R. v Clow (Ronald Charles) [1965] 1 QB 598, Mallon v Allon [1964] 1 QB 385), σημειώνεται ότι, ακόμη και στις περιπτώσεις διαφορετικών αδικημάτων, είναι επιτρεπτός ο συνδυασμός τους σε μία κατηγορία, εάν το ζήτημα αφορά ένα μόνο περιστατικό («if the matter relates to one single incident») ή την ίδια ακριβώς συμπεριφορά («relate to the same piece of conduct»). 31. Στην υπόθεση R. v Clow (Ronald Charles) [1965] 1 QB 598 ανωτέρω, μετά από ανασκόπηση της νομολογίας, ο Λόρδος Αρχιδικαστής Parker, ανέφερε καταληκτικά τα εξής: «Accordingly, however illogical it may seem, the line of authority is clear and supported by Lord Coleridge J., Avory J., Humphreys J., and others to the effect that, even if these are separate offences, it is permissible to charge them conjunctively as in the present case if the matter relates to one single incident, as of course it does in the present case, the death of the unfortunate lady concerned.». Βλ. επίσης, Vernon v Paddon [1973] 3 All E.R. 302. 32. Αντικείμενο των κατηγοριών από 14 μέχρι 23, είναι το αδίκημα της «παράλειψης καταβολής πρόσθετου φόρου, χρηματικής επιβάρυνσης και τόκου από παράλειψη καταβολής Φ. Π. Α. που φαίνεται στην φορολογική δήλωση ως καταβλητέος κατά παράβαση .». Σε ότι αφορά αυτό, η Κατηγορούμενη 2, δια των λεπτομερειών του αδικήματος, πληροφορείται ότι, «παρέλειψε να καταβάλει στον Έφορο Φ. Π. Α. ποσό συνολικού ύψους €. -ήτοι πρόσθετο φόρο €., χρηματική επιβάρυνση €. και τόκο €.- που επιβλήθηκε λόγω μη εμπρόθεσμης υποβολής φορολογικής δήλωσης καθώς και μη εμπρόσθεσμης καταβολής Φ. Π. Α. για η φορολογική περίοδο .». 33. Σύμφωνα με το Άρθρο 46 του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000, Νόμος 95(I)/2000: «
(9)Οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείπει να καταβάλει το Φ.Π.Α. που εμφαίνεται σε φορολογική δήλωσή του ως καταβλητέος σε σχέση με οποιαδήποτε περίοδο μέσα στην προθεσμία που προβλέπουν Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 20
(1), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές.
(10)Οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείπει να υποβάλει φορολογική δήλωση για καθορισμένη φορολογική περίοδο μέσα στην προθεσμία που προβλέπουν Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 20
(1), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές. (10Α) Κάθε πρόσωπο που παραλείπει ή αρνείται να καταβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό πρόσθετου φόρου ή χρηματικής επιβάρυνσης ή τόκου που επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι του δέκα τοις εκατόν (10%) του οφειλόμενου ποσού.». 34. Σχετικές, σε ότι αφορά τα προαναφερόμενα αδικήματα, είναι και οι εξής διατάξεις των περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Γενικών) Κανονισμών του 2001 και 2002: «17.—
(1)Κάθε πρόσωπο που είναι εγγεγραμμένο ή που ήταν ή απαιτείται να είναι εγγεγραμμένο οφείλει, σε σχέση με κάθε περίοδο τριμήνου ή στην περίπτωση προσώπου που είναι εγγεγραμμένο, κάθε περίοδο 3 μηνών που λήγει κατά τις ημερομηνίες που γνωστοποιούνται είτε στο πιστοποιητικό εγγραφής που εκδίδεται σε αυτό το πρόσωπο ή διαφορετικά, όχι αργότερα από τη δέκατη ημέρα μετά το τέλος του μήνα που ακολουθεί το τέλος της περιόδου με την οποία σχετίζεται, να υποβάλει στον Έφορο φορολογική δήλωση σε έντυπο που καθορίζεται με Γνωστοποίηση του Εφόρου που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στην οποία να δηλώνεται το ποσό του Φ.Π.Α. που οφείλει να καταβάλει από αυτό και η οποία να περιέχει πλήρεις πληροφορίες σε σχέση με τα άλλα θέματα που καθορίζονται στο έντυπο και δήλωση, υπογραμμένη από αυτό, ότι η φορολογική δήλωση είναι αληθής και πλήρης: Νοείται ότι— (α) Ο Έφορος δύναται να επιτρέψει ή να δώσει εντολή σε πρόσωπο να υποβάλλει φορολογικές δηλώσεις αναφορικά με περιόδους διαρκείας ενός μηνός και να υποβάλλει τις δηλώσεις αυτές όχι αργότερα από τη δέκατη ημέρα μετά το τέλος του μήνα που ακολουθεί το τέλος των περιόδων με τις οποίες σχετίζονται· (β) η πρώτη φορολογική δήλωση αφορά την περίοδο που καθορίζεται σύμφωνα με το Πρώτο Παράρτημα κατά την οποία το πρόσωπο εγγράφηκε ή έπρεπε να εγγραφεί, και η εν λόγω περίοδος αρχίζει από εκείνη την ημερομηνία· (γ) εάν ο Έφορος κρίνει αναγκαίο σε οποιαδήποτε περίπτωση να τροποποιήσει τη διάρκεια οποιασδήποτε περιόδου ή την ημερομηνία κατά την οποία οποιαδήποτε περίοδος αρχίζει ή συμπληρώνεται ή μέχρι την οποία πρέπει να υποβληθεί οποιαδήποτε φορολογική δήλωση, τότε μπορεί να επιτρέψει ή να δώσει εντολή σε οποιοδήποτε πρόσωπο να υποβάλλει φορολογικές δηλώσεις αναλόγως, ανεξάρτητα από το αν η περίοδος που τροποποιείται τοιουτοτρόπως έχει συμπληρωθεί ή όχι· (δ) εάν ο Έφορος κρίνει αναγκαίο σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη περίπτωση, δύναται να επιτρέψει ή να δώσει εντολή σε πρόσωπο να υποβάλλει φορολογικές δηλώσεις σε διεύθυνση που ορίζει ο Έφορος. 29.—
(2)Οποιοδήποτε πρόσωπο που έχει υποχρέωση να υποβάλει φορολογική δήλωση, οφείλει να καταβάλει στον Έφορο το ποσό Φ.Π.Α. που είναι καταβλητέο σε σχέση με την περίοδο στην οποία αφορά η φορολογική δήλωση όχι αργότερα από την τελευταία ημέρα κατά την οποία απαιτείται να υποβληθεί η φορολογική δήλωση.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 35. Από τα προαναφερόμενα, προκύπτει ότι: (α) η παράλειψη καταβολής του Φ. Π. Α. που εμφανίζεται σε φορολογική δήλωσή ως καταβλητέος σε σχέση με οποιαδήποτε καθορισμένη περίοδο, (β) η παράλειψη υποβολής φορολογικής δήλωσης για καθορισμένη φορολογική περίοδο μέσα στην καθορισμένη προθεσμία, (γ) η παράλειψη ή άρνηση καταβολής οποιουδήποτε ποσού πρόσθετου φόρου που επιβάλλεται δυνάμει του νόμου, (δ) η παράλειψη ή άρνηση καταβολής οποιουδήποτε ποσού χρηματικής επιβάρυνσης που επιβάλλεται δυνάμει του νόμου και (ε) η παράλειψη ή άρνηση καταβολής οποιουδήποτε ποσού τόκου που επιβάλλεται δυνάμει του νόμου; είναι όλα αδικήματα διαφορετικά μεταξύ τους. Εντούτοις, όλα συνδέονται με την ίδια ακριβώς συμπεριφορά, ήτοι, αυτήν της παράλειψης καταβολής Φ. Π. Α. σε σχέση με συγκεκριμένη [και εκ του νόμου καθορισμένη] περίοδο, και ως εκ τούτου, αν και διαφορετικά μεταξύ τους, ο συνδυασμός τους σε μία κατηγορία είναι επιτρεπτός. Όπως προνοεί ο Κανονισμός 29
(2)των περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Γενικών) Κανονισμών του 2001 και 2002 ανωτέρω: «Οποιοδήποτε πρόσωπο που έχει υποχρέωση να υποβάλει φορολογική δήλωση, οφείλει να καταβάλει στον Έφορο το ποσό Φ.Π.Α. που είναι καταβλητέο σε σχέση με την περίοδο στην οποία αφορά η φορολογική δήλωση όχι αργότερα από την τελευταία ημέρα κατά την οποία απαιτείται να υποβληθεί η φορολογική δήλωση.» (την τελευταία ημέρα που πρέπει να υποβληθεί η φορολογική δήλωσης για μια συγκεκριμένη φορολογική περίοδο, πρέπει να καταβληθεί και ο οφειλόμενος Φ. Π. Α.).
- Σημασία, εν προκειμένω, έχει και το γεγονός, ότι, στις λεπτομέρειες του αδικήματος, δεν χρησιμοποιείται οποιαδήποτε διάζευξης, ώστε είναι ξεκάθαρο ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 δεν κατηγορούνται εναλλακτικά για τα αδικήματα αυτά. Για το ζήτημα αυτό, στην υπόθεση Rex v. Surrey Justices, Ex parte Witherick [1932] 1 K.B. 450, ο Δικαστής Avory, ανέφερε το εξής: «The cases [ Rex v. Johns, Ex Parte Thomas 10 and Rex v. Wells, Ex Parte Clifford 11 ] ... clearly illustrate the distinction which is to be drawn between charging offences in the alternative and charging that a man may by one act have committed two offences.».
- Κατ' ακολουθίαν των όσων έχουν προαναφερθεί, η Αίτηση της Κατηγορουμένης 2 απορρίπτεται. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Το Άρθρο 66 του Κεφ. 155, προνοεί: «Οποιαδήποτε ένσταση στο κατηγορητήριο ή σε κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο για οποιοδήποτε εκ πρώτης όψεως τυπικό μειονέκτημα αυτού προβάλλεται αμέσως μετά την ανάγνωση στον κατηγορούμενο του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο και προτού αυτός απαντήσει σε αυτό αλλά όχι αργότερα.». [ii] Το Άρθρο 39 του Κεφ. 155, προνοεί: «Οι ακόλουθες διατάξεις εφαρμόζονται σε κάθε κατηγορητήριο και ανεξάρτητα από οποιοδήποτε Νόμο ή κανόνα πρακτικής, το κατηγορητήριο, τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, δεν επιδέχεται ένσταση σε σχέση με τον τύπο ή το περιεχόμενο αυτού αν είναι συνταγμένο σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού- (α) εκτίθεται στο κατηγορητήριο σε χωριστή παράγραφο που καλείται κατηγορία η διατύπωση του ποινικού αδικήματος που βρίσκεται στο κατηγορητήριο ή όταν προσάπτονται κατηγορίες για περισσότερα από ένα ποινικά αδικήματα η διατύπωση καθενός τέτοιου ποινικού αδικήματος (β) όταν το κατηγορητήριο περιλαμβάνει περισσότερες από μία κατηγορίες, οι κατηγορίες αριθμούνται κατά σειρά (γ) η κατηγορία στο κατηγορητήριο περιγράφει εν συντομία σε κοινή γλώσσα το ποινικό αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος, αποφεύγοντας, στο μέτρο του δυνατού τη χρήση τεχνικών όρων και χωρίς απαραίτητα να εκτίθενται όλα τα ουσιώδη στοιχεία του ποινικού αδικήματος, και περιλαμβάνει αναφορά στο άρθρο του νομοθετήματος που δημιουργεί το ποινικό αδίκημα. Όταν κάποιο αδίκημα συνίσταται από πράγμα το οποίο απαγορεύεται από το συνδυασμένο αποτέλεσμα περισσότερων του ενός νομοθετημάτων, το κατηγορητήριο περιλαμβάνει αναφορά και στα δύο αυτά νομοθετήματα και αν το ποινικό αδίκημα ορίζεται από ένα και η ποινή προβλέπεται από άλλο νομοθέτημα γίνεται επίσης αναφορά στο νομοθέτημα που προβλέπει την ποινή (δ) όταν το νομοθέτημα που συνιστά το ποινικό αδίκημα αναφέρει ότι το ποινικό αδίκημα είναι η τέλεση ή η παράλειψη τέλεσης οποιασδήποτε από τις διάφορες πράξεις διαζευτικά ή η τέλεση ή η παράλειψη τέλεσης οποιασδήποτε πράξης με οποιαδήποτε από τις διάφορες ιδιότητες, ή με οποιαδήποτε από τις διάφορες προθέσεις ή διατυπώνει οποιοδήποτε μέρος του ποινικού αδικήματος διαζευκτικά, οι πράξεις, παραλείψεις, ιδιότητες ή προθέσεις, ή άλλα ζητήματα που συνιστούν τη διάζευξη στο νομοθέτημα δύνανται να διατυπωθούν διαζευκτικά στην κατηγορία που προσάπτεται για το εν λόγω ποινικό αδίκημα (ε) σε οποιαδήποτε κατηγορία για ποινικό αδίκημα, δεν είναι αναγκαίο να αντικρούεται οποιαδήποτε εξαίρεση ή απαλλαγή από την εφαρμογή ή επιφύλαξη ή περιορισμό στην εφαρμογή του νομοθετήματος που δημιουργεί το ποινικό αδίκημα (στ) αν το ποινικό αδίκημα για το οποίο προσάπτεται κατηγορία συνίσταται από οποιαδήποτε πράξη που σχετίζεται με περιουσία ή σε περιουσία, δεν είναι αναγκαίο να αναφερθεί ότι η περιουσία ανήκει σε συγκεκριμένο πρόσωπο, εκτός όταν αυτό απαιτηθεί για το σκοπό περιγραφής ποινικού αδικήματος που εξαρτάται από ειδική ιδιοκτησία περιουσίας ή από ειδική αξία περιουσίας, και είτε γίνεται είτε όχι τέτοια αναφορά, είναι αρκετό για την κατηγορία να αποδείξει τέτοια γεγονότα ως προς την ιδιοκτησία ώστε να καταδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται (ζ) δεν είναι αναγκαίο ή δεν χρησιμοποιείται βεβαιότητα ή λεπτομέρεια αναφοράς σχετικά με έγγραφα, γεγονότα, πράγματα, πρόσωπα, τόπους, χρόνο ή οποιοδήποτε άλλο ζήτημα, στο κατηγορητήριο μεγαλύτερη από αυτή που είναι εύλογα επαρκή για το σκοπό παροχής ειδοποίησης στον κατηγορούμενο για αυτά. Γεγονότα και έγγραφα δύνανται να καταρτιστούν ως παράρτημα και αντίγραφα αυτών δύνανται να συναφθούν στο κατηγορητήριο αν η μέθοδος αυτή είναι κατάλληλη (η) δεν είναι αναγκαίο κατά την αναφορά οποιασδήποτε πρόθεσης καταδολίευσης, απάτης ή βλάβης να αναφέρεται πρόθεση να καταδολιευθεί, εξαπατηθεί ή βλαφτεί συγκεκριμένο πρόσωπο, εκτός αν το νομοθέτημα που δημιουργεί το αδίκημα καθιστά την πρόθεση να καταδολιευθεί, εξαπατηθεί ή βλαφτεί συγκεκριμένο πρόσωπο ουσιαστικό στοιχείο του ποινικού αδικήματος (θ) όταν ο κατηγορούμενος κατηγορείται για ποινική κατάχρηση εμπιστοσύνης, δόλια ιδιοποίηση περιουσίας, δόλια παραποίηση λογαριασμών, δόλιο σφετερισμό ή δεκασμό ή κατάχρηση αξιώματος, είναι αρκετό να οριστεί το συνολικό ποσό σε σχέση με το οποίο υπάρχει ισχυρισμός ότι το ποινικό αδίκημα διαπράχτηκε και οι ημερομηνίες μεταξύ των οποίων υπάρχει ισχυρισμός ότι διαπράχτηκε αυτό χωρίς ορισμό συγκεκριμένων επί μέρους ποσών ή ακριβών ημερομηνιών (ι) όταν το κατηγορητήριο περιλαμβάνει προηγούμενη καταδίκη για ποινικό αδίκημα αυτή πρέπει να περιλαμβάνεται στο τέλος της κατηγορίας με αναφορά ότι ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε προηγουμένως για το εν λόγω ποινικό αδίκημα σε ορισμένο χρόνο και τόπο χωρίς να εκτεθούν οι λεπτομέρειες του αδικήματος: Νοείται ότι κανένα λάθος στην έκθεση του ποινικού αδικήματος ή των λεπτομερειών που απαιτούνται να αναφερθούν στο κατηγορητήριο δεν θεωρείται σε οποιοδήποτε στάδιο της υπόθεσης ως μη συμμόρφωση προς τις διατάξεις του Νόμου αυτού εκτός αν σύμφωνα με τη γνώμη του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος πράγματι παραπλανήθηκε λόγω του λάθους αυτού.». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο