ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ν. ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ, Υπόθεση υπ' αρ.: 25177/2014, 17/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B223 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 25177/2014 Κατηγορητήριο που καταχωρήθηκε από: ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ Κατήγορος - εναντίον - ***** ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ Κατηγορούμενος ---------- Ημερομηνία: 17/10/2018 Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Τασούλα Σκούρου Κατηγορούμενος Παρών Για τον Κατηγορούμενο: Καμία εμφάνιση. ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ Το κατηγορητήριο
- Ο Κατηγορούμενος, στην υπόθεση αυτή, αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες που του προσήχθησαν από τον Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων (στο εξής καλούμενος και ως «ο Κατήγορος»), για παραβάσεις προνοιών του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου του 2010, Νόμος 59(I)/2010 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 59(Ι)/2010») και των δυνάμει αυτού εκδοθέντων περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Εισφορές) Κανονισμοί του 2010, Κ. Δ. Π. 289/2010 (στο εξής καλούμενοι «οι Κανονισμοί»).
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ο Κατηγορούμενος, κατά παράβαση των σχετικών άρθρων του προαναφερόμενου Νόμου 59(Ι)/2010 και Κανονισμών, παρέλειψε να καταβάλει στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, το συνολικό ποσό των €3.969,90, το οποίο αντιπροσωπεύει τις καθυστερημένες εισφορές του, ως αυτοτελώς εργαζόμενος, κοινωνικών ασφαλίσεων, για την περίοδο 07/01/2013 μέχρι 06/07/2014, καθώς επίσης και τα ανάλογα, σε σχέση με την εν λόγω υποχρέωση του, πρόσθετα τέλη. Η προσκομισθείσα μαρτυρία
- Προς απόδειξη της υπόθεσης του Κατήγορου, κλήθηκε στο Δικαστήριο και κατέθεσε, ο ***** Σωκράτους (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ»).
- Προς υπεράσπιση του Κατηγορουμένου, μαρτυρία εδόθη μόνον από τον ίδιο. Ο Κατηγορούμενος, επέλεξε να μαρτυρήσει από την θέση εξεταζόμενου μάρτυρα, δίδοντας αντί του όρκου, βεβαίωση, στην βάση των διατάξεων του Άρθρου 55 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Η νομική πτυχή
- Το Άρθρο 9 του Συντάγματος, προνοεί, ότι: «Έκαστος έχει το δικαίωμα αξιοπρεπούς διαβιώσεως και κοινωνικής ασφαλείας. Ο νόμος θα προβλέψη περί προστασίας των εργατών, αρωγής προς τους πτωχούς και συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων.».
- Σκοπός του Νόμου 59(I)/2010, ως αναφέρεται και στο Άρθρο 3
(1)αυτού, είναι, ακριβώς, «η εφαρμογή συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων, κατ' επιταγήν του Άρθρου 9 του Συντάγματος .» (βλ. Κώστας Οικονομίδης ν Διευθυντής Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1989)2 Α.Α.Δ 235 και Παρασκευά ν Διευθυντή Των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Ποινική Έφεση Αρ. 262/2015, 18/12/2017). 7. Σύμφωνα με το Άρθρο 3
(2)του Νόμου 59(Ι)/2010, οι αυτοτελώς εργαζόμενοι, αποτελούν κατηγορία προσώπων που ασφαλίζονται βάσει του Νόμου 59(Ι)/
- Όπως προνοεί το Άρθρο 11 του Νόμου 59(Ι)/2010, «Για κάθε περίοδο εισφοράς μέσα στην οποία πρόσωπο απασχολήθηκε ως αυτοτελώς εργαζόμενος, υπάρχει υποχρέωση για καταβολή εισφοράς από τον αυτοτελώς εργαζόμενο και από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας.».
- Η εισφορά, καθορίζεται από το Άρθρο 12 του Νόμου 59(Ι)/
- Σύμφωνα με αυτό: «
- Το ποσό της εισφοράς που καταβάλλεται για την απασχόληση αυτοτελώς εργαζομένου είναι ίσο με ποσοστό επί των ασφαλιστέων αποδοχών του - (α) 15,5%, από το οποίο 12% καταβάλλεται από τον ίδιο και 3,5% από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας, από τις 6 Οκτωβρίου 1980, (β) 14,5%, από το οποίο 11% καταβάλλεται από τον ίδιο και 3,5% από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας, από την 30η Μαΐου 1988, (γ) 15,6%, από το οποίο 11,6% καταβάλλεται από τον ίδιο και 4% από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας, από την πρώτη Δευτέρα του έτους εισφορών 1993, (δ) 16,9%, από το οποίο 12,6% καταβάλλεται από τον ίδιο και 4,3% από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας, από την πρώτη Δευτέρα του μήνα εισφορών Απριλίου του 2009, (ε) 19,2%, από το οποίο 14,6% καταβάλλεται από τον ίδιο και 4,6% από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας, από την πρώτη Δευτέρα του έτους εισφορών 2014, (στ) 20,5%, από το οποίο 15,6% καταβάλλεται από τον ίδιο και 4,9% από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας, από την πρώτη Δευτέρα του έτους εισφορών 2019, (ζ) 21,8%, από το οποίο 16,6% καταβάλλεται από τον ίδιο και 5,2% από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας, από την πρώτη Δευτέρα του έτους εισφορών 2024, (η) 23,1%, από το οποίο 17,6% καταβάλλεται από τον ίδιο και 5,5% από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας, από την πρώτη Δευτέρα του έτους εισφορών 2029, (θ) 24,4%, από το οποίο 18,6% καταβάλλεται από τον ίδιο και 5,8% από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας, από την πρώτη Δευτέρα του έτους εισφορών 2034, (ι) 25,7% από το οποίο 19,6% καταβάλλεται από τον ίδιο και 6,1% από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας, από την πρώτη Δευτέρα του έτους εισφορών 2039.». (η έμφαση είναι δική μου)
- Σύμφωνα με τους Κανονισμούς (ως ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο που υπάρχει ισχυρισμός ότι διαπράχθηκαν τα αδικήματα) που εξεδόθησαν από το Υπουργικό Συμβούλιο βάσει των Άρθρων 10 και 78 του Νόμου 59(Ι)/2010: «4.-
(1)Κάθε μισθωτός ή αυτοτελώς εργαζόμενος οφείλει να αποτείνεται για εγγραφή στο πλησιέστερο Επαρχιακό Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με τη συμπλήρωση και υποβολή αίτησης στον καθορισμένο για το σκοπό αυτό τύπο.
(2)Η αίτηση για εγγραφή υποβάλλεται το αργότερο μέσα σ' ένα
(1)μήνα από την έναρξη της απασχόλησης του μισθωτού ή του αυτοτελώς εργαζομένου, ανάλογα με την περίπτωση, και, σε περίπτωση μισθωτού, η αίτηση υποβάλλεται μέσω του εργοδότη του, ο οποίος είναι υπόχρεος να την υποβάλει εντός της προθεσμίας καταβολής των αντίστοιχων εισφορών για το μισθωτό. .. 16.-
(1)Για σκοπούς καταβολής εισφορών, οι αυτοτελώς εργαζόμενοι κατατάσσονται, ανάλογα µε το επάγγελμα τους, σε µια από τις επαγγελματικές κατηγορίες που καθορίζονται στη στήλη (α) του Πίνακα Ι.
(2)Το κατώτατο εβδομαδιαίο ποσό ασφαλιστέων αποδοχών για κάθε επαγγελματική κατηγορία αυτοτελώς εργαζομένων είναι το γινόμενο του εβδομαδιαίου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών, επί το συντελεστή που καθορίζεται στην στήλη (β) του Πίνακα Ι, απέναντι από κάθε επαγγελματική κατηγορία.
(3)Τηρουμένων των διατάξεων του Κανονισμού 17, κάθε αυτοτελώς εργαζόμενος καταβάλλει εισφορές πάνω στο κατώτατο ποσό ασφαλιστέων αποδοχών που καθορίζεται σύμφωνα µε την παράγραφο
(2)για την επαγγελματική κατηγορία στην οποία αυτός κατατάχθηκε. 17.-
(1)Αυτοτελώς εργαζόμενος, ο οποίος κατόπιν υποβολής αίτησης στον καθορισμένο από το Διευθυντή τύπο, συνοδευόμενης από αποδεικτικά στοιχεία για το εισόδημα του, ικανοποιεί το Διευθυντή ότι οι αποδοχές του είναι χαμηλότερες από το κατώτατο ποσό ασφαλιστέων αποδοχών της οικείας επαγγελματικής κατηγορίας, δικαιούται να καταβάλλει εισφορές πάνω στο ποσό των πραγματικών αποδοχών του. . 18.-
(1)Αυτοτελώς εργαζόμενος ο οποίος αλλάζει επάγγελμα, που συνεπάγεται αλλαγή επαγγελματικής κατηγορίας, οφείλει να γνωστοποιήσει την αλλαγή αυτή μέσα σε τριάντα
(30)ημέρες στο πλησιέστερο Επαρχιακό Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, µε τη συμπλήρωση και υποβολή του καθορισμένου για το σκοπό αυτό τύπου.
(2)Οι διατάξεις των Κανονισμών 16 και 17 εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών και στην περίπτωση αλλαγής επαγγέλματος, όπως αναφέρεται στην παράγραφο
(1). 19. Κάθε αυτοτελώς εργαζόμενος που είναι υπόχρεος για καταβολή εισφορών, οφείλει να τις καταβάλλει στο Επαρχιακό Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων που ορίζει στην περίπτωσή του ο Διευθυντής, όχι αργότερα από την ημερομηνία που καθορίζεται στον Πίνακα ΙΙ, ανάλογα με το μήνα εισφορών για τον οποίο είναι καταβλητέες οι εισφορές. . 21.-
(1)Κάθε εργοδότης ή αυτοτελώς εργαζόμενος, ο οποίος παραλείπει να καταβάλει εισφορές μέσα στην προθεσμία που καθορίζεται στους παρόντες Κανονισμούς, είναι υπόχρεος να καταβάλει πρόσθετο τέλος σε ποσοστό 3% του ποσού των οφειλόμενων εισφορών για καθυστέρηση μέχρι ένα
(1)μήνα και 3% για κάθε τέτοιο διάστημα περαιτέρω καθυστέρησης: Νοείται ότι, σε καμιά περίπτωση το ποσοστό πρόσθετου τέλους δεν μπορεί να υπερβεί το 27% του ποσού των καθυστερούμενων εισφορών: Νοείται περαιτέρω ότι, καθόσον αφορά τις καθυστερημένες εισφορές για τους μήνες μέχρι και το τέλος του έτους 2013, οι οποίες θα εξοφληθούν μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2013, δεν επιβάλλεται οποιοδήποτε πρόσθετο τέλος καθόσον αφορά τους μήνες καθυστέρησης του 2013, αλλά θα καταβάλλεται οποιοδήποτε πρόσθετο τέλος οφείλεται μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2012: Νοείται έτι περαιτέρω ότι, για οποιαδήποτε καθυστερημένη εισφορά, η οποία δεν εξοφλείται μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2013, δεν θα τυγχάνει εφαρμογής η εξαίρεση που εισάγει η πιο πάνω δεύτερη επιφύλαξη της παρούσας παραγράφου.
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις της παραγράφου
(1), στην περίπτωση αυτοτελώς εργαζομένου στην οποία τυγχάνει εφαρμογής ο Κανονισμός 17, δεν καταβάλλεται κανένα πρόσθετο τέλος για εισφορές που οφείλονται αναφορικά με την τυχόν διαφορά μεταξύ του ποσού των ασφαλιστέων αποδοχών, το οποίο δηλώνει ο αυτοτελώς εργαζόμενος και εκείνου που καθορίζεται στην απόφαση του Διευθυντή, πριν από την εκπνοή του δεύτερου ημερολογιακού μήνα από τη λήψη της απόφασης αυτής.
- Κάθε αυτοτελώς εργαζόμενος, που τερματίζει οριστικά την απασχόλησή του, οφείλει να γνωστοποιήσει τον τερματισμό στο πλησιέστερο Επαρχιακό Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, το αργότερο μέχρι το τέλος του ημερολογιακού μήνα που ακολουθεί την αναφερόμενη στον Πίνακα ΙΙ τριμηνιαία περίοδο μέσα στην οποία τερματίζεται η απασχόληση στον καθορισμένο από το Διευθυντή τύπο. . ΠΙΝΑΚΑΣ Ι (Κανονισμός 16) Επαγγελματική Κατηγορία (α) Συντελεστής καθορισμού κατώτατου ποσού ασφαλιστέων αποδοχών (β) .
- Λογιστές, Οικονομολόγοι, Δικηγόροι και άλλοι Ελεύθεροι Επαγγελματίες- (α) για χρονική περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δέκα
(10)έτη (β) για χρονική περίοδο που υπερβαίνει τα δέκα
(10)έτη . . 2,20 4,45 . ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ (Κανονισμός 17, 19 και 22) Προθεσμία καταβολής εισφορών αυτοτελώς εργαζομένων Μήνες εισφορών Ιανουάριος-Μάρτιος Απρίλιος-Ιούνιος Ιούλιος-Σεπτέμβριος Οκτώβριος-Δεκέμβριος Ημερομηνία 10 επόμενου Μαΐου 10 επόμενου Αυγούστου 10 επόμενου Νοεμβρίου 10 επόμενου Φεβρουαρίου ». 11. Τέλος, σύμφωνα με το Άρθρο 85 του Νόμου 59(Ι)/2010: «85
(1)Κάθε εργοδότης ή αυτοτελώς εργαζόμενος ο οποίος παραλείπει ή αμελεί να καταβάλει οποιαδήποτε εισφορά ή πρόσθετο τέλος είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα
(1)έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες τετρακόσια ευρώ (€3.400,00) ή και στις δύο αυτές ποινές, σε περίπτωση δε δεύτερης ή κατ' επανάληψη καταδίκης αυτού για το ίδιο αδίκημα, σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο
(2)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000,00) ή και στις δύο αυτές ποινές.
(2)Σε περίπτωση καταδίκης σύμφωνα με το εδάφιο
(1), ο εργοδότης ή ο αυτοτελώς εργαζόμενος, ανάλογα με την περίπτωση, επιπρόσθετα από οποιαδήποτε άλλη ποινή στην οποία υπόκειται, υποχρεούται να καταβάλει στο Ταμείο το ποσό των εισφορών ή του πρόσθετου τέλους που παρέλειψε ή αμέλησε να καταβάλει και επιπλέον ποσό που δεν υπερβαίνει το 25% του εν λόγω ποσού ή σε περίπτωση δεύτερης ή κατ' επανάληψη καταδίκης για το ίδιο αδίκημα, επιπλέον ποσό που δεν υπερβαίνει το 50%, όπως ήθελε διατάξει το Δικαστήριο: Νοείται ότι, το ποσό του οφειλόμενου πρόσθετου τέλους υπολογίζεται κατά την ημέρα της καταδίκης.
(3)Σε κάθε καταδίκη για παράλειψη ή αμέλεια καταβολής εισφορών, μπορεί να προσαχθούν αποδεικτικά στοιχεία για παράλειψη ή αμέλεια του εργοδότη να καταβάλει άλλες εισφορές τις οποίες ήταν υπόχρεος να καταβάλει δυνάμει του παρόντος Νόμου, αναφορικά με το ίδιο ή άλλο πρόσωπο το οποίο αυτός απασχολούσε για οποιαδήποτε περίοδο πριν από την ημερομηνία του αδικήματος, εφόσον μαζί με την κλήση ή το ένταλμα επιδοθεί ειδοποίηση: Νοείται ότι, εάν η παράλειψη ή αμέλεια αυτή αποδειχτεί, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει τον εργοδότη να καταβάλει στο Ταμείο ποσό ίσο με το σύνολο των εισφορών που αυτός παρέλειψε ή αμέλησε να καταβάλει.
(4)Κάθε ποσό που οφείλεται στο Ταμείο κατόπιν απόφασης του Δικαστηρίου δυνάμει του παρόντος Νόμου, εισπράττεται ως χρηματική ποινή.
(5)Κάθε ποσό που καταβάλλεται από εργοδότη ή αυτοτελώς εργαζόμενο δυνάμει των εδαφίων
(1),
(2),
(3)και
(4)του παρόντος άρθρου, λογίζεται ως πληρωμή που έγινε για την εξόφληση των εισφορών που δεν καταβλήθηκαν: Νοείται ότι, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(3)του άρθρου 10, ο εργοδότης δεν δικαιούται να ζητήσει ή ανακτήσει από το μισθωτό τις εισφορές που καταβάλλονται από το μισθωτό σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.
(6)Κάθε πρόσωπο, που για να επιτύχει τη χορήγηση οποιασδήποτε παροχής ή άλλης πληρωμής δυνάμει του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού, είτε για τον εαυτό του είτε για άλλο πρόσωπο ή για άλλο σκοπό που σχετίζεται με τον παρόντα Νόμο- (α) με γνώση του ή από αμέλεια προβαίνει σε ψευδή έκθεση ή ψευδείς παραστάσεις, ή (β) παρουσιάζει ή παρέχει ή προκαλεί ή επιτρέπει την παρουσίαση ή παροχή εγγράφου ή πληροφορίας, που γνωρίζει ότι είναι ψευδής ως προς κάποιο ουσιώδες στοιχείο, είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις οκτώ χιλιάδες πεντακόσια ευρώ (€8.500,00) ή και στις δύο αυτές ποινές.
(7)Σε περίπτωση καταδίκης οποιουδήποτε προσώπου δυνάμει του εδαφίου
(6), το Δικαστήριο δύναται επιπρόσθετα από την επιβολή οποιασδήποτε ποινής να διατάξει την επιστροφή στο Ταμείο του ποσού της παροχής ή της άλλης πληρωμής που καταβλήθηκε παράνομα.
(8)Οποιοσδήποτε παραβαίνει ή παραλείπει να συμμορφωθεί με οποιαδήποτε διάταξη του παρόντος Νόμου ή των Κανονισμών που εκδόθηκαν δυνάμει αυτού, για την οποία δεν προβλέπεται ρητά ποινή σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται για κάθε αδίκημα σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα
(1)έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια επτακόσια ευρώ (€1.700,00) ή και στις δύο αυτές ποινές.
(9)Σε περίπτωση που διαπράττεται ποινικό αδίκημα, κατά παράβαση του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού, από νομικό πρόσωπο ή από πρόσωπο που ενεργεί εκ μέρους νομικού προσώπου και αποδεικνύεται είτε ότι έχει διαπραχτεί με τη συγκατάθεση ή συνενοχή ή αμέλεια φυσικού προσώπου, που κατά το χρόνο διάπραξης του ποινικού αδικήματος κατέχει θέση συμβούλου, διευθυντή, γραμματέα ή άλλη παρόμοια θέση στο νομικό πρόσωπο ή εμφανίζεται ότι ενεργεί με τέτοια ιδιότητα, τότε τόσο το εν λόγω φυσικό πρόσωπο όσο και το νομικό πρόσωπο είναι ένοχοι του ίδιου ποινικού αδικήματος και υπόκεινται στην ποινή που προβλέπεται για το αδίκημα αυτό.
(10)Τίποτε από όσα διαλαμβάνονται στο παρόν άρθρο, δεν εμποδίζει το Διευθυντή να διεκδικεί με πολιτική αγωγή οποιοδήποτε ποσό που οφείλεται στο Ταμείο.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Η εκτίμηση της μαρτυρίας, η αξιολόγηση της αποδεκτής μαρτυρίας, ευρήματα για τα γεγονότα και τελικά συμπεράσματα
- Ο ΜΚ, είναι Ανώτερος Ασφαλιστικός Λειτουργός, στο Επαρχιακό Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων Λευκωσίας. Μεταξύ των καθηκόντων του, κατέθεσε, είναι ο έλεγχος, μέσω των αρχείων που τηρούνται από το Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων Λευκωσίας, της καταβολής των οφειλόμενων εισφορών από τα αυτοτελώς εργαζόμενα πρόσωπα.
- Όπως ο ΜΚ υποστήριξε, ο Κατηγορούμενος, ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου και σύμφωνα με τα αρχεία που τηρούνται από το Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων Λευκωσίας, κατόπιν απόφασης του Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, είναι εγγεγραμμένος ως αυτοτελώς εργαζόμενος δικηγόρος στην επαγγελματική κατηγορία 2(β), δηλαδή ως δικηγόρος για χρονική περίοδο που υπερβαίνει τα 10 έτη, από 05/01/
- Εγγραφή που, ως ο ΜΚ περαιτέρω υποστήριξε, συνεχίζει να ισχύει μέχρι και σήμερα. (Βλ. Τεκμήριο 1). Σύμφωνα με τον ΜΚ, ο Κατηγορούμενος, αμέσως προηγουμένως, για την περίοδο από 03/01/2005 μέχρι και 04/01/2015, ήταν εγγεγραμμένος ως αυτοτελώς εργαζόμενος δικηγόρος στην επαγγελματική κατηγορία 2(α), δηλαδή ως δικηγόρος για χρονική περίοδο που δεν υπερβαίνει τα 10 έτη.
- Ως ο ΜΚ ισχυρίστηκε, ο Κατηγορούμενος, ως αυτοτελώς εργαζόμενος, είχε, σύμφωνα με τον νόμο, την υποχρέωση να αποταθεί για εγγραφή στο πλησιέστερο Επαρχιακό Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με τη συμπλήρωση και υποβολή αίτησης στον καθορισμένο για το σκοπό αυτό τύπο, το αργότερο εντός 1ος μηνός από την έναρξη της απασχόλησης του, γεγονός που έπραξε και ο Διευθυντής Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με απόφαση του, τον κατέταξε στην επαγγελματική κατηγορία 2(α). Για κάθε περίοδο, υποστήριξε, που ο Κατηγορούμενος απασχολείται ως αυτοτελώς εργαζόμενος, υπάρχει υποχρέωση καταβολής εισφοράς στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Για σκοπούς καταβολής εισφορών, ο Κατηγορούμενος, ως αυτοτελώς εργαζόμενος, δυνάμει των περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Εισφορές) Κανονισμών του 2010, αρχικά, λόγω του επαγγέλματος του ως δικηγόρος, κατατάχθηκε στην επαγγελματική κατηγορία 2(α) και μετά τη συμπλήρωση 10 ετών, στην επαγγελματική κατηγορία 2(β). Για τις εν λόγω επαγγελματικές κατηγορίες, ανέφερε περαιτέρω ο ΜΚ, υπάρχει καθορισμένο κατώτατο εβδομαδιαίο ποσό ασφαλιστέων αποδοχών, επί του οποίου υπάρχει υποχρέωση καταβολής εισφορών από τον Κατηγορούμενο ως αυτοτελώς εργαζόμενος. Παρουσίασε τα Τεκμήρια 2 και 2Α, στα οποία παρουσιάζονται: (α) ο συντελεστής καθορισμού κατώτατου ποσού ασφαλιστέων αποδοχών και (β) το κατώτατο εβδομαδιαίο ποσό ασφαλιστέων αποδοχών σε ευρώ, αντίστοιχα για τις περιόδους 07/01/2013 - 05/01/2014 και 06/01/2014 - 04/01/
- Με βάση τους προαναφερόμενους Κανονισμούς, υποστήριξε ο ΜΚ, έχουν καθοριστεί 4 τριμηνιαίες περίοδοι για σκοπούς πληρωμής εισφορών από τα αυτοτελώς εργαζόμενα πρόσωπα. Η προθεσμία καταβολής εισφορών, διευκρίνισε, είναι μέχρι τις 10 του μεθεπόμενου μήνα από το τέλος της κάθε τριμηνιαίας περιόδου εισφορών και σε περίπτωση που η ημέρα αυτή είναι αργία, μέχρι την αμέσως επόμενη εργάσιμη ημέρα. (βλ. Τεκμήριο 5).
- Ο Κατηγορούμενος, ισχυρίστηκε ο ΜΚ, για την περίοδο εισφορών από 07/01/2013 μέχρι 06/07/2014, παρέλειψε να καταβάλει εισφορές μέσα στην καθορισμένη προθεσμία, που ήταν: (α) για τους μήνες Ιανουάριο μέχρι Μάρτιο του 2013, μέχρι τις 10/05/2013, (β) για τους μήνες από Απρίλιο μέχρι Ιούνιο του 2013, μέχρι τις 12/8/2013, (γ) για τους μήνες από Ιούλιο μέχρι Σεπτέμβριο του 2013, μέχρι τις 11 Νοεμβρίου του 2013, (δ) για τους μήνες από Οκτώβριο μέχρι Δεκέμβριο του 2013, μέχρι τις 10/02/2014, (ε) για τους μήνες Ιανουάριο μέχρι Μάρτιο του 2014, μέχρι τις 12/05/2014 και (ζ) για τους μήνες Απρίλιο μέχρι Ιούνιο του 2014, μέχρι τις 11/08/
- Το κατώτατο εβδομαδιαίο ποσό ασφαλιστέων αποδοχών της επαγγελματικής κατηγορίας του Κατηγορουμένου για την προαναφερόμενη επίδικη περίοδο, σύμφωνα με τον ΜΚ, ήταν €383.64, που είναι το γινόμενο του συντελεστή καθορισμού του κατώτατου ποσού ασφαλιστέων αποδοχών της επαγγελματικής του κατηγορίας, που είναι 2.20, επί του ποσού των εβδομαδιαίων βασικών ασφαλιστέων αποδοχών που ίσχυε για την προαναφερόμενη επίδικη περίοδο, που ήταν €174,
- (Βλ. Τεκμήριο 3). Όπως ο ΜΚ διευκρίνισε, το κατώτατο εβδομαδιαίο ποσό ασφαλιστέων αποδοχών για την εν λόγω επαγγελματική κατηγορία του Κατηγορούμενου, είναι το γινόμενο του εβδομαδιαίου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών, το οποίο καθορίζεται κάθε χρόνο με Διάταγμα του Υπουργικού Συμβουλίου και δημοσιεύεται στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας, επί το συντελεστή που καθορίστηκε σύμφωνα με τους προαναφερόμενους Κανονισμούς, για τη συγκεκριμένη επαγγελματική κατηγορία.
- Όπως ο ΜΚ υποστήριξε, το ποσό της εισφοράς που οφείλει ο Κατηγορούμενος ως αυτοτελώς εργαζόμενος στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, είναι €3.969,90 και ισούται με ποσοστό (α) 12.6% επί του εβδομαδιαίου κατώτατου ποσού ασφαλιστέων αποδοχών της επαγγελματικής του κατηγορίας για την περίοδο 07/01/2013 - 05/01/2014 και (β) 14.6% επί του εβδομαδιαίου κατώτατου ποσού ασφαλιστέων αποδοχών της επαγγελματικής του κατηγορίας για την περίοδο 06/01/2014 - 06/07/
- (Βλ. Τεκμήριο 4).
- Το ποσό εισφοράς που καταβάλλεται για την απασχόληση του αυτοτελώς εργαζομένου, σύμφωνα με τον ΜΚ, είναι ίσο με το ποσοστό επί των ασφαλιστέων αποδοχών που καθορίστηκε από τη Νομοθεσία για την περίοδο που οφείλονται οι εισφορές.
- Όπως ο ΜΚ, περαιτέρω ισχυρίστηκε, ο Κατηγορούμενος οφείλει πρόσθετο τέλος σε ποσοστό 27% επί του οφειλόμενου ποσού, το οποίο ανέρχεται σε €1.071.
- Όπως υποστήριξε ο ΜΚ, αυτοτελώς εργαζόμενος ο οποίος παραλείπει να καταβάλει εισφορά μέσα στην καθορισμένη προθεσμία, είναι υποχρεωμένος να καταβάλει προς το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, πρόσθετο τέλος 3%, για καθυστέρηση μέχρι 1 μήνα και 3% για κάθε τέτοιο διάστημα περαιτέρω καθυστέρησης του, μέχρι ποσοστό 27% επί των οφειλόμενων εισφορών του.
- Η συνολική οφειλή του Κατηγορούμενου για την επίδικη περίοδο προς το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ισχυρίστηκε ο ΜΚ, είναι ως εκ τούτου, €5.041,
- Ο Κατηγορούμενος, επεσήμανε ο ΜΚ, δεν προσέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο την απόφαση του Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με βάση την οποία είχε εγγραφεί ως αυτοτελώς εργαζόμενος στην συγκεκριμένη επαγγελματική κατηγορία από τις 03/01/
- Ενώ, ως ισχυρίστηκε ο ΜΚ, ο Κατηγορούμενος, σύμφωνα με τα αρχεία του Γραφείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων Λευκωσίας, κατέβαλλε τις εισφορές του στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, για την περίοδο μέχρι και τις 06/01/2013 (βλ. Τεκμήριο 6).
- Ο Κατηγορούμενος, επεσήμανε επίσης ο ΜΚ, δεν υπέβαλε αίτηση για πληρωμή εισφορών με βάση το πραγματικό του εισόδημα για την επίδικη περίοδο μέσα στην καθορισμένη προθεσμία, ούτε υπέβαλε δήλωση ότι δεν απασχολήθηκε για οποιοδήποτε διάστημα μέσα στην περίοδο αυτή. Ο Κατηγορούμενος, διεκρίνησε περαιτέρω ο ΜΚ, ως αυτοτελώς εργαζόμενος, είχε το δικαίωμα να υποβάλει αίτηση για πληρωμή εισφορών με βάση το πραγματικό του εισόδημα, νοουμένου ότι αυτό είναι χαμηλότερο του τεκμαρτού εισοδήματος της επαγγελματικής του κατηγορίας και εφόσον ικανοποιούσε το Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων ότι οι αποδοχές του ήταν χαμηλότερες από το κατώτατο ποσό ασφαλιστέων αποδοχών της επαγγελματικής του κατηγορίας, μπορούσε να καταβάλει εισφορές πάνω στο ποσό των πραγματικών του αποδοχών.
- Επίσης, σύμφωνα με τον ΜΚ, ο Κατηγορούμενος δεν έχει υποβάλει μέχρι σήμερα δήλωση τερματισμού της απασχόλησης του ως αυτοτελώς εργαζόμενος. Ο Κατηγορούμενος ως αυτοτελώς εργαζόμενος, εάν είχε τερματίσει την απασχόληση του οριστικά, όφειλε να γνωστοποιήσει τον τερματισμό του το αργότερο μέχρι το τέλος του ημερολογιακού μήνα που ακολουθεί την τριμηνιαία περίοδο μέσα στην οποία τερματίστηκε η απασχόληση του, χρησιμοποιώντας τον καθορισμένο, από τον Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, τύπο.
- Ο Κατηγορούμενος, υποστήριξε ο ΜΚ, μέχρι σήμερα, δεν έχει συμμορφωθεί και εξακολουθεί να οφείλει το ποσό των €5.041,78, το οποίο αφορά, τόσο τις εισφορές του στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων σε σχέση με την 1η κατηγορία, όσο και το ανάλογο πρόσθετο τέλος που έχει υποχρέωση σε σχέση με τη 2η κατηγορία.
- Ο Κατηγορούμενος, ισχυρίστηκε ότι, σε σχέση με το αδίκημα της 1ης κατηγορίας, δεν του είχε ποτέ επιδοθεί οποιοδήποτε έγγραφο δια του οποίου θα ελάμβανε γνώση ότι είχε υποχρέωση καταβολής του ποσού των €3.969,
- Το ίδιο, ισχυρίστηκε, ισχύει και σε ότι αφορά το πρόσθετο τέλος, αντικείμενο της 2ης κατηγορίας. Ως εκ τούτου, υποστήριξε περαιτέρω, δεν είχε ποτέ του την δυνατότητα να προσβάλει τις προαναφερόμενες πράξεις της διοίκησης ενώπιον αρμόδιου Δικαστηρίου. Είναι, επεσήμανε, επαγγελματίας ιδιώτης δικηγόρος, από το έτος 2005, που μέχρι και το έτος 2013, συμμορφωνόταν πλήρως με τις υποχρεώσεις του έναντι του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Εντούτοις, από το έτος 2013, που πληροφορήθηκε για την «κλοπή», ως την χαρακτήρισε, του αποθεματικού του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ύψους €7,5 δις, από το ίδιο το κράτος, -γεγονός που, ισχυρίστηκε, καταγράφει στις εκθέσεις του και ο Γενικός Ελεγκτής-, «έκανε αυτή την διαδικασία», επειδή, ως πολίτης, δεν μπορεί να υφίσταται διάκριση σε σχέση με το ίδιο το κράτος, και επειδή έχει δικαίωμα «οι εισφορές που καταβάλλει να πιάνουν τόπο».
- Η γενική εντύπωση που μου άφησε ο ΜΚ, ως μάρτυρας, είναι θετική. Εξιστόρησε, βρίσκω, τα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση αυτή, με την απαιτούμενη λεπτομέρεια και με συνοχή, με τρόπο συνεκτικό, αληθοφανή και διαβεβαιωτικό, τεκμηριώνοντας παράλληλα τους ισχυρισμούς του για αυτά μέσα από τα διάφορα έγγραφα που παρουσίασε στο Δικαστήριο. Ο ΜΚ, όπως προκύπτει, δεν αναφέρθηκε στα γεγονότα αυτά, βασιζόμενος απλά σε μία ανάμνηση που είχε για αυτά. Όπως προαναφέρθηκε, ο ΜΚ στήριξε την μαρτυρία του και σε έγγραφα που αποτελούν μέρος του αρχείου του Επαρχιακού Γραφείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων Λευκωσίας, το οποίο και συμβουλεύθηκε. Παρά το γεγονός ότι, η κυρίως εξέταση του, κυρίως, έγινε δια της υιοθετήσεως της γραπτής δήλωσης του, Έγγραφο Α, η ειλικρίνεια του, σε ότι αφορούσε τους ισχυρισμούς του για τα γεγονότα, παρατηρήθηκε όταν αυτός αντεξετάστηκε, από τον τόνο της φωνής του και ειδικότερα από το γεγονός ότι δεν ήταν καθόλου διστακτικός στις απαντήσεις του. Γενικότερα, η όλη στάση του ΜΚ στο ειδώλιο του μάρτυρα και άλλες μη λεκτικές εκφράσεις του που παρατηρήθηκαν κατά την διάρκεια της εξέτασης του, έπεισαν το Δικαστήριο για την ειλικρίνεια του. Η μαρτυρία του άλλωστε, για τα πλείστα από τα γεγονότα που ισχυρίστηκε, δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς του Κατηγορουμένου. Αυτό άλλωστε διαφαίνεται ξεκάθαρα και από τις απαντήσεις που ο Κατηγορούμενος έδωσε στην αντεξέταση του. Ο οποίος Κατηγορούμενος, ακριβώς για αυτό τον λόγο, δεν χρειάζεται καν να εκτιμηθεί από το Δικαστήριο για την μαρτυρία του, εφόσον, εκτός του ότι δεν αμφισβήτησε τους ισχυρισμούς του ΜΚ για τα επίδικα γεγονότα, καθιστώντας τα έτσι αποδεκτά, ο ίδιος αναφέρθηκε σε ζητήματα και γεγονότα, εντελώς άσχετα με τα επίδικα γεγονότα και τα αδικήματα που του καταλογίζονται (βλ. Τσιαττές ν Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 974 και Mirza Feiz Hasan v Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Πολιτική Έφεση Αρ. 2/2011, 02/12/2015). 29. Κατ' ακολουθία της προαναφερόμενης εκτίμησης της μαρτυρίας, βρίσκω ότι, ο Κατηγορούμενος, -που, σύμφωνα με απόφαση του Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η οποία ελήφθη σύμφωνα με τον Κανονισμό 16
(1)των Κανονισμών κατόπιν δικής του σχετικής εγγραφής στο Επαρχιακό Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων Λευκωσίας με την έναρξη της απασχόλησης του δυνάμει των προνοιών του Κανονισμού 4 των Κανονισμών, ήταν, βάσει του Κανονισμού 16 και Πίνακα Ι των Κανονισμών, εγγεγραμμένος ως αυτοτελώς εργαζόμενος δικηγόρος στην επαγγελματική κατηγορία 2(α), δηλαδή ως δικηγόρος για χρονική περίοδο που υπερβαίνει τα 10 έτη από 03/01/2005 μέχρι 04/01/2015 και είναι σήμερα, βάσει του Κανονισμού 16 και Πίνακα Ι των Κανονισμών, εγγεγραμμένος ως αυτοτελώς εργαζόμενος δικηγόρος στην επαγγελματική κατηγορία 2(β), δηλαδή ως δικηγόρος για χρονική περίοδο που υπερβαίνει τα 10 έτη, από 05/01/2015, το οποίο επάγγελμα ασκούσε αδιάλειπτα ως αυτοτελώς εργαζόμενος από 03/01/2005 μέχρι και την δίκη-, είχε, βάσει των Άρθρων 3
(2), 11, 12[(δ) και (ε)] του Νόμου 59(Ι)/2010 και των Κανονισμών 17, 19, 22 και Πίνακα ΙΙ των Κανονισμών, υποχρέωση καταβολής εισφορών στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων για τις περιόδους εισφορών που εμπίπτουν στην περίοδο 07/01/2013 μέχρι 06/07/2014, συνολικού ύψους €3.969,90, τις οποίες δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα ως ορίζει ο Κανονισμός 19 και Πίνακας ΙΙ των Κανονισμών και καθυστέρησε την καταβολή τους για περίοδο πέραν των 9 μηνών, σε κάθε περίπτωση περιόδου εισφοράς, με αποτέλεσμα να έχει, βάσει του Κανονισμού 21 των Κανονισμών, την υποχρέωση καταβολής πρόσθετου τέλους, συνολικού ύψους €1.071.88. Ποσά τα οποία, ο Κατηγορούμενος, μέχρι και σήμερα δεν τα έχει καταβάλει. 30. Βάσει των προαναφερόμενων διαπιστώσεων μου για τα γεγονότα, βρίσκω ότι, ικανοποιούνται πραγματικά και στον απαιτούμενο βαθμό, όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων της 1ης και 2ης κατηγορίας, βάσει του προαναφερόμενου Άρθρου 85
(1)του Νόμου 59(Ι)/
- Θέσεις του Κατηγορουμένου προς υπεράσπιση του Εκτελεστή διοικητική πράξη
- Ο Κατηγορούμενος, εξ όσων έχω αντιληφθεί την τοποθέτηση του, υποστήριξε ότι, ο Κατήγορος, δεν τον ενημέρωσε για το γεγονός ότι όφειλε ή παρέλειψε να πληρώσει τις εισφορές του ως αυτοτελώς εργαζόμενος κοινωνικών ασφαλίσεων, που αποτελούν το αντικείμενο της 1ης κατηγορίας, με αποτέλεσμα να στερηθεί του ένδικου μέσου άσκησης προσφυγής εναντίον της διοικητικής αυτής πράξης ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε: «Θεωρώ ότι στερήθηκα το δικαίωμα πρόσβασης σε ένδικο μέσο καθότι δεν είχα ποτέ την ευκαιρία να αμφισβητήσω τη διοικητική πράξη, την οποιανδήποτε διοικητική πράξη αποφάνθηκε για το οποίο δεν έλαβα γνώση σε σχέση με την πρώτη κατηγορία. . Σε σχέση με την πρώτη κατηγορία ουδέποτε μου είχε επιδοθεί το οποιοδήποτε έγγραφο για να λάβω γνώση ότι θα έπρεπε να πληρώσω το ποσό το οποίο καταγράφεται στο κατηγορητήριο.». Ίδια, σε γενικές γραμμές, ήταν και η τοποθέτησης του, σε σχέση με την 2η κατηγορία που έχει ως αντικείμενο της το πρόσθετο τέλος: «Σε σχέση με το πρόσθετο τέλος, ουδέποτε είχα λάβει γνώση για οποιαδήποτε διοικητική πράξη με την οποία με ενημέρωνε, με εξανάγκαζε να προσθέσω ο οποιοσδήποτε το πρόσθετο τέλος λόγω παράλειψης καταβολής εισφορών. Επίσης για το πρόσθετο τέλος πάλι στερήθηκα του δικαιώματος μου για δίκαιη δίκη.». Η θέσης αυτή του Κατηγορουμένου, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Το σίγουρο είναι ότι, αυτή, δεν αποτελεί υπεράσπιση του για τα αδικήματα αυτής της υπόθεσης. Πουθενά στον Νόμο 59(Ι)/2010 ή και στους Κανονισμούς, δεν υπάρχει πρόνοια που να επιβάλλει υποχρέωση στο Κατήγορο, να πληροφορήσει το οποιοδήποτε πρόσωπο υπόκειται στις διατάξεις τους βάσει του Άρθρου 3 του Νόμου 59(Ι)/2010, για τις υποχρεώσεις του βάσει αυτού (και δη τις προαναφερόμενες που αφορούν την υπόθεση αυτή, που επικαλέστηκε ο Κατηγορούμενος), τις πρόνοιες του οποίου Νόμου 59(Ι)/2010 και των Κανονισμών, ο Κατηγορούμενος ήταν υπόχρεος να γνωρίζει (βλ. Γερολέμου ν Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοντέας
(2002)1 Α.Α.Δ. 818). Σε κάθε περίπτωση, αυτό που είναι σημαντικό να σημειωθεί, είναι ότι, ο Κατήγορος, σε ότι αφορά τα προαναφερόμενα ζητήματα, είχε δέσμια εξουσία, που προβλέπεται απευθείας από τον Νόμο 59(Ι)/2010 και τους Κανονισμούς, χωρίς την μεσολάβηση δικής του βούλησης, ώστε να μην τίθεται ζήτημα εκτελεστής διοικητικής πράξης που θα μπορούσε να προβληθεί βάσει των διατάξεων του Άρθρου 146.1 του Συντάγματος με προσφυγή στο αρμόδιο Δικαστήριο (βλ. Κουσελίνης ν Κεντρικής Τράπεζας Της Κύπρου, Συνεκδικαζόμενες ECLI:CY:AD:2015:D599, Υποθέσεις Αρ. 1551-1571/2011, 15/09/2015 (Παρπαρίνος, Δ. Α. Δ.) και Τσούντας ν Κεντρικής Τράπεζας Της Κύπρου, Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις Αρ. 297/13, 298/13 κ. α., 24/03/2016 (Ερωτοκρίτου, Δ. Α. Δ.)). 32. Το πιο σημαντικό όμως εδώ, πέραν των προαναφερόμενων, είναι ότι, η απόφασης του Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων να εντάξει τον Κατηγορούμενο στην συγκεκριμένη επαγγελματική κατηγορία, ουδέποτε προσεβλήθη από τον Κατηγορούμενο. Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ιωάννου κ. α. ν Της Κυπριακής Δημοκρατίας, Μέσω Του Διευθυντή Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων κ. α.
(1991)3 Α.Α.Δ. 493: «Ο νόμος (Ν 41/81) δεν καθιστά την έκδοση διοικητικής απόφασης, για την υποχρέωση για ασφάλιση, προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής δίωξης. Ό,τι συνιστά αδίκημα είναι η παράλειψη καταβολής των νενομισμένων εισφορών. Εξυπακούεται όμως από τη φύση της πράξης για τον καθορισμό υποχρέωσης για την καταβολή εισφορών (εκτελεστή πράξη), και από τις διατάξεις του άρθρου 77, ότι η επίλυση οποιουδήποτε θέματος που αφορά τον προσδιορισμό υποχρέωσης για την καταβολή εισφορών ανήκει αποκλειστικά στην αρμόδια διοικητική Αρχή (το Διευθυντή, και σε περίπτωση ιεραρχικής προσφυγής στον Υπουργό), αποκλειομένου του ποινικού Δικαστηρίου το οποίο δεσμεύεται από την απόφαση του Διευθυντή.». (η υπογράμμιση είναι δική μου) Η αρχή nes bis in idem
- Ο Κατηγορούμενος, υποστήριξε περαιτέρω την θέση ότι, λόγω της υποχρέωσης του, του πρόσθετου τέλους, αντικείμενο της 2ης κατηγορίας, την οποία εκλαμβάνει ως ήδη επιβληθείσα ποινή, τυγχάνει εφαρμογής προς υπεράσπιση του, σε ότι αφορά αυτή την ποινική υπόθεση και την προαναφερόμενη 2η κατηγορία, η αρχή του nes nis in idem. Ούτε και αυτή η θέση του Κατηγορουμένου με βρίσκει σύμφωνο.
- Η υποχρέωση καταβολής του πρόσθετου τέλους, έχει ήδη εξεταστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γεωργιάδης ν Διευθυντή Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1989)2 Α.Α.Δ 367, όπου υιοθετήθηκε σκεπτικό προηγούμενων αποφάσεων του ως προς το ότι, το θέμα επιβολής πρόσθετου τέλους σε περιπτώσεις παράλειψης του φορολογουμένου να πληρώσει έγκαιρα, δεν παραβιάζει τα Άρθρα 12 και 24 του Συντάγματος, επειδή, το επιπρόσθετο τέλος, δεν είναι συνεισφορά στα δημόσια βάρη, αλλά αποτελεί μια διοικητική επιβάρυνση προνοούμενη από το νόμο, για να ενθαρρύνει το φορολογούμενο να πληρώσει έγκαιρα, ένα θέμα που συμβάλλει στη καλή διοίκηση. Όπως αποφασίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, το πρόσθετο τέλος δεν αποτελεί ποινή υπό την έννοια του Άρθρου 12.3 του Συντάγματος. Παραθέτω την σχετική περικοπή: «Η κατηγορία για την καταβολή πρόσθετου τέλους στην υπόθεση 15/88 βασίστηκε πάνω στα Άρθρα 73
(1)(θ),
(80)
(1)
(2)
(4), 81, 84 και 90
(1)των περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμων του 1980 (Νόμος 41/80) έως 1987 (Νόμος 214/87) και στους Κανονισμούς 22 και 24 των περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Εισφοραί) Κανονισμών του 1980-1987 και οι υποθέσεις 32108/86 και 5845/87 πάνω στα ίδια Άρθρα του Νόμου ως είχε μέχρι το 1985 πριν την τροποποίηση του από το Νόμο 214/87. Σύμφωνα με το Άρθρο 73 του Νόμου παρέχεται εξουσία στο Υπουργικό Συμβούλιο για έκδοση κανονισμών που να διαλαμβάνουν μεταξύ άλλων την επιβολή πρόσθετου τέλους μέχρι 100% των οφειλομένων εισφορών σε περίπτωση παράλειψης καταβολής εισφορών κατά παράβαση των διατάξεων του Νόμου [Άρθρο 73
(1)(θ)]. Με τροποποίηση που έγινε στη σχετική αυτή πρόνοια με το Άρθρο 2 του Νόμου 214/87 το ποσοστό του πρόσθετου τέλους μειώθηκε σε 15%. Τέτοιοι κανονισμοί εκδόθηκαν και δημοσιεύθηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, ημερομηνίας 29 Αυγούστου, 1980, με Γνωστοποίηση Αριθμ.
- Στους κανονισμούς αυτούς έγιναν διάφορες τροποποιήσεις από το 1980 μέχρι το
- Δεν υπήρξε ισχυρισμός από τον εφεσείοντα ότι το πρόσθετο τέλος που του επιβλήθηκε υπερβαίνει το ποσοστό που καθορίζει ο Νόμος και οι Κανονισμοί. Το θέμα της συνταγματικότητας των σχετικών προνοιών του Νόμου και των Κανονισμών εγέρθηκε από τον εφεσείοντα και στην Ποινική Υπόθεση Αριθ. 18171/84 σε παρόμοια κατηγορία που ήταν αντικείμενο της Ποινικής Έφεσης Αριθ.
- Στην υπόθεση εκείνη το Δικαστήριο ύστερα από αίτηση του εφεσείοντα επιφύλαξε για γνωμοδότηση από το Ανώτατο Δικαστήριο κάτω από τις διατάξεις του Άρθρου 148 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155,τα πιο κάτω ερωτήματα:- "Κατά πόσον τα άρθρα 73
(1)(θ), 80
(1)
(2)
(4), 81, 84 και 90
(1)των περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμων 1980 έως 1984 και Κανονισμών 22 και 24 των περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Εισφοραί) Κανονισμών 1980 έως 1984, είναι αντίθετα προς το:- 1. Άρθρο 12
(1)
(2)
(3)του Συντάγματος, και 2. Άρθρο 24
(1)
(4)του Συντάγματος." Η απάντηση του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στα δύο πιο πάνω ερωτήματα ήταν αρνητική. Στη γνωμοδότηση του, που δόθηκε στις 5 Μαΐου, 1988 (Επιφυλαχθέν Νομικό σημείο Αριθ. 251)
(1988)2 C.L.R. 74, αποφάνθηκε πως το θέμα επιβολής πρόσθετου τέλους σε περιπτώσεις παράλειψης του φορολογουμένου να πληρώσει έγκαιρα δεν παραβιάζει τα Άρθρα 12 και 24 του Συντάγματος. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην πιο πάνω υπόθεση έκαμε αναφορά στην υπόθεση της Meropi Michael Loizou v. Sewage Board of Nicosia,
(1988)1 C.L.R. 122, και στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα πιο κάτω στις σελίδες 128, 129:- . "... Η καταβολή αυτή του επιπρόσθετου τέλους εξαρτάται από το αντικειμενικό κριτήριο της μή καταβολής και όχι από το υποκειμενικό κριτήριο ή τη μή καταβολή χωρίς εύλογο αιτία. Ο φορολογούμενος επιβαρύνεται με το επιπρόσθετο βάρος για το μόνο λόγο της μή πληρωμής στον καθορισθέντα χρόνο. Αυτό δεν καταστρατηγεί τις διατάξεις του Άρθρου 24.4 του Συντάγματος, ούτε αποτελεί ποινή υπό την έννοια του άρθρου 12.3 του Συντάγματος. Είναι, κατά κάποιο τρόπο, μόνο μια επιβάρυνση προνοουμένη από το Νόμο για να ενθαρρύνει το φορολογούμενο να πληρώσει έγκαιρα ένα θέμα που συμβάλλει στην καλή διοίκηση λαμβάνοντας υπόψη όλες τις επιβαρύνσεις των δημοσίων εσόδων ένεκα της μή ακριβούς πληρωμής. . Η εξουσία της Φορολογούσης Αρχής να επιβάλει επιπρόσθετο τέλος σε περίπτωση παράλειψης καταβολής ενός φόρου είναι καλά καθορισμένη. Ο φορολογούμενος συνήθως επιβαρύνεται όχι μόνο με τόκο για το μη πληρωθέντα φόρο του, αλλά επίσης με επιπρόσθετο τέλος. Αυτά τα επιπρόσθετα τέλη συμπεριλαμβανομένου του τόκου είναι το αποτέλεσμα της παράλειψης του πολίτου να εκπληρώσει τα καθήκοντα του προς την Πολιτεία ή προς ένα Οργανισμό Δημοσίου Δικαίου. (Ίδε Κυριακόπουλου Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο, 4η έκδοση, Μέρος Τρίτο, σελίδα 353). Παρόμοια προσέγγιση υπάρχει και στις Μελέτες επί της Δημόσιας Οικονομίας του Στασινόπουλου, Τρίτη Έκδοση, 1966 σελ. 292." Το Ανώτατο Δικαστήριο αφού υιοθέτησε τα πιο πάνω συμπεράσματα γνωμοδοτώντας στα ερωτήματα που επιφυλάχθηκαν κατάληξε στο πιο κάτω εύρημα στην σελ 78:- "Υιοθετούμε πλήρως το σκεπτικό αυτό που καθορίζει τις αρχές που διέπουν τα επίδικα θέματα ενώπιο μας. Είναι περιττό να πούμε ότι η παράγραφος 1 του Άρθρου 24 δεν έχει εφαρμογή καθόλου καθότι το επιπρόσθετο τέλος δεν είναι συνεισφορά στα δημόσια βάρη και η παράγραφος 4 του ίδιου άρθρου επίσης δεν έχει εφαρμογή διότι το επιπρόσθετο τέλος είναι, όπως έχει ήδη βρεθεί, μια διοικητική επιβάρυνση προνοούμενη από το Νόμο για να ενθαρρύνει το φορολογούμενο να πληρώσει έγκαιρα, ένα θέμα που συμβάλλει στη καλή διοίκηση. Στις παρούσες εφέσεις υιοθετούμε το σκεπτικό των πιο πάνω υποθέσεων και καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως ο ισχυρισμός του εφεσείοντα ότι οι σχετικές διατάξεις του Νόμου και των Κανονισμών βάσει των οποίων ο εφεσείων κατηγορήθηκε και βρέθηκε ένοχος δεν παραβιάζουν τις πρόνοιες του Συντάγματος και ορθά ο ευπαίδευτος πρωτόδικος Δικαστής κατάληξε σε τέτοιο συμπέρασμα και βρήκε τον εφεσείοντα ένοχο.». 35. Βλ. επίσης την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Διευθυντής Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων ν Γεωργιάδη
(1988)2 Α.Α.Δ. 74, στην οποία επίσης αποφασίστηκε, ότι, τα επιπρόσθετα τέλη, εκτός των τόκων, που επιβάλλονται σε περιπτώσεις παράλειψης έγκαιρης εξόφλησης φορολογικών ή άλλων υποχρεώσεων, όπως για παράδειγμα των εισφορών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, συνιστούν επιβάρυνση που σκοπεύει στην έγκαιρη αποπληρωμή των οφειλών στο δημόσιο, αλλά και στην κάλυψη της επιβάρυνσης που υφίσταται το δημόσιο ταμείο λόγω της μη καταβολής τους, και δεν αποτελεί, η επιβολή τους, ποινή, με την έννοια που έχει ο όρος στα πλαίσια του Άρθρου 12.3 του Συντάγματος. 36. Για το ίδιο ζήτημα, βλ. επίσης Οικονομίδης ν Διευθυντής Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1989)2 Α.Α.Δ 235, Παρασκευά ν Κυπριακής ∆ηµοκρατίας µέσω Εφόρου Φόρου Προστιθέµενης Αξίας
(1999)4 Α.Α.Δ. 703, Kantara Shipping Ltd v ∆ηµοκρατία
(1971)3 C.L.R. 176, Λοΐζου ν Sewage Board of Nicosia
(1988)1 C.L.R. 122, Γεωργίου κ. α. ν ∆ηµοκρατίας
(1998)4 Α.Α.Δ. 868, Χρίστου ν Έφορου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 240, Peters v Κυπριακής ∆ηµοκρατίας µέσω Εφόρου Φόρου Προστιθέµενης Αξίας
(1999)4 Α.Α.Δ. 1424, Κυριακίδης ν Έφορου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(1999)2 Α.Α.∆ 75, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Πατσαλίδη
(1997)2 Α.Α.Δ 42, Διευθυντής Τμήματος Εμπορικής Ναυτιλίας ν Demand Shipping Co. Ltd
(1994)3 Α.Α.Δ. 960, Jupiwind Ltd κ. α. ν Διοικητή Κεντρικής Τράπεζας, Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 91/12 κ. α., 18/01/
- Ο Κατηγορούμενος προς υποστήριξη της προαναφερόμενης θέσης του, επικαλέστηκε νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων («Ε. Δ. Α. Δ.»).
- Όπως αναγνωρίζεται από την καθιερωμένη νομολογία του Ε. Δ. Α. Δ., εναπόκειται πρωτίστως στα συμβαλλόμενα κράτη να επιλέξουν τον τρόπο οργάνωσης του νομικού τους συστήματος, περιλαμβανομένων των διαδικασιών ποινικής δικαιοσύνης τους. Η Σύμβαση δεν απαγορεύει, για παράδειγμα, τον διαχωρισμό της διαδικασίας καταδίκης σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, σε διαφορετικά στάδια ή τμήματα, έτσι ώστε διαφορετικές κυρώσεις να επιβάλλονται, διαδοχικά ή παράλληλα, για κάποιο αδίκημα που χαρακτηρίζεται ως «ποινικό» («criminal») μέσα στην αυτόνομη έννοια αυτού του όρου της Σύμβασης, ως τούτος έχει και πάλι ερμηνευτεί από την νομολογία του ιδίου Δικαστηρίου.
- Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε το Ε. Δ. Α. Δ. (Τμήμα Μείζονος Συνθέσεως) στην απόφαση του στην υπόθεση A και B v Νορβηγία, Αιτήσεις Αρ. 24130/11 και 29758/11, 15/11/2016: «
- In the view of the Court, States should be able legitimately to choose complementary legal responses to socially offensive conduct (such as non-compliance with road-traffic regulations or non-payment/evasion of taxes) through different procedures forming a coherent whole so as to address different aspects of the social problem involved, provided that the accumulated legal responses do not represent an excessive burden for the individual concerned.». [Σε ελεύθερη δική μου μετάφραση: «
- Κατά την άποψη του Δικαστηρίου, τα κράτη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να επιλέγουν νομίμως συμπληρωματικές νομικές αντιδράσεις σε κοινωνικά προσβλητικές συμπεριφορές (όπως μη συμμόρφωση με τους κανονισμούς οδικής κυκλοφορίας ή μη καταβολή/αποφυγή φόρων) μέσω διαφόρων διαδικασιών που αποτελούν ένα συνεκτικό σύνολο, για την αντιμετώπιση διαφορετικών πτυχών του εμπλεκόμενου κοινωνικού προβλήματος, υπό την προϋπόθεση ότι οι συσσωρευμένες νομικές αντιδράσεις δεν αντιπροσωπεύουν υπερβολική επιβάρυνση για τον ενδιαφερόμενο.».]
- Συμπληρώνοντας, στις αμέσως επόμενες παραγράφους της απόφασης του, τα εξής: «
- In cases raising an issue under Article 4 of Protocol No. 7, it is the task of the Court to determine whether the specific national measure complained of entails, in substance or in effect, double jeopardy to the detriment of the individual or whether, in contrast, it is the product of an integrated system enabling different aspects of the wrongdoing to be addressed in a foreseeable and proportionate manner forming a coherent whole, so that the individual concerned is not thereby subjected to injustice.
- It cannot be the effect of Article 4 of Protocol No. 7 that the Contracting States are prohibited from organising their legal systems so as to provide for the imposition of a standard administrative penalty on wrongfully unpaid tax (albeit a penalty qualifying as "criminal" for the purposes of the Convention's fair-trial guarantees) also in those more serious cases where it may be appropriate to prosecute the offender for an additional element present in the non-payment, such as fraudulent conduct, which is not addressed in the "administrative" tax recovery procedure. The object of Article 4 of Protocol No. 7 is to prevent the injustice of a person's being prosecuted or punished twice for the same criminalised conduct. It does not, however, outlaw legal systems which take an "integrated" approach to the social wrongdoing in question, and in particular an approach involving parallel stages of legal response to the wrongdoing by different authorities and for different purposes.». [Σε ελεύθερη δική μου μετάφραση: «
- Στις υποθέσεις που θέτουν ζήτημα δυνάμει του Άρθρου 4 του Πρωτοκόλλου Αριθ. 7, εναπόκειται στο Δικαστήριο να καθορίσει εάν το συγκεκριμένο εθνικό μέτρο που αποτελεί αντικείμενο καταγγελίας συνεπάγεται, κατ' ουσίαν ή στην πράξη, διπλό κίνδυνο/δεδικασμένο («double jeopardy») εις βάρος του ατόμου ή αν, αντίθετα, είναι προϊόν ενός ολοκληρωμένου συστήματος που επιτρέπει την αντιμετώπιση, κατά τρόπο προβλέψιμο και αναλογικό, διαφόρων πτυχών του αδικήματος, που συνθέτουν ένα συνεκτικό σύνολο, ούτως ώστε το ενδιαφερόμενο άτομο να μην υπόκειται σε αδικία.
- Δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα το Άρθρο 4 του Πρωτοκόλλου Αριθ. 7 ότι απαγορεύεται στα συμβαλλόμενα κράτη να οργανώνουν τα νομικά τους συστήματα ώστε να προβλέπουν την επιβολή μίας καθιερωμένης διοικητικής κύρωσης σε παράνομα μη καταβληθέντα φόρο (μολονότι του ότι η κύρωσης αυτή πληροί τα κριτήρια «ποινικής» κύρωσης για τους σκοπούς των εγγυήσεων της Σύμβασης για δίκαιη δίκη) και σε αυτές τις πιο σοβαρές περιπτώσεις όπου μπορεί να είναι σκόπιμη η δίωξη του παραβάτη για ένα πρόσθετο στοιχείο που υπάρχει στην μη πληρωμή, όπως δόλια συμπεριφορά, η οποία δεν εξετάζεται στη «διοικητική» διαδικασία ανάκτησης φόρου. Ο σκοπός του Άρθρου 4 του Πρωτοκόλλου Αριθ. 7 είναι να αποτρέψει την αδικία ενός ατόμου να διωχθεί ή να τιμωρηθεί δύο φορές για την ίδια ποινικοποιημένη συμπεριφορά. Εντούτοις, δεν απαγορεύει τα νομικά συστήματα που υιοθετούν μια «ολοκληρωμένη» προσέγγιση των εν λόγω κοινωνικών αδικημάτων και συγκεκριμένα μια προσέγγιση που περιλαμβάνει παράλληλα στάδια της νομικής αντίδρασης στις παρατυπίες από διαφορετικές αρχές και για διαφορετικούς σκοπούς.».]
- Το ζητούμενο, ως φαίνεται μέσα από την νομολογία του Ε. Δ. Α. Δ., της διατάξεως του Άρθρου 4 του Πρωτοκόλλου Αρ. 7 της Σύμβασης, είναι η διασφάλισης μίας δίκαιης ισορροπίας που πρέπει να επιτευχθεί μεταξύ της δέουσας προστασίας των συμφερόντων του ατόμου που προστατεύεται από την αρχή ne bis in idem, αφενός, και της εξυπηρέτησης του ιδιαίτερου συμφέροντος της κοινωνίας να είναι σε θέση να υιοθετήσει μια βαθμονομημένη κανονιστική προσέγγιση στον τομέα ενδιαφέροντος, αφετέρου.
- Στην προκείμενη περίπτωση, υπάρχει ένας συνδυασμός διαδικασιών, που δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ότι αποτελούν ένα ολοκληρωμένο σύνολο, με την ποινική διαδικασία να είναι το τελικό στάδιο όπου όλα τα δεδομένα των προηγούμενων διαδικασιών έχουν συγκεντρωθεί για να μπορούν ενιαία να εξεταστούν και ο Κατηγορούμενος να τύχει μεταχείρισης σύμφωνα με τον νόμο, ώστε να μην υπάρχει ζήτημα παραβίασης της αρχής ne bis in idem ως υποστηρίζει ο Κατηγορούμενος. Το στοιχείο του «δις» («bis»), πέραν του οτιδήποτε άλλου θα μπορούσε να συζητηθεί αναφορικά με την εφαρμογή της εν λόγω αρχής στα δεδομένα της υπόθεσης αυτής, απουσιάζει. Εντοπίζεται, δηλαδή, μία επαρκής ουσιαστική σχέση μεταξύ της «διοικητικής διαδικασίας» και της ποινικής διαδικασίας, οι οποίες χρονικά, χωρίς ουσιαστική καθυστέρηση, διαδέχθηκαν η μία την άλλη, λόγω ακριβώς, της μη συμμόρφωσης του Κατηγορουμένου με την νομική του υποχρέωση εμπρόθεσμης καταβολής των εισφορών του στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων και της εν συνεχεία μη ανταπόκρισης του στην καταβολή τους, έστω και εκπρόθεσμα, έχοντας του επιβληθεί σταδιακά και το προνοούμενο στον νόμο μέγιστο ποσοστό πρόσθετης επιβάρυνσης, το οποίο επίσης δεν έχει καταβάλει. Παραλείψεις, που σύμφωνα με το Άρθρο 85 του Νόμου 59(Ι)/2010, αποτελούν ποινικό αδίκημα και τιμωρούνται με τις προαναφερόμενες ποινές.
- Στην υπόθεση A και B v Νορβηγία, Αιτήσεις Αρ. 24130/11 και 29758/11, 15/11/2016 ανωτέρω, εν προκειμένω, αναφέρθηκαν από το Ε. Δ. Α. Δ. και τα εξής: «
- On the basis of the foregoing review of the Court's case-law, it is evident that, in relation to matters subject to repression under both criminal and administrative law, the surest manner of ensuring compliance with Article 4 of Protocol No. 7 is the provision, at some appropriate stage, of a single-track procedure enabling the parallel strands of legal regulation of the activity concerned to be brought together, so that the different needs of society in responding to the offence can be addressed within the framework of a single process. Nonetheless, as explained above (see notably paragraphs 111 and 117-120), Article 4 of Protocol No. 7 does not exclude the conduct of dual proceedings, even to their term, provided that certain conditions are fulfilled. In particular, for the Court to be satisfied that there is no duplication of trial or punishment (bis) as proscribed by Article 4 of Protocol No. 7, the respondent State must demonstrate convincingly that the dual proceedings in question have been "sufficiently closely connected in substance and in time". In other words, it must be shown that they have been combined in an integrated manner so as to form a coherent whole. This implies not only that the purposes pursued and the means used to achieve them should in essence be complementary and linked in time, but also that the possible consequences of organising the legal treatment of the conduct concerned in such a manner should be proportionate and foreseeable for the persons affected.». [Σε ελεύθερη δική μου μετάφραση: «
- Βάσει της προηγούμενης ανασκόπησης της νομολογίας του Δικαστηρίου, είναι προφανές ότι, όσον αφορά ζητήματα που υπόκεινται σε καταστολή τόσο στο ποινικό δίκαιο όσο και στο διοικητικό δίκαιο, ο ασφαλέστερος τρόπος εξασφάλισης της τήρησης του Άρθρου 4 του Πρωτοκόλλου Αριθ. 7 είναι η πρόβλεψης, σε κάποιο κατάλληλο στάδιο, μιας ενιαίας διαδικασίας που θα επιτρέπει την συγκέντρωση των παράλληλων σκελών της νομικής ρύθμισης της σχετικής δραστηριότητας, έτσι ώστε οι διαφορετικές ανάγκες της κοινωνίας να ανταποκριθούν στο αδίκημα, να αντιμετωπιστούν στο πλαίσιο μιας ενιαίας διαδικασίας. Παρ' όλα αυτά, όπως εξηγήθηκε παραπάνω (βλ. ιδίως τις παραγράφους 111 και 117-120), το Άρθρο 4 του Πρωτοκόλλου Αριθ. 7 δεν αποκλείει τη διεξαγωγή διπλής διαδικασίας, ακόμη και στη διάρκεια τους, υπό τον όρο ότι πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις. Ειδικότερα, για να διαπιστωθεί από το Δικαστήριο ότι δεν υπάρχει επικάλυψη/αναπαραγωγή δίκης ή τιμωρίας (bis) όπως απαγορεύεται από το Άρθρο 4 του Πρωτοκόλλου Αριθ. 7, το εναγόμενο κράτος πρέπει να αποδείξει πειστικά ότι οι εν λόγω διπλές διαδικασίες υπήρξαν «επαρκώς στενά συνδεδεμένες σε ουσία και σε χρόνο». Με άλλα λόγια, πρέπει να αποδειχθεί ότι συνδυάστηκαν με ολοκληρωμένο τρόπο, ώστε να σχηματίσουν ένα συνεκτικό σύνολο. Αυτό συνεπάγεται όχι μόνο ότι οι επιδιωκόμενοι στόχοι και τα μέσα που χρησιμοποιούνται για την επίτευξή τους θα πρέπει κατ' ουσίαν να είναι συμπληρωματικά και να συνδέονται εγκαίρως, αλλά και ότι οι πιθανές συνέπειες της οργάνωσης της νομικής μεταχείρισης της σχετικής συμπεριφοράς θα πρέπει να είναι ανάλογες και προβλέψιμες στα πρόσωπα που θίγονται.».]
- Στην ίδια υπόθεση, οι αρχές της νομολογίας του Ε. Δ. Α. Δ., σε ότι αφορά τους όρους που πρέπει να πληρούνται για να θεωρηθεί ότι οι διπλές διαδικασίες, διοικητική και ποινική, είναι επαρκώς συναφείς σε ουσία και χρόνο και επομένως συμβιβάζονται με το κριτήριο του «δις» («bis») του Άρθρου 4 του Πρωτοκόλλου Αρ. 7, συνοψίστηκαν ως εξής: «
- Material factors for determining whether there is a sufficiently close connection in substance include: - whether the different proceedings pursue complementary purposes and thus address, not only in abstracto but also in concreto, different aspects of the social misconduct involved; - whether the duality of proceedings concerned is a foreseeable consequence, both in law and in practice, of the same impugned conduct (idem); - whether the relevant sets of proceedings are conducted in such a manner as to avoid as far as possible any duplication in the collection as well as the assessment of the evidence, notably through adequate interaction between the various competent authorities to bring about that the establishment of facts in one set is also used in the other set; - and, above all, whether the sanction imposed in the proceedings which become final first is taken into account in those which become final last, so as to prevent that the individual concerned is in the end made to bear an excessive burden, this latter risk being least likely to be present where there is in place an offsetting mechanism designed to ensure that the overall amount of any penalties imposed is proportionate.
- . The extent to which the administrative proceedings bear the hallmarks of ordinary criminal proceedings is an important factor. Combined proceedings will more likely meet the criteria of complementarity and coherence if the sanctions to be imposed in the proceedings not formally classified as "criminal" are specific for the conduct in question and thus differ from "the hard core of criminal law" (in the language of Jussila cited above). The additional factor that those proceedings do not carry any significant degree of stigma renders it less likely that the combination of proceedings will entail a disproportionate burden on the accused person. Conversely, the fact that the administrative proceedings have stigmatising features largely resembling those of ordinary criminal proceedings enhances the risk that the social purposes pursued in sanctioning the conduct in different proceedings will be duplicated (bis) rather than complementing one another. The outcome of the cases mentioned in paragraph 129 above may be seen as illustrations of such a risk materialising.
- Moreover, as already intimated above, where the connection in substance is sufficiently strong, the requirement of a connection in time nonetheless remains and must be satisfied. This does not mean, however, that the two sets of proceedings have to be conducted simultaneously from beginning to end. It should be open to States to opt for conducting the proceedings progressively in instances where doing so is motivated by interests of efficiency and the proper administration of justice, pursued for different social purposes, and has not caused the applicant to suffer disproportionate prejudice. However, as indicated above, the connection in time must always be present. Thus, the connection in time must be sufficiently close to protect the individual from being subjected to uncertainty and delay and from proceedings becoming protracted over time (see, as an example of such shortcoming, Kapetanios and Others, cited above, § 67), even where the relevant national system provides for an "integrated" scheme separating administrative and criminal components. The weaker the connection in time the greater the burden on the State to explain and justify any such delay as may be attributable to its conduct of the proceedings.». [Σε ελεύθερη δική μου μετάφραση: «
- Οι ουσιαστικοί παράγοντες για τον προσδιορισμό της ύπαρξης επαρκούς στενής σύνδεσης σε ουσία περιλαμβάνουν: - αν οι διαφορετικές διαδικασίες επιδιώκουν συμπληρωματικούς σκοπούς και, συνεπώς, αντιμετωπίζουν, όχι μόνο αφηρημένα αλλά και συγκεκριμένα, διαφορετικές πτυχές του συγκεκριμένου κοινωνικού παραπτώματος; - κατά πόσο η διπλή διαδικασία είναι μια προβλεπόμενη συνέπεια, τόσο από νομικής απόψεως όσο και από απόψεως πρακτικής, της ίδιας προσβληθείσας συμπεριφοράς (idem); - κατά πόσον οι σχετικές διαδικασίες διεξάγονται κατά τρόπον ώστε να αποφεύγεται, στο μέτρο του δυνατού, η επανάληψη της συλλογής καθώς και η αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, ιδίως μέσω επαρκούς αλληλεπίδρασης μεταξύ των διαφόρων αρμόδιων αρχών, ώστε να επιτυγχάνεται, η διαπίστωσης των γεγονότων στην μία διαδικασία, να χρησιμοποιείται επίσης και στην άλλη. - και, πάνω από όλα, αν η κύρωση που επιβάλλεται κατά τη διαδικασία που καθίσταται πρώτη οριστική, λαμβάνεται υπόψη σε εκείνες που καθίστανται οριστικές τελευταίες, ώστε να αποφευχθεί η υπερβολική επιβάρυνση του εν λόγω ατόμου, αυτός ο τελευταίος κίνδυνος είναι λιγότερο πιθανό να υπάρχει, όταν υπάρχει μηχανισμός συμψηφισμού με σκοπό να εξασφαλιστεί ότι το συνολικό ποσό των κυρώσεων που επιβάλλονται είναι ανάλογο.
- . Ο βαθμός στον οποίο η διοικητική διαδικασία φέρει τα χαρακτηριστικά της συνήθους ποινικής διαδικασίας είναι ένας σημαντικός παράγοντας. Οι συνδυασμένες διαδικασίες θα πληρούν κατά πάσα πιθανότητα τα κριτήρια της συμπληρωματικότητας και της συνοχής εάν οι κυρώσεις που θα επιβληθούν κατά τη διαδικασία που δεν χαρακτηρίζονται επισήμως ως «ποινικές» είναι συγκεκριμένες για την εν λόγω συμπεριφορά και διαφέρουν έτσι από τον «σκληρό πυρήνα του ποινικού δικαίου» (στην γλώσσα της Jussila που αναφέρθηκε παραπάνω). Το πρόσθετο στοιχείο ότι η διαδικασία αυτή δεν συνεπάγεται σημαντικό στίγμα καθιστά λιγότερο πιθανό ότι ο συνδυασμός των διαδικασιών θα συνεπάγεται δυσανάλογο βάρος για τον κατηγορούμενο. Αντιθέτως, το γεγονός ότι οι διοικητικές διαδικασίες έχουν στιγματιστικά χαρακτηριστικά που μοιάζουν σε μεγάλο βαθμό με εκείνα της συνήθους ποινικής διαδικασίας αυξάνει τον κίνδυνο ότι οι κοινωνικοί σκοποί που επιδιώκονται με την επιβολή κυρώσεων στη συμπεριφορά σε διαφορετικές διαδικασίες θα διπλασιαστούν (bis) αντί να αλληλοσυμπληρώνονται. ...
- Εξάλλου, όπως ήδη υπομνήσθη ανωτέρω, όταν η ουσία συνδέσεως είναι επαρκώς ισχυρή, παραμένει και πρέπει να πληρούται η απαίτηση της συνδέσεως σε χρόνο. Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι οι δύο διαδικασίες πρέπει να διεξάγονται ταυτόχρονα από την αρχή μέχρι το τέλος. Θα πρέπει να είναι ανοικτό στα κράτη να επιλέγουν τη σταδιακή διεξαγωγή των διαδικασιών σε περιπτώσεις όπου αυτό οφείλεται σε συμφέροντα αποτελεσματικότητας και ορθής απονομής της δικαιοσύνης, που επιδιώκεται για διαφορετικούς κοινωνικούς σκοπούς και δεν έχει προκαλέσει δυσανάλογη ζημιά στον αιτούντα. Ωστόσο, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η σύνδεση στο χρόνο πρέπει πάντα να υπάρχει. Επομένως, η χρονική σύνδεση πρέπει να είναι επαρκώς στενή ώστε να προστατεύει τον ιδιώτη από την ύπαρξη αβεβαιότητας και καθυστερήσεως και από την παρατεταμένη διάρκεια της διαδικασίας (βλ., ως παράδειγμα τέτοιας αδυναμίας, την προπαρατεθείσα απόφαση Kapetanios κ.λπ., σκέψη 67), ακόμη και εκεί όπου το σχετικό εθνικό σύστημα προβλέπει ένα «ολοκληρωμένο» σύστημα που διαχωρίζει τις διοικητικές και ποινικές συνιστώσες. Όσο ασθενέστερη είναι η σύνδεση με τον χρόνο, τόσο μεγαλύτερη είναι η επιβάρυνση του Κράτους να εξηγήσει και να δικαιολογήσει οποιαδήποτε τέτοια καθυστέρηση που μπορεί να αποδοθεί στη συμπεριφορά του στη διαδικασία.».]
- Οι προαναφερόμενες αρχές της νομολογίας του Ε. Δ. Α. Δ., συνάδουν, βρίσκω, με την προαναφερόμενη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα κίνητρα του Κατηγορουμένου
- Ο Κατηγορούμενος, ήγειρε προς υπεράσπιση του και το ζήτημα ότι, η μη συμμόρφωση του με τις πρόνοιες του Νόμου 59(Ι)/2010 και των Κανονισμών, ήταν το αποτέλεσμα της πληροφόρησης του ότι «εκλάπη» το αποθεματικό του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ύψους €7,5 δις, από το ίδιο το κράτος, ως αντίδραση, επειδή, ως πολίτης, δεν μπορεί να υφίσταται διάκριση σε σχέση με το ίδιο το κράτος, και επειδή έχει δικαίωμα «οι εισφορές που καταβάλλει να πιάνουν τόπο». Το ίδιο ακριβώς ζήτημα, ο Κατηγορούμενος το ήγειρε και στο Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Παρασκευά ν Διευθυντή Των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Ποινική Έφεση Αρ. 262/2015, 18/12/2017 και η θέσης και επιχειρηματολογία του απερρίφθησαν ως εξής: «Ο εφεσείων δεν αμφισβήτησε τα παραπάνω δεδομένα, αλλ΄αντίθετα τα επιβεβαίωσε. Η μαρτυρία, κατά τ΄άλλα, τόσο του εφεσείοντα όσο και της μάρτυρος που κάλεσε, ανώτερης λειτουργού στην Ελεγκτική Υπηρεσία της Δημοκρατίας, ήταν, όπως ορθά διαπιστώθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, άσχετη με τα επίδικα θέματα. Ό,τι προσπάθησε να καταδείξει ο εφεσείοντας ήταν η κακοδιαχείριση του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων, το οποίο ως εκ τούτου, και ειδικά εξαιτίας δανείου πέραν των €7 δις που έχει λάβει η Δημοκρατία από το Ταμείο, κατέστη, όπως το έθεσε, μη βιώσιμο. Είναι στα παραπάνω πλαίσια που εντάσσεται η συνειδητή επιλογή του εφεσείοντα να μην καταβάλει τις επίδικες εισφορές ως πράξη πολιτικής ανυπακοής. Αυτή η πτυχή όμως, όπως ορθά σημείωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν θα μπορούσε να ενταχθεί ως υπεράσπιση στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης. Σ΄ένα κράτος δικαίου η επίκληση της ανάγκης ελέγχου των διοικούντων όσο καλόπιστη κι αν είναι δεν μπορεί να λαμβάνει τη μορφή ανυπακοής στους νόμους. Τούτο δεν θα βοηθούσε στη βελτίωση, αλλά θα συνέτεινε στην κατάρρευση του κράτους. Η ευπρόσδεκτη, αν όχι αναγκαία, συμμετοχή και αντίδραση του πολίτη στα όσα επηρεάζουν τη ζωή του πρέπει να εκδηλώνεται στα πλαίσια που ορίζουν οι νόμοι.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Οι προθέσεις και τα κίνητρα του Κατηγορουμένου, όποια και να είναι αυτά, δεν έχουν σημασία στην προκείμενη περίπτωση, ούτε και μπορούν να αποτελέσουν υπεράσπιση του. Ως έχει λεχθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Οικονομίδης ν Διευθυντής Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1989)2 Α.Α.Δ 235, εκεί που το στοιχείο της ένοχης διάνοιας ή εγκληματικής πρόθεσης («mens rea»), συναρτάται και περιορίζεται στην ίδια την παράλειψη που ο νόμος ποινικοποιεί, το αδίκημα είναι αυστηρής ευθύνης («strict liability»). Παραθέτω την σχετική περικοπή από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστήριο: «Η ύπαρξη εγκληματικής πρόθεσης (mens rea) αποτελεί κατά το κοινό δίκαιο συστατικό στοιχείο του κάθε εγκλήματος. Η εγκληματική πρόθεση συνίσταται στη νοητική διάθεση του κατηγορουμένου να επιφέρει εκείνο το οποίο ο νόμος απαγορεύει. Συνδέεται με την εκδήλωση της πρόθεσης με πράξη ή παράλειψη και όχι με το κίνητρο για την πράξη ή την επίδειξη αμέλειας. Ούτε εξομοιώνεται ευθέως η εγκληματική πρόθεση με ηθελημένη αντιστράτευση των σκοπών του νόμου. Ο κανόνας για την ύπαρξη εγκληματικής πρόθεσης υπόκειται σε εξαιρέσεις που αφορούν κυρίως κανονιστικές διατάξεις της νομοθεσίας για την επίτευξη συγκεκριμένων κοινωνικών στόχων. Το θέμα δε θα μας απασχολήσει επειδή στην προκείμενη περίπτωση το νοητικό στοιχείο για τη διάπραξη των αδικημάτων που προβλέπουν τα άρθρα 80
(1)του Ν41/80 και 13
(1)του Ν5/85 συναρτούν τη διάπραξη του εγκλήματος με την ίδια την παράλειψη ή την αμέλεια, όχι με τους λόγους της παράλειψης ή της αμέλειας. Η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 9 του Ποινικού Κώδικα ορίζει ρητά: . "Εκτός αν η πρόθεση να επιφέρει συγκεκριμένο αποτέλεσμα αναφέρεται ρητά ως συστατικό στοιχείο του αδικήματος, εν όλω ή εν μέρει, με πράξη ή παράλειψη, το αποτέλεσμα το οποίο επιδιώκεται με την πράξη ή την παράλειψη είναι άνευ σημασίας.". Συνεπώς ότι πρέπει να μας απασχολήσει, όπως παρατήρησε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, είναι αν ο εφεσείων βαρύνεται με την παράλειψη καταβολής οφειλόμενων εισφορών. Η απάντηση είναι καταφατική και εισηγήσεις περί του αντιθέτου ανεδαφικές.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 48. Βλ. επίσης, τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις, Ανδρέας Κοιλιαρης Λτδ κ. α. ν Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1998)2 Α.Α.Δ. 295, Νικολάου ν Citi Principal Investments Ltd, Ποινική Έφεση Αρ. 160/2014, 20/12/2016, Aestas Trading Ltd v Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού, Ποινική Έφεση Αρ. 78/2014, 03/09/2015, Terezian v Θεοδώρου, Ποινική Έφεση Αρ. 198/15, 02/12/2016 και Παρασκευά ν Διευθυντή Των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Ποινική Έφεση Αρ. 262/2015, 18/12/
- Το κατηγορητήριο
- Ο Κατηγορούμενος, υποστήριξε επίσης προς υπεράσπιση του, ότι, η 2η κατηγορία πάσχει, καθότι το ποσό του πρόσθετου τέλους δεν προσδιορίστηκε στην λεπτομέρειες του αδικήματος. Ούτε και αυτή η θέση του Κατηγορουμένου με βρίσκει σύμφωνο. Αντιθέτως αυτής, δεν βρίσκω ότι το κατηγορητήριο (σε ότι αφορά την συγκεκριμένη 2η κατηγορία), είναι στοιχειοθετημένο με τρόπο ο οποίος παραβιάζει τους κανόνες που διέπουν τη διατύπωση των κατηγοριών. Σύμφωνα με το Άρθρο 39(γ) του Κεφ. 155 και την νομολογία που έχει ερμηνεύσει αυτό, λεπτομέρειες για το ισχυριζόμενο αδίκημα, δίδονται από τον κατήγορο, στο βαθμό που είναι λογικά απαραίτητο για; (α) να πληροφορηθεί ο κατηγορούμενος και το Δικαστήριο [από την όψη του κατηγορητηρίου και μόνον], την φύση της κατηγορίας υπό εξέταση, καθώς επίσης (β) και για να αποτρέψει τον κατήγορο από του να μπορεί να μετατοπίσει την πραγματική βάση της δίωξης κατά την διάρκεια της δίκης, χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου και την τροποποίηση του κατηγορητηρίου. Η φύση της κατηγορίας υπό εξέταση, πρέπει μεν να εκτίθεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος συνοπτικά, πρέπει όμως παράλληλα να ορίζεται με σαφήνεια με αναφορά στις κύριες πράξεις ή παραλείψεις επί των οποίων ο κατήγορος βασίζει του ισχυρισμούς του (βλ. Regina v Landy [1981] 1 W.L.R. 355, R. v Paul Hancock Robert Warner Alexander Joseph Michael [1996] 2 Cr. App. R. 554, Mukhabbat Khudaykulova, Ποινική Έφεση Αρ. 136/2015, 08/07/2016 και Ανδρονίκου ν Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486). Αυτές, στην προκείμενη περίπτωση, βρίσκω ότι όντως ορίζονται με την απαραίτητη σαφήνεια. Το γεγονός ότι, για να αποδειχθεί από τον Κατήγορο το αδίκημα της 2ης κατηγορίας, ή για να γίνει παραδοχή από τον Κατηγορούμενο του αδικήματος της 2ης κατηγορίας, πρέπει, ανάλογα της περίπτωσης, να αποδειχθούν ή να γίνουν παραδεκτά και όλα τα γεγονότα που στοιχειοθετούν το αδίκημα της 1ης κατηγορίας, που στην προκείμενη περίπτωση επίσης συμμορφώνεται με τις διατάξεις του προαναφερόμενου Άρθρου 39(γ) του Κεφ. 155, δεν μπορεί να συνιστά αντικανονικότητα που να δικαιολογεί την απαλλαγή του Κατηγορουμένου από αυτήν λόγω επηρεασμού του δικαιώματος του να γνωρίζει την κατηγορία που αντιμετωπίζει ή του δικαιώματος υπεράσπισης του. Κάτι τέτοιο, στην προκείμενη περίπτωση, δεν διαπιστώνεται. Κατάληξης 50. Κατ' ακολουθία των όσων έχουν προαναφερθεί, αποδέχομαι ότι η πλευρά του Κατήγορου έχει επιτύχει να αποδείξει την υπόθεση του εναντίον του Κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τον οποίο Κατηγορούμενο κρίνω, ως εκ τούτου, ένοχο, στις κατηγορίες υπ' αρ. 1 και 2 στο κατηγορητήριο, που του προσήχθησαν. 51. Προχωρώ στην διαδικασία της επιβολής ποινής. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο