Δ η μ ο κ ρ α τ ί α ν. Ω.Ω., Αρ. Υπόθεσης: 20065/16, 4/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2018:1 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: T. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Α. Κονή, Α.Ε.Δ. T. Kατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 20065/16 Δ η μ ο κ ρ α τ ί α ν. Ω.Ω. Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 4.1.2018 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κος Α.Α. Για τον Κατηγορούμενο: κος Β.Β. Κατηγορούμενος παρών Π Ο Ι Ν Η (Η διαδικασία έχει διεξαχθεί κεκλεισμένων των θυρών σύμφωνα με διάταγμα του Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου υπάρχει περιορισμός στην κυκλοφορία του πρωτότυπου της απόφασης και έτσι το πρωτότυπο που περιλαμβάνει τα ονόματα ή άλλα στοιχεία των αδικημάτων θα παραμείνει στο φάκελο, ενώ θα κυκλοφορήσει κείμενο της απόφασης χωρίς λεπτομέρειες και ονομασίες προσώπων, τόπων και άλλων στοιχείων που δύνανται να οδηγήσουν σε αποκάλυψη προσώπων και αυτό βέβαια για προστασία του παραπονούμενου - ανήλικου.) Ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση, με δική του παραδοχή, βρέθηκε ένοχος στα αδικήματα των κατηγοριών 1, 2, 5, 9, 10, 11, 12 και 13, επί του τροποποιηθέντος κατηγορητηρίου. Ήτοι βρέθηκε ένοχος: (α) Στην κατηγορία 1, στο αδίκημα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού κατά παράβαση των Άρθρων 2 και 6
(3)
(7)του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου, Ν. 91(Ι)/14. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 1ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατά το έτος 2016, στο Χ. της Επαρχίας Λ. προκάλεσε παιδί το οποίο δεν είχε φτάσει την ηλικία συναίνεσης, δηλαδή τον Ψ.Ψ από την Λ. ηλικίας 12 χρονών, ώστε να γίνει μάρτυρας σεξουαλικών πράξεων, δηλαδή τον ανάγκασε να παρακολουθήσει ταινίες πορνογραφικού περιεχομένου. (β) Στην κατηγορία 2, στο αδίκημα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού κατά παράβαση των Άρθρων 2 και 9
(2)του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου, Ν. 91(Ι)/14. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 2ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος, κατά το έτος 2016, στο Χ. της Επαρχίας Λ. συμμετείχε σε σεξουαλικές πράξεις με παιδί, δηλαδή τον Ψ.Ψ. από την Λ. ηλικίας 12 χρονών, δηλαδή του έβγαλε τα ενδύματα του και του άγγιξε τα γεννητικά του όργανα. (γ) Στην κατηγορία 5, στο αδίκημα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού κατά παράβαση των Άρθρων 2 και 6
(1)
(7)του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου, Ν. 91(Ι)/
- Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 5ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατά το έτος 2016, στο Χ. της Επαρχίας Λ. δια μέσου της τεχνολογίας της πληροφορικής και των επικοινωνιών, προσέγγισε παιδί το οποίο δεν είχε φτάσει την ηλικία συναίνεσης, δηλαδή τον Ψ.Ψ. από την Λ. ηλικίας 12 χρονών και αποπειράθηκε να αποκτήσει πρόσβαση σε υλικό παιδικής πορνογραφίας που να απεικονίζει το πιο πάνω πρόσωπο. (δ) Στην κατηγορία 9, στο αδίκημα της άσεμνης επίθεσης εναντίον άντρα, κατά παράβαση του άρθρου 152 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 9ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία, κατά το έτος 2016, στο Χ. της Επαρχίας Λ. άλλη από αυτήν που αναφέρεται στην 10η κατηγορία, παράνομα και άσεμνα επιτέθηκε σε άνδρα, δηλαδή έβαλε τον Ψ.Ψ. από την Λ. να του πιάσει το πέος. (ε) Στην κατηγορία 10, στο αδίκημα της άσεμνης επίθεσης εναντίον άντρα, κατά παράβαση του άρθρου 152 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 10ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία, κατά το έτος 2016, στο Χ. της Επαρχίας Λ. άλλη από αυτήν που αναφέρεται στην κατηγορία 9, παράνομα και άσεμνα επιτέθηκε σε άνδρα, δηλαδή έβαλε τον Ψ.Ψ. από την Λ. να του πιάσει το πέος. (στ) Στην κατηγορία 11, στο αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού κατά παράβαση των Άρθρων 2 και 6
(3)του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου, Ν. 91(Ι)/14. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 11ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος, κατά το έτος 2016, στο Χ. της Επαρχίας Λ. συμμετείχε σε σεξουαλικές πράξεις με παιδί, δηλαδή τον Ψ.Ψ. από την Λ. ηλικίας 12 χρονών, δηλαδή τον ανάγκασε να του φιλήσει το πέος του. (η) Στην κατηγορία 12, στο αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού κατά παράβαση των Άρθρων 2 και 6
(3)του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου, Ν. 91(Ι)/14. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της της 12ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος, κατά το έτος 2016, στο Χ. της Επαρχίας Λ. συμμετείχε σε σεξουαλικές πράξεις με παιδί, δηλαδή τον Ψ.Ψ. από την Λεμεσό, ηλικίας 12 χρονών, δηλαδή τον ανάγκασε να του αγγίξει το πέος του. (θ) Στην κατηγορία 13, στο αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού κατά παράβαση των Άρθρων 2 και 6
(3)του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου, Ν. 91(Ι)/
- Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 13ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος, κατά το έτος 2016 σε άλλη ημερομηνία από αυτήν που αναφέρεται στην δωδέκατη κατηγορία, στο Χ. της Επαρχίας Λ. συμμετείχε σε σεξουαλικές πράξεις με παιδί, δηλαδή τον Ψ.Ψ από την Λ. ηλικίας 12 χρονών, δηλαδή τον ανάγκασε να του αγγίξει το πέος του. Στις λοιπές κατηγορίες που ο κατηγορούμενος αρχικά αντιμετώπιζε και συγκεκριμένα στις κατηγορίες 3, 4, 6, 7 και 8, απαλλάχθηκε μετά που η Κατηγορούσα Αρχή ανακοίνωσε αναστολή ποινικής δίωξης τούτων από τον Γενικό Εισαγγελέα. Τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τα αδικήματα των κατηγοριών στις οποίες βρέθηκε ένοχος, είναι καταγεγραμμένα στη γραπτή έκθεση γεγονότων την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά και στα όσα προφορικά προσέθεσε. Αυτά δεν έχουν αμφισβητηθεί σε κανένα σημείο από την Υπεράσπιση, έχουν δε ως ακολούθως׃ Στις 02/10/2016 και περί ώρα 09:00 καταγγέλθηκε στο ΤΑΕ Λ. από τη μητέρα του παραπονουμένου Ψ.Ψ. ΜΚ1 επί του κατηγορητηρίου, από τώρα και στο εξής καλουμένου, «ο παραπονούμενος», ότι περίπου τρεις βδομάδες προγενέστερα, η αδελφή της, ΜΚ3 επί του κατηγορητηρίου, από τώρα και στο εξής καλουμένης «η ΜΚ3», της ανέφερε πώς πρόσεξε τον παραπονούμενο, να ασχολείται πολύ με το κινητό του και σε κάποιες περιπτώσεις ενώ αυτός καθόταν στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της οικίας όπου διέμενε, προσπαθούσε να κρύψει την οθόνη. Ο παραπονούμενος γεννήθηκε στις 06/08/
- Όταν η μητέρα του παραπονουμένου, ΜΚ1 επί του κατηγορητηρίου, που θα αναφέρεται μετά απλώς ως «ΜΚ1» έλαβε αυτή την πληροφόρηση, χρησιμοποίησε τους κωδικούς πρόσβασης του προσωπικού λογαριασμού του παραπονούμενου που διατηρούσε στην ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης «FACEBOOK» και ανέτρεξε στα αποθηκευμένα μηνύματα του. Κατά την έρευνα αποκαλύφθηκε ότι ο παραπονούμενος συνομιλούσε, σε καθημερινή βάση σχεδόν, με τον κατηγορούμενο, ο οποίος διατηρούσε λογαριασμό στο «FACEBOOK», με το όνομα «K.C». Ο κατηγορούμενος είναι σύζυγος της αδελφής του πατέρα του παραπονούμενου, δηλαδή θείος του εξ αγχιστείας τρίτου βαθμού. Η συνομιλία τους άρχισε από τον Ιανουάριο του 2016 και σε κάποια σημεία έμοιαζε να είναι κωδικοποιημένη. Ο κατηγορούμενος ρωτούσε τον παραπονούμενο εάν έκανε αυτό που του ζήτησε να κάνει, χωρίς όμως να διευκρινίζει τι ήταν αυτό. Η ΜΚ1 ρώτησε τότε τον παραπονούμενο, εάν συνέβαινε κάτι με τον κατηγορούμενο, ο ίδιος απέφευγε να απαντήσει και έδειχνε να τον ενοχλεί η συζήτηση. Αποφάσισε τότε η ΜΚ1 να είναι παρούσα σε κάποιες συνομιλίες του παραπονούμενου με τον κατηγορούμενο αφού ο παραπονούμενος ήταν σύμφωνος μαζί της, για να ξεκαθαρίσουν οι προθέσεις του κατηγορούμενου. Κατά τις συνομιλίες ο κατηγορούμενος ζήτησε, μεταξύ άλλων από τον παραπονούμενο να βγάλει φωτογραφία γυμνός στο μπάνιο και να του την στείλει. Επίσης του ζήτησε όπως στη φωτογραφία «να φαίνονται όλα» και σε ερώτηση του παραπονούμενου «ποια όλα» ο κατηγορούμενος απάντησε «το πουλί σου και το κωλί σου». Επίσης του ζήτησε να φωτογραφίσει την μητέρα του γυμνή, όταν θα έκανε μπάνιο. Ως αναφέραμε και πιο πάνω, η ΜΚ1 μαζί με τον παραπονούμενο, κατήγγειλαν την υπόθεση στην αστυνομία και συγκεκριμένα στα γραφεία του ΤΑΕ Λ. Στην συνέχεια λήφθηκε οπτικογραφημένη κατάθεση από τον παραπονούμενο. Στην οπτικογραφημένη κατάθεση του, ο παραπονούμενος αναφέρθηκε στα πιο πάνω μηνύματα καθώς και σε ένα περιστατικό το οποίο έλαβε χώρα κατά τον Αύγουστο του 2016, ενώ βρισκόταν για διακοπές στο χωριό Χ, στην οικία του παππού του. Συγκεκριμένα ένα μεσημέρι ενώ έτρωγαν στο σπίτι, ο κατηγορούμενος ζήτησε από τον παραπονούμενο να τον ακολουθήσει στο υπνοδωμάτιο του. Αυτός πιστεύοντας ότι θα παίξουν ένα παιχνίδι στο ίντερνετ τον ακολούθησε. Ενώ κατευθύνονταν προς το δωμάτιο, ο κατηγορούμενος τον άρπαξε από το χέρι τον έβαλε στο αποχωρητήριο και έκλεισε την πόρτα. Στην συνέχεια ο κατηγορούμενος έβγαλε το παντελόνι του παραπονούμενου και προσπάθησε να του αφαιρέσει το εσώρουχο αγγίζοντας τον παράλληλα στα γεννητικά του όργανα. Ταυτόχρονα ο κατηγορούμενος κρατούσε το πέος του και αυνανιζόταν. Ο παραπονούμενος τον άρπαξε από το χέρι και αφού του το έσφιξε, ο κατηγορούμενος σταμάτησε να προσπαθεί να του βγάλει το εσώρουχο και του έκλεισε το στόμα με το χέρι του για να μην φωνάξει. Ο παραπονούμενος προσπαθούσε να διαφύγει αλλά δεν μπορούσε. Την ίδια μέρα 02/10/2016, ο ΜΚ4 επί του κατηγορητηρίου, συνέλαβε τον κατηγορούμενο, με δικαστικό ένταλμα σύλληψης. Αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο ο κατηγορούμενος απάντησε, «Εν έκαμα τίποτε». Λίγες ώρες αργότερα, ο κατηγορούμενος προέβη σε θεληματική κατάθεση στην οποία ομολόγησε, μεταξύ άλλων, ότι σε μια διαφορετική περίπτωση από αυτήν που κατήγγειλε ο παραπονούμενος, όταν ήταν στο σπίτι του παππού του τελευταίου στο Χ, οδήγησε το νεαρό αγόρι στο αποχωρητήριο της οικίας, τού κατέβασε το παντελόνι του και ο τελευταίος του φίλησε το πέος του. Ομολόγησε επίσης ότι έβαζε ταινίες πορνογραφικού περιεχομένου και τις παρακολουθούσε μαζί με τον παραπονούμενο. Ο κατηγορούμενος σε δεύτερη θεληματική του κατάθεση, που έδωσε στην αστυνομία στις 05/10/2016, παραδέχτηκε πώς όσα γεγονότα ανέφερε ο παραπονούμενος ότι διαδραματίστηκαν μεταξύ τους, ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Ομολόγησε επίσης ότι σε δύο περιπτώσεις ανάγκασε τον παραπονούμενο να του πιάσει το πέος του όταν ήταν στο δωμάτιο του. Στις 06/10/2016, ο κατηγορούμενος, κατόπιν δικής του επιθυμίας, προέβη σε υποδείξεις σκηνών. Ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και τελεί υπό κράτηση από τις 02/10/
- Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου στην αγόρευσή του αναγνώρισε ότι τα αδικήματα των κατηγοριών στις οποίες ο πελάτης του έχει βρεθεί ένοχος, είναι σοβαρά, ανέφερε όμως ότι η κάθε περίπτωση θα πρέπει να κρίνεται με τα δικά της γεγονότα. Κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη μεταξύ άλλων τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου, και ιδιαίτερα τα προβλήματα ψυχικής υγείας που αυτός αντιμετωπίζει και το χαμηλό επίπεδο της νοημοσύνης του. Προς τούτο δε παρουσίασε σχετική έκθεση των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας του Τμήματος Φυλακών, Τεκμήριο
- Υιοθέτησε ακόμη την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, κάνοντας ιδιαίτερη αναφορά στο σοβαρό πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει ο πατέρας του κατηγορούμενου. Επεσήμανε επίσης το γεγονός ότι μετά που η σύζυγος του πληροφορήθηκε την από μέρους του διάπραξη των αδικημάτων, προχώρησε στην καταχώριση αίτησης διαζυγίου με επακόλουθο ο γάμος τους να διαλυθεί. Εξασφάλισε επίσης δυνάμει δικαστικού διατάγματος, Τεκμήριο 2, την αποκλειστική γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας τους. Ο κατηγορούμενος από την ημέρα της σύλληψης του μέχρι σήμερα δεν είχε οποιαδήποτε επαφή με την ανήλικη θυγατέρα του. Τα πιο πάνω αποτελούν, σύμφωνα με την εισήγηση του συνηγόρου του κατηγορούμενου, ένα είδος «εξωδικαστηριακής τιμωρίας», για τον κατηγορούμενο. Στα πλαίσια δε της αρχής της εξατομίκευσης και αναφερόμενος στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου ζήτησε να ληφθεί υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας ότι ο πελάτης του δεν χρησιμοποίησε βία εις βάρος του παραπονούμενου, είτε σωματική είτε ψυχολογική. Ακόμη επεσήμανε πώς ούτε και μετά την διάπραξη των αδικημάτων εξάσκησε εις βάρος του παραπονούμενου, είτε με την μορφή απειλών είτε άλλως πώς, εκφοβισμό έτσι ώστε να αποτρέψει αυτόν από του να αναφέρει τα όσα υπέστηκε. Επικαλούμενος δε ότι επειδή από την συμπεριφορά του κατηγορούμενου που στοιχειοθετεί τα εν λόγω αδικήματα, ελλείπει το στοιχείο της σεξουαλικής συνεύρεσης, αφού όχι μόνο δεν βίασε τον παραπονούμενο, αλλά ούτε καν αποπειράθηκε να τον βιάσει, δεν θα πρέπει η παρούσα υπόθεση και κατ' επέκταση ο κατηγορούμενος, να αντιμετωπιστούν με τις ίδιες παραμέτρους με άλλες υποθέσεις που στα γεγονότα αυτών περιλαμβάνεται το στοιχείο αυτό. Εισηγήθηκε ακόμη πώς επειδή δεν έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου έκθεση από ψυχολόγο από την οποία να φαίνεται κατά πόσο έχει επηρεαστεί η ψυχική υγεία του παραπονούμενου, δεν συντρέχει στην παρούσα υπόθεση το επιβαρυντικό αυτό στοιχείο. Σε σχέση με τις συνθήκες αλλά και τα γεγονότα που στοιχειοθετούν το αδίκημα της κατηγορίας 5, επικαλούμενος τα όσα αναφέρθηκαν από το Αγγλικό Εφετείο στην γνωστή υπόθεση R. v. Oliver and others[1] επεσήμανε πως αυτά δεν είναι και δεν μπορούν να καταταχθούν στη κλίμακα των σοβαροτέρων τοιούτων, αφού ο κατηγορούμενος όχι μόνο δεν επέδειξε στον παραπονούμενο οποιοδήποτε πορνογραφικό υλικό, αλλά ούτε και είχε στην κατοχή του τέτοιο. Η παράνομη ενέργεια του συνίστατο στην απόπειρα να του αποστείλει ο παραπονούμενος γυμνές φωτογραφίες του ιδίου και της μητέρας του, καθιστώντας έτσι τις συνθήκες και τα γεγονότα της εν λόγω κατηγορίας, στις χαμηλές βαθμίδες της κλίμακας σοβαρότητας του συγκεκριμένου αδικήματος. Επικαλέστηκε επίσης την άμεση παραδοχή και συνεργασία του κατηγορούμενου με τις ανακριτικές αρχές, αλλά και την ενώπιον του Δικαστηρίου παραδοχή του, η οποία στις κατηγορίες που εν τέλει κρίθηκε ένοχος ήταν άμεση. Επεσήμανε ακόμη πώς παρά το ότι ο παραπονούμενος κατήγγειλε την διάπραξη δύο εκ των αδικημάτων, ήτοι αυτών των κατηγοριών 2 και 5, ο ίδιος ο κατηγορούμενος αποκάλυψε και παραδέχτηκε την διάπραξη των λοιπών κατηγοριών, ήτοι των κατηγοριών 1, 9, 10, 11, 12, και 13, στις οποίες τα αδικήματα στοιχειοθετήθηκαν με βάση την δική του μαρτυρία. Λόγω δε της παραδοχής του κατηγορούμενου, είναι η θέση του συνηγόρου του, ότι όχι μόνο εξοικονομήθηκε πολύτιμος Δικαστηριακός χρόνος, αλλά αποφεύχθηκε επίσης η επώδυνη εμπειρία της αναβίωσης από τον παραπονούμενο των όσων αυτός υπέστηκε κατά την διάρκεια διάπραξης των αδικημάτων, αλλά και να αποκαλυφθούν τα αδικήματα για τα οποία όχι μόνο δεν υπήρχε μαρτυρία αλλά ούτε καν καταγγέλθηκαν από τον παραπονούμενο. Ακόμη είναι εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου, ότι η άμεση παραδοχή του δείχνει και αποδεικνύει την ειλικρινή και έμπρακτη μεταμέλεια του. Εισηγήθηκε ακόμη πώς ο κατηγορούμενος για να διαπράξει τα αδικήματα στα οποία κρίθηκε ένοχος στην παρούσα πρέπει να αντιμετωπίζει και ο ίδιος ψυχολογικά προβλήματα, για τα οποία, παρά το ότι δεν γίνεται καμία ρητή αναφορά στην έκθεση Τεκμήριο 1, η παρατήρηση του συντάκτη πώς, 'ο κατηγορούμενος επιβάλλεται να παρακολουθείται από ψυχίατρο', αυτό αφήνεται να νοηθεί. Εν κατακλείδι τονίζοντας το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου και μεταφέροντας στο δικαστήριο την απολογία του, ζήτησε όπως αυτός κριθεί με την μέγιστη δυνατή επιείκεια. Περαιτέρω αναφορά στα όσα έχει επικαλεστεί ο συνήγορος του κατηγορουμένου, θα γίνεται όπου τούτο θα κρίνεται αναγκαίο και στη συνέχεια, σχολιάζοντας την σημασία που θα πρέπει να προσδοθεί στις θέσεις και εισηγήσεις του. Ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ζήτησε επίσης την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται η διάθεση των τεκμηρίων που βρίσκονται στην κατοχή της αστυνομίας. Τα αδικήματα τα οποία έχει διαπράξει ο κατηγορούμενος είναι, αναμφίβολα πολύ σοβαρά, προβλέπονται δε οι πιο κάτω ποινές: · Για τα αδικήματα των κατηγοριών 1 και 2 και επειδή ο παραπονούμενος κατά τον χρόνο διάπραξης των ήταν κάτω των 13 ετών, προνοείται με βάση το άρθρο 6
(1)και
(7)του ως άνω νόμου, Ν.91(Ι)/2014, ποινή φυλάκισης δια βίου. · Για το αδίκημα της κατηγορίας 5, δυνάμει του άρθρου 9
(2)του ως άνω νόμου, Ν.91(Ι)/2014, προνοείται ποινή φυλάκισης 10 ετών. · Για το αδίκημα των κατηγοριών 9 και 10, (άσεμνης επίθεσης εναντίον άνδρα), προνοείται δυνάμει του άρθρου 152 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, ποινή φυλάκισης 5 ετών. · Για το αδίκημα των κατηγοριών 11, 12 και 13, προνοείται δυνάμει του άρθρου 6
(3)του ως άνω νόμου, Ν.91(Ι)/2014, επί του οποίου η κατηγορούσα αρχή στήριξε τις εν λόγω κατηγορίες, ποινή φυλάκισης 20 ετών. Η προβλεπόμενη από τον Νόμο ανώτατη ποινή, όπως πλειστάκις έχει λεχθεί είναι ενδεικτική της έκτασης της σοβαρότητας ενός αδικήματος, και αποτελεί στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη τόσο στην επιμέτρηση, όσο και στο είδος της ποινής που θα επιβληθεί[2]. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Λεβέντης v. Αστυνομίας[3]: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Επισημαίνουμε ακόμη στο στάδιο αυτό, ότι το ως άνω νομοθετικό πλαίσιο που διέπει την πρόληψη και καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης και εκμετάλλευσης παιδιών και της παιδικής πορνογραφίας, με το οποίο έχει αναθεωρηθεί, επί το αυστηρότερον, η ποινολογική μεταχείριση προσώπων που διαπράττουν αδικήματα αυτής της φύσης, είναι, ως διακηρύσσεται στο προοίμιο του ως άνω νόμου, το αποτέλεσμα της εναρμόνισης της νομοθεσίας της Κυπριακής Δημοκρατίας με τις Οδηγίες και Αποφάσεις Πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, που σχετίζονται και στόχο έχουν την εξυπηρέτηση του σκοπού της καλύτερης εφαρμογής του Προαιρετικού Πρωτοκόλλου, που περιέχεται στη Σύβαση των Ηνωμένων Εθνών, για τα Δικαιώματα του Παιδιού. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ειρηναίος Χριστοφόρου ν. Δημοκρατίας[4]: «Ο Νόμος περί Πρόληψης και Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης και της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου του 2014 (Ν.91(Ι)/2014)και ειδικά τα άρθρα 2, 5 και 6
(3)έχουν σκοπό την προστασία των παιδιών από συμπεριφορές σεξουαλικής κακοποίησης που έχουν διαφορετικές βέβαια βαθμίδες. Εκείνο όμως που μένει ως σταθερή παράμετρος είναι το ίδιο το θύμα και η ηλικία του, που το κοινωνικό σύνολο θέλει να προστατεύσει, ως ένα πολύτιμο αγαθό. Γι΄αυτό και ο Νόμος είναι ιδιαίτερα αυστηρός στις προβλεπόμενες ποινές.» Για τις κατευθυντήριες δε γραμμές σε σχέση με την προσέγγιση και την ποινολογική μεταχείριση προσώπων που διαπράττουν αδικήματα κατά παράβαση της πιο πάνω Νομοθεσίας, έχουμε θέσει ενώπιον μας και τα ό,σα εκτίθενται στο σύγγραμμα Sexual Offences Law and Practice 4η Έκδοση, 2010, που αφορά σε αδικήματα που στρέφονται εναντίον παιδιών, δυνάμει κυρίως του Αγγλικού Νόμου, Τhe Children Act 1960 και
- Από το πιο πάνω σύγγραμμα παραθέτουμε ένα σχετικό απόσπασμα για να καταδειχθούν οι κατευθυντήριες γραμμές, με βάση την Αγγλική Νομολογία, οι οποίες πιστεύουμε ότι μπορούν να αποτελέσουν ασφαλή πηγή, για άντληση σχετικής καθοδήγησης. Δυνάμει λοιπόν των εν λόγω κατευθυντηρίων, οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη, είναι μεταξύ άλλων οι πιο κάτω: « 4.22 ............................... • the age and degree of vulnerability of the victim - as a general indication, the younger the child, the more vulnerable he or she is likely to be, although older children may also suffer serious and long-term psychological damage as a result of sexual abuse; • the age gap between the child and the offender; • the youth and immaturity of the offender; and • any breach of trust arising from a family relationship between the child and the offender, or from the offender's professional or other responsibility for the child's welfare, will make an offence more serious...» Και σε ελεύθερη δική μας μετάφραση: «4.22 ............................ • Η ηλικία και ο βαθμός του ευάλωτου του θύματος - ως γενική αρχή, όσο πιο νεαρό είναι το παιδί, τόσο πιο ευάλωτο δυνητικά είναι, παρόλο που μεγαλύτερα παιδιά μπορεί επίσης να υποστούν σοβαρά και διαρκή ψυχολογικά τραύματα, ως αποτέλεσμα της σεξουαλικής πράξης • Το χάσμα μεταξύ της ηλικίας του παιδιού και του παραβάτη • Το νεαρό της ηλικίας και η ανωριμότητα του παραβάτη • Οποιαδήποτε παραβίαση σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ του παιδιού και του παραβάτη, απορρέουσα από συγγενική σχέση ή από την επαγγελματική ή άλλη ευθύνη του παραβάτη ως προς την ευημερία του παιδιού, καθιστά το αδίκημα πιο σοβαρό. (Βλ. επίσης Archbold 2009, Κεφ.20 "Sexual Offences"). Θα πρέπει εδώ να σχολιάσουμε ότι δυστυχώς τα τελευταία χρόνια σεξουαλικής φύσεως αδικήματα με θύματα νεαρά πρόσωπα ή παιδιά, και όχι μόνο, προσλαμβάνουν ανησυχητικές διαστάσεις και σε τέτοια περίπτωση το στοιχείο της αποτροπής υπερτερεί έντονα. Να σημειώσουμε πως αρκετές από τις υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον μας για εκδίκαση ή έχουν εκδικαστεί, αφορούν σεξουαλικά αδικήματα, γεγονός που δικαιολογεί την επιβολή αυστηρής ποινής. (Λουκά Μιχαήλ ν. Αστυνομίας[5], Abunazha v. Δημοκρατίας[6]). Η ανάγκη προστασίας των νεαρών αυτών θυμάτων από επίδοξους παραβάτες και η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών τονίσθηκε πρόσφατα και από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ν.Ν.[7] στην οποία η πρωτοδίκως επιβληθείσα ποινή των 18 μηνών φυλάκισης αυξήθηκε σε τρία χρόνια. Στην απόφαση αναφέρονται μεταξύ άλλων τα εξής: «Σε πρόσφατες αποφάσεις τονίσαμε την ανάγκη όπως οι ποινές σε τέτοιας φύσεως αδικήματα τα οποία στρέφονται εναντίον παιδιών πρέπει να είναι αυστηρές, εφόσον το προστατευόμενο αγαθό είναι ακριβώς τα παιδιά και όσο μικρότερη είναι η ηλικία αυτών, τόσο πιο έντονη είναι η ανάγκη να προστατευθούν, γι' αυτό και η διαβάθμιση που προκύπτει από τον ίδιο το νόμο είναι ότι όταν το παιδί - θύμα είναι κάτω των 13 ετών η προνοούμενη ποινή είναι αυτή της ισόβιας φυλάκισης. Αυτό συναρτάται και με την αντίστοιχη αδυναμία του θύματος να προστατευθεί από σεξουαλικές ορέξεις ατόμων ειδικά του φιλικού-οικογενειακού περιβάλλοντος του και την εγγενή δυσκολία έκφρασης παραπόνου ως προς το ανάλογο βίωμα μιας τέτοιας τραυματικής εμπειρίας. .............................................................. Πρόκειται, κατά την κρίση μας, για έκδηλα ανεπαρκή ποινή, και η επέμβαση του Εφετείου είναι αναγκαία. Επιβαλλόταν η ποινή του πρωτόδικου Δικαστηρίου, χωρίς να αγνοεί τις περιστάσεις του εφεσίβλητου, να αντανακλά ακριβώς την ανάγκη προστασίας ανηλίκων θυμάτων από επίδοξους παραβάτες, με δεδομένη μάλιστα την ανησυχητική αύξηση διάπραξης τέτοιων αδικημάτων, όπως μπορούμε να διαγνώσουμε από τις ενώπιον μας υποθέσεις. Είναι σε γνώση μας η παλαιότερη νομολογία, η οποία κατά τον κ.Β.Β. καθιστά την ποινή που επέβαλε το Κακουργιοδικείο αυστηρή, αλλά όχι έκδηλα ανεπαρκή. Θα πρέπει όμως να επισημάνουμε ότι ακριβώς η αύξηση της εκ του Νόμου προνοούμενης ανώτατης ποινής αλλά και η ανησυχητική αύξηση τέτοιων αδικημάτων θέτουν διαφορετικό πλαίσιο από αυτό της παλαιότερης νομολογίας...» Στρεφόμενοι στη παρούσα υπόθεση, κρίνουμε ότι οι περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων είναι επιβαρυντικές για τον κατηγορούμενο. Δεν χωρεί καμιά αμφιβολία ότι η συμπεριφορά και ο τρόπος δράσης του σε βάρος του ανήλικου παραπονούμενου, προκαλούν αισθήματα έντονης αποστροφής. Ο κατηγορούμενος ενήργησε προμελετημένα και μεθοδικά, για να ικανοποιήσει τις ανώμαλες σεξουαλικές του ορέξεις. Κρίνουμε ότι η παρούσα υπόθεση ναι μεν δεν εντάσσεται με βάση τα γεγονότα της, στις πλέον σοβαρές υποθέσεις, πλην όμως είναι επί τη βάση των πιο πάνω αρχών, πολύ σοβαρή. Ο κατηγορούμενος σε ηλικία 39 ετών, ήτοι έχοντας μία διαφορά 27 ετών από τον παραπονούμενο, χωρίς οποιεσδήποτε αναστολές, προέβηκε στις επαίσχυντες πράξεις του για να ικανοποιήσει τις σεξουαλικές του ορέξεις και ορμές. Προς τούτο δε, όπως εκτίθεται στα γεγονότα, με μεθοδικότητα και χρησιμοποιώντας ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης το «facebook», άρχισε να συνομιλεί με τον παραπονούμενο και με διάφορα μηνύματα και σχόλια κατάφερε να του κεντρίσει το ενδιαφέρον και σιγά σιγά να τον οδηγήσει και να τον υποχρεώνει να προβαίνει μαζί του σε πράξεις και ενέργειες σεξουαλικού περιεχομένου. Εκμεταλλευόμενος τη στενή συγγένεια που είχε με τον παραπονούμενο, αφού ήταν θείος του εξ αγχιστείας, στοιχείο που έχει αναγνωριστεί και από την Νομολογία (βλ. Νικολάου ν. Δημοκρατίας[8]), ως επιβαρυντικός παράγοντας και ενώ ο παραπονούμενος φιλοξενείτο στο σπίτι του παππού του στο Χ, στο οποίο διέμενε και ο ίδιος ο κατηγορούμενος με την σύζυγο του, σε μία περίπτωση, αυτή που αφορά τα γεγονότα της κατηγορίας 2, τον άρπαξε δια της βίας και τον ώθησε μέσα στο δωμάτιο του αποχωρητηρίου του σπιτιού κλείνοντας την πόρτα. Ακολούθως αφού του κατέβασε το παντελόνι, τον άγγιξε στα γεννητικά του όργανα και προσπάθησε να του κατεβάσει το εσώρουχο, ενώ ο ίδιος αυνανιζόταν. Όταν αντιλήφθηκε πως ο παραπονούμενος αντιστεκόταν στις έκνομες και αποτρόπαιες πράξεις του και για να τον εμποδίσει από του να καλέσει βοήθεια, δεν δίστασε να του κλείσει το στόμα με το χέρι του. Παρατηρούμε ακόμη ότι ο κατηγορούμενος για να πραγματοποιήσει τους παράνομους και επαίσχυντους σκοπούς του, εκμεταλλεύτηκε σε άλλες τρείς περιπτώσεις την παρουσία του παραπονούμενου στην πιο πάνω αναφερόμενη οικία του, όταν ο παραπονούμενος επισκεπτόταν τον παππού του. Στην μία εκ των περιπτώσεων αυτών ο κατηγορούμενος ανάγκασε τον παραπονούμενο να του φιλήσει το πέος (κατηγορία 11) και στις άλλες δύο να του το αγγίξει (κατηγορίες 9, 10, 12 και 13). Συνακόλουθα, δεν συμφωνούμε με τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος δεν χρησιμοποίησε καθόλου βία στη διάρκεια των επιδίκων επεισοδίων. Σημειώνουμε ότι ο κατηγορούμενος ικανοποιούσε τις ανώμαλες ορέξεις του επί ενός παιδιού ηλικίας μόλις 12 ετών, ήτοι σε πρόσωπο το οποίο ως η λογική υπαγορεύει, δεν απαιτούσε την εξάσκηση ιδιαίτερης και σημαντικής βίας για να το υποχρεώσει να ανεχτεί και να υποστεί την παράνομη συμπεριφορά του κατηγορούμενου. Σε σχέση με τα γεγονότα της κατηγορίας 5, συμφωνούμε κατ' αρχάς ότι ο κατηγορούμενος δεν κατόρθωσε να εξασφαλίσει υλικό παιδικής πορνογραφίας με τον παραπονούμενο και τη μητέρα του γυμνούς και συνεπώς δεν ολοκλήρωσε το συγκεκριμένο αδίκημα αλλά παρέμεινε στην απόπειρα. Από την άλλη όμως, όπως και ο ίδιος ο συνήγορος του κατηγορούμενου ανέφερε, τούτο δεν απετράπη λόγω απόσυρσης και ή αλλαγής των προθέσεων του κατηγορούμενου, αλλά διότι η συνομιλία που είχε μαζί με τον παραπονούμενο ο κατηγορούμενος μέσω της ιστοσελίδας κοινωνικής δικτύωσης «facebook», παρακολουθείτο, όπως προκύπτει και από τα γεγονότα, από τη μητέρα του παραπονούμενου, Μ.Κ.
- Τέλος σε σχέση με την κατηγορία 1, απλά επισημαίνουμε ότι η σοβαρότητα του αδικήματος, έχει αναγνωριστεί με τον πλέον πρόδηλο τρόπον από τον ίδιο τον Νομοθέτη, ο οποίος εν τη σοφία του, καθόρισε την ποινή για αυτό, ως πιο πάνω αναφέρεται, στην διά βίου φυλάκιση. Η θέση δε του συνηγόρου υπεράσπισης ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψη σαν μετριαστικός παράγοντας ότι δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου έκθεση από ειδικό αναφορικά με τυχόν ψυχική βλάβη στον παραπονούμενο η οποία να του προκλήθηκε από την παράνομη συμπεριφορά του κατηγορούμενου, δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Ως έχει νομολογιακά αναγνωριστεί, ακόμα και σε αυτή την περίπτωση, ήτοι χωρίς την ετοιμασία σχετικής έκθεσης, οι ψυχικές βλάβες που προκαλούνται από συμπεριφορές ως αυτές που επέδειξε ο κατηγορούμενος, σε ένα ανήλικο παιδί της τρυφερής ηλικίας των 12 ετών, είναι δεδομένες και ως θέμα κοινής λογικής αυταπόδεικτες. Ο βιασμός της ψυχής ενός παιδιού από επαίσχυντες και ανίερες πράξεις και συμπεριφορές όπως αυτές που επέδειξε ο κατηγορούμενος εις βάρος του παραπονουμένου, εισβάλλουν στη μη προετοιμασμένη και εφοδιασμένη κατάλληλα ψυχή του θύματος προκαλώντας και αφήνοντας του κατάλοιπα για ολόκληρη του τη ζωή. Όλα τα πιο πάνω έχουν με ιδιαίτερο έντονο ύφος αναγνωριστεί στην πιο πάνω αναφερομένη υπόθεση Ειρηναίος Χριστοφόρου ν. Δημοκρατίας, στην οποία μεταξύ άλλων λέχθηκαν τα εξής: «Να παρατηρήσουμε ακόμα ότι δεν είναι αντικειμενικά «μετρήσιμος» ο παράγοντας που αφορά πλήγμα στην προσωπικότητα του θύματος. Εν πάση περιπτώσει δεν είναι θέμα για το οποίο το Δικαστήριο χρειαζόταν μαρτυρία για να το επισημάνει. Θα λέγαμε ότι κάτι τέτοιο είναι πρωταρχικά εγγενές με τη διάπραξη του αδικήματος. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο Σύγγραμμα Blackstone's (ανωτέρω), έκδοση 2009, σελ.3109 "Harm is also inherent where victims ostensibly consent but where their capacity to give informed consent is affected by their youth or mental disorder"». Όσον αφορά τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας σαν μετριαστικό παράγοντα πως ο κατηγορούμενος δεν προσπάθησε να έλθει σε σεξουαλική συνεύρεση με τον ανήλικο, διαφωνούντες και με αυτή, επισημαίνουμε πως αν συνευρίσκονταν σεξουαλικά, τότε οι κατηγορίες που ο κατηγορούμενος θα αντιμετώπιζε θα ήταν διαφορετικές και σίγουρα πολύ πιο σοβαρές από τις επίδικες. Μπορεί να μην υπήρξε βιασμός ή απόπειρα βιασμού του παραπονούμενου από τον κατηγορούμενο, όμως ο βιασμός της ψυχής του και η διακοπή της ομαλής εξέλιξης της σεξουαλικής του ζωής είναι δεδομένη. Βεβαίως, πάρα τα πιο πάνω, τα Δικαστήρια στα πλαίσια της εξατομίκευσης μιας ποινής και σύμφωνα με τα όσα η νομολογία έχει αναγνωρίσει, δεν βασίζονται μόνο στη σοβαρότητα ενός αδικήματος και στην προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή, αλλά λαμβάνουν υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου και τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας[9], ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της (βλ. επίσης υπόθεση Ιωάννης Κιλινκαρίδης ν. Δημοκρατίας[10]). Παράλληλα όμως διατηρούμε κατά νου και δεν μας διαφεύγει, ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην εξουδετέρωση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή να αναιρεί τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της ποινής, που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος που έχει διαπράξει ένας κατηγορούμενος[11]. Στα πλαίσια λοιπόν των πιο πάνω αρχών, λαμβάνουμε υπόψη από τα όσα ο ευπαίδευτος συνήγορος του έχει αναφέρει, προς όφελος του κατηγορούμενου για σκοπούς μετριασμού της ποινής: Την άμεση παραδοχή και πλήρη συνεργασία του με την Αστυνομία. Τονίζουμε όμως ταυτόχρονα πώς η βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στην παραδοχή, ποικίλει ανάλογα με την περίπτωση. Όπου συμβάλλει αποτελεσματικά στη διερεύνηση της υπόθεσης και πηγάζει από πραγματική μεταμέλεια έχει μεγαλύτερη αξία. Στρεφόμενοι δε στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, αποδεχόμαστε ότι όντως ο κατηγορούμενος επέδειξε εξ αρχής πνεύμα συνεργασίας με τις διωκτικές αρχές και παραδέχθηκε αμέσως τη διάπραξη των αδικημάτων. Με την άμεση δε παραδοχή του κατηγορούμενου στις διωκτικές αρχές, εξοικονομήθηκε πολύτιμος χρόνος και οδήγησε στην εξιχνίαση της παρούσας υπόθεσης από τις ανακριτικές αρχές, σε σύντομο χρονικό διάστημα. Ιδιαίτερα λαμβάνουμε υπόψη, ότι ο κατηγορούμενος όχι μόνο παραδέχθηκε τα αδικήματα τα οποία στοιχειοθετούντο από το περιεχόμενο των καταθέσεων του παραπονούμενου και της μητέρας του, Μ.Κ.1, ήτοι τα αδικήματα των κατηγοριών 2 και 5, αλλά πρόσθετα ο ίδιος αποκάλυψε και παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων των κατηγοριών 1, 9, 10, 11, 12 και 13, για τις οποίες όχι μόνο δεν υπήρχε επαρκής μαρτυρία αλλά ούτε και έγινε σχετική καταγγελία από τον παραπονούμενο ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Συνακόλουθα κρίνουμε ότι συντρέχει για τον κατηγορούμενο και ο σοβαρός μετριαστικός παράγοντας που η νομολογία έχει αναγνωρίσει ως τέτοιο, ήτοι αυτός της βοήθειας, όχι μόνο στην εξιχνίαση των αδικημάτων, για τα οποία αυτός συνελήφθη, αλλά και ότι συνέβαλε καταλυτικά στη πλήρη εξιχνίαση και των αδικημάτων των κατηγοριών 1, 9, 10, 11, 12 και 13 (βλ. Ghafari v. Αστυνομίας[12]). Ακόμη η παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, την οποία εκλαμβάνουμε και ως άμεση, αφού για όλες τις κατηγορίες τις οποίες δεν παραδέχθηκε στο τέλος η Κατηγορούσα Αρχή καταχώρισε αναστολή ποινικής δίωξης, επενέργησε έτσι ώστε να μην αναγκαστεί ο παραπονούμενος να βιώσει ξανά τα όσα τραγικά υπέστηκε από τον κατηγορούμενο στα επίδικα συμβάντα με το να δώσει σχετική μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. Μογγόλος ν. Δημοκρατίας[13] και Hamieh v. Γενικού Εισαγγελέα[14]). Συνακόλουθα, την παραδοχή του αυτή εκλαμβάνουμε και ως ειλικρινή και έμπρακτη μεταμέλεια του η οποία ταυτόχρονα έχει εξοικονομήσει και πολύτιμο χρόνο του Δικαστηρίου (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας[15]). Ωστόσο, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε πως είναι από ευτυχείς συγκυρίες που ανεκόπη η απαράδεκτη και αισχρή συμπεριφορά του κατηγορούμενου καθότι οι υποψίες και εν τέλει η διαπίστωση των όσων κρυφίως πραγματοποιούσε ο κατηγορούμενος εις βάρους του παραπονουμένου, αποκαλύφθηκαν μετά που κινήθηκαν υποψίες στην θεία του, ΜΚ3 και εν συνεχεία από την ανάγνωση των συνομιλιών που είχαν μεταξύ τους, από την ΜΚ
- Λαμβάνουμε ακόμη υπόψη ως ελαφρυντικό παράγοντα τη μη άσκηση από πλευράς του κατηγορούμενου εκφοβισμού και απειλών στο πρόσωπο του παραπονούμενου, που να αποσκοπούσε στο να τον αποτρέψει να προβεί σε αποκάλυψη των όσων βίωνε για το χρονικό διάστημα που λάμβανε χώρα η παράνομη συμπεριφορά του εις βάρος του. Σαν μετριαστικό παράγοντα λαμβάνουμε επίσης υπόψη προς όφελος του κατηγορούμενου, το λευκό του ποινικό μητρώο, στοιχείο που του δίνει και το δικαίωμα να αιτείται την επιείκεια του Δικαστηρίου και τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις, όπως αυτές αναφέρονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, καθώς και τα ό,σα ανέφερε σχετικά ο συνήγορος του. Τις συνοψίζουμε. (Στο πρωτότυπο κείμενο της απόφασης εκτίθενται οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του κατηγορούμενου. Παραλείπονται από το παρόν κείμενο για να διασφαλισθεί η ανωνυμία του παραπονούμενου.) Τέλος λαμβάνουμε υπόψη τα ό, σα αναφέρονται στην έκθεση, των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας του Τμήματος Φυλακών, Τεκμήριο 1, σε σχέση με την νοημοσύνη του κατηγορούμενου. Για το συγκεκριμένο παράγοντα θα κάνουμε αναφορά και στη συνέχεια. Αρκετές αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου, καταπιάνονται με την επιβολή ποινών για αδικήματα της φύσεως που ο κατηγορούμενος διέπραξε. Θα αναφερθούμε σε ορισμένες από αυτές γνωρίζοντας ότι οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως τον δεσμευτικό χαρακτήρα, που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας[16] και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας[17]). Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, όσο είναι δυνατό, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (βλ. Γρηγορίου ν. Αστυνομίας[18]). Στην Σαμπή ν. Δημοκρατίας[19], το Εφετείο επανέλαβε ότι (σελ. 109): «.. δεν υπάρχει προκαθορισμένο πλαίσιο και ακριβής προσδιορισμός της επιβαλλόμενης ποινής αναλόγως των προηγούμενων αποφάσεων. Η κάθε υπόθεση εξετάζεται στα πλαίσια των ιδιαιτεροτήτων που υπάρχουν και η κρίση της ορθότητας μιας ποινής εάν δηλαδή είναι έκδηλα υπερβολική ή όχι συναρτάται με τα περιστατικά της υπόθεσης, την προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή και τις προσωπικές συνθήκες έκαστου εφεσείοντα, όπου είναι δυνατόν». Με τα πιο πάνω κατά νου, έχουμε διεξέλθει πληθώρα αποφάσεων - δικαστικών προηγούμενων, σε σχέση με την ποινολογική μεταχείριση κατηγορουμένων που έχουν διαπράξει αδικήματα της φύσης και του χαρακτήρα αυτών που διέπραξε ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση, έτσι ώστε η ποινή που θα του επιβάλουμε να αντικατοπτρίζει τις πιο πάνω αρχές. Τούτο βεβαίως χωρίς να μας διαφεύγει το γεγονός ότι αρκετές από τις εν λόγω υποθέσεις έχουν εκδικασθεί πριν την ψήφιση του Νόμου 91(Ι)/2014, δυνάμει του οποίου ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος και δια του οποίου αυξήθηκαν οι ποινές στις πιο πάνω αναφερόμενες. Παραθέτουμε μερικές εξ αυτών: Στην υπόθεση Γιάννης Κέρκης v. Δημοκρατίας[20], ο κατηγορούμενος, 22 ετών, που είχε περιορισμένη νοητική ικανότητα, παραδέχτηκε ότι εκμεταλλεύτηκε σεξουαλικά κορίτσι ηλικίας 8 χρόνων και της επιτέθηκε άσεμνα. Συγκεκριμένα, είχε οδηγήσει το παιδί, που του ήταν άγνωστο, σε δημοτικό σχολείο. Εκεί, της κατέβασε το παντελόνι, κατέβασε και το δικό του και ακολούθως, έβαλε το χέρι στο εσώρουχό της, την χάιδεψε, την φιλούσε στα γεννητικά της όργανα και στον πρωκτό και στη συνέχεια αφού ακούμπησε το πέος του στο πρωκτό της, εκσπερμάτωσε στο σώμα της. Επίσης, παραδέχθηκε ότι σε άλλη ημερομηνία, παρέσυρε στον ίδιο χώρο, αγόρι ηλικίας 8 χρονών. Ζήτησε από το παιδί να του κάνει στοματικό «έρωτα» και όταν το παιδί αρνήθηκε, ο κατηγορούμενος του κατέβασε το παντελόνι και ακουμπώντας το πέος του στον πρωκτό του παιδιού, εκσπερμάτωσε. Του επιβλήθηκαν διαδοχικές ποινές 2,5 ετών και 18 μηνών. Το Ανώτατο Δικαστήριο, αν και παρατήρησε ότι ήταν αυστηρή ποινή, έκρινε ότι δεν ήταν υπερβολική και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Στην υπόθεση Μ.Φ. ν. Αστυνομίας[21] ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι σε 4 περιπτώσεις σε διάστημα 20 ημερών εκμεταλλεύθηκε σεξουαλικά την ανήλικη θυγατέρα του ηλικίας 11 ετών και 10 μηνών. Ποινή φυλάκισης 4 ετών που επιβλήθηκε πρωτόδικα μειώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στα 3 χρόνια λαμβάνοντας υπόψη κατά κύριο λόγο τις επαγγελματικές επιπτώσεις της φυλάκισης του εφεσείοντα και συνακόλουθα τις οικονομικές επιπτώσεις όχι μόνο στον ίδιο αλλά και στην οικογένεια του, ιδιαίτερα στα 4 ανήλικα τέκνα του. Στην Κυριάκου ν. Δημοκρατίας [22] ο κατηγορούμενος, ηλικίας 23 ετών, με μειωμένη αντιληπτική ικανότητα, ανωριμότητα και έντονη συναισθηματική διαταραχή, απήγαγε νεαρό κορίτσι ηλικίας 9 ½ ετών και το οδήγησε σε υπνοδωμάτιο του. Άρχισε να τη φιλά στα χείλη, τη ξάπλωσε στο κρεβάτι και αφού ξάπλωσε και αυτός δίπλα της άρχισε να τη φιλά στο στόμα και να χαϊδεύει τα μαλλιά και την πλάτη της. Ακολούθως της αφαίρεσε το μαγιό, τη φιλούσε στο λαιμό και στο στήθος ενώ με το χέρι χάιδευε το αιδοίο της. Μετά κατέβασε το παντελόνι του, έβαλε το χέρι της στα γεννητικά του όργανα, την ανάγκασε να τον φιλά στο λαιμό και σε κάποια φάση χάιδεψε με το πέος του το αιδοίο της. Πρωτόδικα του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 ½ ετών σε κατηγορία σεξουαλικής εκμετάλλευσης ανηλίκου και ποινή φυλάκισης 6 μηνών σε κατηγορία απαγωγής νεαρής γυναίκας. Το Εφετείο αφού έκανε αναφορά στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ήταν ηλικίας 23 ετών ενώ η ανήλικη μόλις 9 ½ ετών, στο γεγονός ότι επινόησε και εκτέλεσε ολοκληρωμένο σχέδιο με σκοπό να παρασύρει την ανήλικη στο σπίτι του για να την εκμεταλλευτεί σεξουαλικά, και στο γεγονός ότι εκμεταλλεύτηκε τη παιδική της αφέλεια, επικύρωσε τις ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν πρωτόδικα. Όπως δε λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην πρόσφατη απόφαση του στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ν.Ν[23]: «Επιβαλλόταν, συνεπώς, η ποινή του πρωτόδικου Δικαστηρίου, χωρίς να αγνοεί τις περιστάσεις του εφεσείοντα να αντανακλά ακριβώς την ανάγκη προστασίας των ανηλίκων από επίδοξους παραβάτες. (Βλ. Σύγγραμμα Rook & Ward On Sexual Offences, Law and Practice, 4th ed. p.205 κ.επ. και στο Σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2016, p.340 κ.επ. όπου καταγράφονται οι ρυθμίσεις που αφορούν παρόμοια αδικήματα με τα επίδικα στην αγγλική νομοθεσία και καταγράφονται οι δείκτες και οι αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο πρέπει να λειτουργεί κατά την επιβολή τέτοιων ποινών - βλ. ειδικά s.9 του Sexual Offences Act 2003)». Σημειώνουμε ακόμη ότι με βάση τις κατευθύνσεις του Sentencing Council του Ηνωμένου Βασιλείου, Sexual Offences Definitive Guideline, η παρούσα υπόθεση μπορεί να ενταχθεί στην "Κατηγορία 2Β, Σεξουαλικών Αδικημάτων εναντίον παιδιών, Category 2B p.37-39 Touching of naked genitalia, Sexual assault of a child under 13 όπου η αφετηρία ποινής (starting point) καθορίζεται στα 2 χρόνια φυλάκισης. Τονίζουμε ότι στο Ηνωμένο Βασίλειο η ανώτατη προνοούμενη ποινή είναι 14 χρόνια φυλάκιση και όχι ισόβια, όπως στην Κύπρο. Εν πάση περιπτώσει η αναφορά στις εν λόγω κατευθύνσεις είναι εν τίνι τρόπο βοηθητική.» Στην πιο πάνω υπόθεση οι πρώτοδικα επιβληθείσες ποινές ήταν, για το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση του άρθρου 6
(3)
(7)του Περί Πρόληψης και Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης και Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου του 2014 (Ν.91(Ι)/2014)(2η κατηγορία), ποινή φυλάκισης ενάμιση χρόνων. Στο αδίκημα της άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας κατά παράβαση του άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154, (4η κατηγορία), δεν επεβλήθη οποιαδήποτε ποινή εφόσον τα γεγονότα της εμπεριέχονταν στη 2η κατηγορία. Οι κατηγορίες 1 και 3 διακόπηκαν και ως εκ τούτου απορρίφθησαν. Επιπρόσθετα, κατ' ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 14
(1)του Ν.91(Ι)/2014, διέταξε την παραπομπή του εφεσίβλητου στην Αρχή Εποπτείας Καταδικασθέντων για Αδικήματα Σεξουαλικής Φύσης κατά Ανηλίκων, που έχει εγκαθιδρυθεί με το άρθρο 47 του Ν.91(Ι)/2014, για χρονικό διάστημα τριών χρόνων από την ημέρα επιβολής της ποινής (άρθρο 14
(1)(γ)). Το Ανώτατο Δικαστήριο κρίνοντας την επιβληθείσα ποινή φυλάκισης ως εκδήλως ανεπαρκή, επέτρεψε την έφεση και αντικατέστησε την ποινή της 2ης κατηγορίας με ποινή φυλάκισης 3 ετών. Το εκδοθέν διάταγμα εποπτείας παρέμεινε. Στην δε υπόθεση Ειρηναίος Χριστοφόρου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την Έφεση κατά της ποινής, ανέφερε μεταξύ άλλων και τα εξής: «Στην προκείμενη περίπτωση μεταξύ της ηλικίας του θύματος και της ηλικίας του θύτη υπήρχαν 11 περίπου χρόνια διαφορά, παράγοντας σχετικός (βλ. Λευκαρίτη ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:B531, ποιν. έφ.135/14, 22.11.2016). Η ίδια η πράξη δεν είχε οποιονδήποτε συναισθηματικό υπόβαθρο παρά τους χαρακτηρισμούς που δόθηκαν από την Υπεράσπιση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξισορρόπησε δεόντως τις περιστάσεις του αδικήματος και τις προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα. Δεν έχουμε παρατηρήσει κανένα σφάλμα αρχής ως προς την μεταχείριση των παραγόντων που έπρεπε να ληφθούν υπόψη. Ορθώς ετέθη ότι η παραδοχή ενοχής και η μεταμέλεια του ήταν ένα σοβαρό ελαφρυντικό, όπως βέβαια και η ηλικία του δράστη σε συνδυασμό με τα προσωπικά του προβλήματα. Με τις επισημάνσεις στις οποίες το Δικαστήριο προβαίνει καταλήγει στις πιο πάνω ποινές, οι οποίες μάλλον, θα λέγαμε, τείνουν προς την επιείκεια. Προσθέτως, θα πρέπει να αναφέρουμε ότι μας ανησυχεί ιδιαίτερα, η ευκολία με την οποία είναι δυνατόν να προσεγγιστεί μέσω του διαδικτύου, ένα ανήλικο θύμα, όπως εν προκειμένω.» Σημειώνουμε ότι οι πρώτοδικα επιβληθείσες ποινές στην πιο πάνω υπόθεση, ήταν για το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση των άρθρων 2, 5 και 6
(3)του Περί Πρόληψης και Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης και Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου του 2014 (Ν.91(Ι)/2014)(1η κατηγορία), ποινή φυλάκισης δυόμιση χρόνων και για το αδίκημα της διαφθοράς νεαρής γυναίκας ηλικίας δεκατριών χρόνων μέχρι δεκαεπτά, κατά παράβαση του άρθρου 154 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 145
(1)/2002 (2η κατηγορία), ποινή φυλάκισης ενός χρόνου. Τέλος χρήσιμη αναφορά για την τάση των Δικαστηρίων για την πιο αυστηρή αντιμετώπιση προσώπων που διαπράττουν αδικήματα ως αυτά της παρούσας, κρίνουμε ότι μπορούμε να κάνουμε στην Δημοκρατία ν. Κ.Χ.[24], στην οποία επιβλήθηκαν ποινές στον κατηγορούμενο, που κυμαίνονταν από δύο μέχρι επτά έτη, μετά που κρίθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, σε εννέα κατηγορίες για σεξουαλική κακοποίηση παιδιού και σε δύο κατηγορίες για άσεμνη επίθεση σε βάρος του ίδιου παιδιού. Διευκρινίζουμε ότι έχουμε παραθέσει την πιο πάνω υπόθεση, παρόλο που είναι πρωτόδικη και δεν δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο, για να καταδείξουμε την αυστηρότητα που πλέον τα Δικαστήρια, επί τη βάση και των προσφάτως διατυπωθεισών κατευθυντηρίων από το Ανώτατο Δικαστήριο, επιβάλλεται να αντιμετωπίζουν πρόσωπα που διαπράττουν αδικήματα ως αυτά που διέπραξε ο κατηγορούμενος στην παρούσα, έτσι ώστε να αναχαιτιστεί η διαπιστωθείσα έξαρση που παρουσιάζουν. Όπως επανειλημμένα έχει λεχθεί το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της νοητικής διεργασίας για την επιλογή της αρμόζουσας ποινής σε κατηγορούμενο, είναι ούτως η άλλως δύσκολο και λεπτό (βλ. Κωνσταντίνος Μαυραντωνίου ν. Δημοκρατίας[25]). Στην υπό κρίση υπόθεση η νοημοσύνη του κατηγορουμένου, με βάση την έκθεση που έχει τεθεί ενώπιον μας, Τεκμήριο 1, λειτουργεί μεταξύ 'του χαμηλού φυσιολογικού και μέσου φυσιολογικού επιπέδου'. Το γεγονός αυτό λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο , κρίνουμε όμως ότι δεν μπορούμε να του δώσουμε μεγάλη βαρύτητα καθότι σύμφωνα με την ιδίαν έκθεση ' ο ειρμός και το περιεχόμενο της σκέψης του . ανταποκρίνεται στα φυσιολογικά επίπεδα' και έχει 'καλό επίπεδο αντίληψης, κριτικής σκέψης και αφαιρετικής ικανότητας'. Σε σχέση δε με την ψυχική υγεία του κατηγορουμένου διαπιστώνουμε ότι δεν έχουν τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου λεπτομερή στοιχεία της κατάστασης του. Το μόνο που αναφέρεται στην έκθεση, Τεκμήριο 1 είναι ότι αυτός ' . δεν παρουσιάζει μείζονα ενεργό ψυχοπαθολογία' ενώ σε κάποιο άλλο στάδιο αναφέρεται ότι του είχε συστηθεί να αναπτύξει συστηματική συνεργασία με τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας για να 'επεξεργαστεί ψυχολογικά τα γεγονότα- φύση των αδικημάτων'. Αναφέρεται επίσης ότι ο κατηγορούμενος στο διάστημα της κράτησης του στις Κεντρικές Φυλακές δεν συνεργάστηκε με τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας σε σχέση με τη φύση των αδικημάτων για τα οποία καταδικάσθηκε. Αυτό όμως που αβίαστα συνάγεται από το Τεκμήριο 1, είναι πώς ο κατηγορούμενος δεν είναι άτομο το οποία εμπίπτει στην κατηγορία των ψυχασθενών, δυνάμει του περί Ψυχιατρικής Νοσηλείας Νόμου Ν. 77(Ι)/
- Εκείνο δε που μας προβλημάτισε έντονα είναι ότι ο κατηγορούμενος, όπως αναφέρεται και στην έκθεση Τεκμήριο 1, κατά το χρονικό διάστημα της κράτησης του στις Κεντρικές Φυλακές, δεν συνεργάστηκε με τις υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας σε σχέση με τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης. Συνακόλουθα ενώπιον μας ουδέν στοιχείο έχει τεθεί, το οποίο να συνηγορεί στο ότι ο κατηγορούμενος έπαυσε να έχει ροπή προς διάπραξη αδικημάτων παρόμοιας φύσεως με αυτά της παρούσας, εις βάρος παιδιών, η ότι έχει αξιολογηθεί σε σχέση με αυτά από ειδικούς και έτσι να κριθεί κατά πόσο επιβάλλεται να ενταχθεί σε πρόγραμμα θεραπευτικής αγωγής προς τούτο. Το γεγονός λοιπόν ότι ο κατηγορούμενος έχει εκδηλώσει συμπεριφορά που τον καθιστά επικίνδυνο άτομο για παιδιά, αποτέλεσε δεσπόζον στοιχείο στην τελική μας απόφαση σε σχέση με την επιλογή μας αναφορικά με το είδος της ποινής και όχι μόνο. Αυτό καθότι ύψιστο καθήκον του Δικαστηρίου, σε υποθέσεις με τέτοιας φύσης αδικήματα, είναι μαζί με τα λοιπά στοιχεία που πρέπει να χαρακτηρίζουν την ποινή και η προστασία της κοινωνίας και ειδικότερα στη συγκεκριμένη περίπτωση των παιδιών, από άτομα με τα δεδομένα του χαρακτήρα του κατηγορούμενου. Θα λάβουμε όμως υπόψη στον βαθμό βεβαίως που μπορούμε, σε σοβαρά αδικήματα ως η παρούσα υπόθεση, την νοητική κατάσταση του κατηγορουμένου, ως έχει αποδοθεί πιο πάνω. Όμως το πιο πάνω στοιχείο, όπως και οι λοιποί μετριαστικοί παράγοντες οι οποίοι έχουν αναγνωριστεί ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του κατηγορούμενου, κρίνουμε ότι δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να εξουδετερώσουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει και επιβάλλεται στην υπό συζήτηση περίπτωση, να έχουν οι ποινές. Οι προσωπικές συνθήκες και επιπτώσεις στην προσωπική και οικογενειακή ζωή του κατηγορούμενου, όπως κατ' επανάληψη έχει διακηρυχτεί από τα δικαστήρια της Δημοκρατίας, έρχονται σε δεύτερη μοίρα, στις περιπτώσεις σοβαρών εγκλημάτων, όπως είναι τα σεξουαλικά αδικήματα που στρέφονται κατά ανηλίκων. Αδικήματα της φύσης που ο κατηγορούμενος διέπραξε, με δεδομένο ότι στρέφονται εναντίον παιδιών, επιβάλλεται, ως έχει ήδη σημειωθεί ανωτέρω, όπως τιμωρούνται με αποτρεπτικές ποινές σε μια προσπάθεια καταστολής τους (βλ. Κέρκης ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω και Παναγιώτου ν. Αστυνομίας[26]). Επισημαίνουμε ακόμη πώς η ποινή της φυλάκισης, όπως κατά επανάληψη έχει υποδειχθεί, αποτελεί καθόλα θεμιτό μέτρο και στην περίπτωση παραβατών με λευκό ποινικό μητρώο, αν ένα τέτοιο μέτρο κρίνεται επιβεβλημένο και αναπόφευκτο μετά από συνεκτίμηση της σοβαρότητας του αδικήματος, των γεγονότων της υπόθεσης και των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Τηλεμάχου ν. Αστυνομίας[27]). Ο αποτρεπτικός δε χαρακτήρας της ποινής, ο οποίος λειτουργεί ως τέτοιος τόσο σε σχέση με τον ίδιο τον κατηγορούμενο και την τιμωρία του, όσο και προς παραδειγματισμό άλλων, επίδοξων παραβατών, θα πρέπει παράλληλα να ανταποκρίνεται στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και την προσωπικότητα του κατηγορούμενου, χωρίς ταυτόχρονα η ποινή να είναι εξοντωτική, στερώντας από τον τελευταίο τη δυνατότητα να ζήσει μια όσο το δυνατό φυσιολογική ζωή. Έχοντας λοιπόν κατά νου όλα τα πιο πάνω, κρίνουμε πως η μόνη αρμόζουσα ποινή στον κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση, είναι αυτής της φυλάκισης. Η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα τόσο στον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και σε επίδοξους νέους παραβάτες. Καταληκτικά επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο τις πιο κάτω ποινές: Στην κατηγορία 1 την ποινή της φυλάκισης των 2 χρόνων. Στην κατηγορία 2 την ποινή της φυλάκισης των 3½ χρόνων. Στην κατηγορία 5 την ποινή της φυλάκισης των 3 χρόνων. Στις κατηγορίες 9 και 10 , δεν επιβάλλονται ποινές, καθότι τα γεγονότα τους εμπεριέχονται στα γεγονότα των κατηγοριών 12 και 13 αντίστοιχα, στις οποίες θα επιβάλουμε ποινές (βλέπε Βασιλείου ν. Αστυνομίας[28] και Περικλέους ν. Αστυνομίας[29]). Στην κατηγορία 11 την ποινή της φυλάκισης των 3½ χρόνων. Στην κατηγορία 12 την ποινή της φυλάκισης των 3 χρόνων. Στην κατηγορία 13 την ποινή της φυλάκισης των 3 χρόνων. Το επόμενο ζήτημα που μας έχει απασχολήσει είναι κατά πόσο οι πιο πάνω επιβληθείσες ποινές φυλάκισης θα συντρέχουν η θα είναι διαδοχικές. Έχοντας λοιπόν κατά νου τα όσα η νομολογία έχει αναγνωρίσει για το συγκεκριμένο ζήτημα (βλ. Christoforos Pirikkis v. The Republic[30], R. v. Andrew David Fletcher[31], Παναγιώτης Γ. Δημητρίου (Μιχαήλ) ν. Αστυνομίας[32]) και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε τα αδικήματα εναντίον του ίδιου προσώπου σε μια περίοδο η οποία δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλη, αποφασίσαμε οι ποινές φυλάκισης που έχουμε επιβάλει στον κατηγορούμενο στις κατηγορίες 1, 2, 5, 11, 12 και 13 να συντρέχουν. Οι πιο πάνω επιβληθείσες ποινές φυλάκισης, μειώνονται κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση στην παρούσα υπόθεση, ήτοι από την 2/10/
- Περαιτέρω και εξασκώντας την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δυνάμει των άρθρων 170 και 171, του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, διατάσσουμε όπως:
- Τα αντικείμενα του καταλόγου τεκμηρίων της αστυνομίας που κατατέθηκε και έγινε Τεκμήριο 3, με αριθμούς 1, 2, 22 και 23, να δημευθούν και να καταστραφούν.
- Όλα τα λοιπά αντικείμενα που καταγράφονται στο Τεκμήριο 3, να επιστραφούν στους νόμιμους τους δικαιούχους. Επιπρόσθετα των πιο πάνω ποινών και εξασκώντας την διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο Δικαστήριο, από το άρθρο 14
(1)του Ν.91(Ι)/2014, διατάσσουμε την παραπομπή του κατηγορούμενου στην Αρχή Εποπτείας Καταδικασθέντων για Αδικήματα Σεξουαλικής Φύσης κατά Ανηλίκων, που έχει εγκαθιδρυθεί με το άρθρο 47 του Ν.91(Ι)/2014, για χρονικό διάστημα 5 χρόνων από σήμερα (άρθρο 14
(1)(γ)). (Υπ.) ............. Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Α. Κονής, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Τ. Κατσικίδης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Assize Court/Sentence Αναφορά: Σεξουαλική κακοποίηση παιδιού [1]
(2003)1 Cr. App. R. 28, [2] Βλ. Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας v. Πέτρου
(1993)2 ΑΑΔ 9 και Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1990)2 Α.Α.Δ 264 [3]
(1999)2 Α.Α.Δ. 632 [4] Ποιν.Εφ. 59/2016 ημερ. 23.3.2017 [5]
(1999)2 Α.Α.Δ. 577 [6]
(2009)2 Α.Α.Δ. 551 [7] Ποινική Έφεση 69/2017, απόφαση ημερομηνίας 5/12/2017 [8]
(2000)2 Α.Α.Δ. 390 [9]
(1989)2 ΑΑΔ 245 [10] Ποινική Έφεση 233/13, απόφαση ημερομηνίας 22.4.15 [11] Βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21) και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224 [12]
(2001)2 Α.Δ.Δ. 442 [13]
(1999)2 Α.Α.Δ. 67 [14]
(2006)2 Α.Α.Δ. 259 [15]
(2002)1 Α.Α.Δ. 28 [16]
(2000)2 Α.Α.Δ. 1 [17]
(2003)2 Α.Α.Δ. 123 [18]
(1996)2 Α.Α.Δ. 217 [19]
(2012)2 Α.Α.Δ. 100 [20]
(2010)2 Α.Α.Δ 433 [21]
(2005)2 Α.Α.Δ. 174 [22]
(2003)2 Α.Α.Δ. 141 [23] Ποινική έφεση 69/2017, ημερομηνίας 5.12.201 [24] υπόθεση του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας υπ' αριθμό 15448/2016 [25]
(2012)2 Α.Α.Δ. 333 [26]
(2001)2 Α.Α.Δ. 540 [27]
(2000)2 Α.Α.Δ. 701 [28]
(1991)2 Α.Α.Δ. 385 [29]
(1996)2 Α.Α.Δ. 34 [30]
(1985)2 C.L.R 23 [31]
(2002)Cr.App.R(S) 127 [32]
(2007)2 Α.Α.Δ. 21 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο