← Κύπρος

Δικηγορική Εταιρεία Chrysses Demetriades & Co LLC ν. Global Maritime Services Ltd κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5314/16, 19/1/2018

Δικηγορική Εταιρεία Chrysses Demetriades & Co LLC ν. Global Maritime Services Ltd κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5314/16, 19/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B7 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5314/16 Δικηγορική Εταιρεία Chrysses Demetriades & Co LLC Παραπονούμενη ν

  1. Global Maritime Services Ltd (HE 103965)
  2. Krystalia Investments Ltd (HE 221942)
  3. Παναγιώτη Μαυρουδή Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 19 Ιανουαρίου 2018 Εμφανίσεις: Για Παραπονούμενη: κ. Κ. Γεωργιάδης για κ.κ. Chrysses Demetriades & Co LLC Για κατηγορούμενο 3: κ. Μ. Σπύρου Κατηγορούμενος 3 παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα υπόθεση αποσύρθηκε εναντίον των κατηγορουμένων 1 και
  4. Μετά την απόσυρση της 1ης, 2ης και 3ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος 3 αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 4 και 5, ως αυτές έχουν τροποποιηθεί, για ισχυριζόμενη παράβαση, μεταξύ άλλων, των άρθρων 20, 305Α

(1)και 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα. Στο εξής ο 3ος κατηγορούμενος θα καλείται ως «ο κατηγορούμενος» ενώ η όποια αναφορά σε «κατηγορούμενους» περιλαμβάνει και τις πρώην κατηγορούμενες 1 και
  1. Σύμφωνα με την 4η κατηγορία αποδίδεται στον κατηγορούμενο ότι υπό την ιδιότητα του ως διοικητικός σύμβουλος των κατηγορουμένων 1 και 2 με δικαίωμα υπογραφής και εκπροσώπησης τους, κατά ή περί τον Αύγουστο 2014, στη Λεμεσό εξέδωσε την επιταγή των Κατηγορουμένων 1 με αρ. 16910750 ημερομηνίας 31.8.15 για το ποσό των €60.000 της Alpha Bank Cyprus Ltd η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια της Συμφωνίας Διευθέτησης Διαφορών ημερομηνίας 19.8.14 και υπογράφηκε από τον Κατηγορούμενο 3 και παραδόθηκε στον συνέταιρο των παραπονουμένων Ανδρέα Χαραλάμπους με το όνομα του δικαιούχου να είναι εν λευκώ και αφού παρουσιάστηκε στην εν λόγω τράπεζα για πληρωμή μετά που αυτή κατέστη πληρωτέα, δεν πληρώθηκε λόγω του ότι ο λογαριασμός ήταν, εν γνώσει των κατηγορουμένων, κλειστός και η εν λόγω επιταγή παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο πέραν των 15 ημερών μετά που αυτή παρουσιάστηκε στην εν λόγω τράπεζα. Σύμφωνα με την 5η κατηγορία αποδίδεται στον κατηγορούμενο ότι υπό την πιο πάνω ιδιότητα του και κατά τον ίδιο χρόνο εσκεμμένα αλλοίωσε την υπογραφή του έτσι ώστε να προκαλέσει τη μη εξόφληση της ως άνω επιταγής και αφού παρουσιάστηκε στην τράπεζα για πληρωμή δεν πληρώθηκε λόγω του ότι η υπογραφή που έθεσε ο κατηγορούμενος διέφερε από το δείγμα υπογραφής που κατείχε η εν λόγω τράπεζα. Κατά την Ακρόαση δηλώθηκαν και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα (Παράρτημα Α):
  2. Η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 24, είναι συνδεδεμένη με τον υπ' αριθμό 520-101-003745-0 λογαριασμό της Alpha Bank Cyprus Ltd - Omonias Branch.
  3. Ο λογαριασμός 520-101-003745-0 της Alpha Bank Cyprus Ltd ανοίχτηκε επ' ονόματι της Global Maritime Services Ltd στις 23.1.2008 στο υποκατάστημα της εν λόγω τράπεζας που ευρίσκεται στην Ομόνοια, Λεμεσός.
  4. Στο έντυπο ανοίγματος του λογαριασμού της εταιρείας Global Maritime Services Ltd με αριθμό 520-101-003745-0, το φυσικό πρόσωπο που έδωσε δείγμα υπογραφής ήταν ο κατηγορούμενος αρ. 3, κος Παναγιώτης Μαυρουδής, με Α.Δ.Τ.
  5. Το μοναδικό φυσικό πρόσωπο που είχε εξουσιοδότηση να υπογράψει εκ μέρους της εταιρείας Global Maritime Services Ltd, αναφορικά με τον λογαριασμό 520-101-003745-0, ήταν ο Κατηγορούμενος 3, κος Παναγιώτης Μαυρουδής.
  6. Ουδέποτε δόθηκαν οδηγίες στην Alpha Bank Cyprus Ltd για αλλαγή του δείγματος υπογραφής και/ή του φυσικού προσώπου που είχε εξουσιοδότηση να υπογράφει σε σχέση με τον λογαριασμό της εταιρείας Global Maritime Services Ltd με αριθμό 520-101-003745-
  7. Όταν η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 24, παρουσιάστηκε για πληρωμή στο Κεντρικό κατάστημα της Alpha Bank Cyprus Ltd στην Λεμεσό (Limassol Main Branch), η ταμίας της τράπεζας, σε έλεγχο που προέβηκε αναφορικά με την δυνατότητα πληρωμής της επιταγής, διαπίστωσε ότι, η υπογραφή του εκδότη της επιταγής διέφερε από το δείγμα που είχε στην κατοχή της η Alpha Bank Cyprus Ltd και ο λογαριασμός, που καταγραφόταν στην επίδικη επιταγή, έκλεισε.
  8. Για τους πιο πάνω λόγους τέθηκαν από λειτουργό της Alpha Bank Cyprus Ltd, στις 14.9.2015, επί της επίδικης επιταγής, δύο σφραγίδες, με την ένδειξη «Η υπογραφή του εκδότη της επιταγής διαφέρει από το δείγμα στην κατοχή μας» και «Ο λογαριασμός έκλεισε/account closed».
  9. Για να πληρωθεί μία επιταγή, ελέγχονται από τον τραπεζικό υπάλληλο, που την παραλαμβάνει, τα τεχνικά της χαρακτηριστικά δηλαδή εάν τα πεδία της είναι ορθά συμπληρωμένα και εάν η υπογραφή του εκδότη είναι η ίδια με το δείγμα που έχει η τράπεζα στην κατοχή της. Στη συνέχεια ελέγχεται εάν στον συνδεδεμένο με την επιταγή λογαριασμό, υπάρχουν επαρκή υπόλοιπα για να εξαργυρωθεί/πληρωθεί η επιταγή.
  10. Λειτουργός της Alpha Bank Cyprus Ltd, προσπάθησε να επικοινωνήσει τηλεφωνικός με τον κον Παναγιώτη Μαυρουδή (Κατηγορούμενος 3) για να τον ενημερώσει αναφορικά με την αδυναμία πληρωμής της επίδικης επιταγής, αλλά δεν κατέστη δυνατή η επικοινωνία.
  11. Ο λογαριασμός της Global Maritime Services Ltd με αριθμό 520-101-003745-0 έκλεισε στις 27.6.2014 κατόπιν απόφασης της Alpha Bank Cyprus Ltd.
  12. Από την ημερομηνία ανοίγματος του λογαριασμού, οι έντυπες καταστάσεις λογαριασμού της εταιρείας Global Maritime Services Ltd με αριθμό λογαριασμού 520-101-003745-0 αποστέλλονταν στην οδό Γρίβα Διγενή & Χρ. Μυλωνά, PANAYIDES BUILDING, 3ος όροφος, Γραφείο
  13. Κατόπιν οδηγιών του Κατηγορούμενου 3, κου Παναγιώτη Μαυρουδή, στις 18.3.2008 έγινε αλλαγή διεύθυνσης και οι έντυπες καταστάσεις λογαριασμού της εταιρείας Global Maritime Services Ltd με αριθμό 520-101-003745-0 αποστέλλονταν στην ταχυδρομική θυρίδα (PO BOX) της εταιρείας με αριθμό 55113, 3820, LIMASSOL CY.
  14. Οι έντυπες μηνιαίες καταστάσεις λογαριασμού από της 18.3.2008 και έπειτα αποστέλλονταν από τα Κεντρικά Γραφεία της Alpha Bank στην ταχυδρομική θυρίδα (PO BOX) της εταιρείας Global Maritime Services Ltd με αριθμό 55113, 3820, LIMASSOL CY.
  15. Η τελευταία έντυπη μηνιαία κατάσταση λογαριασμού η οποία στάλθηκε στην ταχυδρομική θυρίδα (PO BOX) της εταιρείας Global Maritime Services Ltd με αριθμό 55113, 3820, LIMASSOL CY, αφορούσε τον μήνα Ιούνιο 2014 και στην οποία φαινόταν ότι, ο λογαριασμός της εταιρείας Global Maritime Services Ltd με αριθμό 520-101-003745-0 έκλεισε στις 27.6.
  16. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας με τα κριτήρια τα οποία έθεσε η νομολογία ( βλ. ενδεικτικά Ζαβρού v.Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ 447, και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Η αξιολόγηση στην οποία έχω προβεί δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε με το περιεχόμενο των τεκμηρίων που έχουν κατατεθεί. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ σε εκείνα τα μέρη της μαρτυρίας τα οποία σχετίζονται με τα επίδικα θέματα. Πρώτη μάρτυρας από μέρους της παραπονούμενης παρουσιάστηκε η κα Άννα Στυλιανού, Πρωτοκολλητής στο Ε.Δ. Λεμεσού (ΜΚ1) και δεύτερος μάρτυρας ο κος Ανδρέας Χαραλάμπους, δικηγόρος και συνέταιρος στο δικηγορικό γραφείο της παραπονούμενης (ΜΚ2). Μετά την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία αυτός άσκησε το δικαίωμα της σιωπής και δεν παρουσιάστηκαν μάρτυρες υπεράσπισης. Μετά το πέρας της Ακρόασης καταχωρήθηκαν εμπεριστατωμένες γραπτές τελικές αγορεύσεις οι οποίες έχουν μελετηθεί και ληφθεί υπόψη και όπου κρίνεται αναγκαίο θα αναφερθώ σε αυτές. Η ΜΚ1 ανέφερε ότι έχει στην κατοχή της τον φάκελο της ποινικής υπόθεσης 9007/15, η οποία αφορούσε τους ίδιους διαδίκους και κατέθεσε τα Τεκμήρια 1 μέχρι
  1. Η μαρτυρία της ως άνω μάρτυρος δεν έχει αμφισβητηθεί και γίνεται αποδεκτή. Ουσιαστικός μάρτυρας από μέρους της παραπονούμενης παρουσιάστηκε και κατέθεσε ο κος Ανδρέας Χαραλάμπους ΜΚ2, δικηγόρος και συνέταιρος εις τη δικηγορική εταιρεία της παραπονούμενης η οποία εκπροσωπούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο την εταιρεία Bulcom Ltd (εφ' εξης Bulcom). Ως μέρος της κυρίως εξέτασης του κατέθεσε γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο Α και ο μάρτυρας υιοθέτησε το περιεχόμενο της. Η γραπτή δήλωση του μάρτυρα είναι πολυσέλιδη και περιλαμβάνει εκτενή αναφορά στα γεγονότα τα οποία προηγήθηκαν της κατάρτισης της συμφωνίας διευθέτησης διαφορών και της έκδοσης της επίδικης επιταγής. Όπως συνοπτικά μπορώ να καταγράψω, ο ΜΚ2 αναφέρει ότι περί την 30.9.09, η Bulcom, μέσω του διευθυντή της Plamen, έστειλε με τραπεζικό έμβασμα το ποσό των $587.813,75 στο λογαριασμό που διατηρούσε η εταιρεία Global Maritime Services Ltd (πρώην κατηγορούμενη 1) σε συγκεκριμένη τράπεζα της Σουηδίας. Όπως διαπιστώθηκε στη συνέχεια, τα χρήματα δεν έπρεπε να κατατεθούν στην κατηγορούμενη 1 αλλά στην εταιρεία Global Capital Enterprises Inc., στην οποία η Bulcom όφειλε το εν λόγω ποσό. (βλ. σχετικά Τεκμήρια 7-13) Η Bulcom, προσπάθησε να ακυρώσει την πληρωμή (βλ. Τεκμήριο 14), όμως αυτό δεν κατέστη δυνατό, και μετά από καταγγελία στις Σουηδικές και Κυπριακές αρχές, η Bulcom, καταχώρησε στις 17.11.09, πολιτική αγωγή εναντίον των κατηγορουμένων, στο Ε.Δ. Λ/σου με αρ.4888/09 (Τεκμήριο 18), αξιώνοντας ολόκληρο το ποσό των Δολαρίων Αμερικής 587.813,
  2. Στα πλαίσια της εν λόγω αγωγής, η Bulcom εξασφάλισε «freezing order» για το ποσό των $404.000, το οποίο εντοπίστηκε στο λογαριασμό της πρώην κατηγορούμενης 2 (βλ. Τεκμήριο 16). Στις 5.12.11, στη βάση του παραπόνου της Bulcom, καταχωρήθηκε από τον Αστυνομικό Διευθυντή Λεμεσού η ποινική υπόθεση 25253/11 εναντίον των κατηγορουμένων στην παρούσα υπόθεση, με την οποία οι τελευταίοι κατηγορούνταν για αδικήματα κλοπής και συγκάλυψης, σε σχέση με ολόκληρο το ποσό των $580.000 (βλ. Τεκμήριο 21). Στις 9.7.13, η ως άνω αγωγή διευθετήθηκε, με την έκδοση εκ συμφώνου απόφασης (Τεκμήριο 19), σύμφωνα με την οποία, το δεσμευμένο ποσό των $404.000, θα πληρωνόταν από τους κατηγορούμενους προς την Bulcom. Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση, «με την ολοκλήρωση της μεταφοράς ολόκληρου του ποσού (των $404.000)...η...αγωγή θα θεωρείται διευθετηθείσα». Αποτέλεσμα τούτου, ήταν, σύμφωνα με τον ΜΚ2, η Αγωγή να διευθετηθεί και να αποσυρθεί αλλά να εξακολουθεί να εκκρεμεί η ποινική δίωξη εναντίον των κατηγορουμένων. Κατά τον ΜΚ2 μετά την διευθέτηση της Αγωγής τον προσέγγισε ο κατηγορούμενος ζητώντας το τηλέφωνο του, αναφέροντας του ότι ήθελε να μιλήσουν σχετικά με την ποινική υπόθεση που εκκρεμούσε. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος συναντήθηκε με τον ΜΚ2 στο γραφείο του τελευταίου και του ανέφερε ότι δεν θέλει να πάει φυλακή ζητώντας του να μιλήσει με τον Plamen για να συμβιβαστεί η απαίτηση της Bulcom για να λήξει η ποινική υπόθεση που αντιμετώπιζε προσωπικά ο κατηγορούμενος, ο οποίος δεσμεύτηκε προσωπικά ότι θα κάλυπτε το ποσό που ο ίδιος έλαβε από το λογαριασμό πριν την έκδοση του απαγορευτικού διατάγματος. Ζήτησε να πληρώσει με μεταχρονολογημένες επιταγές σε ημερομηνίες που ήταν βέβαιος ότι θα μπορούσε να πληρώσει και εισηγήθηκε όπως έχει το δικαίωμα να πληρώσει νωρίτερα το ποσό των €100.000.- με αντάλλαγμα την πλήρη εξόφληση και απαλλαγή του, όπως και συμπεριλήφθηκε στην συμφωνία Τεκμήριο
  3. Κατόπιν της πιο πάνω συνεννόησης με τον κατηγορούμενο και τον Plamen, ετοιμάστηκε από τον μάρτυρα η Συμφωνία Διευθέτησης Διαφορών ημερ. 19.8.14 (Τεκμήριο 1). Αναφέρεται εις την εν λόγω συμφωνία ότι οφείλεται το ποσό των €120.000.- στην Bulcom από τους κατηγορούμενους ενώ για το μεγαλύτερο μέρος της απαίτησης της έχει αποζημιωθεί από τους κατηγορούμενους. Σύμφωνα με τα όσα προνοεί η ως άνω συμφωνία Τεκμήριο 1 τρόπος πληρωμής συμφωνήθηκε ο ακόλουθος: «
  4. Τρόπος αποπληρωμής Η πληρωμή θα γίνει ως εξής: 3.1 Με την έκδοση δυο μεταχρονολογημένων επιταγών από την Global μέσω του λογαριασμού 520-101-003745-0 που διατηρεί στην Alpha Bank Cyprus Ltd για το ποσό των ευρώ 60.000 η κάθε μία, με την πρώτη πληρωτέα στις 28/2/15 και την δεύτερη στις 31/8/
  5. Οι εν λόγω επιταγές οι οποίες εκδοθήκαν με την υπογραφή της παρούσας συμφωνίας έχουν αριθμό 16910750 και 16910749 και θα κρατούνται από τον Ανδρέα Χαραλάμπους, δικηγόρο της δικηγορικής εταιρείας Chrysses Demetriades & Co LLC, δικηγόρων της Bulcom υπό τις ακόλουθες προυποθέσεις. Νοείται ότι αν η Global, Krystalia και ο Παναγιώτης καταβάλουν στην Bulcom μέχρι 31/12/14 το ποσό των Ευρώ 100.000 τότε το ποσό των Ευρώ 120.000 θα θεωρείται ως πλήρως εξοφλημένο και συνεπώς η Bulcom δεν θα δικαιούται να αξιώσει το υπόλοιπο ποσό των Ευρώ 20.
  6. Σε αυτή την περίπτωση οι επιταγές θα επιστραφούν στην Global, Krystalia και Παναγιώτη από τον Ανδρέα Χαραλάμπους. Διευκρινίζεται ότι οποιοδήποτε έμβασμα γίνει μέχρι την 31/12/14 θα γίνεται στον τραπεζικό λογαριασμό των δικηγόρων της Bulcom Chrysses Demetriades & Co LLC στην Τράπεζα Κύπρου με αριθμό....... 3.2 Νοείται ότι η Global, Krystalia και Παναγιώτης έχουν το δικαίωμα να καταβάλουν στον λογαριασμό που αναφέρεται πιο πάνω οποιαδήποτε ποσά επιθυμούν κατά διαστήματα μέχρι του χρόνου που οι εν λόγω επιταγές καταστούν πληρωτέες, ενώ ο εν λόγω Ανδρέας Χαραλάμπους υποχρεούται να επιστρέψει στους Global, Krystalia και Παναγιώτη οποιαδήποτε επιταγή πληρωθεί ή εξοφληθεί μέσω εμβάσματος.» Σύμφωνα με τα όσα προβλέπει η συμφωνία Τεκμήριο 1, κατόπιν της ως άνω διευθέτησης η Bulcom ανέλαβε να μην προσφέρει μαρτυρία εις την ποινική υπόθεση η οποία εκκρεμούσε εναντίον των κατηγορουμένων και ανέλαβε να ενημερώσει το Δικαστήριο στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης 25253/11 για την επίτευξη του συμβιβασμού. Η εν λόγω συμφωνία Τεκμήριο 1, υπογράφηκε από την Bulcom Ltd, από τον κατηγορούμενο, ο οποίος σύμφωνα με τον μάρτυρα υπέγραψε τόσο υπό την προσωπική του ιδιότητα όσο και ως διευθυντής των πρώην κατηγορουμένων 1 και 2 και από τον ίδιο το μάρτυρα. Με το Τεκμήριο 6 το οποίο κατέθεσε ο μάρτυρας, το περιεχόμενο του οποίου δεν έχει αμφισβητηθεί, κατατέθηκε δέσμη εγγράφων του Εφόρου Εταιρειών αναφορικά με τις πρώην κατηγορούμενες 1 και 2 όπου φαίνεται ως διευθυντής ο κατηγορούμενος
  7. Ο ΜΚ2 στη γραπτή του δήλωση καταγράφει τα όσα διαδραματίστηκαν κατά την υπογραφή της συμφωνίας. Στις 19.8.14 ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε τον ΜΚ2 στο γραφείο του για να υπογράψει τη συμφωνία. Ο κατηγορούμενος υπέγραψε τη συμφωνία ενώπιον του και της υπαλλήλου του γραφείου και ταυτόχρονα ο κατηγορούμενος εξέδωσε δυο επιταγές, συμπλήρωσε τις ημερομηνίες 28.2.15 και 31.8.15 και περιέλαβε και στις δυο το ποσό των €60.000.-, τις υπέγραψε και τις έδωσε στον ΜΚ2 να τις κρατά σύμφωνα με τη συμφωνία. Όπως φαίνεται εις το Τεκμήριο 1 οι αριθμοί των επιταγών οι οποίες δοθήκαν στον μάρτυρα κατά την 19.8.14 αναφέρονται συγκεκριμένα, περιλαμβανομένης και της επίδικης (Τεκμήριο 24). Εις ότι αφορά το όνομα του δικαιούχου ο κατηγορούμενος το άφησε κενό και ο ΜΚ2, στην παρουσία του κατηγορούμενου, τοποθέτησε τη σφραγίδα του ονόματος του γραφείου του και περιέλαβε το ποσό των δυο επιταγών €60.000.- ολογράφως. Σημειώνει περαιτέρω ότι ο Plamen του έδωσε συγκατάθεση να ενεργεί για την Bulcom, οπότε κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε την εξουσία να ενεργήσει όπως περιγράφει. Ακολούθως ο ΜΚ2 τηλεφώνησε στον Plamen ο οποίος τον επισκέφθηκε στο γραφείο του και αφού του εξήγησε τι έγινε με τις επιταγές, του μετέφρασε τη συμφωνία την οποία υπέγραψε και αυτός. Τον ενημέρωσε ότι θα κρατά τις επιταγές προσωπικά σύμφωνα με τα όσα προέβλεπε η συμφωνία και θα τις κατέθετε εάν ο κατηγορούμενος δεν πλήρωνε το ποσό των €100.000.- Την επομένη ο ΜΚ2 ενημέρωσε τον Λειτουργό της Εισαγγελίας για τη συμφωνία διευθέτησης και συγκεκριμένα ότι με την εξόφληση του ποσού των €120.000.- η Bulcom δεν είχε πρόθεση να προσφέρει μαρτυρία εναντίον των κατηγορουμένων στην ποινική υπόθεση. Στις 20.8.14 ο ΜΚ2 απέστειλε επιστολή στους δικηγόρους των κατηγορουμένων (Τεκμήριο 23) η οποία επιβεβαιώνει τα συμφωνηθέντα και ότι η Bulcom δεν προτίθεται να δώσει μαρτυρία, αναφέροντας περαιτέρω ότι η εν λόγω επιστολή θα μπορούσε να σταλεί στον Γενικό Εισαγγελέα, αιτούμενοι την αναστολή της ποινικής δίωξης. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 22, επιστολή ημερ. 21.9.16 του Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Λεμεσού, αναφέρεται ότι στις 4.9.14 η ποινική δίωξη στην υπόθεση 25253/11 είχε διακοπεί κατόπιν απόφασης του Γενικού Εισαγγελέα. Ο ΜΚ2 αναφέρει ακολούθως ότι ο κατηγορούμενος τον ξεγέλασε αφού μπροστά στα μάτια του αλλοίωσε την υπογραφή του ενώ ο ίδιος του δεν γνώριζε την ακριβή του υπογραφή όπως το δείγμα που κατείχε η τράπεζα. Ενημέρωσε τον Plamen και δόθηκαν στον ΜΚ2 οδηγίες να προχωρήσει με κάθε νόμιμη διαδικασία με σκοπό την τιμωρία των κατηγορουμένων. Αρχικά καταχωρήθηκε στις 11.5.15 η ιδιωτική ποινική υπόθεση 9007/15 για την επιταγή ημερ. 28.2.15 και ακολούθως αφού κατατέθηκε η επίδικη επιταγή η οποία επιστράφηκε για τον ίδιο λόγο καταχωρήθηκε η παρούσα υπόθεση. Τα πιο πάνω αποτελούν συνοπτικά την κυρίως εξέταση του ΜΚ
  8. Ακολούθως θα προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του σε συνάρτηση με τις θέσεις οι οποίες έχουν τεθεί σ' αυτόν κατά την αντεξέταση του αλλά και με τα όσα ανέφερε στην κυρίως εξέταση του. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 συμφώνησε ότι η βάση γεγονότων της παρούσας υπόθεσης είναι η ίδια με αυτή των γεγονότων της ποινικής υπόθεσης 9007/15, της οποίας το αποτέλεσμα ήταν ο κατηγορούμενος να αθωωθεί εις το στάδιο του εκ πρώτης όψεως και παρά το αίτημα τους στο Γενικό Εισαγγελέα για να ασκήσουν Έφεση, αυτό απορρίφθηκε. Ανέφερε περαιτέρω ότι κάποια σημεία στην παρούσα γραπτή δήλωση του διαφέρουν από τη γραπτή δήλωση του στην ως άνω υπόθεση. Για τη θέση του αυτή γίνεται εισήγηση με την τελική αγόρευση του κατηγορούμενου ότι ο μάρτυρας δεν μπορεί να κριθεί αξιόπιστος. Τέτοια εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνη. Κατ' αρχάς ο μάρτυρας δεν ερωτήθηκε επί συγκεκριμένων προηγούμενων του δηλώσεων, ούτε του τέθηκε η προηγούμενη δήλωση του για να μπορέσει να τοποθετηθεί επί συγκεκριμένων σημείων αυτής, ούτε του τέθηκε ευθαρσώς ότι συγκεκριμένη δήλωση του στην παρούσα είναι αντιφατική με προηγούμενη δήλωση του, κάτι το οποίο θα μπορούσε να γίνει επί τη βάση των άρθρων 32 και 33 του Κεφ.
  9. Το ότι ο ίδιος του δέχεται ότι κάποια σημεία της δήλωσης του έχουν αλλάξει, χωρίς συγκεκριμένη αναφορά, δεν επηρεάζει την αξιοπιστία του. Ερωτήθηκε επίσης κατά πόσο η πηγή γνώσης του των γεγονότων είναι ο Plamen και συμφώνησε ότι εις ότι αφορά τα γεγονότα που προηγήθηκαν της σύναψης της συμφωνίας, ο ίδιος του δεν έχει προσωπική γνώση αλλά έλαβε γνώση αυτών τόσο από τον Plamen όσο και από τα έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Και για το ζήτημα αυτό έγινε εισήγηση στην τελική αγόρευση του κατηγορούμενου ότι η μαρτυρία παρέμεινε εξ ακοής και ως εκ τούτου δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη. Ως προς το ζήτημα αυτό σημειώνω κατ' αρχάς ότι η εξ ακοής μαρτυρία εξετάζεται υπό το φως του συνόλου της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Ως προς τούτο διαπιστώνω ότι τ' όλο πλαίσιο γεγονότων που ανέφερε ο ΜΚ2 τα οποία προηγήθηκαν της κατάρτισης της συμφωνίας υποστηρίζεται από το Τεκμήριο 1 το οποίο δεν αμφισβητείται ότι υπέγραψε ο κατηγορούμενος και στην οποία αναφέρεται ότι οι κατηγορούμενοι και/ή μέρος αυτών πιστώθηκαν από λάθος της Bulcom το ποσό Δολαρίων Αμερικής 587,813.75, ότι οι κατηγορούμενοι είχαν αποζημιώσει κατά το μεγαλύτερο μέρος την Bulcom και παραμένει οφειλόμενο το ποσό των €120.000.- το οποίο ανέλαβαν οι κατηγορούμενοι να πληρώσουν. Το κατά πόσο ασκήθηκε πίεση στον κατηγορούμενο για να υπογράψει αυτήν δεν αποτελεί ζήτημα το οποίο εξετάζεται στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Το ότι υπήρχε μια διαφορά μεταξύ των κατηγορουμένων και της εταιρείας Bulcom Ltd επιβεβαιώνεται επίσης και από τα Τεκμήρια 18 και 19, ήτοι την ύπαρξη Αγωγής και την έκδοση εκ συμφώνου απόφασης εναντίον των κατηγορουμένων στην παρούσα. Επομένως η μαρτυρία του εν σχέση με τα γεγονότα τα οποία προηγήθηκαν της σύναψης του Τεκμηρίου 1 γίνεται αποδεκτή εφόσον αυτή επιβεβαιώνεται από τα τεκμήρια τα οποία ανέφερα πιο πάνω. Πέραν τούτου, η συμφωνία Τεκμήριο 1, είχε αυτοτέλεια και περιλάμβανε τους λόγους έκδοσης και παράδοσης της επιταγής στον ΜΚ
  10. Την στιγμή επομένως όπου δεν αμφισβητείται ότι η επίδικη επιταγή δόθηκε εις τα πλαίσια της συμφωνίας Τεκμήριο 1 με τα όσα αυτή αναφέρει, τα γεγονότα τα οποία προηγήθηκαν αυτής δεν μπορούν να κριθούν ως ουσιώδη γεγονότα κατά τρόπο που η μη αποδοχή της μαρτυρίας του ΜΚ2 προς τούτα θα επηρέαζε την αξιοπιστία του. Του υποβλήθηκε επίσης η θέση ότι με την διευθέτηση της Αγωγής η Bulcom δεν είχε άλλες απαιτήσεις από τους κατηγορούμενους. Ο ΜΚ2 προς τούτο ήταν σαφής ότι η Αγωγή σε εκείνο το στάδιο διευθετήθηκε με το ποσό το οποίο είχε δεσμευτεί με το Διάταγμα γιατί ο κατηγορούμενος δεν είχε άλλα χρήματα και η Bulcom επέλεξε να πάρει εκείνα τα χρήματα για διευθέτηση μόνο της Αγωγής, όπως άλλωστε αναφέρεται στην απόφαση ημερ. 9.7.13 Τεκμήριο
  11. Η θέση του αυτή επιβεβαιώνεται και πάλι από το περιεχόμενο του Τεμηρίου 1, εις το οποίο αναφέρεται ότι μεγάλο μέρος της απαίτησης έχει καταβληθεί και παραμένει υπόλοιπο €120.000.- Στη συμφωνία μάλιστα γίνεται πρόνοια ότι με τη διευθέτηση αυτή διευθετούνται όλες οι διαφορές των δυο πλευρών, ενώ στην έκδοση της απόφασης στην Αγωγή (Τεκμήριο 19) δεν γίνεται τέτοια αναφορά. Ακολούθως αμφισβητήθηκε ότι η παραπονούμενη κατέστη νομιμοποιημένος κάτοχος της επίδικης επιταγής και η θέση αυτή στηρίχτηκε στο ότι το συνολικό ποσό των επιταγών εάν πληρωνόταν θα πήγαινε εξ ολοκλήρου στην Bulcom. Ο ΜΚ2 συμφωνώντας με το ότι το συνολικό ποσό των €120.000 ήταν χρήματα που θα πλήρωνε η παραπονούμενη στην Bulcom αλλά ταυτόχρονα, πρόσθεσε, εφόσον θα υπήρχαν αυτά τα λεφτά θα συμφωνείτο το ποσό των εξόδων εν σχέση με τα έξοδα των υπηρεσιών που είχε προσφέρει. Δεν βρίσκω λόγο γιατί να μην αποδεχτώ τη θέση αυτή του μάρτυρα εφόσον είναι νόμιμο και αναμενόμενο ένας δικηγόρος να χρεώνει τον πελάτη του για τις υπηρεσίες τις οποίες προσφέρει. Αμφισβητήθηκε επίσης το δικαίωμα της παραπονούμενης να καταχωρήσει την παρούσα υπόθεση. Ερωτηθείς εν σχέση με το ζήτημα αυτό, κατά πόσο έλαβε οδηγίες από τον πελάτη του για την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης ανέφερε ότι και να μην λάμβανε τέτοιες οδηγίες πάλι θα την καταχωρούσε εφόσον δικαιούχος της επιταγής είναι η παραπονούμενη. Ακολούθως επί του ιδίου ζητήματος ανέφερε: «Από τι στιγμή που εγώ κρατούσα ως εμποστευματοδόχος δυο επιταγές δικαιούχου που δικαιούταν τα χρήματα η Bulcom και εγώ είχα ευθύνη έναντι της Bulcom που ήμουν ο δικηγόρος της να την προστατεύσω, γιατί αν δεν έκαμνα τίποτε θα είχα εγώ και το γραφείο μου επαγγελματική αμέλεια. Συζητώντας με τον Plamen εξηγώντας του τις πιθανότητες και τι διαθέσιμες διαδικασίες υπήρχαν αποφασίσαμε να προχωρήσουμε με την καταχώρηση των συγκεκριμένων δυο ποινικών υποθέσεων». Αν και τα πιο πάνω ζητήματα αφορούν την νομική πτυχή της υπόθεσης, για σκοπούς αξιολόγησης του μάρτυρα αναφέρω ότι η εκδοχή του και οι εξηγήσεις τις οποίες έδωσε, κρίνονται πειστικές και βρίσκονται σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της συμφωνίας Τεκμήριο 1 έχοντας υπόψη το ρόλο τον οποίο ανέλαβε ο ΜΚ2 και κατ' επέκταση η παραπονούμενη στην διαδικασία είσπραξης του ποσού της συμφωνίας όπως αυτή έχει καταγραφεί πιο πάνω, δηλαδή εισπράττοντας χρήματα για την Bulcom και αναλαμβάνοντας επίσης την επιστροφή της επιταγής σε περίπτωση πληρωμής του ποσού των €100.000.- μέχρι την 31.12.
  12. Κατά την αντεξέταση του επανέλαβε τη θέση ότι ο ίδιος ήταν ο μεσάζων αυτός που θα κρατούσε τις επιταγές για τους συγκεκριμένους λόγους και με τις συγκεκριμένες προυποθέσεις. Συμφώνησε ότι η παραπονούμενη δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος στη συμφωνία ήταν όμως ο ίδιος ο οποίος ενεργούσε εκ μέρους του γραφείου αλλά και οι δυο πλευρές ήθελαν ο ίδιος του να κρατά τις επιταγές, εξού και έβαλε εις τις επιταγές το όνομα του γραφείου και όχι το δικό του. Αντεξεταζόμενος αμφισβητήθηκε η θέση του ότι ενώπιον του κατηγορούμενου έθεσε τη σφραγίδα της παραπονούμενης και ο μάρτυρας ανέφερε τα ακόλουθα: «Όχι, στην παρουσία του τοποθέτησα τη σφραγίδα του Γραφείου, γιατί δεν έχω εγώ σφραγίδα του Γραφείου στο γραφείο μου. Είχε η Ντενίσα, η οποία ήταν η γραμματέας, υπεύθυνη για τα 20 Conference Room που έχουμε στο Γραφείο και της ζήτησα τη σφραγίδα για να την τοποθετήσει αμέσως. Γιατί φανταστείτε να έχω δύο επιταγές υπογραμμένες από κάποιον εκδότη, χωρίς να αναγράφεται το όνομα του. Σημαίνει ότι ανά πάσα στιγμή, κάποιος αν τις κλέψει τις επιταγές και τις καταθέσει, θα μπορούσα να βρω εγώ τον μπελά μου. Γι' αυτό είχα σπεύσει στην παρουσία του και άμεσα να τοποθετήσω το όνομα του δικαιούχου, για να μην υπάρχει οποιαδήποτε περιπλοκότητα της διαδικασίας.» Αμφισβητήθηκε επίσης η θέση του ότι με εξουσιοδότηση του κατηγορούμενου τέθηκε η σφραγίδα της παραπονούμενης. Θέση του μάρτυρα αποτέλεσε η εξής: «A. Λυπούμαι που το ακούω τούτο το πράγμα. Σας λέω ήταν δική του πρωτοβουλία να μου δώσει τις συγκεκριμένες επιταγές με ανοιχτά τα σημεία που φαίνονται ήδη στο Δικαστήριο και μου λέτε ότι δεν με εξουσιοδότησε να βάλω το Γραφείο μου σε αυτό, όταν εγώ που ουσιαστικά ενεργούσα και για τον ίδιο Εντιμότατη, αν πλήρωνε τις 100.000 όφειλα να του τις επιστρέψω τις δύο επιταγές. Γιατί δεν μου είπε βάλε... γιατί δεν έβαλε ο ίδιος το όνομα της Bulcom τότε αφού ήταν τόσο σημαντικό και με εξουσιοδότησε να βάλω το όνομα του Γραφείου μου; Έπρεπε να βάλει «Bulcom Ltd», 8 γράμματα. Εν τούτοις ανοιχτές επιταγές μου έδωσε και στην παρουσία του έπραξα τα όσα έχω αναφέρει.» Αποτέλεσε θέση της υπεράσπισης ότι για το λόγο που επικαλείται ο μάρτυρας ότι έθεσε την σφραγίδα της παραπονούμενης, ήτοι σε περίπτωση όπου αυτή χαθεί, δεν την καθιστά δικαιούχο της επιταγής. Αν και το ζήτημα αυτό αφορά τη νομική πτυχή της υπόθεσης, για σκοπούς αξιολόγησης κρίνω ότι με τη θέση αυτή η υπεράσπιση απομόνωσε ουσιαστικά μια φράση από τα λεγόμενα του μάρτυρα, παραγνωρίζοντας το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Ο μάρτυρας δεν ανέφερε μόνο το λόγο αυτό, αλλά από τις πιο πάνω απαντήσεις του τις οποίες κατέγραψα, προκύπτουν οι λόγοι για τους οποίους ο ίδιος θεωρεί την παραπονούμενη ως δικαιούχο της επιταγής. Πέραν τούτου, ο μάρτυρας ανέφερε ότι «.γι' αυτό είχα σπεύσει στην παρουσία του και άμεσα να τοποθετήσω το όνομα του δικαιούχου .» Επομένως δεν προκύπτει από τη μαρτυρία του ΜΚ2 ότι απλά τοποθέτησε το όνομα της παραπονούμενης απλά για να φαίνεται ένα όνομα στην επιταγή, αλλά συγκεκριμένα σύμφωνα με τον ίδιο τοποθέτησε το όνομα του δικαιούχου της επιταγής. Ο μάρτυρας ουσιαστικά υποστήριξε ότι η παραπονούμενη είναι δικαιούχος της επίδικης επιταγής λόγω: α) των εξόδων που θα εισέπραττε από το ποσό της επιταγής, β) της ευθύνης την οποία ανέλαβε να κρατά την επίδικη επιταγή την οποία είχε ευθύνη να επιστρέψει εάν πληρωνόταν το ποσό των €100.000.- μέχρι την 31.12.14 και γ) όπως επίσης υποστήριξε οι πελάτες θα τους κινούσαν αγωγή για αμέλεια αν δεν πληρώνονταν οι επιταγές, εξηγώντας ότι: «A. Εφόσον έλαβα τις οδηγίες να καταρτιστεί η συμφωνία διευθέτησης και με τη συμφωνία αποκτούσα ρόλο εμπιστευματοδόχου. Σε περίπτωση που δεν τιμούνταν οι επιταγές και δεν προέβαινα σε μέτρα εναντίον των εκδοτών, σημαίνει ότι θα ήμουν, θα είχα ευθύνη, θα είχα λόγω επαγγελματικής αμέλειας στο να προστατεύσω τα δικαιώματα της Bulcom και κατ' επέκταση γι' αυτόν τον λόγο θα έπρεπε να λάβω τα μέτρα που έχω λάβει.» Οι πιο πάνω θέσεις του κρίνονται πειστικές και ειλικρινείς υπό το φως της εμπλοκής τόσο του ιδίου ο οποίος ενεργούσε με εξουσιοδότηση της παραπονούμενης της οποίας είναι συνέταιρος, όσο και της παραπονούμενης στην διαδικασία πληρωμής του όλου ποσού της διευθέτησης για λογαριασμό του πελάτη τους με τον τρόπο που αναφέρεται στη συμφωνία Τεκμήριο
  13. Αμφισβητήθηκε επίσης η θέση του ότι ο κατηγορούμενος με δική του πρωτοβουλία επικοινώνησε μαζί του για να διευθετηθούν οι όποιες διαφορές εκκρεμούσαν με την Bulcom και η συμφωνία Τεκμήριο 1 υπογράφηκε κατόπιν πίεσης. Ενώπιον μου έχει τεθεί το Τεκμήριο 1 η συμφωνία διευθέτησης η οποία υπογράφηκε και από τον κατηγορούμενο τόσο υπό την προσωπική του ιδιότητα όσο και ως διευθυντή των κατηγορούμενων εταιρειών 1 και
  14. Όπως έχει διαφανεί ουδέποτε ο κατηγορούμενος τερμάτισε αυτή τη συμφωνία διευθέτησης ούτε προέβηκε σε οποιαδήποτε καταγγελία ότι κατόπιν πίεσης που του ασκήθηκε υπέγραψε αυτή. Από τη μαρτυρία του ΜΚ2 δεν μπορώ να αποδεχτώ τη θέση του ότι ο κατηγορούμενος εσκεμμένα αλλοίωσε την υπογραφή του επί της επίδικης επιταγής. Πέραν του ότι η επίδικη επιταγή φέρει τη σφραγίδα ότι η υπογραφή εκδότη διαφέρει, ενώπιον μου δεν τέθηκε οποιοδήποτε άλλο στοιχείο που να αφορά το ζήτημα αυτό. Κυρίως δεν τέθηκε μαρτυρία αναφορικά με το λόγο για τον οποίο η τράπεζα έκρινε ότι η υπογραφή εκδότη διαφέρει από το δείγμα υπογραφής το οποίο κατείχε κατά τον ουσιώδη χρόνο η τράπεζα ούτε και έχει τεκμηριωθεί από τον μάρτυρα η πεποίθηση του ότι ο κατηγορούμενος εσκεμμένα αλλοίωσε την υπογραφή του, ο οποίος όπως ανέφερε δεν γνώριζε το δείγμα υπογραφής το οποίο είχε η τράπεζα στην κατοχή της. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης δεν έχω αμφιβολία ότι ο μάρτυρας αυτός είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Η μαρτυρία του βρίσκεται σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των τεκμηρίων και η αξιοπιστία του δεν έχει κλονιστεί από την αντεξέταση. Σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχτεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρος(Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, 268 και Ιωσηφίδη ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 243/12 ημερομηνίας 02.05.14). Για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω, η μαρτυρία του ΜΚ2 γίνεται αποδεκτή ενώ για το σημείο εις το οποίο έχω αναφερθεί πιο πάνω δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του, χωρίς να επηρεάζεται το αξιόπιστο της υπόλοιπης του μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος κληθείς σε απολογία τήρησε το δικαίωμα της σιωπής, ως είχε τέτοιο δικαίωμα. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης, των παραδεκτών γεγονότων και των όσων δεν έχουν αμφισβητηθεί καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα ως προς τα ουσιώδη γεγονότα: - Τα γεγονότα τα οποία έχουν δηλωθεί ως παραδεκτά και εγκριθεί ως τέτοια από το Δικαστήριο καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου ως έχουν καταγραφεί πιο πάνω. - Την 19.8.14 καταρτίστηκε μεταξύ της εταιρείας Bulcom Ltd, η οποία εκπροσωπείτο από το δικηγορικό γραφείο της παραπονούμενης συνέταιρος στην οποία είναι ο Ανδρέας Χαραλάμπους ΜΚ2, και των κατηγορουμένων 1,2 και
  1. - Ο ΜΚ2 ενεργούσε ως συνέταιρος και δικηγόρος της παραπονούμενης, με την εξουσιοδότηση της παραπονούμενης και της Bulcom. - Με την πιο πάνω συμφωνία διευθέτησης συμφωνήθηκε ότι οι κατηγορούμενοι οφείλουν στην Bulcom Ltd το ποσό των €120.000.- και το οποίο θα πληρωνόταν με δυο επιταγές των €60.000.- έκαστη, η πρώτη πληρωτέα την 28.2.15 και η δεύτερη (Τεκμήριο 24) η οποία είναι η επίδικη επιταγή ήταν πληρωτέα την 31.8.
  2. - Η επίδικη επιταγή εκδόθηκε από λογαριασμό της πρώην 1ης κατηγορούμενης, της οποίας διευθυντής ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ο 3ος κατηγορούμενος ο οποίος ήταν και το μοναδικό εξουσιοδοτημένο πρόσωπο προς υπογραφή επιταγών. - Την 19.8.14 ο κατηγορούμενος 3 υπέγραψε την επίδικη επιταγή και την παρέδωσε χωρίς όνομα δικαιούχου στον ΜΚ2 . - Ο ΜΚ2 έθεσε επί της επίδικης επιταγής τη σφραγίδα της παραπονούμενης ως δικαιούχου ενώπιον του κατηγορούμενου στις 19.8.14 κατά την υπογραφή της συμφωνίας Τεκμήριο
  3. - Ο ΜΚ2, ο οποίος υπέγραψε τη συμφωνία Τεκμήριο 1, σύμφωνα με τα όσα συμφωνήθηκαν είχε στη κατοχή του τις ως άνω επιταγές περιλαμβανομένης και της επίδικης. Σε περίπτωση όπου οι κατηγορούμενοι μέχρι 31.12.14 πλήρωναν το ποσό των €100.000.- το ποσό των €120.000 θα θεωρείτο ξοφλημένο και ο ΜΚ2 υποχρεούτο να επιστρέψει τις επιταγές. Οποιοδήποτε έμβασμα γινόταν μέχρι 31.12.14 αυτό θα έπρεπε να γίνει σε τραπεζικό λογαριασμό της παραπονούμενης ο οποίος αναφέρεται ρητά στην πιο πάνω συμφωνία. - Από το ποσό της επίδικης επιταγής θα πληρώνονταν τα έξοδα της παραπονούμενης τα οποία θα συμφωνούνταν με τους πελάτες της. - Οι κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν την ποινική υπόθεση 25253/11 Ε.Δ. Λεμεσού η οποία καταχωρήθηκε από την Αστυνομία κατόπιν καταγγελίας της Bulcom Ltd και του διευθυντή της Plamen. - Με την ως άνω συμφωνία διευθέτησης οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν όπως η Bulcom μην προσφέρει μαρτυρία εναντίον των κατηγορουμένων εις την ως άνω υπόθεση, κατηγορούμενους 1,2 και 3 στην παρούσα. - Ο ΜΚ2 την επομένη της υπογραφής της ως άνω συμφωνίας ενημέρωσε Λειτουργό της Εισαγγελίας για την επιτευχθείσα διευθέτηση και η ως άνω ποινική υπόθεση αναστάληκε από τον Γενικό Εισαγγελέα στις 4.9.
  4. - Με επιστολή του ΜΚ2 προς τους δικηγόρους των κατηγορουμένων Τεκμήριο 23, επιβεβαιώθηκε η εν λόγω διευθέτηση και η επιστολή θα μπορούσε να σταλεί στον Γενικό Εισαγγελέα. Έχοντας καταλήξει στα πιο πάνω ευρήματα θα εξετάσω ακολούθως τη νομική πτυχή της διαφοράς των δυο πλευρών καθώς και τα όσα εισηγούνται με τις τελικές τους αγορεύσεις. Όπως είναι γνωστό η κατηγορούσα αρχή φέρει το βάρος απόδειξης των κατηγοριών και κάθε λεπτομέρεια αυτών πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Αρχικά, κρίνεται αναγκαίο όπως εξετάσω τις εισηγήσεις που προβάλλονται από την υπεράσπιση με την τελική αγόρευση της, όπως αυτές καταγράφονται εις την σελ. 22 της αγόρευσης υπό στοιχεία α) το Τεκμήριο 24 δεν αποτελεί επιταγή, β) σε περίπτωση όπου αποτελεί επιταγή αυτή εκδόθηκε στα πλαίσια συμφωνίας για συμβιβασμό κακουργήματος σύμφωνα με τα όσα προβλέπει το άρθρο 305Α
(6)του Ποινικού Κώδικα, γ) Το Τεκμήριο 24 δεν πληρούσε τα κριτήρια του άρθρου 20 του Κεφ. 262 και δεν αποδείχθηκε η εξουσία της παραπονούμενης προς συμπλήρωση με το όνομα της και δ) Η παραπονούμενη εταιρεία δεν κατέστη κάτοχος για αξία της επιταγής. Α. Το Τεκμήριο 24 δεν αποτελεί επιταγή Σύμφωνα με την εν λόγω εισήγηση, η επίδικη επιταγή Τεκμήριο 24 δεν αποτελεί επιταγή εν τη εννοία του άρθρου 4 του Ποινικού Κώδικα, από τη στιγμή όπου η υπογραφή του εκδότη διαφέρει από το δείγμα το οποίο κατέχει η τράπεζα και ως εκ τούτου δεν έχει δοθεί έγκυρη εντολή πληρωμής. Η ερμηνεία του όρου επιταγή μπορεί να ανευρεθεί εις το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «"Επιταγή" σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσής της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή.» Πέραν τούτου, ερμηνεία του όρου επιταγή περιλαμβάνεται και εις το Κεφ. 262 εις το άρθρο 73: «73. Επιταγή είναι συναλλαγματική που εκδίδεται επί τραπεζίτη πληρωτέα εν όψει. Εκτός αν υπάρχει διαφορετική πρόνοια στο Μέρος αυτό, οι διατάξεις του Νόμου αυτού που εφαρμόζονται σε συναλλαγματική πληρωτέα εν όψει εφαρμόζονται σε επιταγή.» Εφόσον ο όρος επιταγή παραπέμπει στον ορισμό της συναλλαγματικής η παράθεση του άρθρου 3 του Κεφ. 262 το οποίο προβλέπει τον ορισμό της συναλλαγματικής, κρίνεται αναγκαία: «3.-
(1)Συναλλαγματική είναι η χωρίς όρους έγγραφη εντολή που απευθύνεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογραμμένη από το πρόσωπο που τη δίδει και η οποία απαιτεί από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται να πληρώσει επί τη εμφανίσει ή σε ορισμένο ή καθορισμένο μελλοντικό χρόνο ορισμένο ποσό χρημάτων σε καθορισμένο πρόσωπο ή σε διαταγή καθορισμένου προσώπου ή στον κομιστή.
(2)Έγγραφο το οποίο δεν πληρεί τους όρους αυτούς, ή το οποίο διατάζει όπως γίνει οποιαδήποτε πράξη επιπρόσθετα προς την πληρωμή χρημάτων, δεν αποτελεί συναλλαγματική.» Με βάση τα γεγονότα και ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει κατ' αρχάς ότι ο κατηγορούμενος υπέγραψε την επίδικη επιταγή, ως διευθυντής της εκδότριας εταιρείας και το μοναδικό εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να υπογράψει την επιταγή συμπληρώνοντας μάλιστα το ποσό με αριθμούς. Πέραν τούτου, η επιταγή παραδόθηκε από τον ίδιο στον ΜΚ2 κατά τον ίδιο χρόνο όπου αυτός υπέγραψε τη συμφωνία διευθέτησης Τεκμήριο 1 με την οποία συμφώνησε να καταβάλει στην Bulcom Ltd ποσό €120.000.- με δυο ισόποσες επιταγές περιλαμβανομένης της επίδικης της οποίας ο αριθμός αναφέρεται ρητά στην πιο πάνω συμφωνία. Το γεγονός ότι η υπογραφή του εκδότη διαφέρει ως ένας από τους λόγους μη πληρωμής της επιταγής, όπως έχει γίνει παραδεκτό, σε συνάρτηση με το ουσιαστικό γεγονός ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν αμφισβητείται ότι αυτή υπογράφηκε από τον κατηγορούμενο, δεν μπορούν να αναιρέσουν την γραπτή εντολή προς πληρωμή την οποία έδωσε ο κατηγορούμενος με την υπογραφή της επίδικης επιταγής, συνεπεία των όσων έχουν συμφωνηθεί. Σημειώνω περαιτέρω ότι στην προκειμένη περίπτωση το ότι η τράπεζα δεν πλήρωσε την επιταγή μεταξύ άλλων και λόγω του ότι η υπογραφή εκδότη διέφερε, δεν σημαίνει ότι η επιταγή υπογράφηκε από άλλο πρόσωπο ή ότι υπογράφηκε από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο, γεγονός που θα επηρέαζε την υπόσταση του τεκμηρίου 24 ως επιταγή. Αντιθέτως στην προκειμένη περίπτωση η υπογραφή της επιταγής από τον κατηγορούμενο είναι δεδομένη. Πέραν των πιο πάνω σε κανένα στάδιο της αντεξέτασης του ΜΚ2 τέθηκε η θέση ότι το Τεκμήριο 24 δεν αποτελεί επιταγή και σε καμιά δε περίπτωση δεν αμφισβητήθηκε ότι η επιταγή έφερε πράγματι την υπογραφή του. Αντιθέτως, η επίδικη επιταγή κατατέθηκε χωρίς ένσταση ως Τεκμήριο 24, χωρίς να αμφισβητείται η υπόσταση της ως επιταγή. (βλ. LCD DOMIKI LTD ν. RKA KIKKOS DEVELOPERS LTD κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, 30/1/2015). Επομένως ως προς την εισήγηση αυτή του κατηγορούμενου, καταλήγω ότι το Τεκμήριο 24 συνιστά επιταγή εν τη εννοία του άρθρου 305Α του Ποινικού Κώδικα. Β. Σε περίπτωση όπου το Τεκμήριο 24 αποτελεί επιταγή αυτή εκδόθηκε στα πλαίσια συμφωνίας για συμβιβασμό κακουργήματος σύμφωνα με τα όσα προβλέπει το άρθρο 305Α
(6)του Ποινικού Κώδικα και συνεπώς το άρθρο 305Α του Κεφ. 154 δεν εφαρμόζεται. Όπως προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου αλλά και τις κοινές θέσεις των διαδίκων, η επίδικη επιταγή εκδόθηκε μεταξύ άλλων, με αντάλλαγμα η Bulcom να μην προσφέρει μαρτυρία εναντίον των κατηγορουμένων στην ποινική υπόθεση 25253/11 η οποία εκκρεμούσε στο Ε.Δ. Λεμεσού εναντίον τους. Ακολούθως με την επίτευξη της ρηθείσας συμφωνίας διευθέτησης ο ΜΚ2 ενημέρωσε λειτουργό της Εισαγγελείας για τη διευθέτηση και ότι η Bulcom δεν έχει πλέον παράπονο. Πέραν τούτου, σύμφωνα με την επιστολή ημερ. 20.8.14 Τεκμήριο 23, ο ΜΚ2 πληροφορεί τους συνηγόρους των κατηγορουμένων για την πρόθεση της Bulcom να μην προσφέρει μαρτυρία στην ως άνω υπόθεση και ότι μπορεί η εν λόγω επιστολή να σταλεί στον Γενικό Εισαγγελέα αιτούμενοι αναστολή ποινικής δίωξης ενόψει της διευθέτησης. Έχω μελετήσει τις εμπεριστατωμένες θέσεις των συνηγόρων προς τούτο και τη βιβλιογραφία στην οποία έχουν παραπέμψει το Δικαστήριο. Το άρθρο 123 του Ποινικού Κώδικα προβλέπει τα ακόλουθα: «Συμβιβασμός κακουργημάτων 123. Όποιος απαιτεί, δέχεται ή παίρνει ή συμφωνεί ή αποπειράται να δεχτεί ή να πάρει περιουσία ή ωφέλημα οποιουδήποτε είδους για τον εαυτό του ή για άλλο, με βάση οποιασδήποτε συμφωνίας ή συνεννόησης ότι θα συμβιβάσει ή θα συγκαλύψει κακούργημα, το οποίο δεν είναι συμβιβάσιμο σύμφωνα με το νόμο ή ότι δε θα ασκήσει ή ότι θα διακόψει ή θα καθυστερήσει την ποινική δίωξη τέτοιου κακουργήματος ή θα κατακρατήσει οποιοδήποτε σχετικό αποδεικτικό στοιχείο, είναι ένοχος πλημμελήματος.» Σημειώνεται βεβαίως ότι για σκοπούς εξέτασης του πιο πάνω άρθρου στην παρούσα υπόθεση το Δικαστήριο δεν καταλήγει κατά πόσο όντως έχει διαπραχθεί ένα τέτοιο αδίκημα, παρά μόνο εξετάζει τις πρόνοιες του στο βαθμό που απαιτείται για την στοιχειοθέτηση της υπεράσπισης η οποία προβλέπεται από το άρθρο 305Α
(6)του Ποινικού Κώδικα. Για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης λαμβάνω υπόψη μου ότι στην ποινική υπόθεση κατήγορος ήταν ο Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού. Η κατηγορούσα αρχή με τα όσα τεθήκαν ενώπιον της από τον ΜΚ2, σύμφωνα με την αδιαμφησβήτητη μαρτυρία του προς τούτο, αποφάσισε να αναστείλει την ποινική δίωξη. Τονίζω ότι δεν αμφισβητήθηκε η θέση του ΜΚ2 ότι λειτουργός της Εισαγγελείας είχε ενημερωθεί για τη διευθέτηση η οποία οδήγησε στην αναστολή της υπόθεσης από τον Γενικό Εισαγγελέα. Τα όσα προβάλλονται με την τελική αγόρευση του κατηγορούμενου ότι δηλαδή παρέμεινε άγνωστο εάν ενημερώθηκε ο ίδιος ο Γενικός Εισαγγελέας για την διευθέτηση ή κατά πόσο ενημερώθηκε ότι η Bulcom δεν θα έδιδε μαρτυρία, δεν έχουν τεθεί στον ΜΚ2 κατά την αντεξέταση του για να του δοθεί η ευκαιρία να τοποθετηθεί και ως εκ τούτου δεν λαμβάνονται υπόψη. Πέραν των πιο πάνω σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΚ2 αλλά και το ίδιο το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1, της συμφωνίας διευθέτησης, το αντικείμενο διευθέτησης για την έκδοση της επίδικης επιταγής ήταν το οφειλόμενο ποσό προς την Bulcom Ltd με τον τρόπο που προέβλεπε η συμφωνία και κατ' επέκταση η υπόσχεση να μην προσφερθεί μαρτυρία στην εν λόγω ποινική υπόθεση. Επομένως ουσιαστικός σκοπός της έκδοσης της επίδικης επιταγής ήταν κατ' αρχάς η πλήρης διευθέτηση των διαφορών των δυο πλευρών με την εξόφληση του υπολοίπου της οφειλής των κατηγορουμένων, όπως προκύπτει από το λεκτικό της συμφωνίας. Παρατηρώ επίσης ότι το ποσό το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί στην Bulcom, δεν είναι μεγαλύτερο από το ποσό το οποίο φαίνεται να οφειλόταν αρχικά σε αυτήν. Σύμφωνα επίσης με τα όσα ανέφερε ο ΜΚ2 και δεν έχει αμφισβητηθεί, ακόμα και με την πληρωμή των €120.000.- και πάλι δεν θα πληρωνόταν ολόκληρο το ποσό στην Bulcom. Καταλήγοντας κρίνω ότι για σκοπούς του άρθρου 305Α
(6)του Κεφ. 154 δεν διαπιστώνω ότι το πλέγμα γεγονότων καταδυκνείει ότι η επιταγή εκδόθηκε εις τα πλαίσια συμφωνίας για συμβιβασμό κακουργήματος εν τη εννοία του άρθρου 123 του Κεφ. 154. Και αυτό γιατί πρώτο, σκοπός της συμφωνίας ήταν η πληρωμή του υπολοίπου στην Bulcom από τους κατηγορούμενους, κατά δεύτερο λειτουργός της εισαγγελείας είχε ενημερωθεί για την διευθέτηση και τέλος, η τελική κρίση και καθοριστική απόφαση κατά πόσο όντως η υπόθεση θα αναστελλόταν δεν ήταν της παραπονούμενης αλλά του Γενικού Εισαγγελέα, κατά τρόπο όπου η παραπονούμενη δεν είχε οποιοδήποτε λόγο ή έλεγχο ως προς τον τρόπο άσκησης της εξουσίας αυτής του Γενικού Εισαγγελέα, ο οποίος θα μπορούσε ακόμα και μετά τη διευθέτηση των διαφορών των δυο πλευρών να συνεχίσει την ποινική δίωξη ακόμα και να καλέσει την Bulcom και τον Plamen για να δώσουν μαρτυρία. Γ. Το Τεκμήριο 24 δεν πληρούσε τα κριτήρια του άρθρου 20 του Κεφ. 262 και δεν αποδείχτηκε η εξουσία της παραπονούμενης προς συμπλήρωση με το όνομα της. Επί του προκειμένου, η θέση κατ' αρχάς της υπεράσπισης ότι το Τεκμήριο 24 είναι ημιτελές λόγω του ότι δεν είναι χαρτοσημασμένο, κατά παράβαση του άρθρου 20 του Κεφ. 262, δεν βρίσκει έρεισμα στην προσκομισθείσα μαρτυρία. Προκύπτει από το ίδιο το Τεκμήριο 24, ότι αυτό ήταν χαρτοσημασμένο εφόσον στην αριστερή πλευρά επί της επίδικης επιταγής αναγράφεται «ΧΑΡΤΟΣΗΜΟ ΠΛΗΡΩΜΕΝΟ/Stamp Duty Paid». Σύμφωνα με το άρθρο 20
(1)του Κεφ. 262 όταν συναλλαγματική είναι ελλειπείς ως προς ουσιώδη λεπτομέρεια της το πρόσωπο που κατέχει αυτή έχει εκ πρώτης όψεως εξουσία προς συμπλήρωση. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση LCD DOMIKI LTD ν. RKA KIKKOS DEVELOPERS LTD κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, 30/1/2015: "Έπεται ότι ο ορισμός της επιταγής στο ερμηνευτικό άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, δεν μπορεί να αποκλίνει από την έννοια της επιταγής στο Κεφ. 262 και η αναφορά στο άρθρο 4, ότι «επιταγή» σημαίνει «γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ...», εξυπακούει την εξουσιοδότηση του κατόχου της να συμπληρώσει όλα τα σχετικά στοιχεία." (υπογράμμιση και έμφαση είναι του Δικαστηρίου) Όπως επίσης αναφέρθηκε στην πολύ πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση SLOBODAN POPOVIC ν. NIKOΥ ΚΙΤΤΗ, Πoινική ΄Εφεση αρ.173/2017, 17/1/2018: «Μία κενή - πλην υπογεγραμμένη βέβαια επιταγή - εφόσον συμπληρωθεί ως προς τα στοιχεία της από άλλο πρόσωπο είναι επιταγή, νοουμένου η συμπλήρωση γίνεται με την εντολή ή συγκατάθεση του εκδότη της (Βλ. Bytes on Bills of Exchange, 24th ed. p.31-33 και Chalmers and Guest on Bills of Exchange and Cheques, 17th ed. p.102 και επ.) Στο Ηalsbury's Laws of England, third ed. vol.3, p.165-166 αναφέρονται ευσύνοπτα τα εξής:
  1. "Blank signature. The delivery by the signer of a simple signature upon a blank stamped paper in order that the paper may be converted into a bill or note operates as a prima facie authority to fill the paper up as a complete instrument for any amount that the stamp will cover, using the signature for that of the drawer, acceptor, maker, or indorser (f). A blank acceptance may be converted into a complete instrument after the death of the acceptor, and this is the case even where the party to whom the blank acceptance was delivered also dies, if his administrator inserts his own name as drawer (g).
  2. Incomplete instrument. Where a person is in possession of an instrument wanting in any material particular, he has prima facie authority to fill up the omission in any, way he thinks fit (h). But, in order that any such instrument when completed may be enforceable against any person who became a party thereto prior to its completion, it must be filed up within a reasonable time (i), and strictly in accordance with the authority given" H εξουσιοδότηση του κατηγορούμενου προς συμπλήρωση του ονόματος της παραπονούμενης επί της επίδικης επιταγής συνάγεται από το σύνολο των γεγονότων για τους εξής λόγους. Κατά πρώτο, σύμφωνα με τα ευρήματα μου, η σφραγίδα της παραπονούμενης, τοποθετήθηκε από τον ΜΚ2 στην παρουσία του κατηγορούμενου κατά την υπογραφή της συμφωνίας Τεκμήριο
  3. Κατά δεύτερο προκύπτει από την ίδια τη συμφωνία ότι η παραπονούμενη ως δικηγόροι της Bulcom με τη συγκατάθεση του κατηγορούμενου είχαν ενεργό ρόλο στη διαδικασία πληρωμής του ποσού των €120.000.- μέρος του οποίου θα πληρωνόταν με την επίδικη επιταγή, η οποία καταγράφεται ρητά στη συμφωνία. Επομένως, η συμπλήρωση της επιταγής έγινε επί τη βάση των όσων έχουν συμφωνηθεί με το Τεκμήριο 1 και κατ' επέκταση εντός της εξουσιοδότησης του κατηγορούμενου. Και αυτό γιατί πέραν του ότι η επίδικη επιταγή δόθηκε στον ΜΚ2, από τον κατηγορούμενο, όπου ο ΜΚ2, ως συνέταιρος της παραπονούμενης, ήταν υπόχρεος να την επιστρέψει εάν πληρωνόταν το ποσό των €100.000.- μέχρι την 31.12.14, η συμφωνία προέβλεπε επίσης ότι εάν πληρωνόταν το ποσό των €100.000.- μέχρι την 31.12.14 το ποσό αυτό ή οποιοδήποτε ποσό θα κατατείθετο σε συγκεκριμένο λογαριασμό της παραπονούμενης. Από τη στιγμή όπου ο κατηγορούμενος υπό τις πιο πάνω συνθήκες παρέδωσε την επίδικη επιταγή στον ΜΚ2 η οποία συμπληρώθηκε εν μέρει από τον ίδιο και εν μέρει από τον ΜΚ2, ως προς το όνομα και ποσό ολογράφως, η εξουσιοδότηση για συμπλήρωση του ονόματος της παραπονούμενης ως δικαιούχου της επίδικης επιταγής εξυπακούεται από το όλο πλέγμα των γεγονότων και τις ενέργειες του κατηγορούμενου κυρίως με την επιλογή του να εμπλέξει την παραπονούμενη στην πληρωμή του ποσού της συμφωνίας. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η συμπλήρωση της επιταγής έγινε εντός των εντολών και εξουσιοδότησης του κατηγορούμενου σύμφωνα με τα όσα συμφωνήθηκαν με το Τεκμήριο
  4. Η θέση η οποία τέθηκε στον ΜΚ2 ότι με την παράδοση της επιταγής, ο κατηγορούμενος ανέφερε στον ΜΚ2 να συμπληρώσει το όνομα της Bulcom, παρέμεινε μετέωρη και αστήρικτη. Δ. Κατά πόσο η παραπονούμενη κατέστη κάτοχος για αξία της επίδικης επιταγής. Η υπεράσπιση εισηγείται με την τελική της αγόρευση, ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία που προσκομίστηκε η παραπονούμενη ουδέποτε κατέστη κάτοχος για αξία παρά το γεγονός ότι συμπληρώθηκε το όνομα της. Σύμφωνα με το Κεφ. 262 προβλέπονται τα ακόλουθα εν σχέση με τον ορισμό των πιο πάνω εννοιών. Άρθρο 2: "αξία" σημαίνει αντιπαροχή, που έχει αξία. "κάτοχος" σημαίνει το δικαιούχο ή το πρόσωπο υπέρ του οποίου γίνεται η οπισθογράφηση συναλλαγματικής ή γραμματίου το οποίο έχει αυτά στην κατοχή του, ή τον κομιστή αυτών. Σύμφωνα με το άρθρο 27 του Κεφ. 262: «Αξία και κάτοχος για αξία 27.-
(1)Αντιπαροχή που έχει αξία για συναλλαγματική δύναται να συνίσταται- (α) Από οποιαδήποτε αντιπαροχή επαρκή να στηρίξει σύμβαση~ (β) από προηγούμενο χρέος ή υποχρέωση. Το χρέος αυτό ή υποχρέωση θεωρείται αντιπαροχή που έχει αξία είτε η συναλλαγματική είναι πληρωτέα εν όψει είτε σε μελλοντικό χρόνο.
(2)Όταν δόθηκε κατά οποιοδήποτε χρόνο αξία για τη συναλλαγματική ο κάτοχος θεωρείται ως κάτοχος για αξία σε σχέση με τον αποδέκτη και όλα τα μέρη της συναλλαγματικής που έγιναν μέρη πριν από το χρόνο αυτό.
(3)Όταν ο κάτοχος συναλλαγματικής έχει δικαίωμα επίσχεσης επί αυτής, το οποίο προκύπτει είτε από σύμβαση είτε από νόμο, θεωρείται ως κάτοχος για αξία που ανέρχεται στο ύψος του ποσού για το οποίο αυτός έχει δικαίωμα επίσχεσης.» Για τους λόγους που ανέφερε ο ΜΚ2 στο όνομα του δικαιούχου αναγράφηκε το όνομα της παραπονουμένης, και οι οποίοι έγιναν αποδεκτοί. Αποτελεί επίσης κοινό έδαφος ότι το ποσό των €120.000 οφειλόταν στην Bulcom και όχι στην παραπονούμενη. Προκύπτει όμως αβίαστα τόσο από τη μαρτυρία του ΜΚ2 σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1, ότι ο κατηγορούμενος συμφώνησε όπως έναντι του πιο πάνω ποσού θα μπορούσε να καταβάλει το ποσό των €100.000 το οποίο και πάλι αφορούσε πληρωμή προς την Bulcom, σε λογαριασμό της παραπονούμενης η οποία εκπροσωπούσε την εταιρεία αυτή. Η παραπονούμενη αποδέχθηκε τη διευθέτηση αυτή και ανέλαβε την ευθύνη έναντι του κατηγορούμενου σε περίπτωση πληρωμής του ποσού αυτού μέχρι την 31.12.14, να επιστρέψει την επίδικη επιταγή μέσω του συνεταίρου και δικηγόρου της Ανδρέα Χαραλάμπους ΜΚ2. Από την άλλη εάν δεν πληρωνόταν το ποσό των επιταγών, σύμφωνα με τον ΜΚ2 η παραπονούμενη και ο ίδιος του ήταν υπόλογοι στους πελάτες τους για την είσπραξη του ποσού, όπως συνάγεται από το ρόλο της παραπονούμενης εις την όλη διαδικασία είσπραξης του ποσού. Προς υποστήριξη της θέσης του ο ΜΚ2 ότι η παραπονούμενη είναι κάτοχος για αξία της επίδικης επιταγής επικαλέστηκε πέραν των πιο πάνω και το γεγονός ότι από το ποσό της επιταγής θα πληρωνόταν τα έξοδα της η παραπονούμενης για τις υπηρεσίες που προσέφερε. Είναι αναμενόμενο και θεμητό ένας δικηγόρος να πληρώνεται τα έξοδα του για υπηρεσίες που προσφέρει στον πελάτη του, επομένως πέραν και ανεξαρτήτως των πιο πάνω τα οποία καταδυκνείουν την αξία την οποία έδωσε στην επίδικη επιταγή η παραπονούμενη, λαμβάνεται υπόψη επίσης και το γεγονός ότι από την επιταγή θα πληρωνόταν τα έξοδα της. Συνεπώς καταλήγω ότι, πέραν και ανεξάρτητα από τα έξοδα τα οποία θα λάμβανε η παραπονούμενη από το ποσό της επιταγής, το σύνολο των πιο πάνω υποσχέσεων που έδωσε η παραπονούμενη ως δικηγόρος της Bulcom στον κατηγορούμενο και των υποχρεώσεων που ανέλαβε με βάση τη συμφωνία η παραπονούμενη με την πιο πάνω ιδιότητα της αλλά και ο ΜΚ2 προσωπικά ως συνέταιρος της παραπονούμενης, αποτελούν αντιπαροχή για αξία σύμφωνα με τις πιο πάνω νομοθετικές πρόνοιες, εφόσον είναι εμφανές ότι ο ρόλος της παραπονούμενης δεν περιορίστηκε μόνο να κρατά αυτήν ως θεματοφύλακας. Διατείνεται η πλευρά της υπεράσπισης ότι αν και σύμφωνα με το άρθρο 30
(1)του Κεφ. 262 ο κάτοχος επιταγής θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι έχει καταστεί κάτοχος για αξία και η παραπονούμενη επιλέγοντας να προσφέρει μαρτυρία προς τούτο καθιστώντας έτσι το ζήτημα αυτό ως επίδικο, απέτυχε να αποδείξει το αντάλλαγμα. Πράγματι, με την έκδοση μιας επιταγής δημιουργείται μαχητό τεκμήριο για την ύπαρξη αντιπαροχής, εκτός εάν ο κάτοχος επιλέξει να αποδείξει το αντάλλαγμα (βλ. ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΤΡΙΦΤΑΡΙΔΗΣ ν. ΣΑΒΒΑ ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 340/2015, 18/11/2017 και Παναγιώτου ν. Φουρνίδου
(2012)2 ΑΑΔ 916). Στις πιο πάνω αποφάσεις να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο δεν απεδέχθει την ύπαρξη ανταλλάγματος λόγω απόρριψης της μαρτυρίας του παραπονούμενου. Στην προκειμένη περίπτωση ακόμα και με την επιλογή της παραπονούμενης να επικαλεστεί και αποδείξει την ύπαρξη ανταλλάγματος, με την αποδοχή της μαρτυρίας του ΜΚ2 και τα όσα ανέφερα πιο πάνω, η παραπονούμενη απέδειξε την ύπαρξη νομίμου ανταλλάγματος. Τελειώνοντας με το ζήτημα αυτό παραπέμπω επίσης στα όσα έχουν λεχθεί στην υπόθεση NIKIFOROS TECHNOLOGIES LTD ν. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Γ. ΧΡΗΣΤΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ. 18/2012, 16/4/2014: "Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αντιμετώπισε την ενώπιον του υπόθεση στην ορθή της διάσταση. Θεώρησε κατ΄ αρχάς ότι οι κατηγορίες δεν στοιχειοθετήθηκαν επειδή οι εφεσείοντες απέτυχαν να αποδείξουν με αξιόπιστη μαρτυρία το νόμιμο αντάλλαγμα των επιδίκων επιταγών. Τέτοια υποχρέωση δεν είχαν βεβαίως οι εφεσείοντες και το Δικαστήριο διέπραξε λάθος αρχής. Η ίδια η έκδοση των επιταγών συνεπάγεται την ύπαρξη νομίμου ανταλλάγματος." (η υπογράμμιση και έμφαση είναι του Δικαστηρίου) Ενόψει των πιο πάνω και αντλώντας καθοδήγηση από την προαναφερθείσα νομολογία, καταλήγω ότι η παραπονούμενη απέδειξε ότι είναι κάτοχος για αξία της επίδικης επιταγής. Ακολούθως θα εξετάσω τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Ο κατηγορούμενος κατηγορείται για τη συνέργεια του στην έκδοση της επίδικης επιταγής η οποία εν τέλει δεν τιμήθηκε κατά παράβαση του άρθρου 20 του Κεφ. 154, το οποίο προβλέπει τη δυνατότητα να κατηγορηθεί ο συνεργός ως αυτουργός. Στην υπόθεση Ajini κ.ά. ν. Αστυνομίας,
(1996)2 Α.Α.Δ. 319, η υπόθεση για την εκδότρια εταιρεία είχε αποσυρθεί και πρωτοδίκως οι αξιωματούχοι αυτής είχαν κριθεί ένοχοι. Προσβλήθηκε η πρωτόδικη απόφαση με την οποία η ενοχή των αξιωματούχων της εταιρείας κρίθηκε με βάση το Άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, λόγω της συνέργειάς τους στη διάπραξη του αδικήματος. Η πρωτόδικη απόφαση κρίθηκε ορθή και επικυρώθηκε ανεξάρτητα από το αν οι αξιωματούχοι ήταν ή όχι εκδότες των επίδικων επιταγών, χωρίς μάλιστα η απόσυρση των κατηγοριών για την εταιρεία να επιδρά επί της ευθύνης των αξιωματούχων. Το νοητικό στοιχείο το οποίο θα πρέπει να αποδειχθεί στην προκειμένη περίπτωση αναφορικά με τον κατηγορούμενο, σύμφωνα με τη νομολογία είναι η γνώση του κατά τον ουσιώδη χρόνο ότι η επίδικη επιταγή δεν θα πληρωνόταν λόγω του ότι ο λογαριασμός της εκδότριας εταιρείας ήταν κλειστός, εν σχέση με την 4η κατηγορία και κατά πόσο ο ίδιος του προκάλεσε την μη πληρωμή της επιταγής με την αλλοίωση της υπογραφής του σύμφωνα με την 5η κατηγορία. Εκδότης της επιταγής δεν αμφισβητείται ότι είναι η εταιρεία Global Maritime Services Ltd πρώην κατηγορούμενη 1, η οποία υπογράφηκε από τον κατηγορούμενο 3 ως το μοναδικό εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για υπογραφή της και παραδόθηκε στον ΜΚ2. Επομένως η έκδοση της επιταγής έχει καταδειχθεί σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κεφ. 262 το οποίο προβλέπει ότι «"έκδοση" σημαίνει την πρώτη παράδοση συναλλαγματικής, γραμματίου ή επιταγής, συμπληρωμένης κατά τύπο σε πρόσωπο το οποίο λαμβάνει αυτή ως κάτοχος.» Δεν αμφισβητείται επίσης ότι η επίδικη επιταγή παρουσιάστηκε προς πληρωμή και αυτή επιστράφηκε με τις ενδείξεις ότι ο λογαριασμός έκλεισε και η υπογραφή εκδότη διαφέρει. Όπως επίσης δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ο λογαριασμός είχε κλείσε στις 27.6.14, πριν την υπογραφή της επίδικης επιταγής. Στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση METRON (CYPRUS) LTD ν. ΜΙΧΑΗΛ ΚΑΝΙΟΥ, Ποινική Έφεση 64/15, 28/11/2017, το Εφετείο, ανακεφαλαιώνοντας την πρόσφατη νομολογία ως προς το ζήτημα αυτό, ανέφερε τα ακόλουθα: «Στην υπόθεση Vrontis Builders ltd και M&H Steel Constructions Ltd, Ποιν. εφ. 296/14 ημερ. 15.4.2016 επιβεβαιώθηκε η νομολογιακή αρχή της σημασίας της εθελοτυφλίας για να καταδείξει γνώση. Στη δε υπόθεση Ιωαννίδη ν. Gastop Boutique Ltd κ.ά. Ποιν. εφ. 161/14, 30.6.17 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Το άρθρο 20 (γ) του Ποινικού Κώδικα, δυνάμει του οποίου κατηγορήθηκε η εφεσίβλητη 2 ως συνεργός στη διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, από την εφεσίβλητη 1, δεν προνοεί ρητά για συγκεκριμένη ένοχη διάνοια του συνεργού. Η νομολογία όμως, αγγλική και κυπριακή, δείχνει ότι ο συνεργός θα πρέπει να γνωρίζει, κατά τον ουσιώδη χρόνο, τουλάχιστον τα αναγκαία στοιχεία που συνιστούν το αδίκημα. Συμφωνούμε με τη θέση που εκφράστηκε στην Παυλόπουλος (ανωτέρω) ότι ακόμα και όταν το κύριο αδίκημα είναι αυστηρής ευθύνης, για τη διάπραξη του αδικήματος της συνέργειας στο αδίκημα, είναι απαραίτητη η υποκειμενική υπόσταση, ένοχη διάνοια (mens rea). Όμως δεν φαίνεται να επιβάλλεται η ανάγκη απόδειξης πρόθεσης, εκ μέρους του συνεργού, για διάπραξη του κύριου αδικήματος, δηλαδή στην προκείμενη περίπτωση πρόθεση μή πληρωμής της επιταγής, όπως το έθεσε το πρωτόδικο δικαστήριο. Είναι αρκετό, κατά την κρίση μας, εάν ο συνεργός γνώριζε τα γεγονότα που συνέθεταν το κύριο αδίκημα, της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής στην προκείμενη περίπτωση, και ήταν αδιάφορος ή απερίσκεπτος αναφορικά με το κατά πόσον η επιταγή θα ετιμάτο όταν παρουσιάζετο στην Τράπεζα για πληρωμή (reckless). Εξάλλου στην υπόθεση Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν. Ορφανίδη, Ποινικές Εφέσεις αρ. 102/14 και 115/14, ημερ. 22.10.2015, το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε ζήτημα γνώσης και ένοχης διάνοιας του υπογράφοντος επιταγή μιας εταιρείας και ανέφερε ότι το στοιχείο της γνώσης ανάγεται συνήθως στην πνευματική λειτουργία των κατηγορούμενων. Η Κατηγορούσα Αρχή δύναται να το αποδείξει με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τη γνώση.» Σύμφωνα επίσης με τα όσα έχουν λεχθεί στην υπόθεση ΣΑΒΒΑ ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ ΥΙΟΣ ΛΤΔ ν. ΧΡΙΣΤΟΥ ΟΡΦΑΝΙΔΗ κ.α., Ποινικές Εφέσεις Αρ. 102/2014 και 115/2014, 23/10/2015: «Στην παρούσα περίπτωση οι εφεσίβλητοι - ο πρώτος ως Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και Εκτελεστικός Σύμβουλος της Εταιρείας και η δεύτερη ως σύζυγος του πρώτου και εξουσιοδοτημένη να υπογράφει επιταγές της Εταιρείας - γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι ο λογαριασμός της Εταιρείας είχε παγοποιηθεί από 10.7.12 και για πληρωμή των επιταγών έπρεπε να υπάρχει διαθέσιμο υπόλοιπο, που δεν υπήρχε.» Επανερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, διαπιστώνω ότι σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα ο κατηγορούμενος ενημέρωσε την τράπεζα για την αλλαγή διεύθυνσης στην οποία λάμβανε την αλληλογραφία του με την τράπεζα. Οι έντυπες μηνιαίες καταστάσεις λογαριασμού από της 18.3.2008 και έπειτα αποστέλλονταν από τα Κεντρικά Γραφεία της Alpha Bank στην ταχυδρομική θυρίδα (PO BOX) της εταιρείας Global Maritime Services Ltd με αριθμό 55113, 3820, LIMASSOL CY. Η τελευταία έντυπη μηνιαία κατάσταση λογαριασμού η οποία στάλθηκε στην ταχυδρομική θυρίδα (PO BOX) της εταιρείας Global Maritime Services Ltd με αριθμό 55113, 3820, LIMASSOL CY, αφορούσε τον μήνα Ιούνιο 2014 και στην οποία φαινόταν ότι, ο λογαριασμός της εταιρείας Global Maritime Services Ltd με αριθμό 520-101-003745-0 έκλεισε στις 27.6.2014. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα, τα οποία υπογραμμίζω δηλώθηκαν από μέρους του 3ου κατηγορούμενου, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 3 ήταν το μοναδικό πρόσωπο το οποίο εκ μέρους τόσο της πρώην 1ης κατηγορούμενης ως διευθυντής όσο και με την προσωπική του ιδιότητα υπέγραψε τη συμφωνία διευθέτησης η οποία προέβλεπε την έκδοση της επίδικης επιταγής για συγκεκριμένο σκοπό αλλά και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος υπέγραψε την επίδικη επιταγή, δεν αφήνει αμφιβολία ότι ο κατηγορούμενος κατά την υπογραφή της επιταγής στις 19.8.14 γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει εκ της θέσεως του ότι ο λογαριασμός της Global Maritime Services Ltd ήταν κλειστός. (βλ. ΣΑΒΒΑ ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ ΥΙΟΣ ΛΤΔ ανωτέρω) Εις ότι αφορά την 5η κατηγορία να σημειωθεί ότι από πλευράς υπεράσπισης προβάλλεται η εισήγηση ότι επί τη βάση των γεγονότων της υπόθεσης δεν υπάρχει αδίκημα εφόσον δεν διαπράττεται αδίκημα κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2)εάν σε μια επιταγή τεθεί υπογραφή η οποία διαφέρει από το δείγμα. Τέτοια εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνη. Κατ' αρχάς το ίδιο το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου προβλέπει ότι διαπράττεται το αδίκημα αυτό όταν ο εκδότης με οποιαδήποτε πράξη του προκαλέσει την μη πληρωμή μιας επιταγής, χωρίς να αναφέρονται ποιες πράξεις είναι αυτές. Τα όσα περαιτέρω αναφέρονται εις το άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154, εν σχέση με την πιθανή εύλογη αιτία ανάκλησης της πληρωμής, αφορά την πιθανή υπεράσπιση την οποία κατ' επιλογή ενός κατηγορούμενου μπορεί αυτός να επικαλεστεί. Θεωρώ ότι από τις διατάξεις του άρθρου 305 Α
(2)του Κεφ.154, προκύπτει ξεκάθαρα ότι το εν λόγω άρθρο αναφέρεται σε «οποιαδήποτε πράξη» που προκαλεί τη μη εξόφληση επιταγής και δεν περιορίζεται σε ανάκληση με εντολή, (βλ. Χριστάκη Λουκά: Τραπεζική Επιταγή, Τόμος 2, 2η Έκδοση 2006, στην σελ.431 και Technotent Κ.Γ. Γιώργατσος Λτδ ν. Τασούλας Ορφανίδου,
(2004)2 Α.Α.Δ. 388). Σημειώνεται ότι στην εν λόγω υπόθεση η κατηγορούμενη κατηγορείτο για την πρόκληση με ξόφλησης επιταγής δίδοντας οδηγίες στην τράπεζα να κλείσει το λογαριασμό της. Αν και στο Εφετείο εξετάστηκε ως εσφαλμένη η πρωτόδικη απόφαση για αθώωση της κατηγορούμενης στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, κρίθηκε ότι το συστατικό στοιχείο της πρόκλησης μη πληρωμής επιταγής με αυτά τα δεδομένα είχε αποδειχθεί. Αποτελεί επομένως κατάληξη μου ότι η εφαρμογή του άρθρου 305 Α
(2)του Κεφ.154, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις που δίδεται εντολή μη πληρωμής της επιταγής, αλλά αναφέρεται σε οποιαδήποτε πράξη ως αποτέλεσμα της οποίας η επιταγή δεν εξοφλείται. Εις ότι αφορά την 5η κατηγορία, όπως έχω προαναφέρει, η μόνη μαρτυρία η οποία έχει τεθεί ενώπιον μου είναι αυτή του ΜΚ2 ότι ο κατηγορούμενος εσκεμμένα αλλοίωσε την υπογραφή του. Τέτοια θέση δεν έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Αν και η έκδοση της επιταγής σύμφωνα με τα πιο πάνω έχει αποδειχθεί, η παραπονούμενη απέτυχε να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος προκάλεσε την μη πληρωμή της επίδικης επιταγής αλλοιώνοντας εσκεμμένα την υπογραφή του εφόσον η μοναδική μαρτυρία η οποία τέθηκε προς τούτο είναι αυτή του ΜΚ2 η οποία δεν έγινε αποδεκτή για το γεγονός αυτό. Συνεπώς η παραπονούμενη απέτυχε να αποδείξει την 5η κατηγορία. Έχοντας καταλήξει ως πιο πάνω αναφέρεται, απομένει προς εξέταση η τελευταία εισήγηση της υπεράσπισης ότι η παραπονούμενη δεν έχει δικαίωμα καταχώρησης της παρούσας ιδιωτικής ποινικής δίωξης εφόσον δεν έχει άμεσο παράπονο. Σύμφωνα με τα όσα λεχθήκαν στην υπόθεση Δημοσθένους Κλεάνθης ν. Τύχωνα Τύχωνος
(2013)2 ΑΑΔ 22: «Το δικαίωμα ενός πολίτη να εγείρει ποινική δίωξη, ξεκαθάρισε στην Ttofinis v. Theocharides κ.ά., ανωτέρω, ότι πηγάζει από το αγγλικό κοινοδίκαιο το οποίο εφαρμόζεται στο δικό μας δικαιϊκό σύστημα, με βάση το Άρθρο 29
(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960. Τονίστηκε ότι καμιά πρόνοια του Συντάγματος δεν έχει εξουδετερώσει τα ισχύοντα στο κοινοδίκαιο για το δικαίωμα του πολίτη να εγείρει ιδιωτική ποινική. Όπως εξηγήθηκε από τον Πική, Δ., όπως ήταν τότε, το δικαίωμα δεν το έχει κάθε πολίτης, αλλά μόνο όταν τα δικαιώματα του επηρεάζονται από μια παράνομη πράξη. Στην απόφαση υιοθετούνται τα όσα ανέφερε ο Λόρδος Diplock στην υπόθεση Gourier v. Union of Post Office Workers and Others [1977] 3 All ER 70, 97 (HL), ότι η ποινική δίωξη αποτελεί «χρήσιμη συνταγματική εγγύηση εναντίον της αυθαίρετης διεφθαρμένης ή μεροληπτικής παράλειψης ή άρνησης των αρμοδίων αρχών να διώξουν αδικοπραγούντες».* Στην υπόθεση Ttofinis το Δικαστήριο ανέφερε στη σελίδα 369 της απόφασης, τα πιο κάτω σε σχέση με το Κεφ. 96, στο οποίο αφορούσε η υπόθεση:- «By allowing the appeal it must not be assumed that we decide that a citizen, however affected by the violations of the provisions of Cap. 96 or regulations made thereunder, has a right to pro¬secute the offender. On the contrary, as explained in this judgment, the right to prosecute vests only in the victim of crime. Only where the rights of an individual are directly affected, as in this case where, allegedly, the illegal structure was erected upon his land, a right to prosecute accrues. In other words, there must be direct encroachment upon one's rights in order to sustain a private prosecution. In every other case the body entrusted by law for its enforcement, is the appropriate authority. In consequence, the owner of adjoining property does not have a right per se to move the machinery of the law whenever his neighbour builds on his own land in violation of the provisions of Cap. 96.» Λέχθηκε επίσης στην πιο πάνω υπόθεση, η οποία αφορούσε την παραλαβή επιταγής από δικηγόρο από τον κατηγορούμενο για τον πελάτη του, εις την οποία περιλαμβανόταν και το ποσό των εξόδων του ιδίου. «Το σκεπτικό της πρωτόδικης δικαστού είναι βεβαίως εσφαλμένο και επί των δικών του όρων. Όχι μόνο γιατί μέρος της επιταγής αφορούσε στα δικηγορικά του έξοδα τα οποία θα εισέπραττε μέσω του πελάτη του, αλλά και γιατί ο ίδιος ως κάτοχος της οπισθογραφημένης επιταγής εκ πρώτης όψεως κατέστη, σύμφωνα με το Άρθρο 29, νομιμοποιημένος κομιστής. Επίσης ως δικηγόρος και εκπρόσωπος του πελάτη, απέσυρε τις δύο ποινικές υποθέσεις του πελάτη, με αντάλλαγμα την επίδικη επιταγή. Εφόσον η συναλλαγή απέτυχε, ήταν υπόλογος στον πελάτη του ο οποίος δυνητικά θα μπορούσε να το εναγάγει για αμέλεια. Επομένως, δεν είναι ορθή η κατάληξη της πρωτόδικης δικαστού ότι υπό τις περιστάσεις, δεν επηρεάζονταν τα συμφέροντα του Εφεσείοντος ή ότι ο ίδιος δεν ήταν το θύμα της παράνομης πράξης του Εφεσίβλητου.» Κατ' αρχάς προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα ότι ο δικηγόρος σε εκείνη την υπόθεση δεν κρίθηκε ως άμεσα επηρεαζόμενο πρόσωπο μόνο λόγω της πληρωμής των εξόδων του ούτε και για το μοναδικό λόγο ότι αυτός κινδύνευε να εναχθεί για αμέλεια από τον πελάτη του, όπως έγινε αποδεκτό και στην παρούσα υπόθεση, αλλά και γιατί ο ίδιος όπως αναφέρεται πιο πάνω ως κάτοχος της επιταγής κατέστη εκ πρώτης όψεως νομιμοποιημένος κομιστής. Αναφέρεται τέλος στην πιο πάνω υπόθεση «Η ίδια η ιδιότητά του, ως νομιμοποιημένου κατόχου επιταγής για την οποία υπήρξε αντιπαροχή, δηλώνει τον άμεσο επηρεασμό του από τη μη εξόφλησή της.» Πέραν των πιο πάνω, έγινε επίσης αποδεκτή η θέση του ΜΚ2 για το ζήτημα αυτό όπου σε σχετική υποβολή που του τέθηκε ανέφερε «Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ενεργούσα για το γραφείο μου. Που τη στιγμή που μου δόθηκαν εν λευκώ οι επιταγές και με τη συγκατάθεση του κύριου Μαυρουδή και στην παρουσία του έβαλα τη σφραγίδα του γραφείου μου, ναι. Η εταιρεία, η Δικηγορική Εταιρεία Χρύσης Δημητριάδης όφειλε να προχωρήσει με την καταχώρηση αυτής της αγωγής και αν δεν το έπραττε θα ευθυνόταν είτε για την πλευρά του κύριου Μαυρουδή αν πλήρωνε τις 100.000 είτε για την πλευρά της Bulcom αν δεν πληρώνονταν οι επιταγές. Θα ευθυνόμουν εγώ και η εταιρεία μου για επαγγελματική αμέλεια αν δεν προχωρούσα να καταχωρήσω τις διαδικασίες που έχουμε καταχωρήσει.» Η πιο πάνω θέση του ΜΚ2 σε συνάρτηση με την κατάληξη μου ότι η παραπονούμενη κατέστη κάτοχος για αξία της επίδικης επιταγής για τους λόγους που κατέγραψα πιο πάνω, δεν αφήνουν αμφιβολία ότι αυτή επηρεάστηκε άμεσα από τη μη τίμηση της επιταγής όπου κατ' επέκταση εδικαιούτο να καταχωρήσει την παρούσα υπόθεση. Το γεγονός ότι δοθήκαν οδηγίες από την Bulcom να καταχωρηθεί η παρούσα υπόθεση, δεν μπορεί να μεταβάλει την ως άνω κατάληξη του Δικαστηρίου, εφόσον καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο η παραπονούμενη ως δικηγόρος και εκπρόσωπος του πελάτη της ενεργούσε για λογαριασμό της και εντός του πλαισίου της συμφωνίας διευθέτησης. Σημειώνω τέλος ότι η αναφορά στην τελική αγόρευση του κατηγορούμενου στην υπόθεση Τομάζος Τομάζου ν. Γιώργου Σαββίδη
(2010)2 Α.Α.Δ. 626, ουδόλως επηρεάζει την πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου, εφόσον το Ανώτατο Δικαστήριο στην Τύχωνος (ανωτέρω) ρητά ανέφερε τα ακόλουθα: «Η ίδια η ιδιότητά του, ως νομιμοποιημένου κατόχου επιταγής για την οποία υπήρξε αντιπαροχή, δηλώνει τον άμεσο επηρεασμό του από τη μη εξόφλησή της. Οι αναφορές στην Τομάζου ν. Σαββίδη, ανωτέρω, κατά την άποψή μας, έγιναν per incuriam και ως εκ τούτου δεν μπορούν να δεσμεύουν, καθότι όχι μόνο δεν προσδιορίζουν τις αρχές του κοινοδικαίου, όπως αυτές διατυπώθηκαν στην Ttofinis και επιβεβαιώθηκαν από την πλειοψηφία στην Πλήρη Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμος, ανωτέρω, αλλά ούτε αντικατοπτρίζουν τα νομολογηθέντα στη Νεοφύτου, ανωτέρω και σε άλλες υποθέσεις σε σχέση με τα δικαιώματα του νομιμοποιημένου κατόχου επιταγής ως άμεσα επηρεαζόμενου από τη μη εξόφλησή της. Ενόψει της κατάληξής μας ότι η υπόθεση Τομάζου ν. Σαββίδη έχει αποφασιστεί per incuriam, δεν είναι αναγκαίο να διευρυνθεί η σύνθεση του Εφετείου, ώστε η διάσταση να κριθεί από την Πλήρη Ολομέλεια.» (υπογράμμιση και έμφαση είναι του Δικασηρίου) Τονίζω βεβαίως ότι σύμφωνα με την Τύχωνος (ανωτέρω), υπόθεση η οποία αφορούσε συγκεκριμένα το αδίκημα του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ. 154, λέχθηκε ότι η ίδια η ιδιότητά του παραπονούμενου, ως νομιμοποιημένου κατόχου επιταγής για την οποία υπήρξε αντιπαροχή, δηλώνει τον άμεσο επηρεασμό του από τη μη εξόφλησή της. Επομένως και έχοντας καταλήξει ότι η παραπονούμενη είναι νομιμοποιημένη κάτοχος της επίδικης επιταγής, το ζήτημα τελειώνει εδώ. Προτού κλείσω με το ζήτημα αυτό θα ήθελα επίσης να σχολιάσω τη θέση της υπεράσπισης ότι σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση Νεόφυτου Παναγιώτου ν. Σάββα Ευαγγέλου Ποιν. Έφεση 194/13 ημερ. 2.12.14, το Εφετείο ξεκαθάρισε ότι ο όρος άμεσος επηρεασμός έχει την έννοια ότι με συγκεκριμένη παράνομη πράξη ενός δράστη επηρεάζονται δικαιώματα τρίτων προσώπων κατά τρόπο που παρατηρείται σφετερισμός και οικειοποίηση των νομίμων δικαιωμάτων των τρίτων αυτών προσώπων. Αν και η πιο πάνω απόφαση αφορούσε υπόθεση κατά παράβαση του Κεφ. 96, κρίνω ότι για την προκειμένη περίπτωση ο λόγος της Τύχωνος (ανωτέρω) είναι πιο σχετικός εφόσον αφορούσε όπως είπα αδίκημα δυνάμει του άρθρου 305Α του Κεφ. 154. Σημειώνω ότι με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και το πιο πάνω σκεπτικό του Δικαστηρίου, έχει καταδειχθεί ο σφετερισμός και η οικειοποίηση των νομίμων δικαιωμάτων της παραπονούμενης τα οποία πηγάζουν, όχι μόνο από το δικαίωμα της να εισπράξει τα έξοδα της από το ποσό της επίδικης επιταγής, αλλά και από την ιδιότητα της ως δικηγόρου και εκπροσώπου των πελατών της Bulcom να εισπράξει το ποσό αυτό για τους πελάτης της σύμφωνα με τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που απέκτησε δυνάμει της συμφωνίας Τεκμήριο 1, δικαιώματα τα οποία όφειλε να προστατέψει ενόψει των υποσχέσεων που έδωσε και της υποχρεώσεις που ανέλαβε δυνάμει της συμφωνίας, τόσο έναντι του πελάτη της όσο και έναντι του κατηγορούμενου, τα οποία μάλιστα της αποδόθηκαν με τη σύμφωνη γνώμη του κατηγορούμενου. Επομένως καταλήγω ότι η παραπονούμενη έχει άμεσο παράπονο και τα δικαιώματα της έχουν επηρεαστεί δίδοντας της δικαίωμα στην καταχώρηση της παρούσας ιδιωτικής ποινικής δίωξης. Ενόψει των πιο πάνω καταλήγω ότι η παραπονούμενη απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την 4η κατηγορία εναντίον του κατηγορούμενου, ενώ απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την 5η κατηγορία. Ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην 4η κατηγορία και αθωώνεται και απαλλάσσεται στην 5η κατηγορία. Εις ότι αφορά το ζήτημα των εξόδων θα το επιληφθώ με την ολοκλήρωση της υπόθεσης. Υπ)....................... Χρ. Χατζηγεωργίου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.