← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ, Αρ. Υπόθεσης: 6590/14, 31/1/2018

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ, Αρ. Υπόθεσης: 6590/14, 31/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B15 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6590/14 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 31 Ιανουαρίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ν. Χατζηκωνσταντίνου. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Πολυδώρου με κα. Σαββίδου (Για να ακούσει απόφαση η κα Σαββίδου). Κατηγορούμενος: Παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Κατά την 19/07/2012 στην Αγία Φύλα της Λεμεσού επεσυνέβη τροχαίο δυστύχημα με τραγικό αποτέλεσμα να χάσει την ζωή του ο μοτοσικλετιστής Δημήτρης Δημητρίου τέως από την Λεμεσό. Ο οδηγός του οχήματος Κυριακός Θεοφάνους είναι ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση και δια του παρόντος κατηγορητηρίου αντιμετωπίζει συνολικά 2 κατηγορίες οι οποίες έχουν ως ακολούθως: Η 1η κατηγορία, αφορά το αδίκημα της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/72, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος στις 19/07/2012, στην Αγία Φύλα της Επαρχίας Λεμεσού ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής KAH 102 στην οδό 1ης Απριλίου, δεν κατέβαλε την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή και προκάλεσε τροχαίο δυστύχημα. Η 3η κατηγορία (μετά την προσθήκη 3ης κατηγορίας και την διακοπή της 2ης) αφορά το αδίκημα της συμπεριφοράς, ενέργειας και υποχρεώσεις κατά την οδήγηση κατά παράβαση των κανονισμών 58

(2)(δ)
(5)(α) (ι) των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 και άρθρο 19 του περί μηχανοκινήτων οχημάτων και τροχαίας κινήσεως νόμου ως τροποποιήθηκε. Συγκεκριμένα ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο ως αναφέρεται στην 1η κατηγορία παρέλειψε να συμμορφωθεί σε σήμανση που χαράχτηκε από την αρμόδια αρχή στην πιο πάνω οδό, δηλαδή παραβίασε συνεχή άσπρη γραμμή. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της κατηγορίας, παρουσίασε 4 συνολικά μάρτυρες τον Λοχία 2369 Χριστόδουλο Αναστασίου (ΜΚ1), τον Αστ.3100 Στράτο Κυριάκου (ΜΚ2), τον Υπαστυνόμο Αιμ. Κκαφά (ΜΚ3) και τον Υπαστυνόμο Λένα Θεμιστοκλέους (ΜΚ4). Κατατέθηκαν συνολικά 16 Τεκμήρια. Σημειώνω επιπλέον ότι κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας αμφότεροι οι συνήγοροι των 2 πλευρών κατέθεσαν παραδεκτά έγγραφα ως τεκμήρια ήτοι τα τεκμήρια 1 μέχρι και
  1. Σημειώνω ότι τα τεκμήρια 1 μέχρι και 8 αφορούν τα κάτωθι: Τεκμήριο 1: Κατάθεση της Άντρης Ευτυχίου- νοσηλευτικής λειτουργού στο Τμήμα επειγόντων περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού μέσα από την οποία προκύπτει ότι λήφθηκε μήνυμα για σοβαρό τροχαίο δυστύχημα στις 19/7/
  2. Η ίδια έφθασε με το ασθενοφόρο στην σκηνή και βρήκε το θύμα ανάσκελα στο δυτικό πεζοδρόμιο και φορούσε το κράνος του. Δεν είχε σφυγμό η αναπνοή, του έδωσε τις πρώτες βοήθειες και μεταφέρθηκε στο Γ.Ν Λεμεσού. Τεκμήριο 2: Βεβαίωση θανάτου του θύματος ημερ.19/7/2012 υπογεγραμμένη από την Δρ. Χρυσούλα Κυριάκου. Τεκμήριο 3: Κατάθεση της συζύγου του θύματος ημερ.20/07/2012 που αναφέρεται στην αναγνώριση της σορού του συζύγου του. Τεκμήριο 4: Βεβαίωση του ιατροδικαστή Νικόλα Χαραλάμπους με την οποία αναφέρεται ότι ο θάνατος προήλθε από πολυτραυματισμό ως είναι κατά τροχαίο δυστύχημα. Τεκμήριο 5: Κατάθεση του Αστ.2738 Μ. Ματθαίου της Τροχαίας Λεμεσού στην οποία αναφέρεται ότι στις 20/7/2012 βρέθηκε στο νεκροτομείο του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού όπου και καθ' υπόδειξη του ιατροδικαστή Νικόλα Χαραλάμπους έλαβε αριθμό φωτογραφιών ενώ αναφέρεται στις ενέργειες που ακολούθησε κατά την μεταφορά και εκτύπωση των εν λόγω φωτογραφιών. Τεκμήριο 6: Φωτογραφικό υλικό που λήφθηκε κατά την νεκροψία ως αναφέρεται στο τεκμήριο
  3. Τεκμήριο 7: Κατάθεση του Αστ. 1855, Π. Παναγιώτου της Τροχαίας Λεμεσού στην οποίας αναφέρει ότι στις 19/7/2012 μετέβηκε με τον Λοχία 2369 Χ. Αναστασίου στην σκηνή του δυστυχήματος και καθ' υπόδειξη του Λοχία έλαβε αριθμό φωτογραφιών τόσο της σκηνής όσο και των ενεχόμενων οχημάτων. Αναφέρει τις ενέργειες που ακολούθησε για την μεταφορά και εκτύπωση των φωτογραφιών αυτών. Τεκμήριο 8: Φωτογραφικό υλικό που λήφθηκε κατά την διερεύνηση στην σκηνή του δυστυχήματος ως αναφέρεται στο Τεκμήριο
  4. Προτού προχωρήσω με την παράθεση του ουσιαστικού και βασικού μέρους της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε ενώπιον μου για την απόδειξη των κατηγοριών και την αξιολόγηση της μαρτυρίας αυτής αναφέρω ότι η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής αφορά τα κάτωθι: Ο κατηγορούμενος κατά τον τόπο και χρόνο που αναφέρεται στις κατηγορίες με πρόθεση να εισέλθει εντός του χώρου στάθμευσης της οικίας του η οποία βρισκόταν στην αριστερή πλευρά της πορείας του, παραβίασε την συνεχή άσπρη γραμμή η οποία διαχώριζε τις δύο κατευθύνσεις του δρόμου και εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας επανερχόμενος δε στην λωρίδα της πορείας του με σκοπό να εισέλθει στον χώρο στάθμευσης ανάκοψε την πορεία της διερχόμενης μοτοσυκλέτας με αρ. εγγραφής KUJ 072 που οδηγείτο από τον Δημήτρη Δημητρίου και η οποία οδηγείτο με την ίδια κατεύθυνση ως η αρχική πορεία του κατηγορούμενου με αποτέλεσμα αυτή να ανατραπεί με τραγικό συνεπακόλουθο τον θανάσιμο τραυματισμό του μοτοσικλετιστή. Από την άλλη, μέσα από την κατάθεση του κατηγορούμενου η οποία κατατέθηκε ενώπιον μου προβάλλεται η θέση ότι αυτός στην προσπάθεια του να εισέλθει εντός του χώρου στάθμευσης της οικίας του και ενώ κοίταξε προτού επιχειρήσει την κίνηση αυτή προς τα πίσω μέσα από τα καθρεφτάκια του ενώ χρησιμοποίησε και τον δείκτη πορείας του δεν είδε τον μοτοσικλετιστή και δεν μπορούσε να τον δει με βάση τις συνθήκες. Ο κατηγορούμενος, μετά που κρίθηκε ένοχος εκ πρώτης όψεως με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, εξάσκησε το δικαίωμα της σιωπής. Δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε επιπρόσθετη μαρτυρία. ΜΚ1 Ο ΜΚ1 στις 19/7/2012 υπηρετούσε στην Τροχαία Λεμεσού στον κλάδο διερεύνησης τροχαίων δυστυχημάτων. Αναφέρθηκε στην εκπαίδευση που έτυχε επί ζητημάτων διερεύνησης δυστυχημάτων. Αναγνώρισε και κατάθεσε ως Τεκμήριο 9 την κατάθεση του μέσα από την οποία αναφέρει ότι την επίδικη ημερομηνία επισκέφθηκε την σκηνή του δυστυχήματος βρίσκοντας τα ενεχόμενα οχήματα στις τελικές τους θέσεις και τον κατηγορούμενο παρών. Έλαβε στην σκηνή διάφορες μετρήσεις και έδωσε οδηγίες για λήψη φωτογραφιών. Συνόδευσε τον κατηγορούμενο στην τροχαία όπου τον συνέλαβε. Την ίδια ημέρα περί τις 19:30 μετέβηκε με τους ΜΚ3 και ΜΚ4 στην σκηνή όπου διενήργησαν αναπαράσταση του δυστυχήματος. Την ίδια ημέρα και αργότερα έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο ο οποίος του ανάφερε ότι κοίταξε προς τα πίσω και δεν είδε μοτοσυκλέτα να έρχεται ενώ χρησιμοποίησε τον δείκτη του πριν στρίψει ενώ πέρασε ελαφριά την άσπρη γραμμή που χωρίζει τον δρόμο. Το όχημα του κατηγορούμενου ήταν σε άριστη κατάσταση ενώ η μοτοσυκλέτα καταστράφηκε ολοσχερώς. Ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα το οποίο αργότερα μετέτρεψε σε συμμετρικό (Τεκμήρια 10 και 11 αντίστοιχα). Στον κατηγορούμενο έγινε προκαταρκτικό έλεγχος αλκοόλης με μηδενική ένδειξη. Το όριο ταχύτητας στον επίδικο δρόμο είναι 50 χιλιόμετρα ενώ η ορατότητα από το σημείο όπου έγινε το δυστύχημα είναι 150 περίπου μέτρα προς νότο αφού συνεχίζει μετά αριστερή στροφή στον δρόμο και 500 μέτρα περίπου προς βόρεια. Ο ΜΚ1 αναγνώρισε και κατάθεσε ως Τεκμήριο 12 την ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου και ως τεκμήριο 13 δεύτερη κατάθεση που έδωσε ο κατηγορούμενος. Με αναφορά στο τεκμήριο 11 (συμμετρικό σχεδιάγραμμα) ανάφερε ότι απεικονίζει την οδό 1ης Απριλίου στην Αγία Φύλα. Αμφότερα τα οχήματα είχαν βόρεια πορεία, ο μεν κατηγορούμενος με πορεία Α και με Β του θύματος. Το πλάτος του δρόμου είναι 6,60 μέτρα και 3,30 έκαστη λωρίδα. Το Χ1 απεικονίζει το σημείο σύγκρουσης με το κεφάλι του θύματος και το τοποθέτησε με βάση εύρημα μαυρίσματος επί του πεζοδρομίου και το Χ2 απεικονίζει το σημείο που κτύπησε η μοτοσυκλέτα στο αυτοκίνητο. Στην σκηνή δεν εντόπισε ίχνη τροχοπέδησης. Η κατάσταση του οδοστρώματος δεν είναι αρκετά καλή αλλά καλή. Ανεξάρτητη μαρτυρία δεν εντοπίστηκε στην σκηνή. Ο δρόμος είναι ευθύς και επίπεδος βασικά με μια μικρής κλίσης ανωφέρεια. Αναγνώρισε το τεκμήριο 8 ως το φωτογραφικό υλικό που καθ' υπόδειξη του λήφθηκε και επεξήγησε έκαστη φωτογραφία τι απεικονίζει. Με αναφορά στην πορεία που ακολούθησε ο κατηγορούμενος πριν εισέλθει στον χώρος στάθμευσης και που παρουσιάζεται ως Α στο τ. 11 ο μάρτυρας ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος είπε ότι πριν κινηθεί προς το γκαράζ μπήκε ελαφρώς στο αντίθετο ρεύμα ως φάνηκε φυσικό επακόλουθο μετά και την αναπαράσταση που έκαναν οι Υπαστυνόμου όπου φάνηκε ότι το όχημα του είχε μπει στο αντίθετο ρεύμα. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 ανάφερε ότι ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης. Ερωτήθηκε γιατί η δεύτερη κατάθεση που λήφθηκε από τον κατηγορούμενο λήφθηκε στις 14/3/2013 τόσο μακριά χρονικά από το δυστύχημα και απάντησε ότι αυτή λήφθηκε μετά την αναπαράσταση. Αποδέχτηκε ότι το περιεχόμενο αμφότερων ήταν το ίδιο από άποψη ισχυρισμών του κατηγορούμενου. Η αναπαράσταση έγινε την ίδια ημέρα με το δυστύχημα αλλά η δεύτερη κατάθεση λήφθηκε μετά από 6 μήνες λόγω καθυστέρησης του ΜΚ4 να συμπληρώσει την δική του κατάθεση για την αναπαράσταση. Με αναφορά στο Β2 επί του σχεδιαγράμματος ανάφερε ότι είναι το μαύρισμα που προκάλεσε ο τροχός της μοτοσυκλέτας επί του πεζοδρομίου και το Β1 το μαύρισμα στο σημείο ανατροπής το οποίο τοποθετήθηκε εκεί λόγω της εκδοράς που υπήρχε. Με βάση αυτά τα στοιχεία η μοτοσυκλέτα ανατράπηκε επί του πεζοδρομίου και συνέχισε πορεία σε αυτό. Η μοτοσυκλέτα ερχόταν από τα βόρεια. Από τα στοιχεία αυτά που βρέθηκαν στην σκηνή δεν μπορούσαν να υπολογίσουν την ταχύτητα του θύματος όμως έγινε αναπαράσταση. Με βάση την αναπαράσταση οι Υπαστυνόμοι που την ενήργησαν ανάφεραν ότι από το σημείο που ο κατηγορούμενος ξεκίνησε να στρίβει προς την είσοδο του γκαράζ του υπολογίστηκε ότι χρειάστηκαν 3,5 δευτερόλεπτα. Ο ίδιος έδωσε οδηγίες στον Αστ. 3100 και ετοίμασε ένα πίνακα με κάποιες ταχύτητες με τις οποίες μπορούσε να κινηθεί η μοτοσυκλέτα σε αυτά τα 3,5 δευτερόλεπτα για να βρεθεί η απόσταση που βρισκόταν προς τα πίσω. Ανάφερε δε ότι επειδή είχε μετρηθεί ακριβής απόσταση ορατότητας σε σχέση με τα 3, 5 δευτερόλεπτα αυτή υπολογίστηκε στα 170 μέτρα. Ο ΜΚ1 συμφώνησε με τον συνήγορο υπεράσπισης στο ότι η ορατότητα του κατηγορούμενου προς τα πίσω την ώρα που έστριβε από τα καθρεφτάκια ήταν 166 μέτρα με αναφορά από το σημείο της άσπρης γραμμής μέχρι να βρεθεί ο άλλος οδηγός στο σημείο Β επί του σχεδιαγράμματος. Στην υποβολή ότι ένας μέσος οδηγός σε αυτές τις συνθήκες την ώρα που ξεκίνησε να στρίβει δεν μπορούσε να δει πέραν των 166 μέτρων προς τα πίσω ο ΜΚ1 συμφώνησε αναφέροντας όμως ότι μετά που ξεκίνησε να στρίβει έπρεπε να δει στα καθρεφτάκια. Συμφώνησε περαιτέρω ο ΜΚ1 ότι μια μοτοσυκλέτα για να διανύσει αυτή την απόσταση πέραν των 166 μέτρων πρέπει να κινείται με πολύ μεγάλη ταχύτητα. Η θέση του ΜΚ1 σε αναφορά στις ενέργειες του κατηγορούμενου ήταν ότι ναι μεν δεν μπορούσε να εξαφανιστεί από τον δρόμο για να αποφευχθεί το δυστύχημα αλλά θα έπρεπε να σταματήσει για να δώσει την πιθανότητα στην μοτοσυκλέτα να περάσει από μπροστά του. Στο ερώτημα εάν αυτή η ενέργεια αναμενόταν να ληφθεί εντός εκείνων των 3 μέχρι και 1 δευτερολέπτων απάντησε θετικά. Το μήκος του οχήματος του κατηγορούμενου είναι 5 μέτρα και του δρόμου 6,
  5. Από την μέση της γραμμής του δρόμου μέχρι το πεζοδρόμιο η απόσταση είναι 3,30 πλέον 2 μέτρα το πεζοδρόμιο. Με τα δεδομένα αυτά ο ΜΚ1 συμφώνησε ότι, ό'τι και αν έκανε ο κατηγορούμενος το θύμα κάπου θα κτυπούσε με την ταχύτητα που ερχόταν. Στην υποβολή που του τέθηκε ως ακολούθως «Άρα επειδή είπαμε το που αστείο, μόνο εάν μπορούσε να εξαφανιστεί και σίγουρα ένας λογικός δεν θα μπορούσε να εξαφανιστεί» ο ΜΚ1 απάντησε «Σίγουρο». Με βάση την δική του συμμετοχή στην αναπαράσταση που έλαβε χώρα ανάφερε ότι ο ίδιος τοποθέτησε το αυτοκίνητο στο σημείου που βρέθηκε στην τελική του θέση. Ακολούθως ήρθε ο ΜΚ3 και με οδηγίες του Υπαστυνόμου - ΜΚ4 οδήγησε το όχημα με πισινή ταχύτητα μέχρι ένα σημείο. Σε σχέση με την συνεχή άσπρη γραμμή η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ήταν ότι αυτή είχε φθαρεί ο μάρτυρας ανάφερε ότι το οδόστρωμα είναι σε καλή κατάσταση και στην φωτογραφία 28 φαίνεται ότι διακόπτεται γιατί έγινε το αποχετευτικό και όχι για άλλο λόγο. Ανάφερε επίσης με αναφορά σε άλλες φωτογραφίες ότι η γραμμή είναι συνεχής και σε κάθε περίπτωση ο κατηγορούμενος διαμένει εκεί και γνωρίζει το σημείο. Με αναφορά στην φωτογραφία 25 του τεκμηρίου 8 ο μάρτυρας αναφέρει ότι στο σημείο που είναι το κόκκινο χρώμα της μοτοσυκλέτας που φαίνεται ένα μαύρο εξόγκωμα στρογγυλό είναι το σημείο πρώτης επαφής της μοτοσυκλέτας με το έδαφος και αυτό άφησε τις πρώτες εκδορές. Οι τελευταίες εκδορές φαίνονται στην φωτογραφία 11 του τεκμηρίου
  6. Οι εκδορές στο σημείο ήταν αρκετές και δείχνουν ότι η μοτοσυκλέτα ήταν τελείως κάτω και «πηγαίνει όλη τριφτή». Τα όσα φαίνονται στην φωτογραφία 11 είναι το σημείο Β3 επί του σχεδιαγράμματος - τεκμήριο
  7. Τα σημεία Β2 στο τεκμήριο 11 απεικονίζονται στις φωτογραφίες με αρ. 3, 4 και
  8. Η φωτογραφία 4 συγκεκριμένα δείχνει το μαύρισμα του τροχού της μοτοσυκλέτας όταν ανέβηκε στο πεζοδρόμιο και η 5 την συνέχιση του μαυρίσματος του τροχού πάνω στο πεζοδρόμιο ομοίως με την 6 από άλλη οπτική γωνία. Σε καμία από τις φωτογραφίες 3, 4, 5 και 6 φαίνονται ίχνη τριβής του σώματος της μοτοσικλέτας επί του πεζοδρομίου ήτοι δεν φαίνεται η μοτοσικλέτα να είχε ανατραπεί και να κινείτο με το σώμα της όλη την διαδρομή από την ώρα που ανέβηκε στο πεζοδρόμιο. Συμφώνησε περαιτέρω με βάση τα ανωτέρω ο μάρτυρας ότι το θύμα πολύ πιθανό να ανατράπηκε μετά την προσπάθεια του να περάσει πάνω από το πεζοδρόμιο ενώ φαίνεται να ανέβηκε στο πεζοδρόμιο να οδήγησε σε αυτό την μοτοσυκλέτα και μετά να έχασε τον έλεγχο. Αποδέχτηκε επίσης ότι το θύμα μπορεί να είδε τον κίνδυνο για αυτόν και να προσπάθησε να προσπεράσει από το πεζοδρόμιο και να έχασε τον έλεγχο. Στο κρίσιμο ερώτημα τι θα έπρεπε να πράξει ο κατηγορούμενος με βάση την εμπειρία του ο μάρτυρας απαντά: «Η ευθύνη του κατηγορούμενου για μένα είναι ότι κατά το που μπήκε στο αντίθετο ρεύμα και ξεκίνησε να κάνει τη στροφή, πιστεύω έπρεπε να ξανακοιτάξει να βεβαιωθεί και μετά να στρίψει, κατά τα άλλα κατά την γνώμη μου δεν έχει άλλη ευθύνη». Στο ερώτημα που ακολούθησε για το τι θα έπρεπε να κάνει ο κατηγορούμενος με δεδομένο το μήκος του οχήματος του κατηγορούμενου σε 5 μέτρα σε ένα δρόμο 3 μέτρων ο μάρτυρας απαντά: «Ένας θεός ξέρει τι θα έπρεπε να κάνει, δεν μπορούσε να κάνει τίποτε, για μένα δεν μπορούσε να κάνει τίποτε». ΜΚ2 Ο ΜΚ2 Αστ. 3100, Στράτος Κυριάκου υπηρετεί στην τροχαία Λεμεσού. Αναφέρθηκε στην εκπαίδευση που έτυχε στην διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων και στα προσόντα του. Αναγνώρισε και κατέθεσε ως Τεκμήριο 14 την κατάθεση του σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Αναφέρεται σε αυτήν στα προσόντα του μεταξύ άλλων στον εντοπισμό ταχύτητας από ίχνη τροχοπέδησης, πλάγιας ολίσθησης και άλλων και ότι είναι απόφοιτος αγγλικού πανεπιστημίου στην διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων και θέματα αναπαραστάσεων. Σε σχέση με την παρούσα υπόθεση του ζητήθηκε να διενεργήσει μερικούς υπολογισμούς. Μετά από μελέτη του σχεδιαγράμματος, της κατάθεσης του Υπαστυνόμου - ΜΚ3 και τις εκθέσεις αναπαράστασης του Υπαστυνόμου Θεμιστοκλέους - ΜΚ4 προέβη με βάση συγκεκριμένο τύπο σταθερής ταχύτητας σε υπολογισμούς για την μετατροπή της ταχύτητας σε μέτρα και σε δευτερόλεπτα. Επεξήγησε προφορικά τον πίνακα που φαίνεται στο τεκμήριο 14 αναφέροντας ότι στην πρώτη στήλη αναγράφονται τα χιλιόμετρα ανά ώρα, στην δεύτερη στήλη είναι τα μέτρα ανά δευτερόλεπτο αναφέρονται για παράδειγμα ότι τα 50 χιλιόμετρα είναι 13,88 μέτρα ανά δευτερόλεπτο και στην τρίτη στήλη αναγράφεται ο χρόνος των 3,5 δευτερολέπτων και πόση ταχύτητα μπορεί να διανύσει κάποιος με αυτή την ταχύτητα. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 ανάφερε ότι τα 3, 5 δευτερόλεπτα είναι ο χρόνος που του έδωσε ο ανακριτής (ΜΚ1) και ήταν ο χρόνος που χρειάστηκε ο κατηγορούμενος από την στροφή προς το σπίτι. Του δόθηκε ένα εύρος με διάφορες ταχύτητες κατά πόσο και σε πόσα μέτρα προηγουμένως θα μπορούσε να ήταν η μοτοσικλέτα. Ο τύπος μαθηματικών που χρησιμοποιήθηκε είναι η ταχύτητα δια του χρόνου. Επεξηγώντας τον σκοπό της μελέτης του ο ΜΚ2 ανάφερε ότι «Αναλόγως με τον χρόνο που χρειαζόταν το αυτοκίνητο να κάνει την στροφή σε 3, 5 δευτερόλεπτα με τις διάφορες ταχύτητες σε ποιο σημείο θα μπορούσε να ήταν η μοτοσικλέτα πιο πίσω σύμφωνα με τον χρόνο που χρειαζόταν το αυτοκίνητο να κάνει τη στροφή». Η αναφορά του στον πίνακα σε 165,28μ ως η τελευταία μέτρηση δεν θυμάται εάν ήταν κατόπιν οδηγιών να σταματήσει μέχρι αυτό τον αριθμό. Στο ερώτημα εάν η ορατότητα ήταν στα 165 μέτρα για να διανύσει την ίδια απόσταση ένας οδηγός στον χρόνο των 3, 5 δευτερολέπτων που απαιτεί το στρίψιμο εάν θα έπρεπε να τρέχει πέραν των 170 χιλιομέτρων απάντησε ότι θα ήταν 165,28 μ και συμφώνησε ότι θα έπρεπε για να διανύσει αυτή την απόσταση των 166 μέτρων να έτρεχε με ταχύτητα 170 χιλιόμετρα. Το όριο ταχύτητας στην εν λόγω περιοχή είναι 50 χιλιόμετρα. Άρα η ταχύτητα του οδηγού εάν διένυσε αυτή την απόσταση των 166 μέτρων ήταν 170 χιλιόμετρα. ΜΚ3 Ως τρίτος μάρτυρας προσήλθε ο Υπαστυνόμος Αιμίλιος Καφφάς, Βοηθός Υπεύθυνος του τμήματος Τροχαίας Λεμεσού. Αναφέρθηκε στα καθήκοντα του και στην εκπαίδευση που έτυχε με αναφορά στην διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων. Αναγνώρισε και κατέθεσε ως Τεκμήριο 15 την κατάθεση του για την παρούσα υπόθεση. Στην κατάθεση του ο ΜΚ3 αναφέρεται στην επίσκεψη του στην σκηνή την ημέρα στου δυστυχήματος όπου ο εξεταστής ΜΚ1 έλαβε μετρήσεις και ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα. Την ίδια μέρα και περί τις 1930 επισκέφθηκε εκ νέου την σκηνή με τον ΜΚ4 και τον κατηγορούμενο όπου με την καθοδήγηση του ΜΚ4 οδήγησε το όχημα του κατηγορούμενου για την αναπαράσταση. Τοποθέτησε το όχημα στην τελική του θέση. Με την θέση αυτή συμφώνησε και ο κατηγορούμενος. Στην συνέχεια οδήγησε το όχημα με πολύ χαμηλή ταχύτητα, με οπίσθια κίνηση, με τελείως στριμμένο το τιμόνι προς τα αριστερά, με αποτέλεσμα αυτό να εισέλθει εντός της οδού 1ης Απριλίου και το ακινητοποίησε στο σημείο που του υπέδειξε ο Υπαστυνόμος Θεμιστοκλέους. Όταν εξήλθε από το όχημα διαπίστωσε ότι αυτί βρισκόταν στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς το Βορρά. Η όλη διαδικασία έγινε στην παρουσία του κατηγορούμενου και λήφθηκαν και φωτογραφίες. Κατά τον έλεγχο αυτό καταμέτρησε την απόσταση που χρειαζόταν το αυτοκίνητο ακολουθώντας κυκλική πορεία προς τα αριστερά να εισέλθει από τον δρόμο στο χώρο στάθμευσης της οικίας του κατηγορούμενου και η οποία ήταν 12 μέτρα και τον χρόνο που χρειαζόταν για να κάνει την κίνηση αυτή την οποία καθόρισε στα 3,5 δευτερόλεπτα. Καταμέτρησε επίσης την ορατότητα του κατηγορούμενου από την είσοδο του χώρου στάθμευσης προς νότο, μέχρι του σημείου που υπάρχει κλειστή αριστερή στροφή και ήταν 178 μέτρα. Περαιτέρω μετά την αναπαράσταση οδήγησε το όχημα και διαπίστωσε ότι όταν η δεξιά του πλευρά βρισκόταν ακριβώς δίπλα και αριστερά από την άσπρη συνεχή γραμμή του δρόμου με κατεύθυνση προς βορρά, το όχημα αυτό μπορούσε μετά δυσκολίας να εισέλθει στον χώρο στάθμευσης στην οικία του κατηγορούμενου. Αναφέρει επίσης ο μάρτυρας στην κατάθεση του ότι βάσει των δεδομένων που αναφέρει ως ανωτέρω κατέγραψα σε συνάρτηση με την άμεση μαρτυρία / ευρήματα που λήφθηκαν από την σκηνή του δυστυχήματος προκύπτουν τα παρακάτω δεδομένα: «I. Από το σημείο που άρχισε ο Θεοφάνους να στρίβει αριστερά για να εισέλθει στον χώρο στάθμευσης της οικίας του, μέχρι και το νοτιότερο σημείο που ο ίδιος είχε ορατότητα και μπορούσε να αντιληφθεί αν τον ακολουθούσε οποιοδήποτε άλλο όχημα, υπάρχει απόσταση 166 μέτρων. ΙΙ. Από το νοτιότερο σημείο που ο Θεοφάνους είχε ορατότητα στο δρόμο, η ενεχόμενη μοτοσυκλέτα KUJ072, αρχικά προσέκρουσε σε απόσταση 168 μέτρων από το σημείο αυτό, πάνω στη λίνια του πεζοδρομίου, 2 μέτρα δηλαδή περισσότερα από τη συνολική απόσταση των 166 μέτρων που είχε ορατότητα ο Θεοφάνους». Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ3 ανάφερε ότι για την διενέργεια της αναπαράστασης έλαβε οδηγίες από τον ΜΚ
  9. Τις φωτογραφίες τις έλαβε ο Αστ. 2885, Παναγιώτου. Ο ίδιος είδε το φωτογραφικό υλικό. Η απόσταση των 12 μέτρων που αναφέρει στην κατάθεση του είναι η απόσταση από το σημείο που το ενεχόμενο όχημα του κατηγορούμενου βρισκόταν σε παράλληλη θέση μέσα στον δρόμο, σε ευθεία πορεία στον δρόμο, αμέσως πριν αρχίσει στροφή προς τα αριστερά προς τον χώρο στάθμευσης. Το όχημα έχει πλάτος περίπου 2 μέτρα. Τα 12 μέτρα είναι από το μπροστινό μέρος του οχήματος μέχρι την αρχή του νότιου τοίχου του σπιτιού από την αριστερή γωνία του οχήματος γιατί ήταν η πρώτη γωνία που εισερχόταν στον τοίχο περίφραξης, δηλαδή από το αριστερό φανάρι μέχρι τον τοίχο αριστερά του χώρου στάθμευσης. Η αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας στου δρόμου είναι 3, 50 και το πεζοδρόμιο 2 μέτρα με βάση το σχεδιάγραμμα και την βασική γραμμή μέτρησης άρα σύνολο 5,50 μέτρα. Ο ΜΚ3 επεξήγησε ποια είναι η απόσταση των 12 μέτρων που καταμέτρησε αναφέροντας ότι τα 12 αυτά μέτρα δεν ήταν από την αριστερή γωνία του οχήματος σε διαγώνια πορεία. Εκεί που καταμετρήθηκε η απόσταση του μπροστινού μέρους της αριστερής μπροστινής γωνίας του οχήματος στο ύψος του πεζοδρομίου σε ευθεία πορεία μέχρι την αριστερή πλευρά του χώρου στάθμευσης της οικίας του κατηγορούμενου. Ζήτησε δε ο ΜΚ3 να σημειώσει επί του τεκμηρίου 11 την απόσταση των 12 μέτρων στην οποία αναφέρεται. Τοποθέτησε δε με μπλε στυλό το όχημα στο σημείο Α του τεκμηρίου 11 και προς Βορρά την απόσταση των 12 μέτρων σε ευθεία πορεία εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας με βάση την πορεία του κατηγορούμενου, ήτοι στην αντίθετη από την πορεία του λωρίδα. Ο ΜΚ3 επεξήγησε ότι διενήργησε ελέγχους με βάση δυο σενάρια. Το πρώτο ήταν ότι ο κατηγορούμενος ξεκίνησε να στρίβει και το όχημα του βρισκόταν σε αρχική θέση εξ' ολοκλήρου εντός της δικής του λωρίδας κυκλοφορίας και το δεύτερο σενάριο με το όχημα του κατηγορούμενου να βρισκόταν στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Σε σχέση με τα δύο σενάρια ελέγχου και την τελική θέση του οχήματος του κατηγορούμενου εντός του χώρου στάθμευσης ο ΜΚ3 ανάφερε ότι η τελική θέση ήταν ελαφρώς διαφοροποιημένη. Από την αντίθετη λωρίδα θα μπορούσε ο κατηγορούμενος να εισέλθει πιο εύκολα στον χώρο στάθμευσης. Στο ερώτημα ποιο από τα δύο σενάρια με βάση τις φωτογραφίες 7, 33 και 44 του τεκμηρίου 8 είναι πιο πιθανό ο ΜΚ3 ανάφερε ότι δεν μπορεί να είναι βέβαιος και να εξάγει ασφαλές συμπέρασμα. Ο ΜΚ3 ερωτήθηκε και αναφορικά με τα συμπεράσματα του ως καταγράφονται στην κατάθεση του - Τεκμ. 15 και ανάφερε ότι εάν κάποιος ήταν πίσω από τον κατηγορούμενο στα 165 μέτρα θα ήταν ορατός αλλά μετά τα 166 δεν θα μπορούσε να τον δει γιατί υπήρχε αρκετά κλειστή στροφή με κατεύθυνση προς νότο προς τα αριστερά. Με βάση τα ίδια συμπεράσματα του ΜΚ3 και συγκεκριμένα το υπό στοιχείο II, ερωτήθηκε κατά πόσο το θύμα κτύπησε στο πεζοδρόμιο 2 μέτρα πριν και πέραν της ορατότητας που είχε ο κατηγορούμενος και απάντησε ότι η συνολική απόσταση από την είσοδο του χώρου στάθμευσης δηλαδή την αριστερή πλευρά του τοίχου μέχρι το νοτιότερο σημείο η συνολική απόσταση είναι 178 μέτρα. Αφαιρώντας τα 12 μέτρα που το όχημα του χρειαζόταν για να εισέλθει στον χώρο στάθμευσης με κυκλική πορεία απομένουν 166 μέτρα ως αναφέρει στο πρώτο του συμπέρασμα. Τα 168 μέτρα που αναφέρονται στο δεύτερο συμπέρασμα και αφορούν την μοτοσικλέτα έχουν και πάλι ως βάση τα 178 μέτρα πλήρους ορατότητας από την οποία αφαίρεσε το πρώτο σημείο σύγκρουσης ως φαίνεται με το γράμμα Χ επί του τεκμ. 11 μέχρι την είσοδο του χώρου στάθμευσης. Δηλαδή επεξηγεί ο μάρτυρας η απόσταση αυτή των 10 μέτρων στην βασική γραμμή μέτρησης (χ στο 9.40 και η είσοδος στα 19.40) αφαιρείται από τα 178 και απομένουν 168, δηλαδή 2 μέτρα περισσότερα από την ορατότητα που είχε ο κατηγορούμενος πριν ξεκινήσει να στρίβει. Ο ΜΚ3 συνέχισε αναφέροντας ότι το συμπέρασμα του στο τεκμήριο 15 δεν το διατύπωσε ορθά και δεν προκύπτει αυτό που πραγματικά εννοεί καθότι οι αποστάσεις αυτές αναφέρονται στις θέσεις των 2 ενεχόμενων οχημάτων που βρίσκονταν στον δρόμο αμέσως πριν ο κατηγορούμενος ξεκινήσει να στρίβει για να εισέλθει στον χώρο στάθμευσης. Επέμεινε δε ότι ο κατηγορούμενος πριν ξεκινήσει να στρίβει είχε ορατότητα προς τα πίσω 166 μέτρα. Η αναφορά του στα 168 στο δεύτερο συμπέρασμα του μας λέει ότι κατά τον χρόνο που ο κατηγορούμενος άρχισε να στρίβει αριστερά που είχε την ορατότητα των 166 μέτρων, ο μοτοσικλετιστής βρισκόταν σε θέση η οποία ήταν 2 μέτρα εκτός του πεδίου ορατότητας του κατηγορούμενου. Με αναφορά στην ταχύτητα του θύματος ο ΜΚ3 είπε ότι δεν μπορούσε να υπολογισθεί αλλά μπορεί να πει με βεβαιότητα ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε με πολύ χαμηλή ταχύτητα γιατί δεν υπήρχε κανένας άλλος τρόπος να εισέλθει στον χώρο στάθμευσης ενώ η ενεχόμενη μοτοσικλέτα οδηγείτο με υπερβολική ταχύτητα η οποία πιστεύει ότι ξεπερνούσε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50 χιλιομέτρων κατά πολύ περισσότερο. Ο ΜΚ3 ερωτήθηκε κατά πόσο με βάση τα ανωτέρω συμπεράσματα και αναφορές του μπορεί να ευσταθεί ότι η γενεσιουργός αιτία του δυστυχήματος ήταν η ταχύτητα της μοτοσικλέτα και απάντησε ότι πιστεύει ότι η ταχύτητα με την οποία οδηγείτο η μοτοσικλέτα ήταν ο κυριότερος παράγοντας πρόκλησης του δυστυχήματος και το αναφέρει με τέτοιο τρόπο καθότι το Δικαστήριο είναι αυτό που θα αποφασίσει ποια ήταν η γενεσιουργός αιτία παρόλα αυτά μπορεί να υπήρχαν και άλλοι παράγοντες που οι ίδιοι λόγω έλλειψης μαρτυρίας δεν μπορούσαν να λάβουν υπόψη όμως ο ίδιος πιστεύει ακράδαντα ότι ο κυριότερος λόγος είναι η ταχύτητα. Επιπλέον ανάφερε στο ερώτημα τι θα ανάμενε να πράξει ο κατηγορούμενος όταν με ορατότητα 166 μέτρα αρχίζει να στρίβει και στα 165 αντιλαμβάνεται την μοτοσικλέτα να έρχεται με τεράστια ταχύτητα εντός αυτών των 3,5 δευτερολέπτων, ότι η απόσταση των 166 μέτρων έχοντας και ο ίδιος ίδιαν γνώση της σκηνής, είναι αρκετά μεγάλη απόσταση και ο ίδιος προσωπικά εάν στην απόσταση αυτή αντιλαμβανόταν ότι τον ακολουθούσε άλλο όχημα θα έστριβε προς την οικία του. Περαιτέρω και όντας ο κατηγορούμενος ήδη σε κίνηση στην στροφή δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά από του να συνεχίσει την πορεία του. Στο ερώτημα αν την ώρα που ξεκίνησε να στρίβει και ήταν ήδη σε κάθετη θέση και είδε την μοτοσικλέτα να έρχεται με αυτή την μεγάλη ταχύτητα εάν υπήρχε άλλη διέξοδος απάντησε «Δεν υπήρχε. Όχι». Αντικείμενο αναφοράς αποτέλεσε και το κατά πόσο το θύμα ανέβηκε στο πεζοδρόμιο με παραπομπή στις φωτογραφίες 4 του τεκμ. 8 και στην φωτογραφία 8 όπου φαίνεται η τριβή και υποβλήθηκε στον μάρτυρα να σχολιάσει ότι το θύμα στην προσπάθεια του να περάσει ανέβηκε στο πεζοδρόμιο. Ο ΜΚ3 ανάφερε ότι εάν το θύμα έκανε την πράξη αυτή ήταν λάθος ενέργεια και αυτοί είναι οι άγνωστοι παράγοντες που εννοεί. Ανάφερε ότι μπορεί λόγω απειρίας και πανικού του θύματος να ανέβηκε αλλά δεν μπορεί να το ξέρει αυτό. Επίσης δεν μπορεί να ξέρει την ταχύτητα του καθότι μπορεί ακόμα και η αρχική ταχύτητα του θύματος να ήταν ναι μεν υπερβολική αλλά όχι πολύ μεγάλη και το θύμα λόγω πανικού ή απειρίας αντί να ελαττώσει ταχύτητα να ανέπτυξε. Η μοτοσικλέτα συνέχισε που οδηγούσε το θύμα χαρακτηρίζεται «πύραυλος» καθότι μπορεί να αναπτύξει σε πολύ λίγο χρόνο πολύ μεγάλη ταχύτητα. Το ενδεχόμενο το θύμα να ανέβηκε στο πεζοδρόμιο για να προλάβει να περάσει αποτελεί ένα σενάριο που δεν μπορεί να αποκλεισθεί. ΜΚ4 Ο τελευταίος μάρτυρας της Κατηγορούσας Αρχής ήταν ο Υπαστυνόμος Λένας Θεμιστοκλέους, υπεύθυνος δυστυχημάτων στην Τροχαία Λευκωσίας από το 2012 ενώ πριν ήταν στο γραφείο αναπαράστασης δυστυχημάτων της Αστυνομίας Αρχηγείου. Στο Αρχηγείο είχε καθήκοντα μελέτης και παροχής βοήθειας σε όλη την Κύπρο σε περιπτώσεις θανατηφόρων δυστυχημάτων και διενέργειας αναπαραστάσεων. Αναφέρθηκε στα προσόντα και την εκπαίδευση που έτυχε σε σχέση με τα δυστυχήματα. Αναγνώρισε και κατέθεσε ως Τεκμήριο 16 την κατάθεση του σε σχέση με το επίδικο δυστύχημα. Σε αυτήν αναφέρεται στην επίσκεψη της σκηνής του δυστυχήματος με άλλους συναδέλφους του και στην διενέργεια της αναπαράστασης. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι στην παρουσία του κατηγορούμενου και κατόπιν καθοδήγησης του ίδιου του ΜΚ4 ο ΜΚ3 οδήγησε το όχημα και το τοποθέτησε στην τελική θέση με τους τροχούς στριμμένους προς τα αριστερά όπως βρέθηκε μετά το δυστύχημα. Ακολούθως το οδήγησε προς τα πίσω με χαμηλή ταχύτητα. Ενώ το οδηγούσε και χωρίς να αλλοιώσει την κλίση του τιμονιού εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας (δεξιά) της 1ης Απριλίου. Όταν ευθυγραμμίστηκε έκανε σήμα στον ΜΚ3 και ακινητοποίησε το όχημα οπόταν και διαπιστώθηκε ότι αυτό βρισκόταν εξ' ολοκλήρου στην αντίθετη πορεία. Η διαδικασία οδήγησης έγινε και από την θέση που κατέληξε στην αντίθετη πορεία προς την είσοδο του χώρου στάθμευσης και διαπιστώθηκε ότι εισερχόμενο το αυτοκίνητο στο γκαράζ πέρασε ακριβώς πάνω από την τελική θέση που βρέθηκε μετά το δυστύχημα. Στην συνέχεια ο ΜΚ3 οδήγησε το αυτοκίνητο στην αριστερή λωρίδα με βόρεια κατεύθυνση προς Αγία Φύλα σύμφωνα με τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου και διαπιστώθηκε ότι όταν το αυτοκίνητο βρισκόταν δίπλα και αριστερά από την άσπρη διαχωριστική γραμμή τότε μόνο μπορούσε να εισέλθει και μετά δυσκολίας στην είσοδο του γκαράζ του. Σε καμία περίπτωση όμως δεν κατέληγε ή πλησίαζε στην τελική θέση που βρέθηκε με το δυστύχημα. Ο ΜΚ4 αναφέρει στην κατάθεση του ότι σύμφωνα με την διαδικασία αναπαράστασης και λαμβάνοντας υπόψη την τελική θέση που βρέθηκε το όχημα μετά το δυστύχημα είναι της γνώμης ότι όταν ο κατηγορούμενος πριν αρχίσει να κάνει κλίση αριστερά για να εισέλθει στο γκαράζ της οικίας του βρισκόταν ευθυγραμμισμένος στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας (δεξιά) εν σχέση με την αρχική πορεία (αριστερή λωρίδα) που οδηγούσε. Η αναπαράσταση στην παρούσα περίπτωση έγινε με σκοπό αφού έλαβαν και τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου να φανεί εάν από την θέση που ισχυρίστηκε ότι βρισκόταν (εντός της δικής του λωρίδας κυκλοφορίας) μπορούσε να εισέλθει στο γκαράζ της οικίας του. Διαφάνηκε ότι σε όλες τις δοκιμές το όχημα του κατηγορούμενου βρισκόταν στην αντίθετη πορεία κυκλοφορίας ενώ με βάση την θέση που ο κατηγορούμενος εξέφρασε το όχημα δεν μπορούσε να καταλήξει στην θέση που βρέθηκε. Διαπιστώθηκε περαιτέρω ότι ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου ότι κινείτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας την στιγμή που το θύμα έχασε τον έλεγχο δεν ευσταθούσε αλλά η μοναδική περίπτωση για να εισέλθει στο γκαράζ του σύμφωνα με την πορεία που είχε και σύμφωνα με την τελική θέση ήταν ότι έπρεπε να κινείται εξ' ολοκλήρου στην αντίθετη πορεία κυκλοφορίας. Αναγνώρισε το τεκμήριο 8 ως το φωτογραφικό υλικό που λήφθηκε και κατά την αναπαράσταση και υπέδειξε τις επιμέρους φωτογραφίες. Παρά το ότι δεν είχε ανάμειξη στην ετοιμασία του σχεδιαγράμματος ανάφερε ότι μπορεί να αντιληφθεί το τεκμήριο 11 ενώ ανάφερε ότι την τελική μελέτη της υπόθεσης πριν την αποστολή της στον Νομική Υπηρεσία την είχε ο ίδιος και έχει γνώση του μαρτυρικού υλικού. Με βάση το τεκμήριο 11 δεν υπάρχουν ίχνη τροχοπέδησης και ο βασικό λόγος είναι ότι δεν υπάρχει αναμενόμενος κίνδυνος αλλά εμφανίζεται απρόοπτος και δεν υπήρχε ούτε και ο απαιτούμενος χρόνος αλλά ούτε και η απαιτούμενη απόσταση για να αντιδράσει έγκαιρα ένας οδηγός ώστε να πατήσει φρένα. Σε αυτή την περίπτωση ένας συνηθισμένος οδηγός ανάφερε επιδίδεται σε άλλη αποφευκτική ενέργεια ως συνήθως είναι είτε ένας ελιγμός αριστερά είτε δεξιά είτε να ρίξει την μοτοσικλέτα στην άσφαλτο. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ4 ανάφερε ότι δεν είχε όρους εντολής σε σχέση με το επίδικο δυστύχημα καθότι ήταν ο υπεύθυνος του γραφείου αναπαράστασης και εργάζεται αυτεπάγγελτα όπου υπάρχει ανάγκη. Η ευθύνη του δεν ήταν να αποφασίσει εάν θα γίνει αναπαράσταση μόνο. Σημείωσε ότι δεν είχε αρχικό έλεγχο της υπόθεσης αλλά ήταν ο τελευταίος παραλήπτης του φακέλου μετά την συμπλήρωση και πριν την αποστολή στην Νομική Υπηρεσία είναι γνώστης του μαρτυρικού υλικού καθότι το μελέτησε και ετοίμασε σημείωμα για τον Γενικό Εισαγγελέα. Η απόφαση να διωχθεί ποινικά ο κατηγορούμενος ήταν του Γενικού Εισαγγελέα αλλά αυτή ήταν και η δική του εισήγηση. Η τελική εισήγηση του αυτή ήταν και η τελευταία ενώ πριν υπήρχαν και άλλες τις οποίες δεν θυμάται. Ερωτώμενος ποιο ήταν εκείνο το στοιχείο που καθόρισε την εισήγηση του για ποινική δίωξη ο ΜΚ4 απάντησε ότι αυτή εδραζόταν στο ότι ο κατηγορούμενος έπαψε πλέον να είναι κάτοχος της λωρίδας που όφειλε να τηρεί, δηλαδή της αριστερής, και εισήλθε στην αντίθετη πορεία, με υποχρέωση να το πράξει αυτό ασφάλεια αφού πλέον θα άλλαζε τον χώρο της πορείας του. Μοναδικός κάτοχος πλέον της αριστερής λωρίδας ήταν το θύμα το οποίο δεν είχε κάποια υποχρέωση να ξέρει εάν κάποιο εξ' αντιθέτου όχημα θα έμπαινε στην πορεία του αφού ο κατηγορούμενος είχε ορατότητα να δει καθαρά και δεν το έκανε η αν το έκανε δεν το έπραξε σε τέτοιο βαθμό ώστε να αντιληφθεί την μοτοσικλέτα. Λαμβάνοντας όμως υπόψη συνέχισε την πιθανότητα το θύμα να έτρεχε με υπερβολική ταχύτητα ο κατηγορούμενος δεν διώχθηκε για πρόκληση θανάτου αλλά για αμελή οδήγηση. Το κριτήριο για την δίωξη δεν ήταν μόνο η αλλαγή λωρίδας αλλά το ότι κατά την επάνοδο στην δική του λωρίδα που όφειλε να ήταν αποτέλεσε και τον βασικό λόγο ανατροπής της μοτοσικλέτας του θύματος άσχετα με την ταχύτητα του τελευταίου και τον ελιγμό του προς τα αριστερά. Αυτό το κριτήριο κατά τον ΜΚ4 ήταν αρκετό για να κατηγορηθεί για αμέλεια. Στην υποβολή ότι ως οι συνάδελφοι του λοιποί μάρτυρες κατηγορίας ανάφεραν την ώρα που ο κατηγορούμενος έστριβε το θύμα ήταν πέραν του πεδίου ορατότητας του, ο ΜΚ4 ανάφερε ότι αυτό δεν αποδείχθηκε και υποθετικά τέθηκε ότι δεν ήταν στο πεδίο ορατότητας του. Το σενάριο στα 166 μέτρα ορατότητας για να ίσχυε έπρεπε το θύμα να είχε ταχύτητα 170 χιλιομέτρων κάτι που δεν αποδείχθηκε. Εάν υπήρχε αυτή η ταχύτητα τότε με την πτώση της η μοτοσικλέτα θα γινόταν κομμάτια. Στην υποβολή ότι η μαρτυρία του είναι σε αντίθεση με την λοιπή δοθείσα από τους ΜΚ ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν ξέρει τι κατάθεσαν οι συνάδελφοι του αλλά ο ίδιος καταθέτει με βάση τα δικά του ευρήματα και συμπεράσματα. Με αναφορά στις μετρήσεις και υπολογισμούς του ΜΚ2 ο μάρτυρας ανάφερε ότι δεν θυμάται τι περιλάμβαναν. Σε ότι αφορά την θέση του ΜΚ3 ότι ο κατηγορούμενος την ώρα που άρχισε να στρίβει το θύμα δεν βρισκόταν εντός του πεδίου ορατότητας του ενώ ερχόταν με τέτοια ταχύτητα που δεν ήταν δυνατό να τον δει ο ΜΚ4 επέμεινε ότι αυτή βασίστηκε σε υποθετικές μετρήσεις και σύμφωνα με τα όσα ανάφερε ο κατηγορούμενος. Με βάση δε αυτούς τους ισχυρισμούς έγιναν έρευνες οι οποίες απέδειξαν ότι οι ισχυρισμοί του κατηγορούμενου δεν ευσταθούσαν. Η θέση που προέβαλε ο ΜΚ4 ήταν ότι οι μετρήσεις του ΜΚ2 και τα αποτελέσματα που παρουσίασε στο Τεκμήριο 14 έγιναν με σκοπό να διερευνηθεί ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου περί του ότι δεν είδε το θύμα. Με βάση αυτές τις μετρήσεις φαίνεται ότι για να ευσταθούσε αυτός ο ισχυρισμός θα έπρεπε το θύμα να έχει ταχύτητα 170 χιλιομέτρων για να καλύψει 160 μέτρα στον χρόνο των 3,5 δευτερολέπτων. Σε σχέση με τα ίχνη τροχοπέδησης ο ίδιος ανάφερε ότι δεν βρήκε και ερωτώμενος εάν δεν βρήκαν ίχνη τροχοπέδησης της μοτοσικλέτας απάντησε ότι ο ίδιος δεν πήγε στην σκηνή για να βρει ίχνη αλλά πήγε με συγκεκριμένο σκοπό. Ο ΜΚ4 ανάφερε ότι δεν είναι ο εξεταστής της υπόθεσης και ο δικός του ρόλος ήταν βοηθητικός και καθοδηγητικός. Η εμπλοκή του δε στην διερεύνηση περιοριζόταν μόνο στο θέμα της αναπαράστασης και τίποτα περισσότερο. Στην υποβολή ότι με βάση όλα τα ευρήματα των ερευνών ο κατηγορούμενος ουδεμία ευθύνη έχει ο ΜΚ4 απάντησε ότι σύμφωνα με την αναπαράσταση που έγινε βασιζόμενη σε πραγματικά δεδομένα έδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος κινήθηκε στην αντίθετη λωρίδα και είχε υποχρέωση κατά την επαναφορά του στην αριστερή λωρίδα να λάβει όλες τις αναγκαίες προφυλάξεις για την ασφάλεια της λοιπής τροχαίας κίνησης που εκείνη των ώρα χρησιμοποιούσε τον δρόμο. Ο ΜΚ4 απάντησε σε διάφορα σημεία και ερωτήσεις αναφέροντας ότι η ταχύτητα του θύματος σε 170 δεν ήταν δεδομένη και δεν αποδείχτηκε ότι ήταν η πραγματική. Μάλιστα στην υποβολή ότι οι ΜΚ1 και ΜΚ3 είχαν αντίθετη άποψη ζήτησε από την συνήγορο της κατηγορούσας αρχής να ελέγξει εάν η ταχύτητα των 170 χιλιομέτρων ήταν δεδομένη και λήφθηκε υπόψη κατά την εισήγηση. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και την θέση της υπεράσπισης όπως αυτή διαφάνηκε κατά την αντεξέταση των μαρτύρων της κατηγορούσας αρχής, κατά την άποψη μου εκείνο που ουσιαστικά θα πρέπει να ανευρεθεί ως πραγματικό γεγονός είναι η απόσταση ορατότητας που υπήρχε στο σημείο που ο κατηγορούμενος ξεκίνησε και επιχείρησε την κίνηση του οχήματος του με πρόθεση να εισέλθει στον χώρο στάθμευσης της οικίας του προς τα πίσω ήτοι προς την πορεία που ακολουθούσε το θύμα, την ταχύτητα με την οποία κινείτο κατά την στιγμή εκείνη το θύμα για να ανευρεθεί εάν κατά την στιγμή εκείνη το θύμα βρισκόταν εντός του πεδίου ορατότητας του κατηγορούμενου οπότε εκείνος ενώ μπορούσε να αντιληφθεί την παρουσία του θύματος παρέλειψε να το πράξει με την παράλειψη του αυτή να ανάγεται σε αμέλεια συμφώνως της νομολογίας. Επομένως, θα πρέπει να προβώ στην αξιολόγηση της ενώπιον μου τεθείσας μαρτυρίας με σκοπό να καταλήξω σε σχετικά ευρήματα αναφορικά με τα πιο πάνω ζητήματα. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Πέραν τούτου, πρέπει να επισημανθεί είναι ότι πλείστη από τη μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από τη κατηγορούσα αρχή είναι πραγματική και οι μάρτυρες της ουσιαστικά κατέθεσαν ως εμπειρογνώμονες και θα πρέπει να κριθεί αν είναι τέτοιοι σε σχέση με τα θέματα στα οποία αναφέρθηκαν (βλ. Evagelou & Another v. Ambizas & Another
(1982)1 C.L.R. 41, Φιλίππου v. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1 και Μάριος Νικολάου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 841 αναφορικά με τα προσόντα που πρέπει να έχει κάποιος για να θωρηθεί ως εμπειρογνώμονας σε σχέση με τα θέματα που θα αναφερθεί). Επίσης, η αξιολόγηση τέτοιων μαρτύρων δεν διαφέρει από την αξιολόγηση των υπόλοιπων μαρτύρων. Πρέπει όμως οι μάρτυρες αυτοί να δώσουν όλα τα εχέγγυα στο Δικαστήριο έτσι ώστε να μπορεί το ίδιο να καταλήξει στα δικά του ευρήματα γεγονότων (Vassiliko Cement Works Ltd v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389 και Νεάρχου v. Στεφανίδης κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 351). Ο ΜΚ1 κρίνω ότι ήρθε στο Δικαστήριο με απώτερο σκοπό και στόχο να το βοηθήσει να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα σε σχέση με τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος καταθέτοντας τα σχέδια της σκηνής και την πραγματική μαρτυρία που εντόπισε στη σκηνή. Δεν έχει διαφανεί σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του ότι αυτός ήταν μεροληπτικός κατά τη διερεύνηση του επίδικου δυστυχήματος ή ότι είχε οποιαδήποτε σχέση είτε με τον κατηγορούμενο ή με το θύμα. Αναφέρω βεβαίως ότι το μεγαλύτερο και ουσιώδες μέρος τόσο της μαρτυρίας του ΜΚ1 όσο βέβαια, ως διαφάνηκε και ανωτέρω στην παράθεση της μαρτυρίας, και των ΜΚ2 και ΜΚ3, δεν έχει αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση. Τόσο τα ευρήματα επί της σκηνής όσο και τα όσα οι ΜΚ1 και ΜΚ3 έθεσαν έτυχαν αποδοχής από την πλευρά της υπεράσπισης από την άποψη ότι δεν αμφισβητήθηκαν. Επανερχόμενη τώρα στον ΜΚ1 αναφέρω αυτός θεωρείται εμπειρογνώμονας και θα πρέπει να δώσει στο Δικαστήριο όλα εκείνα τα εχέγγυα έτσι το ίδιο το Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει στο δικά του ασφαλή συμπεράσματα. Ο ίδιος ήταν ο εξεταστής του επίδικου δυστυχήματος και ο ρόλος και θέση του αυτή δεν αμφισβητήθηκε. Αναγνωρίστηκε δε ως ο αρμόδιος εξεταστής και από τους λοιπούς μάρτυρες κατηγορίας. Το πρόσωπο αυτό αναφέρθηκε και επεξήγησε το σύνολο της μαρτυρίας που περισυνέλλεξε με αναφορά και επεξήγηση του Τεκμηρίου
  1. Ουδεμία μέτρηση και ουδέν στοιχείο επί του τεκμηρίου αυτού έχει αμφισβητηθεί αντίθετα οι θέσεις που σε αρκετές περιπτώσεις υποβλήθηκαν προκύπτουν μέσα από το τεκμήριο αυτό και βασίζονται επί των μετρήσεων. Ουδέν έχει τεθεί ή προκύψει ότι ο ΜΚ1 ως ο εξεταστής της υπόθεσης ενήργησε πλημμελώς η ότι τα όσα αναφέρονται στο τεκμήριο 11 είναι λανθασμένα. Συνεπακόλουθα αποδέχομαι τα όσα αναφέρονται και καταγράφονται στο τεκμήριο 11 ως την αληθή εικόνα και ευρήματα επί της σκηνής. Σημειώνω ότι οι πλείστες εκ των ερωτήσεων που τέθηκαν στην αντεξέταση του ΜΚ1 ήταν διευκρινιστικού παρά αντιπαραθετικού χαρακτήρα. Από τα όσα αναφέρθηκαν και προκύπτουν από το σχεδιάγραμμα απεικονίζεται η οδός 1ης Απριλίου στην Αγία Φύλα Λεμεσού. Ο δρόμος είναι σε καλή κατάσταση και είναι διπλής κατεύθυνσης με μια λωρίδα έκαστη εξ' αυτών. Το πλάτος της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας με βάση τις πορείες Α και Β των ενεχόμενων οδηγών είναι 3,50 μέτρα και της αντίθετης ήτοι της δεξιάς με βάση τις πορείες των οδηγών 3,
  2. Στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας υπάρχει πεζοδρόμιο πλάτους 2 μέτρων. Ο ΜΚ1 επεξήγησε με σαφήνεια τα σημεία που σημειώνονται στο τεκμήριο 11 και τα οποία επίσης δεν αμφισβητήθηκαν. Προκύπτει από εδώ ότι στο σημείο Β1 βρέθηκαν ίχνη μαυρίσματος του τροχού της μοτοσικλέτας. Στο σημείο Β2 εντοπίστηκαν μαυρίσματα τροχού πάνω στο πεζοδρόμιο και στο Β3 οι εκδορές που προκάλεσε επί του πεζοδρομίου η μοτοσικλέτα. Το σημείο Β4 αποτελεί το σημείο όπου κατέληξε και ακινητοποιήθηκε η μοτοσικλέτα (τελική θέση). Το σημείο χ είναι το πρώτο σημείο που η μοτοσυκλέτα προσέκρουσε στο πεζοδρόμιο αφήνοντας και ίχνη (Β1) ενώ το σημείο Χ1 το σημείο που το κεφάλι του θύματος προσέκρουσε μετά την πορεία ως διαφάνηκε που είχε η μοτοσυκλέτα επί του πεζοδρομίου μετά την ανατροπή της. Το σημείο Χ2 είναι το σημείο που τα δύο οχήματα είχαν επαφή. Σημείο σημαντικό που δεν αμφισβητήθηκε και προκύπτει τόσο από την μαρτυρία του ΜΚ1 αλλά και του ΜΚ3 είναι η ορατότητα του κατηγορούμενου. Με βάση τα όσα ο ΜΚ1 έθεσε η απόσταση ορατότητας του κατηγορούμενου προς τα πίσω από το σημείο που έστριψε ήταν 166 μέτρα. Η ορατότητα αυτή μάλιστα αποτέλεσε και σημείο αναφοράς από τους υπόλοιπους μάρτυρες κατηγορίες ενώ δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση ως εκ τούτου την αποδέχομαι. Ο ΜΚ1 αναφερόμενος στην ταχύτητα του θύματος ανάφερε ότι με βάση τα ευρήματα στην σκηνή αυτή δεν μπορούσε να υπολογισθεί και ως εκ τούτου διενεργήθηκε αναπαράσταση από τους ΜΚ3 και
  3. Με βάση αυτήν την αναπαράσταση ο χρόνος που χρειάστηκε ο κατηγορούμενος από την στιγμή που ξεκίνησε να στρίβει μέχρι να φτάσει στο γκαράζ ήταν 3,5 δευτερόλεπτα. Με βάση αυτό το αποτέλεσμα του χρόνου ο ΜΚ2 ετοίμασε πίνακα με ταχύτητες που μπορούσε να κινηθεί η μοτοσυκλέτα για να βρεθεί η απόσταση που βρισκόταν προς τα πίσω και με βάση αυτά τα 3,5 δευτερόλεπτα ήταν περίπου στα 170 μέτρα. Στο σημείο αυτό ο ΜΚ1 ανάφερε ότι η ορατότητα είχε μετρηθεί και καθορίστηκε στα 166 μέτρα το αποδέχομαι καθότι ανάφερε ότι μέτρησε αυτήν την απόσταση. Με αναφορά όμως στην ταχύτητα του θύματος αναφέρω ότι η μαρτυρία του ΜΚ1 δεν ήτο απόλυτα σαφής και δεν αφήνει περιθώρια αποδοχής της θέσης αυτής. Αποδέχομαι βεβαίως ότι η ταχύτητα του θύματος ως θα διαφανεί από την λοιπή μαρτυρία φαίνεται να ήταν υπό τις περιστάσεις μεγάλη και υπερβολική παρόλα αυτά ο πίνακας που έχει ετοιμαστεί καθορίστηκε με βάση διάφορες μετρήσεις ναι μεν με βάση τα 3,5 δευτερόλεπτα αλλά δεν παύει να είναι μια πιθανότητα, μεγάλη ναι μεν, αλλά όχι βασιζόμενη σε τέτοια επιστημονικά κριτήρια ούτως ώστε να μπορεί να αποτελέσει βάση ευρημάτων και εξαγωγής ασφαλών συμπερασμάτων. Επί του σημείου αυτού άλλωστε βασίζεται και η θέση του ΜΚ1 ότι το θύμα, όταν ο κατηγορούμενος ξεκίνησε να στρίβει με πρόθεση να εισέλθει στο γκαράζ του, ήταν εκτός του πεδίου ορατότητας του. Με βάση αυτό το ουσιώδες στοιχείο της ταχύτητας η οποία βασίζεται σε ένα πολύ πιθανό αλλά όχι απόλυτο σενάριο ο ΜΚ1 βάσισε την θέση του για την μη ύπαρξη ορατότητας προς το θύμα. Λαμβάνοντας υπόψη μου τα ανωτέρω καταλήγω ότι ο μάρτυρας αυτός ήταν μάρτυρας της αλήθειας κατάφερε να εφοδιάσει το Δικαστήριο με στοιχεία σημαντικά για την υπόθεση και αποδέχομαι τα όσα ανάφερε πλην της ταχύτητας του θύματος την οποία κρίνω ότι απέτυχε να στοιχειοθετήσει επί τη βάση επιστημονικής μαρτυρίας. Ο ΜΚ2 ομοίως άφησε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του προσώπου αυτού σημειώνω δεν έχει άμεση σχέση με την εξέταση της υπόθεσης ενόψει του ότι ο ρόλος του ήταν βοηθητικός με την έννοια της ετοιμασίας πίνακα αναφορικά με τις πιθανές ταχύτητες του θύματος. Ο μάρτυρας επεξήγησε με σαφήνεια τι ακριβώς είχε διενεργήσει και με ποια μέθοδο η μαρτυρία του όμως αυτή και τα αποτελέσματα θα αποτελέσουν βάση εξέτασης της λοιπής μαρτυρίας και θα εξεταστεί εάν με βάση αυτή την επιστημονική άποψη μπορούν να εξαχθούν οιαδήποτε αποτελέσματα. Σημειώνω ότι ου δόθηκε ένα εύρος με διάφορες ταχύτητες κατά πόσο και σε πόσα μέτρα προηγουμένως θα μπορούσε να ήταν η μοτοσικλέτα. Ο τύπος μαθηματικών που χρησιμοποίησε ήταν η ταχύτητα δια του χρόνου. Επεξηγώντας τον σκοπό της μελέτης του δε ο ΜΚ2 ανάφερε ότι «Αναλόγως με τον χρόνο που χρειαζόταν το αυτοκίνητο να κάνει την στροφή σε 3, 5 δευτερόλεπτα με τις διάφορες ταχύτητες σε ποιο σημείο θα μπορούσε να ήταν η μοτοσικλέτα πιο πίσω σύμφωνα με τον χρόνο που χρειαζόταν το αυτοκίνητο να κάνει τη στροφή». Από την θέση αυτή του ΜΚ2 προκύπτει ότι για να καλύψει αυτή την απόσταση των 166 μέτρων το θύμα μέσα σε χρόνο 3, 5 δευτερολέπτων θα έπρεπε να είχε ταχύτητα περί τα 170 χιλιόμετρα. Μέσα από την επεξήγηση αυτή προκύπτει όμως ότι λαμβάνεται υπόψη ότι το θύμα βρισκόταν στο σημείο έναρξης των 3,5 δευτερολέπτων σε απόσταση πέραν των 166 μέτρων ως εκ τούτου και μέσα από τον μάρτυρα αυτό προκύπτει ότι η ταχύτητα του θύματος δεν μπορεί να εξακριβωθεί με ασφάλεια. Υπενθυμίζω ότι με βάση τον ΜΚ1 δεν προέκυψε στην σκηνή εύρημα επί του οποίου να μπορούσε με σχετικές εξετάσεις να προκύψει η ταχύτητα του θύματος. Η μαρτυρία του ΜΚ2 γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της. Ο ΜΚ3 ήταν ένα εκ των 2 προσώπων που διενήργησαν την αναπαράσταση της σκηνής του δυστυχήματος. Κρίνω ότι επεξήγησε μα πάσα σαφήνεια τα όσα ο ίδιος με βάσει τις οδηγίες και καθοδήγηση του ΜΚ4 ενήργησε από την στιγμή που οδήγησε το όχημα του κατηγορούμενου από την τελική του θέση με πισινή πορεία και την μετέπειτα διενέργεια πορείας προς τον χώρο στάθμευσης του κατηγορούμενου. Τα εύρημα του για διάρκεια της συνολικής κίνησης του κατηγορούμενου σε χρόνο 3,5 δευτερολέπτων δεν αμφισβητήθηκε ενώ επιβεβαιώθηκε και από τον ΜΚ
  4. Αποδέχομαι το στοιχείο αυτό. Επίσης αποδέχομαι ότι η αναπαράσταση έλαβε χώρα στην παρουσία του κατηγορούμενου και το όχημα χρησιμοποιήθηκε από την τελική του θέση με την οποία συμφώνησε και ο ίδιος ο κατηγορούμενος ως άλλωστε φαίνεται και μέσα από την ανακριτική κατάθεση που ο ίδιος έδωσε μετά την διενέργεια της αναπαράστασης, τεκμήριο
  5. Επίσης αποδέχομαι ότι για να μπορέσει ο κατηγορούμενος να θέσει το όχημα του εντός του χώρου στάθμευσης ήταν ευκολότερο να κινηθεί εντός της αντίθετης λωρίδας. Ανάφερε όμως ότι αυτή η πορεία θα ήταν ευκολότερη ενώ εάν κινείτο με στροφή από την δική του λωρίδα η τελική θέση θα ήταν ελαφρώς και όχι ουσιαστικά διαφοροποιημένη. Ο ίδιος όμως ο ΜΚ3 αναφέρει ότι με βάση την αναπαράσταση δεν μπορεί να εξάγει ασφαλές συμπέρασμα για την είσοδο του κατηγορούμενου εντός της άλλης πορείας. Η θέση του ΜK3 τώρα ως αναφέρεται επί της κατάθεσης του στο τεκμήριο 15 ως δεύτερο συμπέρασμα αναφέρω ότι δεν είναι σαφής με βάση και την αναφορά του περί λανθασμένης διατύπωσης. Ως έχει διατυπωθεί το συμπέρασμα αυτό αναφέρει ότι το θύμα προσέκρουσε αρχικά στο πεζοδρόμιο στα 168 μέτρα ως εκ τούτου ήταν εκτός του πεδίου ορατότητας του κατηγορούμενου. Επεξηγώντας προφορικά όμως ότι πρόκειται για κακή διατύπωση έδωσε μια θέση η οποία καταλήγει πάλι σύμφωνα με τον ίδιο στο ότι το θύμα βρισκόταν εκτός του πεδίου ορατότητας του κατηγορούμενου όταν ο τελευταίος ξεκίνησε να στρίβει. Αποδέχομαι αναφέρω τα όσα ο ΜΚ3 ανάφερε σε σχέση με την διενέργεια της αναπαράστασης και τον χρόνο των 3,5 δευτερολέπτων. Αποδέχομαι επίσης την θέση του ότι η ταχύτητα του θύματος δεν μπορούσε να υπολογιστεί αλλά προκύπτει να ήταν πολύ μεγάλη και πέραν του επιτρεπομένου ορίου. Ο ΜΚ3 θέτει ακολούθως την θέση ότι κατά την γνώμη του η υψηλή ταχύτητα του θύματος ήταν η κύρια αιτία του δυστυχήματος χωρίς όμως να δίδει επ' αυτού στοιχεία. Αναφέρει βεβαίως, και τούτο σημειώνεται, ότι υπήρχε έλλειψη μαρτυρίας και παραγόντων που ενδεχομένως να επηρέασαν το δυστύχημα αλλά δεν μπόρεσαν να διαφανούν μέσα από την διερεύνηση και μέσα από τα πραγματικά ευρήματα στην σκηνή. Ο ΜΚ3 αναφέρθηκε και στην πιθανότητα το θύμα να ανάπτυξε εκ λάθους μεγάλη ταχύτητα όταν αντιλήφθηκε το όχημα του κατηγορούμενου σε κάθετη θέση και στην προσπάθεια του να το αποφύγει ανεβαίνοντας στο πεζοδρόμιο με σκοπό να περάσει το όχημα και να αποφύγει την σύγκρουση. Ο ΜΚ3 επίσης ως ανωτέρω καταγράφω αναφέρθηκε στην ανυπαρξία επιλογής του κατηγορούμενου εάν ευρισκόμενος ήδη σε κάθετη θέση αντιλαμβανόταν το θύμα να έρχεται. Οι θέσεις αυτές του ΜΚ3 με όλο τον σεβασμό αποτελούν θεωρητικά σενάρια και εκδοχές που μπορεί να φαντάζουν πιθανές δεν μπορούν όμως να γίνουν αποδεκτές από το Δικαστήριο ως βάση εξαγωγής ασφαλών συμπερασμάτων. Τα όσα τέθηκαν βεβαίως από τον ΜΚ3 αποτέλεσαν θέσεις επί ερωτήσεων του συνηγόρου υπεράσπισης χρησιμοποιώντας ως δεδομένα την ταχύτητα του θύματος και το ότι το θύμα βρισκόταν εκτός και πέραν του πεδίου ορατότητας του κατηγορούμενου. Ως προανέφερα όμως η ταχύτητα του θύματος δεν προκύπτει και δεν ανευρέθηκε. Ως εκ τούτου και με βάση τα όσα προανέφερα κρίνω ότι μπορώ να αποδεχτώ την μαρτυρία του ΜΚ3 ως προς τις συνθήκες διενέργειας της αναπαράστασης, της κατάληξης στα 3,5 δευτερόλεπτα και στην ορατότητα των 166 μέτρων αλλά όχι ως προς τις λοιπές θέσεις και εκτιμήσεις. Μέσα δε από την μαρτυρία του ΜΚ3 προκύπτει πλέον και η έλλειψη σημαντικής μαρτυρίας επί ουσιωδών στοιχείων την όπως η απουσία της συγκεκριμένης ταχύτητας του θύματος. Ο ΜΚ4 αναφέρω ότι εμφανίστηκε στο Δικαστήριο κατά την κυρίως εξέταση του ως το πρόσωπο του είχε τον πλήρη έλεγχο της εξέλιξης της υπό κρίση περίπτωσης παρόλα αυτά κατά την αντεξέταση του αποδέχτηκε τελικώς ότι η δική του εμπλοκή περιοριζόταν στο ζήτημα της αναπαράστασης. Ο ΜΚ4 προβλημάτισε το Δικαστήριο ως προς τις έντονες θέσεις του οι οποίες ναι μεν βασίζονταν σε ένα στοιχείο με το οποίο συμφωνεί και το Δικαστήριο, αυτό της αβεβαιότητας της ταχύτητας του θύματος και της διενέργειας της έρευνας του ΜΚ2 επί υποθετικών σεναρίων, όμως αυτό δεν οδηγεί δίχως άλλο σε αποδοχή των δικών του θέσεων για την ύπαρξη αμέλειας του κατηγορούμενου. Ο ΜΚ4 βασιζόμενος, σε αυτό που προκύπτει ως ορθή κατά το Δικαστήριο θέση περί υπόθεσης δηλαδή της ταχύτητας του θύματος, εισηγήθηκε και επέμεινε στην ενοχή του κατηγορούμενου και στην ύπαρξη αμέλειας κατά την οδήγηση του χωρίς όμως να μπορέσει να εφοδιάσει το Δικαστήριο με τέτοια στοιχεία τα οποία να επιβεβαιώνουν και ενισχύουν την θέση του αυτή. Αυτό που απέτυχε ο ΜΚ4 να πράξει είναι ότι, παρά την αμφισβήτηση των όσων έθεσαν οι συνάδελφοι του και κυρίως οι ΜΚ1 και ΜΚ3, και την επιμονή στην θέση περί θεωρητικών αριθμών και μετρήσεων, δεν έδωσε τη δική του μη θεωρητική η με αναφορά στα ευρήματα στη σκηνή, εκδοχή αλλά και στοιχεία τα οποία να μπορούσαν να αποτελέσουν μια βάση γεγονότων και στοιχείων ασφαλής για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Ενώ δηλαδή αμφισβητεί την ταχύτητα του θύματος στα 170 χιλιόμετρα άρα και το ότι με αυτή την ταχύτητα δεν θα μπορούσε να βρισκόταν εντός του πεδίου ορατότητας του κατηγορούμενου, δεν αναφέρει τι τελικά είναι αυτό που προέκυψε από τις έρευνες και την αναπαράσταση και επί του οποίου ο ίδιος βασίζει το συμπέρασμα του για ύπαρξη αμέλειας από πλευράς κατηγορούμενου με αναφορά στην ορατότητα του κατηγορούμενου. Εκείνο που αναφέρει σε σωρεία απαντήσεων του είναι η θέση ότι ο κατηγορούμενος όφειλε να κοιτάξει στον δρόμο πριν εισέλθει στο γκαράζ και αφού είχε ήδη εγκαταλείψει την δική του λωρίδα και επανερχόμενος σε αυτή. Ουδεμία όμως μαρτυρία υπάρχει κατά πόσο το θύμα θα μπορούσε να βρισκόταν η βρισκόταν εντός του πεδίου ορατότητας του κατηγορούμενου. Ακόμα και να θεωρήσω ότι η θέση του ΜΚ4 είναι ότι ο κατηγορούμενος ξεκίνησε από την δική του λωρίδα να εισέρχεται στην αντίθετη και εκείνη την ώρα δεν είχε ορατότητα προς το θύμα αλλά κατά το σημείο επανόδου του στην δική του λωρίδα με κατεύθυνση προς το γκαράζ απέκτησε, αναφέρω ότι το σημαντικό και ουσιώδες χρονικό σημείο είναι η στιγμή της έναρξης της κυκλικής κίνησης του κατηγορούμενου. Στο σημείο αυτό ουδεμία μαρτυρία υπάρχει ότι το θύμα βρισκόταν εντός του πεδίου ορατότητας του κατηγορούμενου. Επομένως καταλήγω ότι δύναμαι να αποδεχτώ τις θέσεις του ΜΚ4 ως προς την θεωρητική βάση των ερευνών του ΜΚ2 σε ότι αφορά τις πιθανές ταχύτητες αλλά δεν μπορώ να δεχτώ τις θέσεις του για την απόδοση αμέλειας στον κατηγορούμενο οι οποίες εκφράστηκαν αόριστα και χωρίς σύνδεση με στοιχεία και δεδομένα που να προκύπτουν από την εξέταση του δυστυχήματος. Ουδέν νέο στοιχείο προέκυψε μέσα από την μαρτυρία του ΜΚ4 σε ότι αφορά την ταχύτητα του θύματος η οποία να μπορέσει να αποτελέσει βάση εξαγωγής συμπερασμάτων σε ότι αφορά την ορατότητα του κατηγορούμενου σε σχέση με το θύμα. Ο κατηγορούμενος ως ανάφερα, μετά την κλήση του σε απολογία, διατήρησε το δικαίωμα της σιωπής ενώ ουδεμία μαρτυρία παρουσιάστηκε εκ μέρους του. Είναι νομολογημένο ότι είναι ανεπίτρεπτο το δικαστήριο να προβεί σε οποιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής εναντίον του κατηγορούμενου για το λόγο ότι αυτός δεν κατέθεσε και ούτε ανάφερε οτιδήποτε. Πέραν τούτου όμως, υπάρχουν στο δικαστήριο και οι γραπτές καταθέσεις του κατηγορούμενου και υπάρχουν σωρεία αποφάσεων σχετικά με την βαρύτητα την οποία το δικαστήριο μπορεί να αποδώσει σ' αυτή. Ουσιαστικά το δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί μέρος της κατάθεσης του κατηγορούμενου και να απορρίψει άλλο ασχέτως αν αυτό αποτελεί άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Είναι φυσικό να αποδίδεται μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο που συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορούμενου. Είναι όμως, ελεύθερο το δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμα να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις (βλ. Vrakas ν. Δημοκρατίας
(1973)2 CLR 139, Αναστασιάδης ν. Δημοκρατίας
(1977)2 CLR 97, Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Findlay Duncan 93. Μέσα από τις δύο καταθέσεις του κατηγορούμενου προκύπτει η θέση και ο ισχυρισμός του ότι περί τα 150 μέτρα πριν την οικία του, στο σημείο που βρίσκεται η στροφή, είχε ταχύτητα περί τα 40 χιλιόμετρα. Όταν πλησίασε στο σπίτι του σε απόσταση περίπου 50 μέτρων έδειξε με τον δείκτη του την πρόθεση του να στρίψει αριστερά. Στην αντίθετη από αυτόν πορεία ο δρόμος ήταν καθαρός με ορατότητα περί τα 500 μέτρα. Μέχρι την πορεία αυτή δεν είδε μοτοσυκλέτα να τον ακολουθεί. Την στιγμή που έδειξε με τον δείκτη του κοίταξε μέσα από τα καθρεφτάκια του οχήματος του προς τα πίσω και δεν τον ακολουθούσε κάποιος. Όταν έφτασε πολύ κοντά στο σπίτι αφού ξανακοίταξε προς τα πίσω και δεν υπήρχε όχημα να τον ακολουθεί έκανε ελαφριά κλίση προς τα δεξιά πατώντας με τους δεξιούς τροχούς του οχήματος του στην συνεχή άσπρη γραμμή στρίβοντας προς τα αριστερά για να εισέλθει στο γκαράζ της οικίας του στην οποία διαμένει 25 χρόνια. Όταν τα μούτρα του οχήματος του ήταν απέναντι από το γκαράζ και οι δυο μπροστινοί τροχοί πάνω στο πεζοδρόμιο άκουσε θόρυβο και κοίταξε προς τα αριστερά όπου είδε μια μοτοσικλέτα να σέρνεται μαζί με τον οδηγό προς το μέρος του και να κτυπά στο μπροστινό μέρος του οχήματος του. Με τον τρόπο που η μοτοσικλέτα σερνόταν στο πεζοδρόμιο ο κατηγορούμενος εκφράζει την πίστη ότι η ταχύτητα της ήταν μεγάλη. Αναφέρεται ακολούθως στην ενέργεια του να κατέβει από το αυτοκίνητο και να ειδοποιήσει ασθενοφόρο και αστυνομία. Αναφέρεται και στην αναπαράσταση όπου ήταν παρών με το όχημα του στην τελική θέση να ξεκινά η αναπαράσταση. Στην δεύτερη κατάθεση του ο κατηγορούμενος αναφέρεται στην αναπαράσταση και συγκεκριμένα ότι ο ΜΚ3 τοποθέτησε το όχημα του στην ίδια ακριβώς θέση ως η τελική μετά το δυστύχημα. Με την πισινή κίνηση από εκείνο το σημείο εντός του δρόμου από τον ΜΚ3 φάνηκε ότι το όχημα του ήταν στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι την ώρα εκείνη ήταν πολύ συγχυσμένος λόγω της σοβαρότητας του δυστυχήματος και ανάφερε ως εκ τούτου στην αρχική του κατάθεση ότι πήγαινε δεξιότερα της πορείας του στην άσπρη γραμμή. Αναφέρει ότι μπορεί να πέρασε ελαφριά στο αντίθετο ρεύμα αλλά δεν είναι σε θέση να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει αν μπήκε εντελώς στο αντίθετο ρεύμα. Ο κατηγορούμενος επίσης αναφέρει ότι το σημείο μέχρι το οποίο ο ΜΚ3 οδήγησε το όχημα με πισινή ταχύτητα ήταν το σημείο που ο ίδιος ξεκίνησε να στρίβει αριστερά για να εισέλθει στο γκαράζ του. Η απόσταση αυτή είναι περίπου 12 μέτρα και για να διανυθεί χρειάστηκαν περίπου 3,5 δευτερόλεπτα. Τα στοιχεία αυτά αναφέρει ο κατηγορούμενος λήφθηκαν από την αστυνομία στην αναπαράσταση στην παρουσία του και πιστεύει είναι ορθά. Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω αρχές καθώς και το περιεχόμενο της κατάθεσης του κατηγορουμένου, θεωρώ ότι μπορώ να προσδώσω βαρύτητα σε αρκετά σημεία αυτής λαμβάνοντας υπόψη μου ότι κάποια εξ' αυτων συνδέονται με άλλη αποδεκτή μαρτυρία. Βαρύτητα αποδίδεται στην ταχύτητα που είχε και συγκεκριμένα ότι ήταν χαμηλή όπως άλλωστε ανάφερε και ο ΜΚ3 που ενήργησε την αναπαράσταση. Ομοίως βαρύτητα δίδεται και στην αναφορά του στα όσα προέκυψαν από την αναπαράσταση από πλευράς απόστασης που διένυσε ήτοι τα 12 μέτρα αλλά και τα 3, 5 δευτερόλεπτα. Βεβαίως οι θέσεις του ότι κοίταξε προς τα πίσω σε δύο σημεία όταν έδειξε την πρόθεση του να στρίψει και όταν ξεκίνησε και δεν είδε το θύμα δεν μπορούν να έχουν οιαδήποτε βαρύτητα καθότι αποτελούν απλά εξήγηση και ισχυρισμό ο οποίος δεν δόθηκε ενόρκως, οπότε δεν αξιολογείται και δεν στηρίζεται από οιαδήποτε άλλη αποδεχτή μαρτυρία. Όσον αφορά τώρα την θέση του περί ελαφριάς στροφής και κλίσης προς την αντίθετη κατεύθυνση με βάση και την μαρτυρία των ΜΚ3 και ΜΚ4 και την αναπαράσταση προκύπτει ότι αυτός εισήλθε στην αντίθετη πορεία. Άλλωστε ούτε μέσα από τις καταθέσεις του μπορεί να το αποκλείσει και το δέχεται ως ενδεχόμενο, οπότε ανάλογη βαρύτητα προσδίδεται και σε αυτό. Τέλος βαρύτητα μπορώ να προσδώσω στην θέση του για το ότι είδε την μοτοσικλέτα με τον οδηγό της να σέρνονται πάνω στο πεζοδρόμιο με πορεία προς το μπροστινό μέρος του οχήματος του κάτι που επιβεβαιώθηκε και από τον ΜΚ1 ως τα ευρήματα επί της σκηνής και τα οποία ο ΜΚ1 επεξήγησε. ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Έχοντας κατά νου την πιο πάνω αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας, καθώς επίσης και τις αρχές που διέπουν τα θέματα πραγματικής μαρτυρίας, παραδεκτών γεγονότων και γραπτών καταθέσεων κατηγορουμένου, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 19/07/2012 και περί ώρα 16:10 στην οδό 1ης Απριλίου στην Αγία Φύλα στην Λεμεσό, επεσυνέβη δυστύχημα στο οποίο ενεχόμενα οχήματα ήταν η μοτοσυκλέτα με αρ. εγγραφής KUJ 072 που οδηγείτο με βόρεια κατεύθυνση από τον Δημήτρη Δημητρίου, τέως από την Λεμεσό (θύμα) και το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΚΑΗ 102 με οδηγό τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε το όχημα του με βόρεια κατεύθυνση στην πιο πάνω οδό στην οποία βρίσκεται και η οικία του στα αριστερά της πορείας που ακολουθούσε. Σε κάποιο σημείο του δρόμου και με πρόθεση να εισέλθει στα αριστερά και να σταθμεύσει εντός του γκαράζ της οικίας του, ακολούθησε κυκλική κίνηση εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα και στρίβοντας προς τα αριστερά όπου και ακολούθησε ευθεία πορεία ευρισκόμενος πλέον κάθετα στον δρόμο και εισερχόμενος στο γκαράζ της οικίας του. Το θύμα οδηγώντας την μοτοσυκλέτα του στην ίδια πορεία με μεγάλη ταχύτητα αφού ανέβηκε επί του πεζοδρομίου και κινήθηκε σε αυτό για κάποια απόσταση, ανατράπηκε και σύρθηκε με την μοτοσικλέτα στο πεζοδρόμιο κτυπώντας το κεφάλι του σε σημείο που υπάρχει ο τοίχος του γκαράζ και ακολούθως κτυπώντας στο όχημα του κατηγορούμενου ακινητοποιήθηκε. Η ταχύτητα του κατηγορούμενου κατά την ώρα της ενέργειας του να στρίψει ήταν χαμηλή. Από τις εξετάσεις που ακολούθησαν προέκυψε ότι η ορατότητα του κατηγορούμενου από το σημείο που ξεκίνησε να κινείται με πρόθεση να στρίψει ήταν προς τον νότο (ήτοι πίσω με βάση την πορεία του) 166 μέτρα ενώ η όλη κίνηση του μέχρι την τελική θέση διήρκησε 3,5 δευτερόλεπτα. Από την σύγκρουση το θύμα το οποίο έφερε κράνος ασφαλείας τραυματίστηκε θανάσιμα και στις 16:47 της 19/7/2012 η Δρ. Χρυσούλα Κυριάκου, Κυβερνητική γιατρός, εξέδωσε σχετική βεβαίωση θανάτου. Στις 20/7/2012 ο ιατροδικαστής Νικόλας Χαραλάμπους διενήργησε στο νεκροτομείο Λεμεσού τη νενομισμένη νεκροψία επί της σωρού του θύματος και αποφάνθηκε ότι αιτία του θανάτου του ήταν ο πολυτραυματισμός ως είναι κατά τροχαίο δυστύχημα. Την αναγνώριση του θύματος έκανε η Μ-3 επί του κατηγορητηρίου Λοίς Αγαθαγγέλου, σύζυγος του θύματος. Στην σκηνή δεν ανευρέθηκαν οιαδήποτε ίχνη τροχοπέδησης της μοτοσικλέτας. Η μοτοσικλέτα αρχικά άφησε ίχνη μαυρίσματος από τον τροχό της επί του πεζοδρομίου περίπου 10 μέτρα πριν το σημείο που συγκρούστηκε με το όχημα ενώ ήταν ήδη κινούμενη σε πτώση. Από το πρώτο σημείο που βρέθηκαν ίχνη από τον τροχό της μοτοσικλέτας (Β1 επί του τ. 11) και σε απόσταση 5 περίπου μέτρων άρχισαν οι εκδορές της μοτοσικλέτας η οποία σερνόταν επί του πεζοδρομίου για ακόμη περίπου 5 μέτρα μέχρι την τελική της θέση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο, ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια ( βλ. Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78 και Ανδρέας Νεοφύτου v. Aστυνομίας, Π.Ε. Αρ. 217/09, Ημερομηνίας 7 Οκτωβρίου 2011). Επίσης, αν το δυστύχημα συνδέεται ευθέως με απόφραξη του δρόμου και η απόφραξη αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που προκάλεσαν το δυστύχημα τότε αποδίδεται ευθύνη για το αδίκημα της αμέλειας (βλ. Ξιπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ 1696). Σε σχέση τώρα με την 3η κατηγορία, σύμφωνα με τον κανονισμό 58
(2)(δ) και 5 (α) (ι): «
(2)Κάθε πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο μηχανοκινήτου οχήματος, έχει τα πιο κάτω καθήκοντα και υποχρεώσεις (α). (β). (γ). (δ) να συμμορφώνεται προς όλα τα σήματα τροχαίας, συμπεριλαμβανομένων πινακίδων, που τοποθετούνται ή χαράσσονται πάνω ή κοντά σε οποιοδήποτε δρόμο με ή κατ' εντολή της Αστυνομίας ή αρχής τοπικής διοίκησης ή άλλης αρχής, στην οποία ανατέθει δυνάμει οποιασδήποτε νομοθετικής διάταξης ο έλεγχος ή η ρύθμιση της τροχαίας κυκλοφορίας Νοείται ότι, σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου συντρέχουν ειδικοί λόγοι, ο Αρχηγός Αστυνομίας μπορεί, μετά από υποβολή σχετικής αίτησης, να παραχωρήση άδεια για τη μη τήρηση απαγόρευσης που επιβάλλεται με σήμα τροχαίας·
(5)(α) Ο οδηγός κάθε μηχανοκίνητου οχήματος οφείλει να διατηρεί το όχημα κατά το δυνατό πλησιέστερα προς την αριστερή άκρη του οδοστρώματος του δρόμου και για το σκοπό αυτό: (i) σε δρόμους χαραγμένους με μια λωρίδα κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση, να το διατηρεί κοντά στην αριστερή άκρη της λωρίδας, ανάλογα με την κατεύθυνση στην οποία κινείται το όχημα, εκτός αν προτίθεται να στρίψει δεξιά ή να αποφύγει πεζό ή σταθμευμένο όχημα, οπότε μπορεί να το οδηγεί δεξιότερα· . Δεδομένων των πιο πάνω νομικών αρχών και των ευρημάτων του Δικαστηρίου, το ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί στην παρούσα υπόθεση είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος προτού αρχίσει να στρίβει μπορούσε να δει το θύμα, ήτοι αυτό να ευρισκόταν εντός του πεδίου ορατότητας του. Υπενθυμίζω ότι για την απόδειξη της πρώτης κατηγορίας και της απόδειξης συγκεκριμένα αμέλειας θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος παρέλειψε να δει ότι ήταν ορατό. Στην παρούσα περίπτωση για να στοιχειοθετηθεί μια τέτοια συμπεριφορά, θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι κατά την ώρα που ο κατηγορούμενος ξεκίνησε να στρίβει με σκοπό να κατευθυνθεί προς το γκαράζ του, η μοτοσυκλέτα ήταν εντός του πεδίου ορατότητας του, αποτελούσε ορατό και υπαρκτό κίνδυνο και ο κατηγορούμενος παρέλειψε να την δει με αποτέλεσμα να προχωρήσει και να εισέλθει κάθετα στον δρόμο ανακόπτοντας την πορεία του θύματος. Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι προτού επέλθει η σύγκρουση ο κατηγορούμενος ξεκίνησε να στρίβει και διένυσε περίπου 12 μέτρα σε χρόνο 3, 5 δευτερολέπτων. Η ταχύτητα του δε ήταν χαμηλή. Από την άλλη, αποτελεί πραγματικό γεγονός ότι η ενεχόμενη στο δυστύχημα μοτοσυκλέτα, τη δεδομένη στιγμή, κινείτο με πολύ υψηλή ταχύτητα ή έστω μεγάλη. Σημειώνω στο σημείο αυτό τις θέσεις όλων των μαρτύρων κατηγορίας και συγκεκριμένα και του ΜΚ3 για τις ταχύτητες που μπορεί να αναπτύξει αυτού του είδους η μοτοσικλέτα αλλά και την πορεία της επί του πεζοδρομίου και τα ίχνη τριβής και εκδορές επ' αυτού. Δεν έχει προκύψει όμως η συγκεκριμένη ταχύτητα της, και το πού βρισκόταν την ώρα που ο κατηγορούμενος ξεκινούσε να επιχειρεί την κίνηση του με σκοπό να στρίψει αριστερά. Ενώπιον μου βεβαίως τέθηκε μαρτυρία για την ταχύτητα που πρέπει να έχει κάποιος για να καλύψει διάφορα μέτρα με βάση και τα 3,5 δευτερόλεπτα που προέκυψαν από την αναπαράσταση αλλά σημειώνω ότι το βασικό που δεν έχει προκύψει και αποτελεί ουσιώδη και βασική έλλειψη είναι η ταχύτητα του θύματος. Τα θέματα αυτά είναι εξειδικευμένα και απαιτείται μαρτυρία εμπειρογνώμονα. Με βάση την μαρτυρία επί της σκηνής δεν ανευρέθηκαν στοιχεία που να επιτρέπουν την ανεύρεση με επιστημονικό τρόπο της ακριβούς ταχύτητας του θύματος. Συνεπεία της εν λόγω αδυναμίας η πιθανότητα η μοτοσυκλέτα να μην ευρισκόταν εντός του πεδίου ορατότητας του κατηγορούμενου κατά τον ουσιώδη χρόνο είναι όχι μόνο δυνατή αλλά και εύλογη. Αναφέρω ότι δεν αποτελεί αμέλεια εκ μέρους οδηγού το να αντιληφθεί την ύπαρξη ενός εμποδίου σε μικρότερη από τη μείζονα δυνατή απόσταση ορατότητας και συνδέοντας τούτο με το γεγονός ότι η μοτοσυκλέτα κινείτο με μεγάλη ταχύτητα, τότε προκύπτει αβίαστα ότι η κατηγορούσα αρχή δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου επαρκή μαρτυρία επί της οποίας να μπορεί να εξαχθεί ασφαλές εύρημα ή έστω συμπέρασμα ως προς το κατά πόσο, τη χρονική στιγμή που ο κατηγορούμενος επιχείρησε να στρίψει αριστερά η μοτοσυκλέτα ήταν ορατός και υπαρκτός κίνδυνος. Υπενθυμίζω όμως ενόψει και των αναφορών του ΜΚ4 και στην θέση του περί υποχρέωσης του κατηγορουμένου να κοιτάξει εκ νέου μετά την πορεία του στο αντίθετο ρεύμα και κατά την επιστροφή του στην αριστερή πορεία ότι ούτε και για αυτό το σημείο τέθηκε οιαδήποτε μαρτυρία περί του ότι είτε κατά την έναρξη της στροφής και πριν την είσοδο του κατηγορούμενου στο αντίθετο ρεύμα είτε κατά τον χρόνο επανόδου του στην δική του λωρίδα το θύμα ήταν εντός του πεδίου ορατότητας του. Η απουσία της επακριβούς ταχύτητας του θύματος σε συνδυασμό με το ότι αυτή προκύπτει να ήταν υψηλή αποκλείει την δυνατότητα κατάληξης σε συμπέρασμα πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι το θύμα βρισκόταν εντός του πεδίου ορατότητας του κατηγορούμενου. Με βάση τα όσα ενώπιον μου τέθηκαν καταλήγω ότι απουσιάζουν τα στοιχεία εκείνα που να δεικνύουν ότι το θύμα ήταν εντός του πεδίου ορατότητας του κατηγορούμενου και μπορούσε να τον δει πράγμα που απέτυχε και αμέλησε να πράξει. Η κατάληξη του Δικαστηρίου περί παραβίασης από τον κατηγορούμενου της συνεχούς άσπρης γραμμής και εισόδου του αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας με σκοπό να στρίψει εντός του γκαράζ του από μόνη της δεν δύναται να στοιχειοθετήσει το αδίκημα της αμελούς οδήγησης. Η ουσία της όλης υπόθεσης με αναφορά στην οδηγητική συμπεριφορά του κατηγορούμενου είναι το κατά πόσο στο σημείο που ο κατηγορούμενος επέλεξε να στρίψει μπορούσε να δει το θύμα στην πορεία του και να αποφύγει την σύγκρουση, Με βάση τα όσα ανωτέρω ανάφερα η κατάληξη σε ένα τέτοιο συμπέρασμα πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας είναι αδύνατο να προκύψει. Με αναφορά τώρα στην 3η κατηγορία σημειώνω ότι αυτό που απαιτείται είναι να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος οδηγώντας το όχημα του παραβίασε συνεχή άσπρη γραμμή. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι με βάση και την αναπαράσταση που έγινε ο κατηγορούμενος για να επιχειρήσει την κίνηση στροφής του προς τα αριστερά παραβίασε την συνεχή άσπρη γραμμή και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα έστω και σε κυκλική κίνηση. Επομένως ανεξάρτητα από την κατάληξη μου σε ότι αφορά την 1η κατηγορία καταλήγω ότι ο κατηγορούμενος παραβίασε τον σχετικό κανονισμό ήτοι παραβίασε σήμα τροχαίας χωρίς να έχει για αυτό σχετική άδεια ως προβλέπεται. Επομένως ενόψει και των όσων προσπάθησα να εξηγήσω ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται στην 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει. Σε σχέση με την 3η κατηγορία καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει καταφέρει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας έκαστο συστατικό στοιχείο ως εκ τούτου κρίνω αυτόν ένοχο στην κατηγορία αυτή. (Υπ.).................................................. Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Traffic / Final/ Negligent driving/ s. 8, Law 86/72 Αναφορά: Τελική/ Αμελής Οδήγηση/ άρθρο 8, Ν.86/72 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.