Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. MARCIN ALEKSANDER CUPIAL, Αρ. Υπόθεσης: 1740/2018, 1/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B16 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1740/2018 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού Κατηγορούσας Αρχής Και MARCIN ALEKSANDER CUPIAL Κατηγορούμενου ----------------------- Ημερομηνία: 1 Φεβρουαρίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Δ. Ναπολέοντος Κατηγορούμενος 1: παρών ----------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η (Αναφορικά με την κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι την δίκη του) Ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση, αντιμετωπίζει την κατηγορία της διάρρηξης κατοικίας κατά την διάρκεια της νύχτας κατά παράβαση των άρθρων 292(α) και 255 του Ποινικού Κώδικα (πρώτη κατηγορία), την κατηγορία της κλοπής, κατά παράβαση του άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (δεύτερη κατηγορία), μια κατηγορία συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση των άρθρων 371, 294(α) και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (τρίτη κατηγορία) και κατηγορία διάρρηξης κτιρίου με σκοπό την διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 295 του Ποινικού Κώδικα (τέταρτη κατηγορία). Σύμφωνα με το κατηγορητήριο τα αδικήματα της πρώτης και δεύτερης κατηγορίας διαπράχθηκαν μεταξύ 13ης και 14ης Ιανουαρίου 2018 και τα αδικήματα της τρίτης και τέταρτης κατηγορίας στις 23/8/2017. Κατά την πρώτη εμφάνιση, ο κατηγορούμενος, ζήτησε χρόνο να απαντήσει στις κατηγορίες και δήλωσε ότι θα υποβάλει αίτηση και υπόβαλε την ίδια ημέρα αίτηση για νομική αρωγή. Η Κατηγορούσα αρχή ζήτησε την Κράτηση του κατηγορούμενου για δύο λόγους, ο πρώτος αφορά τον κίνδυνο μη εμφάνισης του στην δίκη και ο δεύτερος στην διάπραξη του ιδίου ή άλλων αδικημάτων. Αγορεύοντας προς υποστήριξη του αιτήματος για την κράτηση του μέχρι την δίκη του, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, τόνισε την σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει και το γεγονός ότι δεν έχει δεσμούς με την Κύπρο, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος έδωσε θεληματική κατάθεση και προέβη σε παραδοχή διάπραξης των αδικημάτων. Αναφορικά με τον δεύτερο λόγοι που ζητείται η κράτηση του, αναφέρθηκε στους χρόνους διάπραξης των αδικημάτων αυτής της υπόθεσης και στο ότι ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει ήδη άλλη ποινική υπόθεση που αφορά το αδίκημα της κλοπής. Ο κατηγορούμενος έφερε ένσταση στην κράτηση του και ανάφερε ότι διατηρεί κατοικία την οποία ενοικιάζει στην Κύπρο για 6 χρόνια και πως δύναται να υπογράφει στην αστυνομία. Οι εξουσίες του Δικαστηρίου, επί του θέματος της κράτησης κατηγορούμενου, εδράζεται στα άρθρα 48 και 157.1 της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155 και η απόλυση ή όχι του Κατηγορουμένου με εγγύηση είναι θέμα που αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία εξασκείται με βάση καλά καθιερωμένες νομικές αρχές, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων. Στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των κ. κ. Λοϊζου & Πική, στη σελ 35 αναφέρεται ότι: «Θα πρέπει κάποιος να ξεκινά από το σημείο ότι κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα δικαιούται σε απόλυση με εγγύηση εκτός αν υπάρχουν ικανοποιητικοί και πειστικοί λόγοι για το αντίθετο». (σε ελεύθερη μετάφραση) Στην υπόθεση Κάννας ν. Δημοκρατίας
(1998)2 ΑΑΔ 444 αναφέρθηκαν τα εξής: « Τρεις είναι οι βασικοί λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο μπορεί να κρίνει επιβεβλημένη την κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι την δίκη του. Η πιθανότητα: (α) μη προσέλευσης του στη δίκη, (β) διάπραξης του ίδιου ή άλλου εγκλήματος, και (γ) επηρεασμού μαρτύρων. Το πρώτο στοιχείο εξετάζεται στη βάση, και σε συσχετισμό με τη σοβαρότητα του εγκλήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και την πιθανότητα καταδίκης του.» Σύμφωνα με την νομολογία οποιοσδήποτε από τους πιο πάνω λόγους ή συνδυασμός τους είναι αρκετός για να δικαιολογήσει την κράτηση του κατηγορουμένου μέχρι την δίκη του (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 7). Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη σύμφωνα με την Νομολογία είναι επίσης και εκείνοι που συνδέονται με το χαρακτήρα του κατηγορουμένου, την κατοικία του, το επάγγελμά του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών τους δεσμούς με τη χώρα στην οποία διώκεται (βλέπε Neumeister ν. Austria A8 p.39
(1968)).» Στην υπόθεση Ονουφρίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 159, στην οποία επισημαίνονται τα ακόλουθα: «Οι κατηγορούμενοι τεκμαίρεται ότι είναι αθώοι και ως θέμα γενικής αρχής πρέπει να αφήνονται ελεύθεροι εκτός αν συντρέχουν σοβαροί λόγοι περί του αντιθέτου. Η νομολογία έχει συμπεριλάβει σε αυτούς τους λόγους και την πιθανότητα της μη προσέλευσης του κατηγορουμένου κατά τη δίκη. Η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνάρτηση προς την πιθανότητα καταδίκης και επιβολή αυστηρής ποινής αποτελούν βασικούς δείκτες που αφορούν στην εκτίμηση της πιθανότητας προσέλευσης του κατηγορούμενου στη δίκη του». Με γνώμονα τα όσα έχω αναφέρει ανωτέρω θα προχωρήσω στην εξέταση των παραγόντων που θα ληφθούν υπόψη στην τελική μου απόφαση. Η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος συναρτάται άμεσα με τo ανώτατο ύψος των προβλεπόμενων από το Νόμο ποινών σε περίπτωση καταδίκης του. Συγκεκριμένα και σε σχέση με τα αδικήματα για τη διάπραξη των οποίων κατηγορείται, προβλέπονται πολυετής ποινές φυλακίσεως. Για δε το αδίκημα της διάρρηξης κατά την διάρκεια της νύχτας κατά παράβαση των άρθρων 292(α) και 255 του Ποινικού Κώδικα προβλέπεται ποινή φυλάκισης δέκα χρόνων. Βέβαια το δικαστήριο διατηρεί κατά νου το ύψος της ποινής που δύναται να επιβάλει, αυτό όμως το γεγονός δεν υποβαθμίζει την σοβαρότητα των αδικημάτων. Κατά συνέπεια είναι φανερό, ότι τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, με βάση τις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές είναι σοβαρά. Στην υπόθεση Δαυίδ Θεοδωρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 139, επισημάνθηκε, ότι όσο σοβαρότερη είναι η κατηγορία, ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο του υπόδικου να αποφύγει τη δίκη του. Στην Ψύλλας ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 801, αναφέρθηκε ότι: «Ο κίνδυνος να μην παρουσιασθεί ένας Κατηγορούμενος στο Δικαστήριο δεν καταδεικνύεται μόνο από τα στοιχεία που διαθέτει η Κατηγορούσα Αρχή, αλλά θεωρείται πως ελλοχεύει ένεκα της σοβαρότητας των αδικημάτων που αφορούν τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει». Στην υπόθεση Alam Alam ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 539, το πρωτόδικο δικαστήριο τόνισε ότι η πιθανότητα καταδίκης δεν μπορεί να διαφανεί αφού δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου το μαρτυρικό υλικό, όμως το Δικαστήριο παρατήρησε ότι μπορούσε η ποινή φυλάκισης να είναι αρκετά σοβαρή και συγκεκριμένα ποινή φυλάκισης σε περίπτωση καταδίκης και αφού έλαβε υπόψη του ιδιαίτερα την έλλειψη δεσμών με την Κύπρο και την πιθανότητα εγκατάλειψης του εδάφους μέσω των κατεχομένων διάταξε την κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι την δίκη του. Κατ΄έφεση κρίθηκε ότι δεν υπήρχε στο σύνολο των παραγόντων που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο κάτι το οποίο να επέτρεπε την επέμβαση και τονίστηκαν τα ακόλουθα: «Έχουμε ήδη αναφερθεί στο ότι και βάσει της νομολογίας οι δεσμοί τους οποίους κάποιος έχει με την Κύπρο και η πιθανότητα να εγκαταλείψει την Κύπρο είναι ασφαλώς μεταξύ των δεδομένων τα οποία λαμβάνονται υπ΄ όψη και τα οποία το Δικαστήριο σταθμίζει για να αποφασίσει κατά πόσο υπάρχει κίνδυνος μη προσέλευσης ή όχι.» Στην προκειμένη περίπτωση δηλώθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν έχει αμφισβητηθεί ότι ο κατηγορούμενος έχει δώσει θεληματική κατάθεση με την οποία παραδέχεται στην διάπραξη των αδικημάτων. Υπό το φως αυτού στοιχείου το ενδεχόμενο καταδίκης του είναι ορατό. Στην υπόθεση Hua v. Αστυνομίας (πιο πάνω), η εφεσείουσα ήταν Κινέζα και διέμενε στην Κύπρο για 10 χρόνια. Απέκτησε την Κυπριακή υπηκοότητα και ήταν παντρεμένη με Κύπριο ο οποίος υιοθέτησε την κόρη της ηλικίας 18 ετών. Η κόρη της φοιτούσε σε ιδιωτικό σχολείο στη Λευκωσία και απέκτησε και αυτή την Κυπριακή υπηκοότητα. Ήταν ιδιοκτήτρια εταιρείας και ήταν εγγεγραμμένη στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Το Εφετείο επικύρωσε την Πρωτόδικη απόφαση με την οποία διατάχθηκε η κράτηση της εφεσείουσας μέχρι την δίκη της και ανέφερε ότι τα πιο πάνω στοιχεία δεν είναι αρκετά για να θεωρηθεί ότι δημιουργούν δεσμούς με την Κύπρο. Στην κρινόμενη περίπτωση, ο κατηγορούμενος κατάγεται από το Πολωνία όπως διαφάνηκε δεν έχει κανένα δεσμό με την Δημοκρατία. Το ότι διατηρεί κατοικία την οποία ενοικιάζει στην Κύπρο και στην Κύπρο έχει μια αδελφή που δεν διαμένει μαζί του, έχοντας κατά νου την πιο πάνω νομολογία, δεν προσθέτουν κάτι σε σχέση με το ζητούμενο, είναι τόσο επιδερμικές οι σχέσεις του με την Δημοκρατία, που θα έλεγα πως μάλλον επιβεβαιώνουν την ανυπαρξία τους. Να σημειωθεί επίσης, ότι ο κατηγορούμενος, όπως ανέφερα η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, στην κατάθεση του δηλώνει ότι είναι άνεργος. Σε περίπτωση συνεπώς καταδίκης του κατηγορουμένου στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει είναι απόλυτα πιθανή η επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας του, λαμβανομένων υπόψη, των ποινών που ο νόμος προβλέπει, την σχετική νομολογία αλλά και τον τρόπο αντιμετωπίζουν τα δικαστήρια αυτού του είδους τα αδικήματα. Καταλήγω στο σημείο αυτό, αφού προέβηκα στις πιο πάνω διαπιστώσεις σε σχέση με την σοβαρότητα των αδικημάτων και της μη ύπαρξης δεσμών με την Κυπριακή Δημοκρατία, ότι υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο αν αφεθεί ελεύθερος ο κατηγορούμενος το ενδεχόμενο να μην παρουσιαστεί στην δίκη του είναι σοβαρό. Αναφορικά με το θέμα της πιθανότητας διάπραξης του ιδίου ή άλλων αδικημάτων από τον Κατηγορούμενο, σε περίπτωση που αυτός αφεθεί ελεύθερος, ζήτημα που αποτέλεσε εισήγηση της Κατηγορούσας, έχω να παρατηρήσω τα ακόλουθα: Στην υπόθεση Τσιάκκας κ.α. ν. Δημοκρατίας Π.Ε. 7264,7265 και 7266, ημερ. 26.04.2002 επιδοκιμάσθηκε από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως ήταν τότε, κ. Νικήτα, το εξής απόσπασμα από την σελ. 131 της απόφασης Σιακκαλής ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 130, στο οποίο ο Δικαστής κ. Νικολαϊδης, που εξέδωσε την απόφαση, παρατήρησε ότι: «Η πιθανότητα διάπραξης αδικήματος στο μέλλον, δεν μπορεί να αποδειχθεί με την αυστηρή έννοια του όρου. Εκείνο που μετρά είναι αν με βάση όλα τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα. Δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία για την ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος». Στην πολιτική του δικαίου για την πρόληψη του εγκλήματος εντοπίζεται η προέλευση του κανόνα που επιτρέπει την κράτηση, όπου διαφαίνεται κίνδυνος επανάληψης του αδικήματος. Όπως υπογράμμισε το Ευρωπαικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ο κίνδυνος αυτός πρέπει να είναι ευλογοφανής (plausible) (βλ.Clooth v. Belgium A225 para 40
(1991). Στην υπόθεση Σιακαλλή (πιο πάνω) αναφέρθηκαν τα εξής: « Όπως τονίζεται και στην υπόθεση Φώτος Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατίας Ποινική Εφεση 6285 ημερ. 5.3.97 η πρόβλεψη αναφορικά με την ύπαρξη και αποτίμηση των διαφόρων κινδύνων που σταθμίζονται κατά την εξέταση του ενδεχόμενου κράτησης, όπως είναι η πιθανότητα διάπραξης στο μεταξύ άλλων αδικημάτων, δεν μπορεί παρά να στηρίζεται είτε σε στοιχεία που προέρχονται από το ιστορικό του υπόδικου ή της υπόθεσης είτε σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της. Τα στοιχεία που είναι σχετικά περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου σε προηγούμενες περιπτώσεις ή η προηγούμενη καταδίκη για παρόμοια αδικήματα, αλλά και οι τάσεις που επιδεικνύει και οι οποίες ανάγονται βέβαια στο μέλλον όπως είναι η πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων ή η πιθανολόγηση περί της διάπραξης και άλλων αδικημάτων. Για κατάληξη σε συμπέρασμα για την ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία. Αρκεί αν με βάση όλα τα ενώπιον του δικαστηρίου στοιχεία δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει η πιθανότητα. Πλήρης απόδειξη της πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν είναι εξάλλου ούτε και θεωρητικά δυνατή. Διερωτάται κανείς πως μπορεί να αποδειχθεί μια πιθανολόγηση. Το δικαστήριο μπορεί, τηρώντας πάντα ορισμένους κανόνες, να καταλήξει σε συμπεράσματα ως προς την πιθανότητα διάπραξης αδικήματος στο μέλλον. Η πιθανολόγηση αναφέρεται σε τάση για συγκεκριμένη συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο μέλλον για την οποία το δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα βασιζόμενο μεταξύ άλλων στο ιστορικό του ή σε άλλες διάφορες περιστάσεις..» Θα πρέπει να τονιστεί, επειδή έχει γίνει εισήγηση περί του αντιθέτου, ότι η πιθανότητα διάπραξης άλλου αδικήματος δεν περιορίζεται κατ΄ ανάγκη σε παρόμοιο με το υπό εκδίκαση αδίκημα (βλ. Lefkios Rodosthenous and Another n. The Police 1961 C.L.R. 50) Παραπέμπω επίσης στην υπόθεση Φώτος Χατζηδημητρίου (πιο πάνω) αναφορικά με το ζήτημα αυτό. Στην υπόθεση Σιακαλλή (πιο πάνω), αναφέρθηκε ότι στο Άρθρο 11.2(γ) του Συντάγματος επιτρέπεται η στέρηση της ελευθερίας ατόμου όχι μόνο προς τον σκοπό προσαγωγής του ενώπιον της αρμόδιας αρχής με την εύλογη υπόνοια ότι διέπραξε αδίκημα, αλλά ακόμα και όταν η κράτηση του μπορεί να θεωρηθεί ευλόγως αναγκαία προς παρεμπόδιση διάπραξης αδικήματος ή απόδρασης. Η αναφορά στο Σύνταγμα στην ευλόγως αναγκαία κράτηση προς παρεμπόδιση διάπραξης αδικήματος δίνει ακριβώς και το μέτρο που θα πρέπει να χαρακτηρίζει τις υποθέσεις αυτές. Στην υπόθεση Σιακαλλή (πιο πάνω) επίσης λέχθηκαν επίσης τα εξής « Η σημασία που δίδεται στον παράγοντα της πιθανολόγησης διάπραξης νέου αδικήματος ουσιαστικά αντανακλά την προσπάθεια προστασίας του κοινωνικού συνόλου στις περιπτώσεις όπου η διάπραξη νέου αδικήματος από τον κατηγορούμενο είναι πιθανή.» Στην προκειμένη περίπτωση με βάση τα ενώπιον μου στοιχεία εκτιμώ ότι αν ο κατηγορούμενος αφεθεί ελεύθερος υπάρχει σοβαρή πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων στο μέλλον. Η υπόθεση αυτή αφορά αδικήματα που διαπράχθηκαν πολύ πρόσφατα, αυτά της πρώτης και δεύτερης κατηγορίας, επίσης αδικήματα που διαπράχθηκαν τον Αύγουστο του 2017 και επίσης ο κατηγορούμενος βρίσκεται ήδη αντιμέτωπος με άλλη ποινική υπόθεση που έχει ήδη καταχωρηθεί, την υπόθεση 19951/2017 που αφορά το αδίκημα της κλοπής. Ενώπιον του δικαστηρίου συνεπώς θεωρώ ότι έχουν τεθεί επαρκεί στοιχεία ως προς συμπεριφορά και τάση του κατηγορουμένου τα οποία δημιουργούν στο δικαστήριο ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει πιθανότητα διάπραξης ιδίων ή παρόμοιων αδικημάτων σε περίπτωση που αφεθεί ελεύθερος. Έχοντας κατά νου όλα όσα ανέφερα προηγουμένως έχω ικανοποιηθεί υπό τις περιστάσεις ότι πρέπει να διατάξω την κράτηση του κατηγορούμενου, για τους λόγους που εξηγώ, μέχρι την δίκη του και κατά συνέπεια, ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, εκδίδω διάταγμα για την κράτηση του κατηγορουμένου μέχρι την 12/2/2018 όπου η υπόθεση ορίζεται για απάντηση στις 9:00 π.μ (Υπ.) ........................................ Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο