Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. MIROSLAV MARCHEV, Αρ. Υπόθεσης: 2147/2018, 6/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B18 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2147/2018 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού Κατηγορούσας Αρχής Και MIROSLAV MARCHEV Κατηγορούμενου ----------------------- Ημερομηνία: 6 Φεβρουαρίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. B. Δανιηλίδου Για τον κατηγορούμενο: κα Σ. Αδάμου Κατηγορούμενος: παρών ----------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η (Αναφορικά με την κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι την δίκη του) Ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση, αντιμετωπίζει κατηγορίες συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος (1η, 3η, 5η, 7η, 9η, 11η, 14η και 17η κατηγορία), την κατηγορία της απαγωγής προσώπου (2η κατηγορία), κατηγορίες κατοχής και μεταφοράς πυροβόλου όπλου κατηγορίας Δ (4η και 6η κατηγορία), κατηγορίες κατοχής και μεταφοράς εκρηκτικών υλών (8η και 10η κατηγορία), κατηγορίες οπλοφορίας προς διέγερση τρόμου (12η και 13η κατηγορία), της απειλής (15η και 16η κατηγορία) και την κατηγορία της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής βλάβης (18η κατηγορία). Σύμφωνα με το κατηγορητήριο όλα τα αδικήματα διαπράχθηκαν μεταξύ 22ης και 23ης Ιανουαρίου 2018. Κατά την πρώτη εμφάνιση, που ήταν χθες, ο κατηγορούμενος, ζήτησε χρόνο να απαντήσει στις κατηγορίες και υπέβαλε και αίτηση για νομική αρωγή. Η Κατηγορούσα αρχή ζήτησε την κράτηση του κατηγορούμενου για δύο λόγους, ο πρώτος αφορά τον κίνδυνο μη εμφάνισης του στην δίκη και ο δεύτερος στην πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων. Αγορεύοντας προς υποστήριξη του αιτήματος για την κράτηση του μέχρι την δίκη του, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, τόνισε την σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει και το γεγονός ότι δεν έχει δεσμούς με την Κύπρο ενώ σε ότι αφορά τον δεύτερο λόγο, στο ότι αναφορικά με τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης καταζητούνται ακόμη δύο πρόσωπα. Η συνήγορος του κατηγορουμένου έφερε ένσταση στην κράτηση του και αφού αναφέρηκε σε σχετική επί του θέματος νομολογία, υποστήριξε πως οι λόγοι που ζητά την κράτηση του η Κατηγορούσα Αρχή δεν δικαιολογούνται, αφού ο κατηγορούμενος που είναι ηλικίας 28 ετών, διαμένει για 9 - 10 χρόνια στην Κύπρο με τους γονείς του στην ίδια κατοικία και διεύθυνση, οι οποίοι γονείς του, έχουν την εργασία τους. Σε ότι αφορά τον δεύτερο λόγο, ανάφερε ότι τα όσα ανάφερε η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής είναι γενικά και αόριστα και δεν έχουν στηριχθεί σε κάποιο στοιχείο. Η εξουσία του Δικαστηρίου, επί του θέματος της κράτησης κατηγορούμενου, εδράζεται στα άρθρα 48 και 157.1 της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155 και η απόλυση ή όχι του Κατηγορουμένου με εγγύηση είναι θέμα που αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία εξασκείται με βάση καλά καθιερωμένες νομικές αρχές, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων. Στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των κ. κ. Λοϊζου & Πική, στη σελ 35 αναφέρεται ότι: «Θα πρέπει κάποιος να ξεκινά από το σημείο ότι κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα δικαιούται σε απόλυση με εγγύηση εκτός αν υπάρχουν ικανοποιητικοί και πειστικοί λόγοι για το αντίθετο». (σε ελεύθερη μετάφραση) Στην υπόθεση Κάννας ν. Δημοκρατίας
(1998)2 ΑΑΔ 444 αναφέρθηκαν τα εξής: « Τρεις είναι οι βασικοί λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο μπορεί να κρίνει επιβεβλημένη την κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι την δίκη του. Η πιθανότητα: (α) μη προσέλευσης του στη δίκη, (β) διάπραξης του ίδιου ή άλλου εγκλήματος, και (γ) επηρεασμού μαρτύρων. Το πρώτο στοιχείο εξετάζεται στη βάση, και σε συσχετισμό με τη σοβαρότητα του εγκλήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και την πιθανότητα καταδίκης του.» Σύμφωνα με την νομολογία οποιοσδήποτε από τους πιο πάνω λόγους ή συνδυασμός τους είναι αρκετός για να δικαιολογήσει την κράτηση του κατηγορουμένου μέχρι την δίκη του (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 7). Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη σύμφωνα με την Νομολογία είναι επίσης και εκείνοι που συνδέονται με το χαρακτήρα του κατηγορουμένου, την κατοικία του, το επάγγελμά του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών τους δεσμούς με τη χώρα στην οποία διώκεται (βλέπε Neumeister ν. Austria A8 p.39
(1968)).» Στην υπόθεση Ονουφρίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 159, στην οποία επισημαίνονται τα ακόλουθα: «Οι κατηγορούμενοι τεκμαίρεται ότι είναι αθώοι και ως θέμα γενικής αρχής πρέπει να αφήνονται ελεύθεροι εκτός αν συντρέχουν σοβαροί λόγοι περί του αντιθέτου. Η νομολογία έχει συμπεριλάβει σε αυτούς τους λόγους και την πιθανότητα της μη προσέλευσης του κατηγορουμένου κατά τη δίκη. Η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνάρτηση προς την πιθανότητα καταδίκης και επιβολή αυστηρής ποινής αποτελούν βασικούς δείκτες που αφορούν στην εκτίμηση της πιθανότητας προσέλευσης του κατηγορούμενου στη δίκη του». Με γνώμονα τα όσα έχω αναφέρει ανωτέρω θα προχωρήσω στην εξέταση των παραγόντων που θα ληφθούν υπόψη στην τελική μου απόφαση. Η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος συναρτάται άμεσα με τo ανώτατο ύψος των προβλεπόμενων από το Νόμο ποινών σε περίπτωση καταδίκης του. Συγκεκριμένα και σε σχέση με τα αδικήματα για τη διάπραξη των οποίων κατηγορείται, προβλέπονται πολυετής ποινές φυλακίσεως. Για δε το αδίκημα της απαγωγής προσώπου κατά παράβαση του άρθρου 247 του Ποινικού Κώδικα προβλέπεται από το άρθρο 248 ποινή φυλάκισης επτά χρόνων, για το αδίκημα της κατοχής και μεταφοράς πυροβόλου όπλου κατηγορίας Δ, από τον Περί Πυροβόλων όπλων Νόμο 113
(1)/4 προβλέπεται ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 15 χρόνια και για το αδίκημα της κατοχής και μεταφοράς εκρηκτικών υλών ποινή φυλάκισης μέχρι δέκα χρόνια. Βέβαια το δικαστήριο διατηρεί κατά νου το ύψος της ποινής που δύναται να επιβάλει, αυτό όμως το γεγονός σε καμία περίπτωση δεν υποβαθμίζει την σοβαρότητα των αδικημάτων. Κατά συνέπεια είναι φανερό, ότι τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, με βάση τις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές είναι σοβαρά. Στην υπόθεση Δαυίδ Θεοδωρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 139, επισημάνθηκε, ότι όσο σοβαρότερη είναι η κατηγορία, ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο του υπόδικου να αποφύγει τη δίκη του. Στην Ψύλλας ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 801, αναφέρθηκε ότι: «Ο κίνδυνος να μην παρουσιασθεί ένας Κατηγορούμενος στο Δικαστήριο δεν καταδεικνύεται μόνο από τα στοιχεία που διαθέτει η Κατηγορούσα Αρχή, αλλά θεωρείται πως ελλοχεύει ένεκα της σοβαρότητας των αδικημάτων που αφορούν τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει». Στην υπόθεση Alam Alam ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 539, το πρωτόδικο δικαστήριο τόνισε ότι η πιθανότητα καταδίκης δεν μπορεί να διαφανεί αφού δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου το μαρτυρικό υλικό, όμως το Δικαστήριο παρατήρησε ότι μπορούσε η ποινή φυλάκισης να είναι αρκετά σοβαρή και συγκεκριμένα ποινή φυλάκισης σε περίπτωση καταδίκης και αφού έλαβε υπόψη του ιδιαίτερα την έλλειψη δεσμών με την Κύπρο και την πιθανότητα εγκατάλειψης του εδάφους μέσω των κατεχομένων διάταξε την κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι την δίκη του. Κατ΄έφεση κρίθηκε ότι δεν υπήρχε στο σύνολο των παραγόντων που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο κάτι το οποίο να επέτρεπε την επέμβαση και τονίστηκαν τα ακόλουθα: «Έχουμε ήδη αναφερθεί στο ότι και βάσει της νομολογίας οι δεσμοί τους οποίους κάποιος έχει με την Κύπρο και η πιθανότητα να εγκαταλείψει την Κύπρο είναι ασφαλώς μεταξύ των δεδομένων τα οποία λαμβάνονται υπ΄ όψη και τα οποία το Δικαστήριο σταθμίζει για να αποφασίσει κατά πόσο υπάρχει κίνδυνος μη προσέλευσης ή όχι.» Στην υπόθεση Hua v. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 152, η εφεσείουσα ήταν Κινέζα και διέμενε στην Κύπρο για 10 χρόνια. Απέκτησε την Κυπριακή υπηκοότητα και ήταν παντρεμένη με Κύπριο ο οποίος υιοθέτησε την κόρη της ηλικίας 18 ετών. Η κόρη της φοιτούσε σε ιδιωτικό σχολείο στη Λευκωσία και απέκτησε και αυτή την Κυπριακή υπηκοότητα. Ήταν ιδιοκτήτρια εταιρείας και ήταν εγγεγραμμένη στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Το Εφετείο επικύρωσε την Πρωτόδικη απόφαση με την οποία διατάχθηκε η κράτηση της εφεσείουσας μέχρι την δίκη της και ανέφερε ότι τα πιο πάνω στοιχεία δεν είναι αρκετά για να θεωρηθεί ότι δημιουργούν δεσμούς με την Κύπρο. Στην κρινόμενη περίπτωση, ο κατηγορούμενος κατάγεται από το Βουλγαρία. Το ότι διαμένει στην Κύπρο για 9 με 10 χρόνια, μαζί με του γονείς του , έχοντας κατά νου την πιο πάνω νομολογία, δεν προσθέτουν κάτι σε σχέση με το ζητούμενο. Υπό τις περιστάσεις, οι σχέσεις του κατηγορούμενου με την Δημοκρατία, μπορούν να χαρακτηριστούν επιδερμικές και τέτοιες που θα έλεγα πως επιβεβαιώνουν την ανυπαρξία τους. Να σημειωθεί επίσης, ότι ο κατηγορούμενος, όπως ανέφερε η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, εργάζεται περιστασιακά όπως ο ίδιος δήλωσε στην αστυνομία, ενώ η συνήγορος του, δεν αναφέρθηκε στην ύπαρξη κάποιας σταθερής εργασίας. Σε περίπτωση συνεπώς καταδίκης του κατηγορουμένου στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, είναι απόλυτα πιθανή η επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας του, λαμβανομένων υπόψη, των ποινών που ο νόμος προβλέπει, την σχετική νομολογία αλλά και τον τρόπο αντιμετωπίζουν τα δικαστήρια αυτού του είδους τα αδικήματα. Καταλήγω στο σημείο αυτό, αφού προέβηκα στις πιο πάνω διαπιστώσεις σε σχέση με την σοβαρότητα των αδικημάτων και της μη ύπαρξης δεσμών με την Κυπριακή Δημοκρατία, ότι υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο αν αφεθεί ελεύθερος ο κατηγορούμενος να μην παρουσιαστεί στην δίκη του. Αναφορικά με το θέμα του επηρεασμού μαρτυρίας που αποτέλεσε τον δεύτερο λόγο που ζητήθηκε η κράτηση του κατηγορούμενου. Η θέση της κατηγορούσας αρχής είναι ότι υπάρχει τέτοιο ενδεχόμενο εφόσον υπάρχουν δύο άλλα πρόσωπα που φαίνεται να εμπλέκονται στα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης τα οποία καταζητούνται. Σύμφωνα με την προσέγγιση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για το ζήτημα τούτο που υιοθετήθηκε στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 6315 ημερ. 6.5.1997, ο δικαιολογημένος φόβος ότι ο κατηγορούμενος θα επέμβει με την πορεία της δικαιοσύνης συνιστά ένα άλλο επιτρεπτό λόγο για την κράτηση του. Αυτό περιλαμβάνει καταστροφή εγγράφων, συμπαιγνία με άλλους πιθανούς ύποπτους και πίεση πάνω σε μάρτυρες. Μια γενική δήλωση ότι ο κατηγορούμενος θα επέμβει με την πορεία της δικαιοσύνης δεν είναι αρκετή. Πρέπει να δοθεί ενισχυτική μαρτυρία. Στην κρινόμενη περίπτωση δεν δόθηκε καμία ενισχυτική μαρτυρία περί τούτου, η αναφορά και μόνο ότι υπάρχουν δύο άλλα πρόσωπα που φαίνεται να εμπλέκονται στα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης τα οποία καταζητούνται, δεν μπορεί να θεωρήσει ως επαρκή στοιχείο για να συναχθεί ότι ο κατηγορούμενος θα επέμβει με την πορεία της δικαιοσύνης. Καταλήγω στο σημείο αυτό, αφού προέβηκα στις πιο πάνω διαπιστώσεις σε σχέση με την σοβαρότητα των αδικημάτων και της μη ύπαρξης δεσμών με την Κυπριακή Δημοκρατία, ότι υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο αν αφεθεί ελεύθερος ο κατηγορούμενος το ενδεχόμενο να μην παρουσιαστεί στην δίκη του είναι σοβαρό. Έχοντας κατά νου όλα όσα ανέφερα προηγουμένως έχω ικανοποιηθεί υπό τις περιστάσεις ότι πρέπει να διατάξω την κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι την δίκη του και κατά συνέπεια, ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, εκδίδω διάταγμα για την κράτηση του μέχρι την 12.2.2018 και ώρα 09:00 όπου η υπόθεση ορίζεται για απάντηση. (Υπ.) ........................................ Κ. Κουνίδου Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο