← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Ιωάννης Κυριακίδης, Αρ. Υπόθεσης: 7986/2017, 21/2/2018

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Ιωάννης Κυριακίδης, Αρ. Υπόθεσης: 7986/2017, 21/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B32 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. ΚΟΥΝΙΔΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7986/2017 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού Κατηγορούσας Αρχής - και - Ιωάννης Κυριακίδης Κατηγορούμενου ------------------------ Ημερομηνία: 21 Φεβρουαρίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Β. Δανιηλίδου Για τον κατηγορούμενο: κ. Λοχίας Κατηγορούμενος: παρών ------------------------ Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος μετά από δική του παραδοχή στην κατηγορία της απείθειας κατά παράβαση του 137 του Ποινικού Κώδικα. Συγκεκριμένα παραδέχτηκε ότι μεταξύ της 28ης Απριλίου 2015 και της 01ης Φεβρουαρίου 2016 στη Λεμεσό, απείθησε σε διάταγμα που εκδόθηκε στις 27/01/2015 από το Ε.Δ. Λεμεσού στην Ποινική Υπόθεση 23939/2013 το οποίο τον διέτασσε όπως υποβάλει στον Έφορο Φόρου Εισοδήματος μέσα σε 3 μήνες τα στοιχεία σύμφωνα με την επιστολή του Εφόρου ημερομηνίας 13/05/2013. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση έχουν εκτεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στις 13.2.2018, έχουν καταγραφεί στο πρακτικό που τηρήθηκε, και δεν θεωρώ σκόπιμο να τα επαναλάβω, διατηρώ αυτά κατά νου στο στάδιο αυτό και τα λαμβάνω υπόψη μου. Επίσης λαμβάνω υπόψη μου, οτιδήποτε ανέφερε ο συνήγορος του κατηγορούμενου κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, ο οποίος έκανε αναφορά στις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και στις προσωπικές του συνθήκες του κατηγορούμενου καταθέτοντας και έκθεση του γραφείου ευημερίας ημερομηνίας 11/7/2017 η οποία ετοιμάστηκε στα πλαίσια της υπόθεσης 833/15 του Κακουργιοδικείου Λεμεσού. Ζήτησε επίσης ο συνήγορος του κατηγορούμενου, όπως σε περίπτωση επιβολής ποινής φυλάκισης, να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι ήδη εκτίει ποινή φυλάκισης 6 ετών για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας και ως προς το ζήτημα αυτό αναφέρθηκε σε έκταση στην αρχή της συνολικότητας και διαδοχικότητας των ποινών παραθέτοντας και σχετική νομολογία επί του θέματος. Αναμφίβολα, το αδίκημα της παρακοής σε δικαστικό διάταγμα, το οποίο ο κατηγορούμενος διέπραξε, είναι πολύ σοβαρό αδίκημα. Η σοβαρότητα του αντικατοπτρίζεται μέσα από την ποινή που ο Νόμος προβλέπει εφόσον η διαβάθμιση της σοβαρότητας ενός αδικήματος προσδιορίζεται από το ύψος των ποινών που προβλέπει ο νόμος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου κ.α

(1990)2 ΑΑΔ 264, Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου
(1993)2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 6670 ημερ. 10.12.1999). Όπως τέθηκε στη Λεβέντης ν. Αστυνομίας, Π.Ε 6670 ημερ. 10.12.1999 «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμέτρησει την ποινή». Συγκεκριμένα για το αδίκημα της απείθειας κατά νομίμων διαταγών του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα, προβλέπεται ποινή φυλάκισης δύο χρόνων. Σε σχέση με την σοβαρότητα του αδικήματος της παρακοής διατάγματος δικαστηρίου παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 227: «Παρακοή σε διαταγή του δικαστηρίου πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης. Η συνέχιση της (παρακοής) τείνει να το ανατρέψει. Ανάλογη με τη σοβαρότητα της ανυπακοής είναι και η τιμωρία η οποία επιβάλλεται. Η τιμωρία για τη συνεχιζόμενη παρακοή σε διαταγή του δικαστηρίου είναι κατά κανόνα η φυλάκιση. Όταν επέλθει συμμόρφωση παρέχεται η δυνατότητα για επιεικέστερη αντιμετώπιση του παραβάτη, χωρίς όμως να διαγράφεται η σοβαρότητα του αδικήματος». Στην υπόθεση Διευθυντή Τμήματος Υπηρεσίας Κοινωνικής Ευημερίας Έφεση 140 ημερομηνίας 8.2.2002, αναφέρθηκε ότι πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδόθηκε δικαστικό διάταγμα οφείλει να συμμορφώνεται με τις πρόνοιες του. Το αδίκημα της ανυπακοής είναι ιδιαίτερα σοβαρό, αφού πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης και η συμμόρφωση σε Δικαστικά διατάγματα είναι αναγκαία προϋπόθεση για την ύπαρξη του κράτους δικαίου. Τούτων δεδομένων, η ποινή που θα επιβληθεί πρέπει να είναι ανάλογη της σοβαρότητας της ανυπακοής. Όπως έχει νομολογηθεί, κάθε υπόθεση θα πρέπει να κρίνεται στη βάση των δικών της πραγματικών περιστατικών, ενώ κατά το στάδιο της επιμέτρησης της ποινής, απαιτείται εξατομίκευση της, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος, σε συνδυασμό με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Επίσης διατηρώ κατά νου ότι η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής, δε θα πρέπει να εξουδετερώνει την αποτρεπτικότητα της ή να καθιστά αναποτελεσματική την εφαρμογή του Νόμου (Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου. Π. Ε. 7000 24.4.2001). Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος, ενώ του δόθηκε η ευκαιρία από το δικαστήριο να υποβάλει μέσα σε 3 μήνες στον Έφορο Φόρου Εισοδήματος τα στοιχεία σύμφωνα με την επιστολή του Εφόρου ημερομηνίας 13/05/2013, δεν το έπραξε μέσα στην διάρκεια του χρονικού διαστήματος των 3 μηνών που όρισε το διάταγμα του Δικαστηρίου από 27/01/2015, αλλά ούτε και μέχρι σήμερα. Ο κατηγορούμενος βέβαια, από τον μήνα Οκτώβριο του 2015, τελούσε υπό κράτηση αναφορικά με το αδίκημα της ανθρωποκτονίας γεγονός που ενδεχομένως να τον εμπόδιζε να συμμορφωθεί αφού η εν λόγω επιστολή απαιτούσε την συλλογή και παροχή στοιχείων στον Έφορο Φόρου Εισοδήματος, το δικαστήριο όμως λαμβάνει υπόψη του ότι το χρονικό διάστημα που διατασσόταν με βάση το διάταγμα του δικαστηρίου ήταν μέχρι τον Απρίλιο του 2015 χωρίς να πράξει οτιδήποτε προς την κατεύθυνση της συμμόρφωσης. Συμπέρασμα του δικαστηρίου είναι, ότι ο κατηγορούμενος επέδειξε με την συμπεριφορά του, αδιαφορία και έλλειψη σεβασμού απέναντι στο Δικαστήριο και στις διαταγές του, αφού δεν έδρασε κατάλληλα εντός του οριζόμενου με το διάταγμα χρόνου ώστε να μπορέσει συμμορφωθεί με αυτό. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω, λαμβάνοντας υπόψη μου, κατά το στάδιο αυτό, Α) Την σοβαρότητα του αδικήματος. Β) Την ποινή που ο Νόμος προβλέπει. Γ) Την παραδοχή του κατηγορούμενου. Δ) Την απολογία του. Ε) Τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορούμενου όπως αυτές εμφαίνοντα στην έκθεση του γραφείου ευημερίας. Ειδικότερα λαμβάνω υπόψη μου το γεγονός ότι μετά τον εγκλεισμό του στις Κεντρικές Φυλακές καταβάλει προσπάθειες συμμετέχοντας τακτικά στις θεραπευτικές ομάδες του προγράμματός απεξάρτησης λόγω χρόνιας χρήσης ναρκωτικών ουσιών και δείχνει έστω και τώρα να κατανοεί την σοβαρότητα της χρήσης και των επιπτώσεων στην ζωή του. Αν και ο κατηγορούμενος λέχθηκε πως είναι λευκού ποινικού μητρώου και τούτο γιατί η διάπραξη του αδικήματος της ανθρωποκτονίας και η καταδίκη του έπονται της διάπραξης του αδικήματος της παρούσας υπόθεσης, το δικαστήριο δεν μπορεί να παραγνωρίσει, την γενικότερη στάση και συμπεριφορά του κατηγορούμενου. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω στοιχεία, ειδικότερα την σοβαρότητα του αδικήματος που ο κατηγορούμενος διέπραξε, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη μου τους πιο πάνω μετριαστικούς παράγοντες, καταλήγω ότι αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή και με δεδομένη την μη συμμόρφωση του, είναι αυτή της φυλάκισης. Σαν αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω επιβάλω στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης στην 6 μηνών στην κατηγορία 1. Θα εξετάσω στην συνέχεια και με δεδομένο ότι ο κατηγορούμενος εκτίει ήδη ποινή φυλάκισης για πολύ σοβαρότερο αδίκημα κατά πόσο η ποινή φυλάκισης που του επιβλήθηκε δύναται να συντρέχει με την ποινή που του επιβλήθηκε στην υπόθεση 883/2015 του Κακουργιοδικείου Λεμεσού. Στις περιπτώσεις που κατά την επιβολή ποινής φυλάκισης, ο Κατηγορούμενος εκτίει ήδη άλλη ποινή φυλάκισης, το άρθρο 117
(2)του Κεφ. 155 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε σε πρόσωπο που ήδη καταδικάστηκε σε φυλάκιση, αρχίζει να εκτίεται μετά τη λήξη της προηγούμενης ποινής, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά.» Εγείρεται συνεπώς το θέμα κατά πόσο η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε σήμερα στον κατηγορούμενου θα πρέπει να είναι διαδοχική της ποινής φυλάκισης που ήδη εκτίει ή θα συντρέχει με αυτή. Το κατά πόσο ποινή φυλάκισης θα είναι διαδοχική προς άλλη ποινή φυλάκισης που ήδη επιβλήθηκε ή θα συντρέχει με αυτή σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Κατά κανόνα οι ποινές φυλάκισης συντρέχουν όταν αφορούν αδικήματα ίδιας φύσης, ή όταν αποτελούν μέρος μίας ενιαίας εγκληματικής ενέργειας. Η διαδοχικότητα όμως της ποινής πρέπει να ιδωθεί σε συνάρτηση με την αρχή της αναλογικότητας και συνολικότητας της ποινής. Στην υπόθεση Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 443, επισημάνθηκε πως δεν περιορίζεται σε αδικήματα που είναι όμοια και σχετίζονται μεταξύ τους ως μέρος μίας ενιαίας ενέργειας. Στην εν λόγω υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο διέταξε όπως οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης συντρέχουν με ποινή φυλάκισης που έκτιε ο εφεσείων, αναφέροντας τα ακόλουθα: «Η αρχή της συνολικότητας της ποινής ισχύει βεβαίως στην Κύπρο όπως ισχύει και στην Αγγλία. Επεκτείνεται πέραν της περίπτωσης διαδοχικών ποινών που επιβάλλονται από το ίδιο δικαστήριο την ίδια ώρα στην ίδια ή σε διαφορετικές υποθέσεις και καλύπτει περιπτώσεις όπως η προκειμένη στην οποία οι ποινές επιβάλλονται από διαφορετικό δικαστήριο σε διαφορετικό χρόνο και σε διαφορετικές υποθέσεις. Ακόμα, δεν περιορίζεται σε αδικήματα που είναι όμοια ή σχετίζονται μεταξύ τους ως μέρος μίας ενιαίας ενέργειας, ως προς τα οποία ο γενικός κανόνας είναι ότι δεν πρέπει να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές (ίδε και Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1989)1 Α.Α.Δ. 331). Επίκεντρο της είναι ο τιμωρούμενος και προοπτική της η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη του. Και υπόβαθρο της είναι οι ευρύτεροι παράμετροι που διέπουν την αναλογικότητα της τιμωρίας προς το έγκλημα και που έχουν έρεισμα στις θεμελιακές αρχές του δικαίου και αναγνώριση στο Σύνταγμα και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, υπό το φως των οποίων και θα πρέπει να εφαρμόζεται το άρθρο 117
(2)και να ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ύψος της επιβληθησομένης ποινής. Εφόσον πρόκειται για στέρηση της ελευθερίας του ατόμου για σκοπούς τιμωρίας, η ποινική ευθύνη του τιμωρούμενου πρέπει να αντικρίζεται διαχρονικά σαν σύνολο σε κάθε δεδομένη περίπτωση φυλάκισής του. Στην υπό κρίση περίπτωση, όπως διευκρινίστηκε στο δικαστήριο, ο κατηγορούμενος δεν ζήτησε όπως η παρούσα υπόθεση τεθεί ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λεμεσού κατά τον χρόνο που επέβαλλε ποινή στην υπόθεση με αριθμό 883/2015. Το γεγονός όμως αυτό δεν μπορεί να επενεργήσει εις βάρος του κατηγορουμένου, καθώς το όλο ζήτημα θα πρέπει να εξεταστεί μέσα στα πλαίσια της προεξάρχουσας αρχής της συνολικότητας της ποινής (Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Στην υπόθεση Παραρέ ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ 257 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Συζητήθηκε σε έκταση πρωτοδίκως το Άρθρο 81 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, που επιτρέπει τη λήψη υπόψη άλλων αδικημάτων που διέπραξε ο κατηγορούμενος, των οποίων είτε δεν άρχισε ακόμη η δίωξη, είτε η δίκη επ' αυτών, και, τα οποία ο κατηγορούμενος ομολογεί ότι διέπραξε, ενώ έγινε αναφορά και στις υποθέσεις Παναγή ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 47, Κυριάκου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 598 και Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138, για να διαπιστώσει το Δικαστήριο ότι δεν είχε ζητηθεί από καμιά πλευρά να ληφθεί υπόψη η παρούσα υπόθεση κατά την επιμέτρηση της ποινής που επεβλήθη από το Κακουργιοδικείο. Προχώρησε μάλιστα να καταγράψει ότι ασχέτως των λόγων που δεν ζητήθηκε να ληφθεί η υπόθεση υπόψη, ο εφεσείων μόνο τον εαυτό του θα έπρεπε να μέμφεται για το γεγονός ότι όντως δεν λήφθηκε υπόψη. Όμως η ταυτόχρονη διαπίστωση του κατά την παράθεση των λόγων που επιμέτρησαν προς όφελος του εφεσείοντος, ότι όντως θα μπορούσαν τα γεγονότα της υπό κρίση έφεσης να λαμβάνονταν υπόψη στην υπ' αρ. 3556/11 υπόθεση του Κακουργιοδικείου, αναιρεί τα πιο πάνω. Αυτή δε η διαπίστωση έπρεπε να προσμετρήσει ουσιωδώς στην όλη ποινική μεταχείριση του εφεσείοντος υπό το φως της έτερης και προεξάρχουσας αρχής ότι ένας κατηγορούμενος θα πρέπει να τυγχάνει του ευεργετήματος να τιμωρείται μια και μόνο φορά για όλη την εγκληματική του συμπεριφορά την οποία παραδέχεται και ζητεί είτε ο ίδιος, είτε μέσω της κατηγορούσας αρχής, να ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής.» Επομένως, ακόμα και εάν η παρούσα υπόθεση δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια επιβολής ποινής στην υπόθεση 883/2015 του Κακουργιοδικείου, αφού δεν υποβλήθηκε τέτοιο αίτημα και παρά το γεγονός ότι το αδίκημα που αντιμετώπιζε ο Κατηγορούμενος στην εν λόγω υπόθεση είναι διαφορετικής φύσης από αυτό της παρούσας, ενόψει της πιο πάνω νομολογίας, η αρχή της συνολικότητας της ποινής τυγχάνει εφαρμογής. Στην υπόθεση Παραρέ (πιο πάνω) το Ανώτατο Δικαστήριο κατά πλειοψηφία ανέτρεψε την πρωτόδικη κρίση και διέταξε όπως η ποινή φυλάκισης των δύο μηνών που επιβλήθηκε σε σχέση με αδικήματα κατοχής και χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β συντρέχει με την ποινή φυλάκισης που είχε επιβληθεί από το Κακουργιοδικείο σε σχέση με αδικήματα διαφορετικής φύσης, ήτοι ένοπλης ληστείας και κλοπής. Υπό το φως των πιο πάνω θεωρώ ότι στην προκείμενη περίπτωση εφαρμόζεται η αρχή της συνολικότητας της ποινής και επομένως το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει την εγκληματική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου στο σύνολο της. Η απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο η συνολική ποινή των 6 ετών και 6 μηνών που προκύπτει από τη διαδοχικότητα των ποινών είναι υπέρμετρη και δυσανάλογη σε σχέση με τη συνολική παραβατική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου, θεωρώ ότι η απάντηση είναι καταφατική. Έχοντας ως δεδομένο την ποινή των 6 ετών που το Δικαστήριο έκρινε ως το ορθό μέτρο στην υπόθεση 833/2015 Κακουργιοδικείου Λεμεσού, δημιουργούνται σοβαρές αμφιβολίες κατά πόσο, στην περίπτωση που η παρούσα υπόθεση βρισκόταν ενώπιον του Δικαστηρίου όταν επέβαλλε την πιο πάνω ποινή θα ήταν αισθητά διαφορετική δεδομένης της διαφοράς των δύο υποθέσεων ως προς την σοβαρότητα που χαρακτηρίζουν τα δύο αδικήματα που διέπραξε ο κατηγορούμενος σε κάθε μια από αυτές. Συνεπακόλουθα με τα πιο πάνω, είναι η κατάληξη μου, ότι η ποινή φυλάκισης που έχει επιβληθεί πιο πάνω στον κατηγορούμενο θα συντρέχει με την ήδη επιβληθείσα ποινή φυλάκισης που του επιβλήθηκε στην υπόθεση με αριθμό 883/15 Κακουργιοδικείου Λεμεσού. (Υπ.) Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.