← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. CIPRIAN-CONTANTIN IORGA κ.α., Aρ. Υπόθεσης: 19056/2016, 14/2/2018

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. CIPRIAN-CONTANTIN IORGA κ.α., Aρ. Υπόθεσης: 19056/2016, 14/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B22 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης: 19056/2016 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού Κατηγορούσας Αρχής - και - CIPRIAN-CONTANTIN IORGA Κατηγορούμενου ----------------------------- Ημερομηνία: 14 Φεβρουαρίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Β. Δανιηλίδου Για κατηγορούμενο: κ. Κονναρής Κατηγορούμενος: παρών ----------------------------- Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, μετά από δική του παραδοχή, στην κατηγορία της δόλιας ιδιοποίησης ενέργειας κατά παράβαση του άρθρου 279

(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεση, όπως αυτά έχουν εκτεθεί ενώπιον μου χθες 13/2/2018, ο κατηγορούμενος μεταξύ άγνωστης ημερομηνίας του μήνα Ιανουαρίου 2012 και της 4ης Απριλίου 2014, από τον κοινόχρηστο χώρο της πολυκατοικίας που διένεμε, κατάφερε με την χρήση ηλεκτροφόρου σύρματος να μεταφέρει στο διαμέρισμα που διέμενε στην ίδια πολυκατοικία, ηλεκτρικό ρεύμα για δική του χρήση επιβαρύνοντας με αυτό τον τρόπο την κατανάλωση ρεύματος που αφορούσε τους κοινοχρήστους χώρους της πολυκατοικίας, αγνώστου όμως, αξίας. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, αρχικά μετέφερε την απολογία του κατηγορούμενου προς το δικαστήριο για το αδίκημα που διέπραξε. Αναγνώρισε ότι πρόκειται για σοβαρό αδίκημα και αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα. Κατέθεσε επίσης, έκθεση του γραφείου ευημερίας σχετική με τις προσωπικές συνθήκες κατηγορούμενου, δήλωσε πως ο κατηγορούμενος ήταν πρόθυμος να αποζημιώσει αλλά δεν συμφωνούσε με το ποσό που αναφερόταν στο κατηγορητήριο πριν από την τροποποίηση του, όμως δεν βρήκε ανταπόκριση, εισηγήθηκε επίσης, πως θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι κατανάλωση ήταν για σκοπούς φωτισμού του μικρού χώρου που διέμενε γιατί το δικό του είχε αποκοπεί. Περαιτέρω έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τους μετριαστικούς παράγοντες που το δικαστηρίου θα πρέπει να λάβει υπόψη του, όπως η παραδοχή του και η συνεργασία του με την αστυνομία, η μεταμέλεια του, η παραδοχή του στο Δικαστήριο αμέσως μετά την τροποποίηση του κατηγορητηρίου και επίσης αναφέρθηκε στις προσωπικές του συνθήκες. Τέλος εισηγήθηκε σε περίπτωση επιβολής ποινής φυλάκισης αυτή δύναται υπό τις περιστάσεις να ανασταλεί. Αδιαμφισβήτητα, το αδίκημα που ο κατηγορούμενος έχει διαπράξει είναι σοβαρό αδίκημα και η σοβαρότητα του αντικατοπτρίζεται μεταξύ άλλων και μέσα από την προβλεπόμενη από τον Νόμο ποινή εφόσον η διαβάθμιση της σοβαρότητας ενός αδικήματος προσδιορίζεται από το ύψος της ποινής που προβλέπει ο νόμος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου κ.α
(1990)2 ΑΑΔ 264, Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου
(1993)2 ΑΑΔ 9). Όπως τέθηκε στη Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 652 «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». O νόμος, για όλα τα αδικήματα, που διέπραξε ο κατηγορούμενος προβλέπει ποινή φυλάκισης πέντε χρόνων. Όπως έχει νομολογηθεί, κάθε υπόθεση θα πρέπει να κρίνεται στη βάση των δικών της πραγματικών περιστατικών, ενώ κατά το στάδιο της επιμέτρησης της ποινής, απαιτείται εξατομίκευση της, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος, σε συνδυασμό με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Επίσης διατηρώ κατά νου ότι η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής, δε θα πρέπει να εξουδετερώνει την αποτρεπτικότητα της ή να καθιστά αναποτελεσματική την εφαρμογή του Νόμου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου
(2001)2 ΑΑΔ 285). Αρχικά, λαμβάνω υπόψη τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και τους λόγους που ώθησαν τον κατηγορούμενο στο να διαπράξει το συγκεκριμένο αδίκημα, χωρίς όμως να παραγνωρίζω την σοβαρότητα του αδικήματος και το δόλιο της συμπεριφοράς του κατηγορούμενου. Με την πράξη του ο κατηγορούμενος, αν και δεν υπάρχει συγκεκριμένη αναφορά ως προς το ύψος της αξίας του ηλεκτρικού ρεύματος που κατάφερε να ιδιοποιηθεί, εντούτοις με βάση το χρονικό διάστημα, δεν μπορεί παρά να είναι κάποιας αξίας και κόστους, που ίδιος επωφελήθηκε τελικά και επιβάρυνε αντίστοιχα άλλους ένοικους της πολυκατοικίας προκαλώντας τους ανάλογη ζημιά. Προς όφελος του κατηγορούμενου, για σκοπούς μετριασμού της ποινής του λαμβάνω υπόψη τα ακόλουθα: (α) την παραδοχή και απολογία του στις αστυνομικές αρχές αλλά και την συνεργασία του με την αστυνομία. (β) Την παραδοχή και απολογία του ενώπιον του δικαστηρίου. (γ) Το λευκό ποινικό μητρώο του. (δ) Τις προσωπικές του περιστάσεις και συνθήκες όπως αυτές περιγράφονται στην έκθεση του γραφείου ευημερίας την οποία παρουσίασε ο δικηγόρος του. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω στοιχεία, δηλαδή την σοβαρότητα του αδικήματος που ο κατηγορούμενος διέπραξε, αλλά και το γεγονός ότι αδικήματα αυτής της μορφής και φύσης διαπράττονται με κάποια συχνότητα, καταλήγω ότι αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Σαν αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω επιβάλω στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 6 μηνών στην κατηγορία. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξη μου για επιβολή ποινής φυλάκισης θα ακολουθήσει η εξέταση του θέματος κατά πόσο η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο πρέπει να οδηγήσει σε άμεση φυλάκιση του ή να δύναται να ανασταλεί, ως ήταν και η εισήγηση του συνηγόρου του. Η εξουσία του δικαστηρίου να αναστέλλει την εκτέλεση ποινής φυλάκισης διέπεται από τις πρόνοιες των Περί της Υφ' όρον αναστολής της Εκτέλεσης Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένες περιπτώσεις Νόμων του 1972 έως έχει τροποποιηθεί αρχικά με το Ν. 41
(1)/97 και τελευταία με το Ν. 186
(1)/2003. Με την τροποποίηση που έχει γίνει με το Ν. 41
(1)/97, η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής είχε περιοριστεί σημαντικά. Με την τροποποίηση που έγινε με το Ν. 186
(1)/2003 το εδ.
(2)του άρθρου 3 έχει τώρα ως εξής: «
(2)Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Γίνεται φανερό από το πιο πάνω λεκτικό του άρθρου 3
(2)του Νόμου ότι ο νομοθέτης διεύρυνε και πάλι την διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου στο ζήτημα αυτό ( βλ. Σάββας Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας, Π.Ε 7585 ημερ. 2.2.2004). Έχω εξετάσει με προσοχή τα όσα ο συνήγορος του κατηγορούμενου ανάφερε κατά την αγόρευση του και καταλήγω ότι στη προκειμένη περίπτωση οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου δικαιολογούν την έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης. Αναφορικά με την πιο πάνω κατάληξη μου έλαβα υπόψη μου, το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου και το γεγονός ότι έκτοτε δεν έχει διαπράξει άλλο αδίκημα. Επίσης έχω λάβει υπόψη μου, τους λόγους που τον ώθησαν στην διάπραξη του αδικήματος και στα προβλήματα ψυχικής υγείας που αντιμετωπίζει και αναφέρονται στην έκθεση του γραφείου ευημερίας. Συνεπεία των ανωτέρω η ποινή φυλάκισης αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. (Εξηγείται στον κατηγορούμενο η έννοια και η λειτουργία της αναστολής της ποινής φυλάκισης). (Υπ.) Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.