Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Ανδρέας Σάββα κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 18239/2017, 7/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B20 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. ΚΟΥΝΙΔΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 18239/2017 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού Κατηγορούσας Αρχής - και - 1.Ανδρέας Σάββα
- Περικλής Περικλέους Κατηγορούμενων ------------------------ Ημερομηνία: 7 Φεβρουαρίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Δ. Ναπολέοντος Για τον κατηγορούμενο 1: κ. Α. Γεωργίου Κατηγορούμενος 1: παρών ------------------------ Π Ο Ι Ν Η Ο πρώτος κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση, παραδέχτηκε τις κατηγορίες 1 μέχρι 18 και την κατηγορία 29, ενώ οι κατηγορίες 19 μέχρι 28 έχουν ανασταλεί και αυτός έχει απαλλαχτεί. Συγκεκριμένα ο πρώτος κατηγορούμενος, παραδέχτηκε τις πιο κάτω κατηγορίες: (α) Τρεις κατηγορίες κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα (1η, 9η και 15η κατηγορία). (β) Δύο κατηγορίες Πλαστογραφίας κατά παράβαση των άρθρων 331 και 335 του Ποινικού Κώδικα (2η και 5η κατηγορία). (γ) Δύο κατηγορίες κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 339, 335 του Ποινικού Κώδικα (3η και 6η κατηγορία). (δ) Τέσσερεις κατηγορίες εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα (4η, 7η, 11η και 12η κατηγορία). (ε) Μια κατηγορία εξασφάλισης εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση του άρθρου 305 του Ποινικού Κώδικα (8η κατηγορία). (στ) Δύο κατηγορίες διάρρηξης κτιρίου και κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 294(α) και 255 του Ποινικού Κώδικα (10η και 29η κατηγορία). (ζ) Δύο κατηγορίες απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα (13η και 18η κατηγορία). (η) Μια κατηγορία ίδρυσης και λειτουργίας παροχής υπηρεσιών ασφάλειας χωρίς άδεια κατά παράβαση των άρθρων 2,3,911 και 21 του Περί Ιδιωτικών Γραφείων παροχής Υπηρεσιών Ασφάλειας Νόμου 125(Ι)/2007 (14η κατηγορία). (θ) Μια κατηγορία παράνομης εισόδου σε περιουσία με σκοπό την διάπραξη ποινικού αδικήματος κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα (16η κατηγορία). (ι) Μια κατηγορία κλεπταποδοχής κατά παράβαση των άρθρων 306(α) και 20 του Ποινικού Κώδικα (17η κατηγορία). Τέθηκε επίσης ενώπιον του δικαστηρίου, μετά από άδεια, για να ληφθεί υπόψη στην παρούσα υπόθεση, για τον κατηγορούμενο 1 και η υπόθεση 134/2018 του Ε.Δ. Λάρνακας. Στην υπό αναφορά υπόθεση, ο κατηγορούμενος 1 παραδέχτηκε την κατηγορία της διάρρηξης κτιρίου και κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255, 291 και 294 του Ποινικού Κώδικα (1η κατηγορία), τέσσερεις κατηγορίες απόσπασης περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα (2η, 4η 6η και 9 κατηγορία), δύο κατηγορίες πλαστοπροσωπίας κατά παράβαση του άρθρου 360 του Ποινικού Κώδικα (3η, 5η και 7η κατηγορία), μια κατηγορία κλοπής κατά παράβαση του άρθρου 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα (8η κατηγορία), μια κατηγορία πλαστογραφίας κατά παράβαση των άρθρων 331,333 και 335 του Ποινικού Κώδικα (10η κατηγορία) και μια κατηγορία κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 331,333, 335 και 339 του Ποινικού Κώδικα (11η κατηγορία). Με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης, τα οποία γραπτώς έχουν κατατεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί από τον συνήγορο του κατηγορούμενου 1, τα αδικήματα της κυρίως υπόθεσης έχουν διαπραχθεί σε διάφορες ημερομηνίες και καλύπτονται από διαφορετικά γεγονότα κατά ομάδα κατηγοριών, ως ακολούθως: οι κατηγορίες 1 - 4, οι κατηγορίες 5 - 8, οι κατηγορίες 9 - 10, η κατηγορία 11, η κατηγορία 12, οι κατηγορίες 13 - 14, οι κατηγορίες 15 -16, οι κατηγορίες 17 -18 και η κατηγορία
- Ως χρόνος διάπραξης των αδικημάτων, οι πλείστες κατηγορίες αναφέρονται στα έτη 2016 και 2017, ενώ κάποιες κατηγορίες (κατηγορίες 13 μέχρι 18), αναφέρονται στα έτη 2012 - 2013 και
- Τα δε αδικήματα της υπόθεσης 134/2018 του Ε.Δ. Λάρνακας διαπράχθηκαν τα έτη 2012 ( 8η, 9η, 10η και 11η κατηγορία), το 2015 το αδίκημα της 1ης κατηγορίας και τα αδικήματα των κατηγοριών 2, 3, 4, 5, 6 και 7 το έτος
- Λόγω του αριθμού των αδικημάτων και του γεγονότος ότι διαπράχθηκαν σε διάφορες ημερομηνίες, είναι δύσκολο αυτά να συνοψιστούν για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης. Διαπιστώνεται μετά από προσεκτική μελέτη των γεγονότων της κάθε περίπτωσης, ότι ο κατηγορούμενος με διάφορα τεχνάσματα, και όχι μόνο, κατάφερνε να πείσει και να εκμεταλλευτεί καταστάσεις και ανθρώπους με σκοπό την αποκόμιση με παράνομο τρόπο οικονομικού οφέλους. Χαρακτηριστική περίπτωση, είναι αυτή που παρέστησε τον εαυτό του ως επαγγελματία ντετέκτιβ και υποσχόμενος πως θα εξασφαλίσει στην Ευαγγελία Κακογιάννη από την Λεμεσό πληροφορίες για την εξαφάνιση της κόρης της της απέσπασε το χρηματικό ποσό των €
- Σε άλλες δε περιπτώσεις, η δραστηριότητα του επεκτείνεται σε κλοπές και διαρρήξεις. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου 1, κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, ζήτησε να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο η ομολογία διάπραξης των αδικημάτων, η άμεση παραδοχή του, ο τρόπος με τον οποίο έδρασε, τον οποίο χαρακτήρισε πρόχειρο, υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του γραφείου ευημερίας και αναφέρθηκε στις προσωπικές του συνθήκες και έθεσε γενικά ενώπιον του Δικαστηρίου τους μετριαστικούς παράγοντες που θα πρέπει αυτό να λάβει υπόψη του κατά την επιμέτρηση της ποινής, τόνισε ιδιαίτερα τις δύσκολες προσωπικές του συνθήκες και παιδικά του χρόνια. Επίσης, αναφέρθηκε σε περιστατικά που έλαβαν χώρα, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, κατά την διάρκεια που αυτός ήταν κατάδικος στις κεντρικές φυλακές, τα οποία οδήγησαν τον κατηγορούμενο 1 σε προσπάθεια να θέσει τέρμα στην ζωή του. Αναφορικά με ζήτημα αυτό, κατάθεσε και έκθεση της Επιτρόπου Διοικήσεως σε σχέση με τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου 1 για σεξουαλική κακοποίηση ενώ ήταν κατάδικος στις κεντρικές φυλακές, στην οποία γίνεται αναφορά και στον τρόπο διερεύνησης του παραπόνου του και της απόπειρας να θέσει τέρμα στην ζωή του, λαμβάνοντας χάπια κατά τον χρόνο που ήταν κατάδικος. Αναμφίβολα, τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος 1 έχει διαπράξει, είναι πολύ σοβαρά αδικήματα. Η σοβαρότητα τους, αντικατοπτρίζεται μεταξύ άλλων και μέσα από τις προβλεπόμενες από τον νόμο ποινές, εφόσον η διαβάθμιση της σοβαρότητας ενός αδικήματος προσδιορίζεται από το ύψος των ποινών που προβλέπει ο νόμος. Στοιχείο το οποίο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου κ.α
(1990)2 ΑΑΔ 264, Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου
(1993)2 ΑΑΔ 9). Όπως τέθηκε στη Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 652 «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμέτρησει την ποινή». Για όλα τα αδικήματα που έχει διαπράξει ο κατηγορούμενος προβλέπονται ποινές φυλάκισης και μάλιστα αυστηρές, οι ποινές φυλάκισης των συγκεκριμένων αδικημάτων, κυμαίνονται από 3 μέχρι 5 χρόνια. Αδικήματα της φύσης και μορφής που έχει διαπράξει ο κατηγορούμενος 1, είναι αδικήματα τα οποία απασχολούν τα δικαστήρια σχεδόν καθημερινά, γνώση την οποία αντλώ από την σωρεία των υποθέσεων που επιλαμβάνομαι σχεδόν καθημερινά και αφορούν αυτούς του είδους αδικήματα αλλά και από την κοινωνική πραγματικότητα. Λόγω αυτής της έξαρσης που παρουσιάζουν, επιβάλλεται λοιπόν η επιτακτική ανάγκη αναχαίτισης και αποτροπής διάπραξης παρομοίων αδικημάτων με την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Στην υπόθεση Αντάρτης ν. Δημοκρατίας
(1997)Π.Ε.6240 ημερ. 10.5.97 το θέμα της ποινής σε υποθέσεις διαρρήξεων προσεγγίστηκε ως εξής: «Η ανάγκη για την αυστηρή αντιμετώπιση των πιο πάνω αδικημάτων λόγω κυρίως της συχνότητας τους έχει τονιστεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν . Ανδρέου
(1994)2 ΑΑΔ 194, Dirazo v. Δημοκρατίας
(1992)2 ΑΑΔ 197, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1992)1 ΑΑΔ 160. Μάλιστα πολύ πρόσφατα (Βλ. Παναγίδης ν. Δημοκρατίας, Ποινική Εφεση 6239 ημερ. 18.4.1997), η απόφαση του Εφετείου αρχίζει με την θλιβερή διαπίστωση είναι πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στη Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Καταλήγει δε με τη διακήρυξη της υποστήριξης του Εφετείου σε αυστηρές ποινές για τέτοιου είδους συμπεριφορά.» Στην υπόθεση Παναγίδης (πιο πάνω), επίσης αναφέρονται και τα εξής: «Οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται αντίθετα έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη.» Στην υπόθεση Αντάρτης (πιο πάνω) επισημαίνονται τα πιο κάτω: «Επικροτούμε τη σχετική προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Είναι πλήρως ευθυγραμμισμένη και ταυτισμένη με την νομολογία μας. Η αυστηρή αντιμετώπιση επιβάλλεται λόγω της συχνότητας με την οποία διαπράττονται τα πιο πάνω αδικήματα και για προστασία της κοινωνίας». Περαιτέρω στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χατζημιτσή Π.Ε. 7861 ημερ. 3.3.2007, που αφορούσε διάφορα αδικήματα, μεταξύ άλλων και το αδίκημα της κλοπής, αναφέρονται και τα εξής, ως ενδεικτικά του τρόπου με τον οποίο θα πρέπει να αντιμετωπίζονται από τα Δικαστήρια οι υπαίτιοι διάπραξης αυτού του είδους αδικημάτων, «Αδικήματα αυτής της μορφής, και επαναλαμβάνω κατά συρροή σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, δεν μπορεί παρά να αντιμετωπίζονται με τον ανάλογο κολασμό. Άλλως πως το αίσθημα ευνομίας και ευταξίας στον κοινό πολίτη θα πλήττεται, με ολέθρια αποτελέσματα για την κοινωνική συνοχή του τόπου μας.» Όπως έχει νομολογηθεί, κάθε υπόθεση θα πρέπει να κρίνεται στη βάση των δικών της πραγματικών περιστατικών, ενώ κατά το στάδιο της επιμέτρησης της ποινής, απαιτείται εξατομίκευση της, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος, σε συνδυασμό με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Επίσης διατηρώ κατά νου ότι η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής, δε θα πρέπει να εξουδετερώνει την αποτρεπτικότητα της ή να καθιστά αναποτελεσματική την εφαρμογή του Νόμου . Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου. Π. Ε. 7000 24.4.2001 αναφορικά με την εξατομίκευση της ποινής αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν συνάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής.» Αρχικά θα πρέπει να πω ότι δεν θεωρώ τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο κατηγορούμενος βρέθηκε, έστω και αν δεχτώ ότι αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, ότι αποτελούν επαρκή δικαιολογία για την συνεχή συμπεριφορά του. Η αποδοχή των όσων εισηγήθηκε ο συνήγορος του, θα σήμαινε και ανοχή της εγκληματικότητας και αυτού του είδους συμπεριφορές δεδομένης της οικονομικής κρίσης που υπάρχει και πλήττει άλλους περισσότερο και άλλους λιγότερο. Λαμβάνω όμως υπόψη μου ότι γενικά οι άσχημες προσωπικές του συνθήκες του ήταν ο λόγος που κατέστησαν ευάλωτο τον ίδιο στο να αναμιχθεί σε αυτούς του είδους τις πράξεις. Τα γεγονότα και οι περιστάσεις της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένης όμως και της σωρευτικής διάπραξη των αδικημάτων, ο τρόπος και ο χρόνος δράσης του κατηγορούμενου, η αξία των κλαπέντων, είναι ενδεικτικά μπορώ να πω, της τάσης του και της ροπής του προς το έγκλημα και δείχνει την διάθεση του για παρανομία για εξασφάλιση οικονομικού οφέλους μέσα από αυτή, χωρίς να δείχνει καθόλου σημεία υπαναχώρησης από αυτή του την συμπεριφορά. Ο κατηγορούμενος από τις πράξεις του αποκόμισε όφελος περί τις €25,000, σε χρήματα και αντικείμενα, προκάλεσε αντίστοιχη ζημία στα θύματα και ουδέποτε αποκατέστησε την βλάβη αυτή. Ως ιδιαιτέρα επιβαρυντικά στοιχεία της υπόθεσης, τα πιο πάνω, λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο καθώς και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι λευκού ποινικού μητρώου, αφού για ανάλογη συμπεριφορά έχει απασχολήσει επανειλημμένα τα δικαστήρια και αντιμετωπίζει σωρεία προηγουμένων καταδικών. Ο κατηγορούμενος βαρύνεται με σωρεία προηγούμενων καταδίκων που αφορούν μεταξύ άλλων και παρόμοιας φύσης αδικήματα. Το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου 1 έχει κατατεθεί στην διαδικασία του αιτήματος κράτησης του και έχουν γίνει παραδεκτές όλες οι προηγούμενες του καταδίκες και στο στάδιο έκθεσης των γεγονότων της υπόθεσης. Αποτελεί αρχή ότι κανένας δεν τιμωρείται εκ νέου για αδίκημα το οποίο ήδη έχει τιμωρηθεί. Η σημασία όμως των προηγούμενων καταδικών έγκειται στο ότι η ύπαρξη τους τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό, μεγάλο ή μικρό, ανάλογα με τον αριθμό, το χρόνο και τη φύση των αδικημάτων στα οποία αναφέρονται, την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί. Και τούτο γιατί κυρίως αποτελούν ένδειξη της στάσης του κατηγορούμενου προς την τήρηση των νόμων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου
(1994)2 ΑΑΔ 1). Tο ποινικό μητρώο του κατηγορούμενο είναι πλούσιο. Τα αδικήματα που περιλαμβάνονται σε αυτό, αφορούν και καλύπτουν μεγάλη χρονική διάρκεια και αφορούν όμοιας φύσης αδικήματα. Ως ελαφρυντικά και προς όφελος του κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου την παραδοχή και την συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές και την άμεση παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω επίσης λάβει υπόψη μου, το περιεχόμενο της έκθεσης κοινωνικής έρευνας και όλους τους μετριαστικούς παράγοντες και περιστάσεις του κατηγορούμενου στις οποίες έκανε αναφορά ο συνήγορος του καθώς και τα δύσκολα βιώματα του κατά τον χρόνο που ήταν κατάδικος στις κεντρικές φυλακές, χωρίς όμως να μπορώ να υπεισέλθω σε γεγονότα και λεπτομέρειες λόγω του ότι οι ισχυρισμοί του αποτέλεσαν και ελπίζω να αποτελούν αντικείμενο διερεύνησης, λαμβάνω όμως υπόψη μου το επιβεβαιωμένο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος προσπάθησε να θέσει τέρμα την ζωή του κατά τον πιο πάνω χρόνο. Ειδικότερα δε λαμβάνω υπόψη μου, τα δύσκολα παιδικά χρόνια που πέρασε ο κατηγορούμενος, συνεπεία των άσχημων οικονομικών συνθηκών της οικογένειας του, της απώλειας του πατέρα του, αλλά και του αδελφού του, το ότι στερήθηκε του ευεργετήματος να μεγαλώσει και να αναπτυχθεί μέσα σε μια συγκροτημένη οικογένεια, αφού στην ηλικία των 5 ετών μετακινήθηκε στην Παιδική Στέγη, όπου επέστρεψε στην μητέρα του η οποία ανέλαβε την φροντίδα του στα 11 του χρόνια μετά τον θάνατο που πατέρα του. Οι άσχημες προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου του στέρησαν την ευκαιρία να μεγαλώσει κατά τρόπο θα μπορούσε να λάβει ορθή καθοδήγηση και επίσης να στρέψει σε άλλες κατευθύνσεις την ζωτικότητα του. Με κάθε συμπάθεια το Δικαστήριο βέβαια αντιμετωπίζει τα δύσκολα παιδικά χρόνια του κατηγορούμενου, από την άλλη όμως, όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Ανδρέας Φραντζίδης ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 77, η δυστυχία που πλήττει ένα άνθρωπο στην παιδική του ηλικία δεν αποτελεί μόνιμη ασπίδα κατά την συνέχισης της παρανομίας με ατιμωρησία. Αποδίδω ανάλογη λοιπόν βαρύτητα στο σύνολο των προσωπικών συνθηκών του κατηγορούμενου 1, όμως παράλληλα λαμβάνω υπόψη μου, σύμφωνα με την νομολογία, πως σε σοβαρά αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξης τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής ποινής και αυστηρής ποινής, οι παράγοντες αυτοί είναι ήσσονος σημασίας. Προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας (βλέπε Alsarsan ν. Δημοκρατίας Π.Ε. 5919 ημερομηνίας 18.1.1996, Zewar v. Αστυνομίας
(1990)2 AAΔ 384 και Μιχαήλ Α. Ψύλλος ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 430). Επίσης λαμβάνω σοβαρά υπόψη μου ότι ο κατηγορούμενος είναι πατέρας δύο παιδιών, το ένα σε τρυφερή ηλικία 2 ετών, το οποίο απέκτησε από τον δεύτερο του γάμο. Τούτο όμως το γεγονός, η γέννηση του παιδιού του, ο νέος του γάμος και αρχή στη ζωή του, θα έπρεπε λογικά να του δώσει πνοή ώστε να πορευτεί στην ζωή του με άλλες βάσεις στέρεες και υγιείς, που έχουν να κάνουν με την αφοσίωση στην οικογένεια του και θα έπρεπε να αποτελεί διδαχή για αυτόν μέσα από τα δικά του άσχημα παιδικά βιώματα του ώστε να μην αποστερηθεί το νέο του παιδί, αλλά και το άλλο παιδί, από τον πατέρα τους. Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Stefan Ilie κ.α ν Αστυνομίας Ποινικές Εφέσεις 180-2011, 181-2011 και 182-2011 ημερομηνίας 16.5.2012, όπου να σημειωθεί ο ένας από τους τρείς κατηγορούμενους ήταν ηλικίας 21 ετών και πατέρας δύο παιδιών ενάμιση έτους και τεσσεράμιση μηνών, επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 2 ετών και 18 μηνών μετά από την παραδοχή των κατηγορούμενων και το Εφετείο έκρινε ότι η ποινή που επέβαλε το πρωτόδικο δικαστήριο δεν ήταν υπερβολική. Η υπόθεση αφορούσε μια διάρρηξη και κλοπή περιουσίας €800. Συνεκτιμώντας λοιπόν όλα τα πιο πάνω στοιχεία, δηλαδή την σοβαρότητα των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος 1 διέπραξε, την έξαρση αυτού του είδους αδικημάτων, τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων από τον κατηγορούμενο 1, τον αριθμό των αδικημάτων που διέπραξε, συμπεριλαμβανομένων και των αδικημάτων της υπόθεσης του Ε.Δ. Λάρνακας που λαμβάνεται υπόψη, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη μου όλους τους πιο πάνω μετριαστικούς παράγοντες και προσωπικές του συνθήκες, ειδικότερα ότι είναι πατέρας δύο ανήλικων παιδιών, παράγοντες οι οποίοι υπό τις περιστάσεις θα επηρεάσουν μόνο το ύψος της ποινής αλλά όχι το είδος της, αφού σε τέτοιου είδους υποθέσεις, αλλά και στην περίπτωση του κατηγορούμενου 1, με βάση τα περιστασιακά της υπόθεσης και την προηγούμενη συμπεριφορά του, η μόνο ενδεδειγμένη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης, επιβάλλω στον πρώτο κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές φυλάκισης: 1) Στις κατηγορίες 1 μέχρι και 9 και στις κατηγορίες 11, 12, 13 15, 17 και 18 ποινή φυλάκισης 2 χρόνων. 2) Στην κατηγορία 10 και 29 φυλάκισης 2 ½ χρόνων. Στις κατηγορίες 14 και 16 δεν επιβάλω καμία ποινή η κατηγορία 14 απορρέει από τα γεγονότα της 13ης κατηγορίας και η κατηγορία 16 από τα γεγονότα της 15ης κατηγορίας. Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο 1 να συντρέχουν και η έκτιση τους αρχίζει από την 23.11.2017, ημερομηνία που αυτός τελεί υπό κράτηση. Στην παρούσα υπόθεση λήφθηκε υπόψη και η υπόθεση 134/18 του Ε.Δ. Λάρνακας. (Υπ.) ............. Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο