Δ η μ ο κ ρ α τ ί α ν. Χρίστου Πιπόνια κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 473/17, 26/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2018:3 ΣΤΟ MONIMO ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Α. Κονή, Α.Ε.Δ. Τ. Κατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 473/17 Δ η μ ο κ ρ α τ ί α ν.
- Χρίστου Πιπόνια, από τη Λεμεσό
- Μιχάλη Μαρκίδη, από τη Λεμεσό
- Πέτρου Μπατζιόα, από τη Λεμεσό Κατηγορουμένων 26.02.2018 Για τη Δημοκρατία: κα Όλγα Σοφοκλέους (για ν' ακούσει απόφαση ο κος Λ. Μάρκου) Κατηγορούμενος 1 παρών, γι' αυτόν: κ. Ηλ. Στεφάνου Κατηγορούμενος 2 παρών, γι' αυτόν: καμία εμφάνιση Κατηγορούμενος 3 παρών, γι' αυτόν: κ. Η. Κονναρής ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Το κατηγορητήριο που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, στην παρούσα υπόθεση, αρχικά αφορούσε είκοσι κατηγορίες. Στη συνέχεια και συγκεκριμένα στις 19.9.2017, με σχετική τροποποίηση προσετέθηκαν ακόμη τρείς, ήτοι οι κατηγορίες 21, 22 και
- Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, η εκπρόσωπος της διέκοψε τις κατηγορίες 5 και 6 που αφορούσαν και τους τρείς κατηγορούμενους. Πρόσθετα και μετά που ο κατηγορούμενος 2 ζήτησε να αλλάξει απάντηση από μη παραδοχή σε παραδοχή, η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής διέκοψε γι' αυτόν μόνο, τις κατηγορίες 1 και 3, που από κοινού αντιμετώπιζε με τους κατηγορούμενους 2 και 3, καθώς και την κατηγορία 20 που αφορούσε μόνον αυτόν. Συνακόλουθα οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν: Οι κατηγορούμενοι 1 και 3, αντιμετωπίζουν από κοινού τα αδικήματα:
- Της συνομωσίας προς διάπραξη του κακουργήματος της απαγωγής, κατά παράβαση των άρθρων 371, 247, 250 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (κατηγορία 1).
- Του αδικήματος της απαγωγής, κατά παράβαση των άρθρων 247, 250 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (κατηγορία 2).
- Της συνομωσίας προς διάπραξη του πλημμελήματος της απειλής, κατά παράβαση των άρθρων 372, 91Α και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (κατηγορία 3).
- Του αδικήματος της απειλής, κατά παράβαση των άρθρων 91Α και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (κατηγορία 4). Ο κατηγορούμενος 1, αντιμετωπίζει, από μόνος του εννέα κατηγορίες οι οποίες αφορούν τα αδικήματα:
- Της απαίτησης περιουσίας με απειλές με σκοπό την κλοπή, ήτοι απαίτησης του χρηματικού ποσού των €35.000, κατά παράβαση του άρθρου 290 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (κατηγορία 7).
- Της κατοχής πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β, ήτοι πιστολιού, κατά παράβαση των άρθρων 2, 4
(1)και 51
(1)Πρώτο Παράρτημα του Περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου, Ν.113(Ι)/2004, όπως αυτός τροποποιήθηκε (κατηγορία 8). 3. Της μεταφοράς πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β, ήτοι πιστολιού, κατά παράβαση των άρθρων 2, 4
(1)και 51
(1)Πρώτο Παράρτημα του Περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου, Ν.113(Ι)/2004, όπως αυτός τροποποιήθηκε (κατηγορία 9). 4. Της κατοχής εκρηκτικών υλών, ήτοι 5 φυσιγγίων διαμετρήματος 5 mm, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 4
(4)(δ), του Περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ.54 όπως αυτός τροποποιήθηκε (κατηγορία 10). 5. Της μεταφοράς εκρηκτικών υλών, ήτοι 5 φυσιγγίων διαμετρήματος 5 mm, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 4
(4)(δ), του Περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ.54, όπως αυτός τροποποιήθηκε (κατηγορία 11). 6. Της χρήσης εκρηκτικών υλών, ήτοι 5 φυσιγγίων διαμετρήματος 5 mm, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 4
(4)(ζ), του Περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου Κεφ.54, όπως αυτός τροποποιήθηκε (κατηγορία 12).
- Της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (κατηγορία 13).
- Της απειλής, κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (κατηγορία 14).
- Της προμήθειας ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Α, ήτοι 332,83 γραμμαρίων κοκαΐνης σε άλλο πρόσωπο, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, Πρώτος Πίνακας Μέρος Ι, 5
(1)(β)(2α), 24
(1), 30 31 και 31Α και Τρίτος Πίνακας, του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου Ν.29/1977, όπως αυτός τροποποιήθηκε (κατηγορία 17). Οι κατηγορούμενοι 1 και 2, αντιμετωπίζουν από κοινού τα αδικήματα: 1. Της παράνομης κατοχής ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Α, ήτοι 332,83 γραμμαρίων κοκαΐνης, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, Πρώτος Πίνακας Μέρος Ι, 6
(1)
(2), 24, 30 31 και 31Α και Τρίτος Πίνακας, του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου Ν.29/1977, όπως αυτός τροποποιήθηκε και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 (κατηγορία 15). 2. Της παράνομης κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Α, ήτοι 332,83 γραμμαρίων κοκαΐνης, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, Πρώτος Πίνακας Μέρος Ι, 6
(1)
(3), 30Α και 31 και Τρίτος Πίνακας, του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου Ν.29/1977, όπως αυτός τροποποιήθηκε και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 (κατηγορία 16). Ο κατηγορούμενος 2, αντιμετωπίζει, από μόνος του τα αδικήματα: 1. Της χρήσης ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Α, ήτοι κοκαΐνης, κατά παράβαση των άρθρων 10(α), 24
(1), 30 και 31, Πρώτος Πίνακας Μέρος Ι και Τρίτος Πίνακας, του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου Ν.29/1977, όπως αυτός τροποποιήθηκε (κατηγορία 18). 2. Της κατοχής ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Β, ήτοι 1,4655 γραμμαρίων φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3, Πρώτος Πίνακας Μέρος ΙΙ, 6
(1)
(2), 24, 30, 31 και 31Α και Τρίτος Πίνακας, του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου Ν.29/1977, όπως αυτός τροποποιήθηκε (κατηγορία 19).
- Της συνομωσίας προς διάπραξη του κακουργήματος της απαγωγής, κατά παράβαση των άρθρων 371, 247, 250 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (κατηγορία 21).
- Της συνομωσίας προς διάπραξη του πλημμελήματος της απειλής, κατά παράβαση των άρθρων 372, 91Α και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (κατηγορία 22).
- Της συνομωσίας προς διάπραξη του πλημμελήματος της παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία, κατά παράβαση των άρθρων 372, 122(β) και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (κατηγορία 23). Τα αδικήματα των κατηγοριών 1, 2, 3, 4, 7, 13, 14, 21, 22 και 23, διαπράχθηκαν σύμφωνα με την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής, σε βάρος του Γιώργου Νικολάου, Μ.Κ.1, που φέρεται να είναι το θύμα της ισχυριζομένης παράνομης συμπεριφοράς των κατηγορουμένων 1, 2 και
- Όπως και πιο πάνω αναφέρεται, ο κατηγορούμενος 2 παραδέχθηκε ενοχή στις κατηγορίες που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει, ήτοι στις κατηγορίες 2, 4, 15, 16, 18, 19, 21, 22 και 23 και ως εκ τούτου η υπόθεση προχώρησε για ακρόαση μόνο σε σχέση με τους κατηγορούμενους 1 και 3 στις κατηγορίες που ο καθένας από αυτούς αντιμετωπίζει, είτε από μόνος του είτε από κοινού με τους λοιπούς. Επισημαίνουμε στο σημείο αυτό ότι, παρόλο που ο κατηγορούμενος 2, αμέσως μετά την παραδοχή του δήλωσε μέσω του συνηγόρου του ότι ήταν διατεθειμένος να καταθέσει ως μάρτυρας κατηγορίας, η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής δήλωσε πώς η Κατηγορούσα Αρχή δεν προτίθετο να τον χρησιμοποιήσει και να τον καλέσει να καταθέσει ως τέτοιος μάρτυρας. Συνακόλουθα το Δικαστήριο, εφαρμόζοντας τα όσα η σχετική επί του θέματος νομολογία αναγνωρίζει[1], δεν επέβαλε ποινή άμεσα στον κατηγορούμενο 2 μετά που αυτός άλλαξε απάντηση από μη παραδοχή σε παραδοχή, αλλά τούτο θα γίνει μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας και την έκδοση απόφασης σε σχέση με τους κατηγορούμενους 1 και
- Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής ο συνήγορος του κατηγορουμένου 3 υπέβαλε εισήγηση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η πιο πάνω εισήγηση δεν βρήκε σύμφωνη την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής η οποία ανέπτυξε τις αντίθετες απόψεις. Παρενθετικά αναφέρουμε ότι ο συνήγορος τoυ κατηγορουμένου 1 στο στάδιο αυτό, δεν υπέβαλε εισήγηση για απόρριψη των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο εν λόγω κατηγορούμενος. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου 3 αγορεύοντας ενώπιον του Δικαστηρίου προς υποστήριξη της θέσης του, επεσήμανε κατ' αρχάς ότι τα βασικά συστατικά στοιχεία των αδικημάτων δεν έχουν στοιχειοθετηθεί εναντίον του πελάτη του. Προς επίρρωση της πιο πάνω εισήγησης του τόνισε, μεταξύ άλλων, ότι ουδεμία αναφορά υπήρξε για ανάμειξη του κατηγορουμένου 3 στις απειλές που ο Μ.Κ.1 δέχτηκε, τόσο για να αποκαλύψει που βρισκόντουσαν τα επίδικα ναρκωτικά, όσο και για να μεταβεί στη Λεμεσό για να συναντήσει το πρόσωπο που κατ' ισχυρισμό ήταν ο ιδιοκτήτης των εν λόγω ναρκωτικών. Επεσήμανε δε προς υποστήριξη της θέσης του, ότι ο ΜΚ1 σε σχετική ερώτηση στο στάδιο της αντεξέτασης του, ανέφερε πώς ο ίδιος ο κατηγορούμενος 3 ουδέποτε τον απείλησε με κάποια ενέργεια η συμπεριφορά και ούτε κάν του μίλησε. Η εντύπωση δε που του δημιουργήθηκε περί συμμετοχής του κατηγορούμενου 3 στα αδικήματα των κατηγοριών 1, 2, 3 και 4, ήταν απόρροια των όσων του έλεγε ο κατηγορούμενος
- Η μοναδική εμπλοκή του κατηγορουμένου 3 ήταν η παράδοση στο ΜΚ1 ενός μικρού χαρτιού, «κολλούας» ως ανέφερε χαρακτηριστικά, στο οποίο αναγραφόταν ο αριθμός τηλεφώνου του φερόμενου ως ιδιοκτήτη των επιδίκων ναρκωτικών ουσιών, που σύμφωνα με την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής είναι ο κατηγορούμενος
- Τη συγκεκριμένη δε «κολλούα», παρά την δήλωση του ΜΚ1 ότι θα την παρέδιδε στην Αστυνομία όταν την εντόπιζε, αυτός ουδέποτε την παρουσίασε. Επεσήμανε επίσης ότι δεν διαπιστώθηκε με βάση την ενώπιον μας μαρτυρία να επιδείχθηκε από τον κατηγορούμενο 3 καθ' όλη την διάρκεια της παραμονής του στο μέρος, είτε μέσα στο αυτοκίνητο, είτε όταν βγήκε και κινήθηκε εντός του ξενοδοχείου που διαχειριζόταν ο ΜΚ1, οποιαδήποτε παράνομη συμπεριφορά. Είναι ακόμη η εισήγηση του συνηγόρου του κατηγορούμενου 3, ότι ουδεμία μαρτυρία έχει δοθεί από τούς μάρτυρες κατηγορίας, εκ της οποίας μπορεί να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της συνομωσίας αφού δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να καταδεικνύει συμφωνία του κατηγορούμενου 3 με οποιοδήποτε εκ των συγκατηγορούμενων του προς διάπραξη των επιδίκων αδικημάτων των κατηγοριών 1, 2, 3 και
- Είναι ακόμη η θέση του πώς από την τεθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου υπό της Κατηγορούσας Αρχής μαρτυρία, ουδέν εντοπίζεται που να δείχνει πώς ο κατηγορούμενος 3, γνώριζε τι ο κατηγορούμενος 2 έλεγε στον ΜΚ1, η τι ακριβώς πήγε να κάνει στο ξενοδοχείο του, αλλά ούτε και τι συνεννοήσεις έγιναν μαζί με τον κατηγορούμενο 1, που κατ' ισχυρισμό ήταν ο ιδιοκτήτης των επιδίκων ναρκωτικών. Από τη μαρτυρία που κατατέθηκε στο Δικαστήριο, δεν εξάγεται συνεπώς, σύμφωνα πάντα με τον ευπαίδευτο συνήγορο, οποιοδήποτε στοιχείο γνώσης εκ μέρους του κατηγορουμένου 3, η συμφωνίας του ιδίου με οποιοδήποτε από τούς συγκατηγορούμενους του η τρίτο πρόσωπο, ως προς τα επίδικα γεγονότα που αφορούν τα αδικήματα όλων των κατηγοριών Εισηγήθηκε περαιτέρω ότι η μαρτυρία του ΜΚ 1 ενώπιον του Δικαστηρίου δεν συνάδει με τα όσα ανέφερε στις καταθέσεις του στη Αστυνομία σε ουσιώδη γεγονότα για την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής. Στάθηκε ιδιαίτερα στη διαφορετική θέση του ΜΚ1 που αφορά για το πόσες φορές κατέβηκε από το αυτοκίνητο ο κατηγορούμενος 3, στην κατάθεση του λέει μία ενώ στο Δικαστήριο είπε δύο και στο ότι ενώ στο Δικαστήριο ανέφερε πώς ο κατηγορούμενος 2 πηγαινοερχόταν στο αυτοκίνητο για να καθησυχάζει τα εντός αυτού ευρισκόμενα πρόσωπα για να μην κατέβουν κάτω και να τον χτυπήσουν, στην κατάθεση του στην αστυνομία το μόνο που αναφέρει είναι ότι τα εν λόγω πρόσωπα συνεχώς κόρναραν στον κατηγορούμενο
- Είναι δε η εισήγηση του πώς αυτές οι αντιφάσεις καθιστούν το ΜΚ1, που είναι και ο μοναδικός μάρτυρας που εμπλέκει τον κατηγορούμενο 3, πλήρως αναξιόπιστο και την μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής αντινομική ώστε να στερείται πειστικότητας στο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτήν για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο
- Αναφορικά με τις εισηγήσεις του, σε σχέση με τις κατηγορίες 5 και 6, δεν κρίνουμε σκόπιμο να αναφέρουμε οτιδήποτε αφού οι κατηγορίες αυτές μετά την ολοκλήρωση της αγόρευσης του, διεκόπηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή. Η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής υποστήριξε την αντίθετη άποψη. Αγορεύοντας ενώπιον του Δικαστηρίου επεσήμανε εν πρώτοις ότι έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων των κατηγοριών 1, 2, 3 κι
- Ακόμη είναι η θέση της πώς μπορεί να μην υπάρχει μαρτυρία που να καταδεικνύει την άμεση από μέρους του κατηγορούμενου 3 εκδήλωση απειλής, είτε λεκτικά είτε με πράξη, όμως οι κατηγορίες στηρίζονται και στο άρθρο 20 του Κεφ.154, ήτοι κατηγορείται για συνέργεια στην διάπραξη των αδικημάτων. Επίσης είναι εισήγηση της πώς τόσο η μαρτυρία του ΜΚ1 όσο και των λοιπών μαρτύρων κατηγορίας δεν παρουσιάζει στοιχεία αναξιοπιστίας και συνακόλουθα η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής δεν μπορεί να κριθεί ότι είναι αντινομική. Είναι ακόμη η θέση της ότι από την μαρτυρία του ΜΚ1, αλλά και των λοιπών μαρτύρων κατηγορίας, ακόμη και εκεί που αυτή δεν είναι άμεση, η περιστατική μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, μπορεί από μόνη της να οδηγήσει στην εξαγωγή εκείνων των συμπερασμάτων, στο βαθμό που απαιτείται στο στάδιο αυτό της διαδικασίας, έτσι ώστε τόσο ο κατηγορούμενος 3 όσο και ο κατηγορούμενος 1 να κληθούν σε απολογία. Κάλεσε δε το Δικαστήριο να δώσει ιδιαίτερη βαρύτητα στα πιο κάτω σημεία από την μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου: · Το χαρτάκι με το τηλέφωνο του προσώπου που φερόταν ως ιδιοκτήτης των ναρκωτικών το οποίο εκβιαστικά και με απειλές θα έπρεπε να συναντήσει ο ΜΚ1 και με το οποίο τελικά συναντήθηκε, ήτοι ο κατηγορούμενος 1, το έδωσε σε αυτόν ο κατηγορούμενος
- · Ο κατηγορούμενος 3, βρισκόταν κατά τους επίδικους χρόνους στο μέρος που έλαβαν χώραν τα επίδικα γεγονότα που αφορούν τις κατηγορίες 1, 2, 3 και
- · Ο κατηγορούμενος 3 ήταν σε συνεχή προσωπική επαφή με τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος απειλούσε τo ΜΚ1 και του προκάλεσε τρόμο, ότι σε περίπτωση που δεν ακολουθούσε τις οδηγίες του θα είχε να αντιμετωπίσει τον ξυλοδαρμό του ιδίου αλλά και του παιδιού του. Όλα τα πιο πάνω στοιχεία που συνάγονται από την ενώπιον του Δικαστηρίου μη αμφισβητηθείσα μαρτυρία, αποδεικνύουν, σύμφωνα πάντα με την θέση της εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, τη γνώση και τη συμμετοχή του κατηγορούμενου 3 στα υπό κρίση αδικήματα και στη παροχή βοήθειας, τόσο στον κατηγορούμενο 2, όσο και στον κατηγορούμενο 1, στο να τα διαπράξουν στα πλαίσια των όσων είχαν συνωμοτήσει να πράξουν. Αυτή δε η μαρτυρία, , στην όψη της κι όχι μετά την πλήρη αξιολόγηση της, κάτι που θα γίνει στο τέλος της ακροαματικής διαδικασίας, καθιστά τους κατηγορούμενους 1 και 3, συναυτουργούς του κατηγορούμενου 2, δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 και κατ' επέκταση θα πρέπει να κληθούν σε απολογία. ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ - ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το δικαίωμα του κατηγορουμένου να υποβάλει ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του προβλέπεται από το άρθρο 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Οι δε παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την απόδειξη από πλευράς της Κατηγορούσας αρχής εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον ενός κατηγορουμένου, έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας[2], στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962[3]. Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Στην δε υπόθεση R. v. Galbraith[4] το Αγγλικό Εφετείο εξετάζοντας τις αρχές από τις οποίες το Δικαστήριο καθοδηγείται, όταν εξετάζει εκ πρώτης όψεως υπόθεση, είπε τα πιο κάτω, σε ελεύθερη μετάφραση στα Ελληνικά: «Πώς τότε ο Δικαστής πρέπει να αντιμετωπίσει εισήγηση ότι δεν υπάρχει υπόθεση,
(1)Αν δεν υπάρχει μαρτυρία ότι το ισχυριζόμενο αδίκημα έχει διαπραχθεί από τον Κατηγορούμενο, δεν υπάρχει δυσκολία. Ο Δικαστής θα σταματήσει φυσικά την υπόθεση.
(2)Η δυσκολία εγείρεται όταν υπάρχει κάποια μαρτυρία, αλλά αυτή είναι αδύνατου χαρακτήρα (tenuous character), παραδείγματος χάριν λόγω αδυναμίας ή ασάφειας ή όταν δεν συνάδει με άλλη μαρτυρία. (α) Όταν ο Δικαστής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία που λαμβάνεται υπόψη στον πιο ψηλό βαθμό της (taken as its highest), είναι τέτοια που οι ένορκοι, ορθά καθοδηγούμενοι, δεν θα μπορούσαν δικαίως να καταδικάσουν στηριζόμενοι πάνω της, τότε είναι καθήκον του Δικαστή να σταματήσει την υπόθεση. (β) Όταν όμως η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής είναι τέτοια που η βαρύτητά της ή η αδυναμία της εξαρτάται από την αξιοπιστία κάποιου μάρτυρα ή από άλλα θέματα που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία των ενόρκων και όταν σε μια πιθανή θεώρηση των γεγονότων υπάρχει μαρτυρία επί της οποίας οι ένορκοι μπορούν να βασισθούν για να καταλήξουν ότι ο Κατηγορούμενος είναι ένοχος, τότε το θέμα πρέπει να αφίεται από το Δικαστήριο για να αποφασισθεί από τους ενόρκους.». Καθοδηγητική και πολύ διαφωτιστική επί του θέματος είναι και η απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου[5]. Ο Δικαστής Πικής, όπως ήταν τότε, αναλύοντας τον όρο «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» είπε τα πιο κάτω τα οποία θεωρήσαμε σκόπιμο όπως παραθέσουμε αυτούσια: «Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Χρήσιμη ανάλυση του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" γίνεται στην απόφαση της ολομέλειας In Re Kakos
(1985)1 CLR 250. ................................. H απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) oποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου. ............................................................................................................... Οι διατάξεις του Άρθρου 74
(1)(β) του Κεφ. 155 εναρμονίζονται, όπως επεξηγείται, με τα αγγλικά θέσμια στον προσδιορισμό εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και για το λόγο αυτό τόσο η Πρακτική του 1962 όσο και η σχετική αγγλική νομολογία (Βλέπε μεταξύ άλλων: (
- a)Wiseman & Another v. Bomeman & Others [1967] 3All E.R. 1045 (
- b)Cozens v. Brutus [1972] 2 All E.R. 1 (
- c)Ellis v. Jones [1973] 2 All E.R. 893 (
- d)R. v. Galbraith [1981] 2 All E.R. 1061 (
- e)R. v. Barker (Note [1975] 65 Cr. App. R. 287) οριοθετούν το πλαίσιο διαπίστωσης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης.» Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων (εξ όψεως) και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και στη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Η δε εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία, ως αναιρούσης την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, είναι περιορισμένη. Το βάρος δε απόδειξης που έχει η Κατηγορούσα Αρχή σε αυτό το στάδιο, είναι διαφορετικό από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό είναι αρκετό η Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (βλ. The Police v. Kallenos[6]). Από την άλλη, ως επίσης η σχετική επί του θέματος νομολογία αναγνωρίζει, δεν είναι αρκετή η δημιουργία εύλογων υποψιών εις βάρος του κατηγορούμενου, καθότι η υποψία δεν εξομοιώνεται με την μαρτυρία[7]. Καθοδηγούμενοι λοιπόν από τις πιο πάνω αρχές εξετάσαμε την εισήγηση που πρόβαλε η υπεράσπιση του κατηγορουμένου 3, για απόρριψη όλων των κατηγοριών. Αυτή η εισήγηση μας έχει οδηγήσει αναπόφευκτα στο να εξετάσουμε την ποιότητα της ενώπιον μας από την Κατηγορούσα Αρχή, τεθείσας μαρτυρίας, αλλά και στο κατά πόσο έχουν από την εν λόγω μαρτυρία αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των υπό εκδίκαση αδικημάτων, ήτοι κατά πόσο έχουν αυτά διαπραχθεί κι όχι αν αυτά διαπράχθηκαν από τον κατηγορούμενο 3. Έχουμε παράλληλα εξετάσει καθηκόντως, παρά το ότι δεν υπήρξε σχετική προς τούτο εισήγηση, κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και εναντίον του κατηγορουμένου 1 στις κατηγορίες που αυτός αντιμετωπίζει. Με βάση λοιπόν τα παραδεκτά γεγονότα και την μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μας, την οποία έχουμε εξετάσει ενδελεχώς και με τη δέουσα προσοχή, χωρίς όμως να προβαίνουμε σε οποιαδήποτε αξιολόγηση, αλλά αντιμετωπίζοντας την αντικειμενικά και στην όψη της, προκύπτουν τα εξής: Ο ΜΚ1 κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν ο διαχειριστής του ξενοδοχείου «ΟΚΕΛΛΑ», που ευρίσκεται στην περιοχή του χωριού Σαϊττά στη Λεμεσό. Μετά από έρευνα που διεξήγαγε η αστυνομία την 31.12.2016, κατόπιν λήψης σχετικής προς τούτο συγκατάθεσης από το ΜΚ1, εντοπίστηκε στο μηχανοστάσιο του ξενοδοχείου «ΟΚΕΛΛΑ», που θα αναφέρεται μετά απλώς ως «ξενοδοχείο», η επίδικη ποσότητα ναρκωτικών ουσιών. Μετά την ανεύρεση των επιδίκων ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα την 01.1.2017, ο κατηγορούμενος 2, επισκέφτηκε τον χώρο του ξενοδοχείου. Ο Μ.Κ.1 και ο κατηγορούμενος 2 ήταν γνωστοί. Επειδή δε ο Μ.Κ.1 γνώριζε πώς ο κατηγορούμενος 2 είχε εμπλοκή με ναρκωτικές ουσίες και τον είδε σε άλλες περιπτώσεις να περιφέρεται στον εξωτερικό χώρο του ξενοδοχείου, τον πληροφόρησε για τον εντοπισμό των επιδίκων ναρκωτικών ουσιών από την Αστυνομία και τον ρώτησε αν ήταν δικά του. Ο κατηγορούμενος 2 τότε, ρώτησε τον Μ.Κ.1 που βρισκόντουσαν τα επίδικα ναρκωτικά και αφού πληροφορήθηκε από τον Μ.Κ.1 ότι αυτά τα είχε πάρει η Αστυνομία, αναχώρησε. Ο κατηγορούμενος 2, στις 02.1.2017 και περί την 15.46 το απόγευμα, τηλεφώνησε του ΜΚ1 και του είπε πώς αν δεν τους επέστρεφε τα επίδικα ναρκωτικά, θα μετέβαινε μαζί με άλλα πρόσωπα στο ξενοδοχείο του και θα τον έπαιρναν «σηκωτό» στη Λεμεσό για να συναντηθεί με τον ιδιοκτήτη τους. Ο ΜΚ1 του είπε πώς δεν συμφωνούσε να μεταβεί στη Λεμεσό κι αν κάποιος ήθελε να τον συναντήσει θα έπρεπε να πάει στο ξενοδοχείο του. Μετά από μία ώρα περίπου, ο κατηγορούμενος 2 μετέβη μαζί με τον κατηγορούμενο 3 και με ένα άλλο πρόσωπο, με ένα αυτοκίνητο μάρκας BMW, το οποίο εκ των υστέρων διαπιστώθηκε ότι έφερε αριθμούς εγγραφής ΚSS 177 και ήταν ιδιοκτησία της συζύγου του κατηγορούμενου 3, στον εξωτερικό χώρο του ξενοδοχείου. Ακολούθως ο κατηγορούμενος 2 κατέβηκε από το εν λόγω όχημα και εισήλθε εντός του ξενοδοχείου για να συζητήσει με το ΜΚ1 το πρόβλημα που προέκυψε με την επίδικη ποσότητα των ναρκωτικών ουσιών. Ο κατηγορούμενος 2 στις συνομιλίες που είχε με το ΜΚ1 τον απείλησε ότι αν δεν τους παρέδιδε τα επίδικα ναρκωτικά, τα οποία είχαν εντοπιστεί από την Αστυνομία στις 31.12.2016 μέσα στο μηχανοστάσιο του ξενοδοχείου, θα ασκείτο εναντίον του ιδίου, του παιδιού του και της περιουσίας του, βία. Προς τούτο ο κατηγορούμενος 2 είπε στον ΜΚ1 ότι έπρεπε να πάει μαζί τους, υπονοώντας τον ίδιο και τα άλλα δύο πρόσωπα που ήταν εντός του αυτοκινήτου BMW, για να συναντήσει τον φερόμενο ως ιδιοκτήτη των επιδίκων ναρκωτικών ουσιών και να του δώσει εξηγήσεις για το πού αυτές βρισκόντουσαν. Ακόμη, ο κατηγορούμενος 2 στις συνομιλίες που είχε με τον ΜΚ1 κατά τον πιο πάνω αναφερόμενο χρόνο, του είπε πως αν αρνείτο να μεταβεί στη Λεμεσό για να συναντήσει τον ιδιοκτήτη των επιδίκων ναρκωτικών ουσιών που, τότε θα τον έπαιρναν «σηκωτό και διά της βίας» στη συγκεκριμένη συνάντηση. Ο ΜΚ1 φοβούμενος και τρομοκρατημένος όταν άκουσε τι του είπε ο κατηγορούμενος 2, συνομίλησε με κάποιο εξάδελφο του ο οποίος του είπε να εξασφαλίσει το τηλέφωνο του φερόμενου ως ιδιοκτήτη των επιδίκων ναρκωτικών ουσιών για να συνομιλήσει μαζί του. Το τηλεφώνημα του ΜΚ1 προς τον εξάδελφο του έγινε την 2.1.2017, περί ώρα 15:50. Ο κατηγορούμενος 2 ο οποίος μέχρι που έγινε το συγκεκριμένο τηλεφώνημα από το ΜΚ1 προς τον εξάδελφο του, μπαινόβγαινε στο ξενοδοχείο και ο ΜΚ1 τον έβλεπε που συνομιλούσε με τον οδηγό του αυτοκινήτου BMW που ήταν σταθμευμένο έξω από το ξενοδοχείο, ο οποίος, όπως είναι παραδεκτό ήταν ο κατηγορούμενος 3 και επέστρεφε πίσω. Μετά το τηλεφώνημα που ο ΜΚ1 πραγματοποίησε στον εξάδελφο του, ο κατηγορούμενος 2 αφού πληροφορήθηκε το περιεχόμενο της συζήτησης που είχαν, εξήλθε και πάλι του ξενοδοχείου και όταν επέστρεψε συνοδευόταν τη φορά αυτή από τον κατηγορούμενο 3, ο οποίος παρέδωσε στο ΜΚ1 ένα χαρτάκι, στο οποίο αναγραφόταν ο αριθμός του τηλεφώνου του προσώπου που φερόταν ως ο ιδιοκτήτης των επιδίκων ναρκωτικών ουσιών. Στο σημείο αυτό επισημαίνουμε ότι η αρχική εκδοχή του ΜΚ1 η οποία καταγράφεται στην κατάθεση του ημερομηνίας 02.01.2017, Ένδειξη Β1, ήταν ότι τον αριθμό τηλεφώνου του φερόμενου ως ιδιοκτήτη δεν του τον έδωσε γραμμένο σε χαρτάκι ο κατηγορούμενος 3, αλλά του τον είπε προφορικά και ο ίδιος τον σημείωσε σε μία «κόλλα». Μετά που ο ΜΚ1 έλαβε τον αριθμό τηλεφώνου, μίλησε ξανά με τον εξάδελφο του και τού είπε τον εν λόγω αριθμό. Στη συνέχεια πληροφορήθηκε από αυτόν ότι συνομίλησε όντως με το πρόσωπο που φερόταν ως ο ιδιοκτήτης των επιδίκων ναρκωτικών ουσιών στο συγκεκριμένο αριθμό τηλεφώνου και συμφώνησε μαζί του να συναντηθούν όλοι μαζί στη Λεμεσό, για να συζητήσουν το πρόβλημα το οποίο είχε δημιουργηθεί. Ο ΜΚ1 μετέφερε τα ό,σα του ανέφερε ο εξάδελφος του στον κατηγορούμενο 2, οπόταν αυτός εξήλθε του ξενοδοχείου, συνομίλησε με τον κατηγορούμενο 3 και όταν επέστρεψε, πληροφόρησε το ΜΚ1 ότι η πρόταση του έγινε αποδεκτή. Του είπε επίσης ότι για να είναι σίγουρος πώς θα πήγαινε στο σημείο όπου θα συναντούσε τον ιδιοκτήτη των ναρκωτικών, θα έμπαινε μαζί του μέσα στο αυτοκίνητο του. Προτού ο κατηγορούμενος 3 δώσει τον αριθμό του τηλεφώνου του προσώπου που φερόταν ως ιδιοκτήτης των επιδίκων ναρκωτικών ουσιών και ενώ ο ΜΚ1 συνομιλούσε με τον κατηγορούμενο 2, αυτός εισήλθε μαζί με το άλλο πρόσωπο που ήταν ο συνοδηγός του, μέσα στο χώρο του ξενοδοχείου, περπάτησαν για χρονικό διάστημα ένα με δύο λεπτά «σάν να ήταν μέσα στο περβόλι τους», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο ΜΚ1 και αφού μίλησαν με τον κατηγορούμενο 2, εξήλθαν. Στη συνέχεια, γύρω στις 16:50, ο ΜΚ1 μαζί με τον κατηγορούμενο 2, επιβιβάσθηκαν μέσα στο αυτοκίνητο του με αριθμούς εγγραφής HPE 572 και αναχώρησαν από το ξενοδοχείο με κατεύθυνση προς Λεμεσό, ακολουθούμενοι από το αυτοκίνητο BMW που οδηγούσε ο κατηγορούμενος 3, με συνοδηγό κάποιο άλλο πρόσωπο. Ο κατηγορούμενος 2 προτού ξεκινήσουν για τη Λεμεσό μετά που ρωτήθηκε σχετικά, είπε στο ΜΚ1 το όνομα του φερόμενου ως ιδιοκτήτη των επιδίκων ναρκωτικών ουσιών. Το αυτοκίνητο μάρκας BMW που οδηγούσε ο κατηγορούμενος 3, σύμφωνα με την εκδοχή του ΜΚ1, όταν έφθασαν στο Αλτ που συνδέει το δρόμο προς Σαϊττά με το δρόμο προς Λεμεσό και Μονιάτη, έστριψαν αριστερά με κατεύθυνση τη Λεμεσό. Τη στιγμή εκείνη ο ΜΚ1 είδε από το καθρεφτάκι του, ότι από πίσω τους ακολουθούσε το αυτοκίνητο BMW που οδηγούσε ο κατηγορούμενος 3, στη συνέχεια όμως δεν ξαναείδε το συγκεκριμένο αυτοκίνητο. Η χρονική διάρκεια που ο κατηγορούμενος 3 παρέμεινε με το αυτοκίνητο του στο χώρο έξω από το ξενοδοχείο όπου έλαβαν χώρα τα επίδικα γεγονότα τις 02.01.2017, ήταν γύρω στα 30 λεπτά σύμφωνα με την εκδοχή του ΜΚ1, κατά το χρονικό δε αυτό διάστημα ο κατηγορούμενος 3 έφυγε και επέστρεψε στο συγκεκριμένο χώρο 2 - 3 φορές. Αναχώρησε δε από το μέρος μετά που συμφωνήθηκε μεταξύ του κατηγορούμενου 2, του ΜΚ1, του εξαδέλφου του και του προσώπου που φερόταν ως ιδιοκτήτης των επιδίκων ναρκωτικών ουσιών, ο ΜΚ1 να μεταβεί στη Λεμεσό με το δικό του αυτοκίνητο, μαζί με τον κατηγορούμενο 2. Η συνάντηση δε αυτή θα γινόταν στην παρουσία και του εξαδέλφου του ΜΚ1. Ο ΜΚ1 στη συνέχεια αφού συναντήθηκε με το ξάδελφο του σε συγκεκριμένο σημείο στη Λεμεσό, μετέβη ακολουθούμενος από τον ξάδελφο του, στο μέρος που τον καθοδηγούσε ο κατηγορούμενος 2 όπου και συναντήθηκαν όλοι με τον φερόμενο ως ιδιοκτήτη των επιδίκων ναρκωτικών ουσιών. Στο συγκεκριμένο μέρος, σύμφωνα πάντα με τα όσα ο ΜΚ1 ισχυρίζεται, έλαβαν χώρα τα επίδικα γεγονότα που στοιχειοθετούν τις κατηγορίες 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13 και 14. Ο ΜΚ1 κατά την προφορική του μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, ισχυρίστηκε ότι ήταν σε θέση να αναγνωρίσει το πρόσωπο που ήταν ο ιδιοκτήτης των ναρκωτικών ουσιών και το πρόσωπο που τον απείλησε, τον εκβίασε, τον κτύπησε και τον τραυμάτισε. Το πρόσωπο δε αυτό, το αναγνώρισε και το υπέδειξε στο εδώλιο των κατηγορούμενων, ως τον κατηγορούμενο 1. Κατά τη συνάντηση με τον κατηγορούμενο 1, ο ΜΚ1 άκουσε τον εξάδελφο του, να αποκαλεί τον κατηγορούμενο 1 με το όνομα «Χρίστο Πιπόνια». Ο ΜΚ1 αντιλήφθηκε ότι ο εξάδελφος του γνώριζε τον κατηγορούμενο 1 από προηγουμένως γιατί του είχε τοποθετήσει κάμερες ασφαλείας στο σπίτι. Ο κατηγορούμενος 2, σύμφωνα πάντα με τα όσα ο ΜΚ1 αναφέρει στην γραπτή του κατάθεση Ένδειξη Β
(1), μετά που έλαβαν χώρα τα επίδικα γεγονότα στο σημείο συνάντησης του ΜΚ1 με τον κατηγορούμενο 1, ζήτησε από αυτόν να τον μεταφέρει για να παραλάβει το αυτοκίνητο του που ήταν παρκαρισμένο έξω από ένα σπίτι στα Κάτω Πολεμίδια, πλησίον της οικίας του κατηγορουμένου
- Ο ΜΚ1 στις 12.1.2017, σε γραφείο της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λεμεσού, αλλά και ενώ έδιδε μαρτυρία στην κυρίως εξέταση του στο εδώλιο των κατηγορουμένων, αναγνώρισε τον κατηγορούμενο 3 ως το πρόσωπο που ήταν ο οδηγός του αυτοκινήτου BMW. Σύμφωνα τώρα με την κατάθεση του κατηγορούμενου 3, Τεκμήριο 21, αυτός αναχώρησε από τη Λεμεσό με προορισμό τις Πλάτρες, γύρω στις 4:00 με 4:10 το απόγευμα της 02.01.2017, «μισή ώρα πάνω, μισή ώρα κάτω», παίρνοντας μαζί του ένα φίλο του και στην πορεία τους συνάντησαν το κατηγορούμενο 2, ο οποίος έκανε ωτοστόπ. Επειδή τον γνώριζε από πιο παλιά και τον αναγνώρισε, σταμάτησε, τον ρώτησε αν συνέβαινε κάτι και όταν αυτός τους ανέφερε πως ήθελε να πάει «πιο πάνω», χωρίς να του πει πού ακριβώς και του ζήτησε να τον μεταφέρει γιατί είχε χαλάσει το αυτοκίνητο του, συμφώνησε να το κάμει. Στην πορεία προς Πλάτρες ο κατηγορούμενος 2, ζήτησε του κατηγορούμενου 3 να στρίψει δεξιά οπόταν και τον οδήγησε στο σημείο που ήταν το ξενοδοχείο όπου και σταμάτησε έξω από αυτό. Ο κατηγορούμενος 2 κατεβαίνοντας από το αυτοκίνητο, είπε στον κατηγορούμενο 3 να τον περιμένει και εισήλθε στο ξενοδοχείο. Ο κατηγορούμενος σκέφτηκε τότε να επιστρέψει στη Λεμεσό όμως μετά αποφάσισε να περιμένει τον κατηγορούμενο 2, για 2-3 λεπτά. Ενώ ανέμενε τον κατηγορούμενο 2 και μετά από πάροδο 2 - 3 λεπτών από την στιγμή που τον κατέβασε, ο κατηγορούμενος 3 αποφάσισε να μεταβεί για να βάλει βενζίνη στο αυτοκίνητο του, από τον σταθμό που βρισκόταν πρίν από το στρίψιμο προς Σαϊττά. Αφού δε έβαλε βενζίνη επέστρεψε πίσω στο σημείο που είχε κατεβάσει τον κατηγορούμενο 2 και τον ανέμενε. Ο κατηγορούμενος 3 στην ίδια κατάθεση αναφέρει ότι όντως παρέδωσε ένα χαρτάκι χωρίς να δεί τι έγγραφε πάνω, όχι όμως στον ΜΚ1 αλλά στον κατηγορούμενο
- Το συγκεκριμένο δε χαρτάκι το εντόπισε στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του όπου καθόταν ο κατηγορούμενος 2 και αφού το πήρε μετέβηκε στο ξενοδοχείο και το παρέδωσε σ' αυτόν. Διευκρίνισε ακόμη ότι το συγκεκριμένο χαρτάκι το εντόπισε τη στιγμή που πλήρωσε για την βενζίνη και για αυτό πήγε πίσω για να το δώσει στον κατηγορούμενο
- Στο μέρος που είχε σταματήσει και κατέβασε τον κατηγορούμενο 2 παρέμεινε γύρω στα πέντε λεπτά. Ο κατηγορούμενος 3, στην κατάθεση του Τεκμήριο 21, αναφέρει ότι στο Άλτ που συνδέει τον δρόμο προς Σαϊττά με τον δρόμο Λεμεσού - Πλατρών, μετά την αναχώρηση του από το ξενοδοχείο, έστριψε δεξιά προς Πλάτρες. Πριν το Μονιάτη έκανε επαναστροφή, λόγω του προκεχωρημένου της ώρας, για να επιστρέψει στη Λεμεσό. Απαντώντας δε σε σχετική ερώτηση που του υπεβλήθη από τον ΜΚ2, Α/Αστ. 2097 Σ. Αντωνίου, απάντησε ότι δεν γνώριζε και ούτε μίλησε τηλεφωνικά με τον Χρίστο Πιπόνια, κατηγορούμενο 1, στις 02.01.
- Επίσης αναφέρει ότι ούτε με τον κατηγορούμενο 2 μίλησε τηλεφωνικά στις 02.01.
- Ο ΜΚ1 αναγνώρισε τον κατηγορούμενο 3, στις 12.01.2017, σε γραφείο της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λεμεσού, ως τον οδηγό του αυτοκινήτου μάρκας BMW που είδε στο ξενοδοχείο του και τους ακολούθησε προς Λεμεσό, αλλά και ως το πρόσωπο που του έδωσε τον αριθμό τηλεφώνου του ιδιοκτήτη των ναρκωτικών ουσιών. Ο κατηγορούμενος 3 μετά την αναγνώριση του από τον ΜΚ1, παραδέχτηκε όπως και στην κατάθεση του, Τεκμήριο 21, πως κατά τους ουσιώδεις χρόνους, μετέφερε τον κατηγορούμενο 2 με το αυτοκίνητο της γυναίκας του με αριθμούς εγγραφής KSS 177, μάρκας ΒΜW, τύπου Χ5, μαζί με ακόμα ένα πρόσωπο που ήταν συνοδηγός, στον εξωτερικό χώρο του ξενοδοχείου. Κρίνουμε κατ' αρχάς ότι στη μαρτυρία που προσκόμισε η Κατηγορούσα Αρχή δεν εντοπίζονται αντιφάσεις στον βαθμό εκείνο που να την καθιστούν αντινομική. Κρίνουμε επίσης ότι επί τη βάση των πιο πάνω εκτεθέντων σημείων από την ενώπιον μας τεθείσα μαρτυρία, πώς χωρίς την πλήρη, υποκειμενική και εις βάθος αξιολόγηση, τόσο του συνόλου της μαρτυρίας, όσο και των μαρτύρων που κατέθεσαν ενώπιον μας, δεν θα ήταν ορθό στο στάδιο αυτό της διαδικασίας να αποφανθούμε περί του αληθούς των ισχυρισμών, είτε του ΜΚ1 είτε οποιουδήποτε άλλου προσώπου, που περιέχονται στις καταθέσεις, αλλά και στην ενώπιον μας προβληθείσαν εκδοχή του. Αναφορικά με τα συστατικά στοιχεία των επιδίκων αδικημάτων, έχουμε μελετήσει τα άρθρα που καλύπτουν τα εν λόγω αδικήματα, καθώς και την σχετική νομολογία και νομικές αυθεντίες, αναφορικά με το τί συνιστά «απειλή» σύμφωνα με το αδίκημα του άρθρου 91Α και του τι συνιστά «ο δια της βίας εξαναγκασμός η δι' απατηλών μέσων κρυφός και άδικος περιορισμός ενός προσώπου», σύμφωνα με το άρθρο 247 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Έχουμε επίσης εξετάσει και μελετήσει τις πρόνοιες των άρθρων 20 και 371 του Ποινικού Κώδικα, που διέπουν τα αδικήματα της συνέργειας και της συνομωσίας, καθώς και την σχετική νομολογία και νομικές αυθεντίες, που καλύπτουν το ζήτημα για το τί απαιτείται να αποδειχθεί προς στοιχειοθέτηση των εν λόγω αδικημάτων. Σε σχέση με το αδίκημα της απειλής κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, στη Ντζιαν Νετζιήπ v. Της Αστυνομίας[8], η οποία αφορούσε συναφές αδίκημα, ήτοι αυτό της απειλής βιαιοπραγίας κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, λέχθηκε ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ' αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού προς το σκοπό αποφυγής εκτέλεσης καθήκοντος. «Κενή απειλή», δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε δεν στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού, δεν είναι αρκετή για να στοιχειοθετήσει το συγκεκριμένο αδίκημα. Στην εν λόγω απόφαση επίσης, αναφέρθηκε ότι το κριτήριο δεν είναι υποκειμενικό. Δεν απαιτείται δηλαδή να προκληθεί στην πραγματικότητα φόβος στον παραπονούμενο ότι οι απειλές θα πραγματοποιηθούν. Αρκεί η απειλή να δημιουργεί εξ' αντικειμένου δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. (βλ. επίσης Χρίστου Βοσκού v. Αστυνομίας[9] και Kallenos v. Police[10]). Ουσιαστικά αυτό το οποίο αναζητείται είναι η πρόθεση του κατηγορούμενου που εκτοξεύει μια τέτοια απειλή, το κριτήριο δε προς τούτο είναι αντικειμενικό. Το λεκτικό όμως του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, εκτός από την απόδειξη της απειλής για βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, απαιτεί όπως αποδειχθεί και η πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στράφηκε η συγκεκριμένη απειλή. Έχοντας λοιπόν υπόψη το λεκτικό του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154, κρίνουμε ότι εκείνο το οποίο αναζητείται πέραν της διαπίστωσης της ύπαρξης απειλής, η οποία θα πρέπει να εξετάζεται κάτω από το πρίσμα του αντικειμενικού κριτηρίου, είναι και το αποτέλεσμα της, το οποίο θα πρέπει να είναι η πρόκληση στο θύμα τρόμου ή ανησυχίας. Τούτο δε, θα πρέπει να συναρτάται με τις περιστάσεις και τα γεγονότα της κάθε περίπτωσης και το πώς αντιδρά και εκλαμβάνει μια τέτοια απειλή το θύμα, ήτοι υπό το πρίσμα του υποκειμενικού κριτηρίου. Σε σχέση τώρα με το αδίκημα της απαγωγής, κατά παράβαση του άρθρου 247 του Κεφ. 154 και στο κατά πόσο η εξάσκηση βίας εις βάρος ενός προσώπου πρέπει απαραίτητα να είναι πραγματική, έχουμε ανατρέξει στο σύγγραμμα Criminal Practice, Blackstone's, έκδοση 2016, παράγραφοι Β2.102 και Β2.103 στις οποίες ο έγκριτος συγγραφέας παραπέμποντας και σε σχετική αγγλική νομολογία, αναφέρει ότι ακόμα και η απειλή χρήσης βίας δια της οποίας κάποιο πρόσωπο εξαναγκάζεται σε κρυφό και άδικο περιορισμό, είναι αρκετή για να στοιχειοθετηθεί το συγκεκριμένο αδίκημα. Επί τη βάση των πιο πάνω αρχών, κρίνουμε ότι το λεκτικό που χρησιμοποίησε και η συμπεριφορά η οποία επιδείχθηκε από τον κατηγορούμενο 2, σε σχέση με τις κατηγορίες 1, 2, 3 και 4, αλλά και αυτό που χρησιμοποιήθηκε και συνοδεύτηκε και με παράνομη συμπεριφορά από τον φερόμενο ως ιδιοκτήτη των επιδίκων ναρκωτικών ουσιών που αφορά τις κατηγορίες 7 και 14, ο οποίος σύμφωνα με την εκδοχή του ΜΚ1 ήταν ο κατηγορούμενος 1, συνιστούν, αντικειμενικά ιδωμένα, απειλή η οποία υπό τας συνθήκας και γεγονότα που έγινε, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του ΜΚ1, του προκάλεσαν τρόμο και ανησυχία. Στο σημείο αυτό επισημαίνουμε ότι έχουμε επίσης υπόψη και τα όσα η νομολογία αναγνωρίζει για το τί συνιστά και ποία είναι η αποδεικτική αξία της περιστατικής μαρτυρίας, όπου δεν εντοπίζεται άμεση τοιαύτη, προς στοιχειοθέτηση ενός αδικήματος[11]. Έχουμε ακόμη υπόψη, ότι στη περίπτωση που πρόσωπο κατηγορείται ως συναυτουργός, λόγω του ότι παρείχε βοήθεια η συνδρομή σε άλλον που φέρεται ως ο φυσικός αυτουργός στη διάπραξη ενός αδικήματος, ή ότι συνωμότησε με αυτόν ή άλλο πρόσωπο για την διάπραξη του, όπως είναι η θέση της Κατηγορούσας Αρχής στην παρούσα υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 3, σε σχέση με τις κατηγορίες 1, 2, 3 και 4, ως βεβαίως και η νομολογία αναγνωρίζει, πώς η γνώση και η συμφωνία για την συμμετοχή στην διάπραξη των αδικημάτων, αποτελεί αναμφίβολα στοιχείο που το βάρος έχει η Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει[12]. Αυτή δε η γνώση η συμφωνία, ως ορθά, εμμέσως πλήν σαφώς, έχει επισημάνει η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, μπορεί να αποδειχθεί είτε με άμεση μαρτυρία, είτε με περιστατική μαρτυρία ή συνδυασμό και των δύο. Αυτό ισχύει και σε κατηγορίες συνομωσίας αφού τα συγκεκριμένα αδικήματα, σχεδόν πάντοτε διαπράττονται υπό μεγάλη μυστικότητα και είναι σχεδόν αδύνατο να παρουσιαστεί προς απόδειξη τους άμεση μαρτυρία. Η στοιχειοθέτηση τους επιτυγχάνεται, ως επί το πλείστον, στη βάση συμπερασμάτων, που εξάγονται από πράξεις και παραλείψεις των συνωμοτών κατά την επιδίωξη του κοινού σκοπού (βλ. Λαζάρου κ.α. ν. Δημοκρατίας[13]). Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω, η θέση του συνηγόρου του κατηγορουμένου 3, ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου 3, λόγω του ότι δεν αποδείχθηκαν τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων των κατηγοριών 1, 2, 3 και 4 και η εμπλοκή του σε αυτά, αλλά και λόγω του ότι το σύνολο της μαρτυρίας εμπεριέχει αντιφάσεις, στο μέτρο εκείνο που να την καθιστούν αντινομική η να την κλονίζουν σε τέτοιο βαθμό που να στερείται παντελούς πειστικότητας, δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Αντιθέτως έχουμε αφενός ικανοποιηθεί ότι, με την εν λόγω μαρτυρία έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων των κατηγοριών 1, 2, 3 και 4 και αφετέρου ότι, η εν λόγω μαρτυρία είναι αρκετά ισχυρή στην ουσία της, που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου 3 μια πραγματική δυνατότητα[14]. Καταληκτικά βρίσκουμε ότι δυνάμει των πιο πάνω καθιερωθέντων νομολογιακών αρχών, η Κατηγορούσα Αρχή έχει, αποδείξει στο επιβαλλόμενο από την νομολογία μέτρο και βαθμό εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου 3, στις κατηγορίες που αυτός αντιμετωπίζει και δεν έχει παραδεχθεί, ήτοι στις κατηγορίες 1, 2, 3 και
- Σε σχέση δε με τον κατηγορούμενο 1, αφού εξετάσαμε και γι αυτόν, στα πλαίσια των πιο πάνω αναφερθέντων παραμέτρων, το σύνολο της μαρτυρίας, των παραδεκτών γεγονότων, αλλά και τις πρόνοιες των Νομοθετημάτων και άρθρων επί των οποίων βασίζονται οι εναντίον του λοιπές κατηγορίες, βρίσκουμε ότι έχει αποδειχθεί εναντίον του εκ πρώτης όψεως υπόθεση και σε αυτές. Συνακόλουθα κρίνουμε ότι έχει αποδειχθεί και εναντίον του κατηγορούμενου 1, εκ πρώτης όψεως υπόθεση σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, ήτοι στις κατηγορίες 1, 2, 3, 4, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16 και
- (Υπ.) ........................................... Τ. Καρακάννα Π.Ε.Δ. (Υπ.) ........................................... Α. Κονής Α.Ε.Δ. (Υπ.) ........................................... Τ. Κατσικίδης Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Assize Court/Interim Αναφορά: Εκ πρώτης όψεως υπόθεση [1] βλ. Archbold, Criminal Pleading Evidence and Practice, έκδοση 2015, παραγρ. 4-260 - 4-262 και Conrad Mbakoub Mbakoup v. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2015:B225, Π.Ε. 86/14 ημερομηνίας 27.03.2015 [2]
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 [3] Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448 [4]
(1981)2 All E.R. 1061 [5]
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 [6]
(1980)1 J.S.C. 145 [7] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9 [8]
(1992)2 Α.Α.Δ. 1 [9]
(1990)2 Α.Α.Δ. 510 [10]
(1969)2 C.L.R. 210 [11] Βλ. αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση Άθως Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2017:B430, Π.Ε. 96/2016 ημερομηνίας 28.11.2017, Παφίτης κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102 και Α. Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 746 [12] Βλ. Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory
(2003)2 Α.Α.Δ. 261 [13]
(2010)2 Α.Α.Δ. 633 [14] Βλ. The Police v. Kallenos, (ανωτέρω). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο