← Κύπρος

ΜΙΤΣΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. A.Z. FROZEN YOGART LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 21449/16, 23/2/2018

ΜΙΤΣΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. A.Z. FROZEN YOGART LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 21449/16, 23/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B37 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 21449/16 Μεταξύ: ΜΙΤΣΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Παραπονούμενη v.

  1. A.Z. FROZEN YOGART LTD
  2. Αντώνης Κωνσταντίνου Κατηγορουμένων ........... Ημερομηνία: 23 Φεβρουαρίου 2018 Εμφανίσεις: Για παραπονούμενη: κος Α. Πολυκάρπου. Για Κατηγορούμενους 1 και 2: κος Μ. Δημοσθένους. Κατηγορούμενος 2 παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Σύμφωνα με το κατηγορητήριο ως αυτό έχει τροποποιηθεί, η 1η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 1,7 και 9 για την έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α

(1)και τις κατηγορίες 3 και 5 για την ανάκληση πληρωμής επιταγής χωρίς εύλογη αιτία κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα. Οι πέντε αυτές κατηγορίες σύμφωνα με το κατηγορητήριο, αφορούν πέντε ξεχωριστές επιταγές οι οποίες εξεδόθησαν για διάφορα ποσά σε διαφορετικές ημερομηνίες και παραδόθηκαν στην παραπονούμενη. Ο 2ος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 2,4,6,8 και 10, κατά παράβαση του άρθρου 20, 305Α
(1)και 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα, υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής και/ή αντιπρόσωπος της 1ης κατηγορούμενης για την παροχή συνδρομής στην 1η κατηγορούμενη στην διάπραξη των αδικημάτων που τις αποδίδονται. Κατά τη δίκη παρακολούθησα με την απαιτούμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Επίσης η κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας των μαρτύρων δεν περιορίστηκε στην εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας, αλλά τέθηκε στη βάσανο της αξιολόγησης του περιεχομένου της (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Όπως επισημάνθηκε στην Αθηνής v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 256: «όταν αναφερόμαστε στη βάσανο της αξιολόγησης του περιεχομένου της μαρτυρίας, εννοούμε κατά κύριο λόγο τον έλεγχο «με τη βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής». Πρώτος μάρτυρας παρουσιάστηκε ο Αλέξανδρος Λυσάνδρου (ΜΚ1), εργάζεται στην παραπονούμενη ως διευθυντής πωλήσεων πρώτων υλών αρτοποιίας και ζαχαροπλαστικής και είναι μέλος του διοικητικού της συμβουλίου. Ανέφερε ότι οι κατηγορούμενοι ήταν πελάτες της παραπονούμενης. Κατέθεσε ως Τεκμήρια 1-5 τις επίδικες επιταγές και ανέφερε ότι αυτές υπογραφήκαν από τον 2ο κατηγορούμενο ο οποίος κάθε φορά που θα εισπράττετο κάποιο υπόλοιπο κατόπιν συνεννόησης πήγαινε ο ίδιος στον 2ο κατηγορούμενο και του έδινε τις επιταγές. Και στην προκειμένη περίπτωση παρέλαβε τις επίδικες επιταγές από τον 2ο κατηγορούμενο και τις παρέδωσε στο λογιστήριο. Οι πληρωμές γίνονταν πάντα έναντι λογαριασμού και οι επίδικες επιταγές δοθήκαν για τον σκοπό αυτό. Εξήγησε ότι μετά την παραλαβή των επιταγών τις κατέθετε στο λογιστήριο της παραπονούμενης και πολλές φορές οι επιταγές επιστρέφονταν λόγω ανάκλησης ή λόγω ανεπαρκών υπολοίπων και ο ίδιος του επικοινωνούσε με τον 2ο κατηγορούμενο είτε για να εκδώσει άλλες επιταγές είτε να πληρώσει με μετρητά. Ανέφερε επίσης ότι οι επίδικες επιταγές δεν εξοφληθήκαν εντός 15 ημερών από την κατάθεση τους. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι μετά την παράδοση των επιταγών στο λογιστήριο ο ίδιος του δεν είχε καμία άλλη σχέση και πέραν του ότι η εταιρεία χρησιμοποιούσε την τραπεζική υπηρεσία factors, δεν γνώριζε να αναφέρει οτιδήποτε περαιτέρω για την υπηρεσία αυτή. Του υποδείχθηκαν τα Τεκμήρια 6-10 αντίγραφα επιταγών, τις οποίες αναγνώρισε ότι εκδοθήκαν και παραδοθήκαν από την 1η κατηγορούμενη και του τέθηκε η θέση ότι οι επιταγές αυτές εκδοθήκαν από την 1η κατηγορούμενη εις αντικατάσταση των επίδικων επιταγών. Ο μάρτυρας συμφώνησε ότι τα ποσά των Τεκμηρίων 6-10 είναι τα ίδια με αυτά των επίδικων επιταγών αλλά διαφώνησε ότι αυτές δοθήκαν εις αντικατάσταση των επίδικων επιταγών. Του υποδείχθηκε επίσης η επιστολή ημερ. 5.1.16 η οποία στάληκε με φαξ από τους κατηγορούμενους στην παραπονούμενη η οποία αναφέρει «Υπόψιν: Κ Αλέξανδρο» και στην οποία αναγράφεται ότι οι επίδικες επιταγές εξοφληθήκαν με τις επιταγές Τεκμήρια 6-
  1. Επισυνάπτεται επίσης απόδειξη αποστολής μέσω φαξ στο νούμερο το οποίο ο μάρτυρας αναγνώρισε ότι ανήκει στην παραπονούμενη. Δεν αναγνώρισε την εν λόγω επιστολή και αρνήθηκε ότι ο ίδιος του την παρέλαβε αν και όπως φαίνεται αυτή απευθυνόταν στον ίδιο. Η επιστολή ημερ. 5.1.16 κατατέθηκε αρχικά ως Τεκμήριο Α προς αναγνώριση και ακολούθως ως Τεκμήριο
  2. Ανέφερε επίσης ότι η διαδικασία αυτή με την επιστροφή επιταγών και έκδοση νέων επιταγών επαναλαμβανόταν και πολλές φορές υπήρχαν επιταγές με ίδια ποσά. Ο μάρτυρας αυτός ανέφερε όσα γεγονότα γνώριζε από την προσωπική του εμπλοκή στην υπόθεση. H μαρτυρία του, επί των ουσιαστικών επιδίκων ζητημάτων, όπως η παράδοση των επιταγών από τον 2ο κατηγορούμενο στον ίδιο για πληρωμή έναντι του λογαριασμού και το γεγονός ότι αυτές δεν πληρώθηκαν εντός 15 ημερών, δεν έχει αμφισβητηθεί. Εις ότι αφορά τη θέση του ότι υπήρχαν και άλλες περιπτώσεις όπου οι κατηγορούμενοι εξέδωσαν και πλήρωσαν έναντι του λογαριασμού με ισόποσες επιταγές, αν και κατά την αντεξέταση του η θέση του αυτή αμφισβητήθηκε, η θέση του αυτή επιβεβαιώνεται και από τον 2ο κατηγορούμενο ο οποίος ανέφερε κατά την αντεξέταση του ότι εκδίδονταν ισόποσες επιταγές για εξόφληση υπολοίπου του μήνα (βλ. σελ. 7 πρακτικών ημερ. 13.12.17). Αμφισβητήθηκε επίσης από πλευράς υπεράσπισης η θέση του μάρτυρα αυτού ότι δεν παρέλαβε την επιστολή ημερ. 5.1.16 (Τεκμήριο 13). Δεν έχω λόγο να μην αποδεχτώ τη θέση αυτή του μάρτυρα εφόσον ο 2ος κατηγορούμενος στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι την λήψη της εν λόγω επιστολής την επιβεβαίωσε προς τον ίδιο κάποιος Αλέξανδρος Μιτσίδης, όπου κατά τον 2ο κατηγορούμενο ήταν το πρόσωπο με το οποίο έγινε η συνεννόηση για την αντικατάσταση των επιταγών. Ενόψει των πιο πάνω ο μάρτυρας κρίνεται πειστικός και αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Επόμενος μάρτυρας παρουσιάστηκε ο Χριστάκης Φραντζής. Εργάζεται στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού τώρα Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα στο τμήμα τρεχουμένων. Αναφορικά με την επιταγή Τεκμήριο 5 ανέφερε ότι αυτή είχε κατατεθεί από την Μιτσίδης Δημόσια Εταιρεία στις 7.11 ενώ υπάρχει διόρθωση της ημερομηνίας για τις 5.
  3. Επιστράφηκε ως μεταχρονολογημένη και παρουσιάστηκε ξανά στις 9.12.14 όπου δεν υπήρχαν χρήματα και επιστράφηκε με την ένδειξη να παρουσιαστεί ξανά ανεπαρκή υπόλοιπα και ακολούθως δεν παρουσιάστηκε ξανά. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 11 κατάσταση λογαριασμού από 1.1.14 μέχρι 31.12.
  4. Αντεξεταζόμενος ερωτήθηκε ποιος κατέθεσε την επιταγή Τεκμήριο 5 και ο μάρτυρας ανέφερε ότι είναι η Μιτσίδης Δημόσια Εταιρεία εφόσον δικαιούχος είναι η εταιρεία αυτή και η εν λόγω επιταγή δεν είναι μεταβιβάσιμη από τη στιγμή όπου δικαιούχος είναι εταιρεία. Ερωτηθείς κατά πόσο, εάν η επιταγή ήταν εκχωρημένη στην υπηρεσία Factors της Λαϊκής, θα κατατίθετο από την παραπονούμενη, απάντησε ότι σε τέτοια περίπτωση θα την κατέθετε η Τράπεζα Κύπρου. Κατά τον ίδιο δεν φαίνεται η συγκεκριμένη επιταγή να είχε εκχωρηθεί στην Factors, χωρίς όμως να μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο αυτό. Εν σχέση με την υπογραφή της επιταγής Τεκμήριο 5 ανέφερε ότι δικαίωμα υπογραφής για τον εν λόγω λογαριασμό έχουν ο 2ος κατηγορούμενος και η Ζωούλα Κωνσταντίνου ένας εκ των δύο και η υπογραφή επί της επιταγής είναι του 2ου κατηγορούμενου σύμφωνα με τα δείγματα υπογραφών που κατέχει η τράπεζα και τον έλεγχο που έγινε από την τράπεζα των στοιχείων της επιταγής. Ο μάρτυρας αυτός εξήγησε την πορεία της επιταγής από την κατάθεση της μέχρι την επιστροφή της. Κρίνεται ειλικρινής εφόσον για όσα δεν γνώριζε να απαντήσει δεν δίσταζε να το παραδεχτεί. Η μαρτυρία του κρίνεται αξιόπιστη και την αποδέχομαι. Επόμενη μάρτυρας παρουσιάστηκε η Φανή Κραμπιά (ΜΚ3). Εργάζεται στο λογιστήριο της παραπονούμενης και αποτελεί εκ των καθηκόντων της η καταχώρηση ηλεκτρονικά των επιταγών μέχρι να φύγουν από το λογιστήριο και να κατατεθούν στην τράπεζα. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 12 κατάσταση λογαριασμού που διατηρεί η παραπονούμενη με την 1η κατηγορούμενη Ανέφερε ότι παρέλαβε τις επίδικες επιταγές από τον ΜΚ
  5. Τις επιταγές Τεκμήρια 1,2 και 3 τις παρέλαβε την 29.11.13, την επιταγή Τεκμήριο 4 την παρέλαβε στις 25.4.14 και την επιταγή Τεκμήριο 5 στις 6.8.
  6. Αποτέλεσε επίσης θέση της ότι υπήρχαν και άλλες περιπτώσεις όπου οι κατηγορούμενοι πλήρωναν με ισόποσες επιταγές, θέση με την οποία διαφώνησε η υπεράσπιση. Εξήγησε ότι γενικά οι επιταγές που παραλαμβάνονταν από το λογιστήριο και μετά την έκδοση απόδειξης και την καταχώρηση τους αποστέλλονταν στην υπηρεσία Factors ως μεταχρονολογημένες επιταγές, εάν ήταν μεταχρονολογημένες. Γνωρίζει ότι η παραπονούμενη έχει συμφωνία με την Τράπεζα Κύπρου για την υπηρεσία Factors, όπου παρέχεται στην παραπονούμενη μια διευκόλυνση ενός ορίου και είναι υποχρεωμένοι όλες τις μεταχρονολογημένες επιταγές να τις στέλνουν σ' αυτή την υπηρεσία. Όταν ακολούθως έρθει η ημερομηνία πληρωμής και ο πελάτης έχει χρήματα στο λογαριασμό του αυτά γίνονται κατάθεση στον λογαριασμό της παραπονούμενης διαφορετικά η επιταγή επιστρέφεται στην παραπονούμενη και είναι ιδιοκτησία της. Ακολούθως ερωτήθηκε κατά πόσο παρέλαβε άλλη επιταγή με το ίδιο ποσό της επιταγής Τεκμήριο 1 μετά την παραλαβή της και απάντησε ότι έλαβε την επιταγή του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού με αριθμό 48942496 ημερ. 28.7.15 η οποία έγινε κατάθεση επιστράφηκε και έγινε ξανά κατάθεση στις 24.8.
  7. Ανέφερε επίσης ότι για το ίδιο ποσό με αυτό της επιταγής Τεκμήριο 2 έλαβε την επιταγή του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού με αριθμό 48942495 η οποία επιστράφηκε και ξαναέγινε κατάθεση στις 10.8.15, το ίδιο για το ποσό της επιταγής Τεκμήριο 4 όπου παρέλαβε την επιταγή με αριθμό 4842498 η οποία πληρώθηκε στις 15.9.
  8. Ανέφερε ότι δεν παρέλαβε άλλες επιταγές εις αντικατάσταση των πέντε επίδικων επιταγών, γεγονός το οποίο θα γνώριζε, ούτε έγινε πληρωμή των επίδικων επιταγών εντός 15 ημερών. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι η ίδια της δεν έχει αντίγραφο της συμφωνίας μεταξύ της παραπονούμενης και της Factors την οποία πρέπει να έχει η διεύθυνση της εταιρείας. Το μόνο που γνώριζε είναι ότι όλες οι μεταχρονολογημένες επιταγές στέλλονται για κατάθεση και η δουλειά της είναι να κάνει κατάθεση και να στέλλει τις επιταγές, σύμφωνα με τις οδηγίες των προϊσταμένων της. Μετά την κατάθεση τους στην Factors οι τελευταίοι θα κάνουν κατάθεση στην τράπεζα και θα εμβάσουν στην παραπονούμενη το ποσό που αντιπροσωπεύουν οι επιταγές. Της υποδείχθηκε το Τεκμήριο Α προς αναγνώριση, επιστολή ημερ. 5.1.16 και ανέφερε ότι δεν την είδε ποτέ της. Αναγνώρισε ότι το νούμερο του φαξ που αναγράφεται στην εν λόγω επιστολή είναι της παραπονούμενης. Ακολούθως συμφώνησε ότι η εν λόγω επιστολή στάληκε στην ΜΙΤΣΙΔΗΣ αλλά δεν γνώριζε ποιος το παρέλαβε ή αν το παρέλαβε ο ΜΚ1 ή ποια ήταν η συνέχεια αυτής της επιστολής. Συμφώνησε ότι στην εν λόγω επιστολή αναφέρεται ότι οι επιταγές Τεκμήριο 6-10 εκδοθήκαν προς αντικατάσταση των επίδικων επιταγών αλλά πρόσθεσε ότι για τις επιταγές Τεκμήρια 6-10 εξέδωσε άλλη απόδειξη είσπραξης στις 19.6.15 με αριθμό 23407 για το ποσό των €7.595,80σ. Η απόδειξη όπως είπε εκδόθηκε μετά από οδηγίες του ΜΚ1 ο οποίος της παρέδωσε τις εν λόγω επιταγές. Ανέφερε ότι πολλές φορές κατά τη συνεργασία τους με την 1η κατηγορούμενη επιστρέφονταν επιταγές οι οποίες δεν τιμούνταν και τότε δίνονταν στον ΜΚ1 και αντικαθιστούσε τις επιταγές. Σε υποβολή που της τέθηκε ότι οι επίδικες επιταγές εξοφληθήκαν με τις επιταγές Τεκμήρια 6-10 διαφώνησε, αναφέροντας ότι δεν έχουν εξοφληθεί. Εν σχέση με την επιταγή Τεκμήριο 5 ανέφερε ότι η υπογραφή στο πίσω μέρος αυτής είναι δική της και δεν στάληκε η συγκεκριμένη επιταγή στην Factors γιατί είχε λάθος και επιστράφηκε στον πελάτη για διόρθωση και ακολούθως έγινε απευθείας κατάθεση στην Τράπεζα Κύπρου ενώ οι υπόλοιπες επίδικες επιταγές πήγαν στην Factors. Της υποβλήθηκε η θέση ότι για όλες τις επιταγές η παραπονούμενη προπληρωνόταν από την Factors γεγονός το οποίο αρνήθηκε. Πρόσθεσε επίσης ότι αν και δεν γνωρίζει επ' ακριβώς τους όρους της συμφωνίας με την Factors επανέλαβε ότι γνωρίζει τα βασικά όπως επίσης γνωρίζει ότι όταν επιστραφεί μια επιταγή αφαιρείται το ποσό από το λογαριασμό της παραπονούμενης και είναι ιδιοκτησία της Μιτσίδης μέχρι να πληρωθούν. Επανέλαβε ότι δεν κατατίθεται κάποιο ποσό στο λογαριασμό όταν εκχωρείται μια επιταγή. Η μάρτυρας αυτή αναφέρθηκε στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 12 παραπέμποντας στις ημερομηνίες που αφορούν την παραλαβή των επίδικων επιταγών, την έκδοση αποδείξεων αλλά και την παραλαβή των επιταγών Τεκμήρια 6-10 και την έκδοση απόδειξης γι' αυτές. Ερωτήθηκε επισταμένα για την απόδειξη που αφορά τις επιταγές Τεκμήρια 6-10, την οποία δεν είχε να παρουσιάσει, όπως επίσης δεν είχε να παρουσιάσει άλλες αποδείξεις που περιλάμβαναν ισόποσες επιταγές. Επαναλαμβάνω στο σημείο αυτό ότι ο 2ος κατηγορούμενος δεν αμφισβητεί ότι δίδονταν ισόποσες επιταγές και σε άλλες περιπτώσεις. Αυτό που προκύπτει από τη μαρτυρία της ΜΚ3 είναι όταν ερωτήθηκε κατά πόσο έλαβε επιταγές με τα ποσά των επίδικων επιταγών μετά την έκδοση τους, αυτή αναφέρθηκε στις επιταγές Τεκμήρια 6-10, χωρίς να αναφερθεί στην ύπαρξη άλλων επιταγών με ίδια ποσά όπως αυτών των επιδίκων. Αφήνοντας έτσι μετέωρη τη πεποίθηση της ότι οι επιταγές Τεκμήρια 6-10 δεν δοθήκαν εις αντικατάσταση των επίδικων επιταγών, γεγονός για το οποίο δεν με έχει πείσει. Η μάρτυρας ήταν σταθερή στις απαντήσεις της και δεν διαπιστώνω οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση στη μαρτυρία της. Απαντούσε για όσα γνώριζε χωρίς να καταφεύγει σε υπερβολές. Όπως θα διαφανεί πιο κάτω η μαρτυρία της επιβεβαιώνεται και από τον ΜΚ5 εις ότι αφορά τον τρόπο συνεργασίας της παραπονούμενης με την υπηρεσία factors. Εκτός από τη θέση της ότι οι επίδικες επιταγές δεν αντικαταστάθηκαν, για τους λόγους που εξηγώ πιο πάνω, η υπόλοιπη μαρτυρία της κρίνεται πειστική και την αποδέχομαι. Επόμενος μάρτυρας παρουσιάστηκε ο Χαράλαμπος Χαραλάμπους (ΜΚ4). Εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου στο τμήμα χορηγήσεων και γνωρίζει τόσο την παραπονούμενη όσο και κατηγορούμενη 1 εταιρεία. Αναγνώρισε τις επιταγές Τεκήρια 1-4 και ανέφερε τα ακόλουθα εν σχέση με αυτές. Η επιταγή Τεκμήριο 1 κατατέθηκε την 10.3.14 και 17.3.14 και επιστράφηκε χωρίς να πληρωθεί λόγω ανεπαρκών υπολοίπων. Η επιταγή Τεκμήριο 2 κατατέθηκε 26.3 και η πληρωμή της ανακλήθηκε από τον εκδότη. Η επιταγή Τεκμήριο 3 κατατέθηκε 31.3 και η πληρωμή της ανακλήθηκε από τον εκδότη. Η επιταγή Τεκμήριο 4 κατατέθηκε 24.7 η οποία δεν πληρώθηκε λόγω ανεπαρκών υπολοίπων. Ο μάρτυρας αυτός εξήγησε ουσιαστικά την πορεία των επιταγών Τεκμήρια 1,2,3 και 4 και το λόγο μη πληρωμής τους. Η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε και γίνεται αποδεκτή. Τελευταίος μάρτυρας παρουσιάστηκε ο Κωνσταντίνος Αδαμίδης (ΜΚ5). Εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου στο τμήμα factoring από το 2013 και μετά όπου έκλεισε η Λαϊκή Τράπεζα. Από το 1994 μέχρι το 2013 εργαζόταν στο ίδιο τμήμα της Laiki Factors Ltd. Εξήγησε ότι το τμήμα εις το οποίο εργάζεται εξυπηρετεί πελάτες με δυο τρόπους. Ο πρώτος τρόπος είναι η σύναψη συμφωνίας στην οποία η τράπεζα δέχεται τιμολόγια τα οποία είναι εισπρακτέα και η τράπεζα έχει δικαίωμα αναγωγής δηλαδή να επιστρέφει στους πελάτες οποιαδήποτε εισπρακτέα δεν πληρώνονται και σε τέτοια περίπτωση η τράπεζα έχει το δικαίωμα να τα επιστρέψει στους πελάτες για να αναλάβουν οι ίδιοι την είσπραξη τους. Το άλλο είδος υπηρεσίας είναι το factoring χωρίς αναγωγή όπου σε τέτοια περίπτωση τα εισπρακτέα εκχωρούνται στην Factors και το μοναδικό δικαίωμα είσπραξης έχει η τράπεζα. Σε αυτή την περίπτωση ο πελάτης λαμβάνει ως αντάλλαγμα πίστωση ενός προσυμφωνημένου ποσοστού της αξίας του εισπρακτέου και χρεώνεται με την προσυμφωνημένη χρέωση. Τα χρήματα που πιστώνονται στον λογαριασμό του πελάτη δεν έχει δικαίωμα η τράπεζα να τα επαναδιεκδικήσει. Στην περίπτωση του factoring με αναγωγή τα εισπρακτέα μεταξύ αυτών και οι επιταγές παραχωρούνται στην Factors και το τμήμα αυτό της τράπεζας κρατά τις επιταγές σαν εγγύηση ούτως ώστε να παραχωρείται στους πελάτες πιστωτικό όριο ανάλογα με το ύψος των εισπρακτέων ή των επιταγών που κρατούν. Αναφορικά με τις επιταγές Τεκμήρια 1 μέχρι 4 ανέφερε ότι στο πίσω μέρος τους φέρουν σφραγίδα που δείχνουν ότι οι επιταγές έγιναν κατάθεση στον λογαριασμό 22528004563 ο οποίος ήταν ο λογαριασμός της εταιρείας Μιτσίδης με τη Laiki Factors. Αυτό, κατά το μάρτυρα, σημαίνει ότι οι τέσσερις επιταγές ακολούθησαν την διαδικασία την οποία περιέγραψε για την υπηρεσία factoring με αναγωγή. Δηλαδή, εξήγησε, εάν δεν τιμούνταν οι επιταγές θα τις επέστρεφαν στην Μιτσίδης για να αναλάβει την είσπραξη τους. Εις ότι αφορά την επιταγή Τεκμήριο 5 ανέφερε ότι αυτή δεν φέρει σφραγίδα στην πίσω όψη της και δεν πέρασε από την υπηρεσία της τράπεζας. Τέλος ανάφερε ότι και για τα δυο είδη υπηρεσίας χρησιμοποιείτο η ίδια σφραγίδα από την τράπεζα, τακτική η οποία σήμερα έχει αλλάξει. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο ίδιος του δεν είναι υπεύθυνος για τον λογαριασμό της παραπονούμενης και δεν έχει γνώση για τη συμφωνία μεταξύ της παραπονούμενης και της τράπεζας την οποία δεν έχει στην κατοχή του ούτε και την είδε ποτέ. Όπως είπε ενημερώθηκε πλήρως από τη συνάδελφο που χειρίζεται τον λογαριασμό της παραπονούμενης και κατανόησε πλήρως τον τρόπο με τον οποίο αυτή συνεργαζόταν με την Factors. Ο λόγος όπως είπε που ο ίδιος του βρίσκεται στο Δικαστήριο είναι λόγω της θέσης του ως υπεύθυνος όλων των προβληματικών λογαριασμών και ο υπάλληλος της Factors που παρουσιάζεται στο Δικαστήριο. Ερωτηθείς κατά πόσο εξακρίβωσε τα όσα του ανέφερε η συνάδελφος του ανέφερε ότι λόγω της μακρόχρονης πείρας του με την υπηρεσία και με βάση τα όσα του εξήγησε η συνάδελφος του που είναι υπεύθυνη του λογαριασμού, τα έχει κατανοήσει πλήρως και επιβεβαίωσε αυτά από τον ηλεκτρονικό του υπολογιστή ο οποίος του παρέχει τη δυνατότητα να βλέπει πληροφορίες για τη συνεργασία των πελατών της τράπεζας, κάτι που έπραξε κατά την προετοιμασία του για να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο. Εν σχέση με τις επίδικες επιταγές Τεκμήρια 1-4 και κατά πόσο αυτές εκχωρηθήκαν στην Factors ανέφερε ότι οι επιταγές αυτές δεν εκχωρήθηκαν και τα δικαιώματα τους δεν εκχωρήθηκαν στην Factors όπως γίνεται σε περιπτώσεις συμφωνιών χωρίς αναγωγή. Ερωτήθηκε επίσης κατά πόσο όταν επιστρέφουν πίσω στον πελάτη τις επιταγές τον ενημερώνουν ότι δεν έχουν τιμηθεί και ανέφερε ότι είναι συνήθης πρακτική οι απλήρωτες επιταγές να επιστρέφονται στους πελάτες οι οποίοι γνωρίζουν με την παραλαβή τους ότι δεν έχουν τιμηθεί και από τις σφραγίδες τις οποίες φέρουν οι επιταγές. Ο μάρτυρας αυτός αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στον τρόπο λειτουργίας της υπηρεσίας factors και τις διαφορές μεταξύ των δυο τύπων υπηρεσιών με αναγωγή και χωρίς αναγωγή, αναφέροντας ότι στην προκειμένη περίπτωση η παραπονούμενη είχε συμφωνία με αναγωγή. Αποτελεί εισήγηση της υπεράσπισης ότι η μαρτυρία του μάρτυρα αυτού δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή εφόσον παρέμεινε εξ ακοής. Η μαρτυρία του περιστράφηκε γύρω από δυο ζητήματα. Πρώτο ζήτημα αποτέλεσε γενικά η περιγραφή των δυο διαφορετικών υπηρεσιών, για τις οποίες έχει προσωπική γνώση από την πείρα του στη θέση αυτή και δεύτερο ζήτημα αποτέλεσε η θέση του ότι η παραπονούμενη λαμβάνει υπηρεσίες Factors με αναγωγή όπου για το θέμα αυτό όπως είπε ενημερώθηκε πλήρως από τη συνάδελφο του και από πληροφορίες που έλαβε από τον ηλεκτρονικό του υπολογιστή. Σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση ALI ABDULLAH HAZZAZ ASSAD ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 164/2016, 6/12/2017: «Η αξιολόγηση της βαρύτητας εξ ακοής μαρτυρίας, σύμφωνα με το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, γίνεται, προσεκτικά, από το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο είναι ορθό να επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους αποδίδει ή δεν αποδίδει βαρύτητα σε εξ ακοής μαρτυρία (Δέστε Πολιτική Έφεση αρ. 6/2011, Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ v. Χρυστάλλα άλλως Στάλω Χριστοδούλου, ημερ. 15.7.2016 και Ανδρέου κ.α. v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 152). Το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψιν του όλα τα περιστατικά της υπόθεση και, ιδιαίτερα, το αν θα ήταν εύλογο και εφικτό να κλητευθεί, ως μάρτυρας στη διαδικασία, το πρόσωπο που έκανε την αρχική δήλωση, το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα, ο βαθμός της εξ ακοής μαρτυρίας, το αν οποιοδήποτε εμπλεκόμενο πρόσωπο είχε κίνητρο να αποκρύψει ή να παραποιήσει τα γεγονότα (όπως στην παρούσα υπόθεση), το αν η αρχική δήλωση μεταφέρθηκε επ' ακριβώς ή όχι, το πλαίσιο μέσα στο οποίο έγινε η δήλωση, κτλ. Οι παράγοντες αυτοί, οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 27
(2)του Κεφ. 9, δεν είναι βέβαια εξαντλητικοί, σύμφωνα με τη Νομολογία μας. Όμως επιβάλλεται όπως η διεργασία αξιολόγησης της βαρύτητας της εξ ακοής μαρτυρίας γίνεται με προσοχή και επεξηγείται από το Δικαστήριο, είτε η εξ ακοής μαρτυρία απορρέει από προφορική είτε από γραπτή μαρτυρία (Δέστε Γεωργίου v. Στυλιανού
(2009)1 Α.Α.Δ. 70 και Μονός κ.α. v. S. Xenides Trading Co Ltd κ.α.
(2010)1 Α.Α.Δ. 1002). Το άρθρο 27
(3)του Κεφ. 9 προνοεί ότι, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που προσδίδεται σε εξ ακοής μαρτυρία, λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψιν το αν ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Πέραν των προαναφερομένων, το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψιν του και άλλα αξιολογήσιμα κριτήρια και να συνυπολογίσει κατά πόσον η απόδοση βαρύτητας σε εξ ακοής μαρτυρία εξυπηρετεί ή όχι τις προϋποθέσεις της δίκαιης δίκης και του συμφέροντος της δικαιοσύνης (Δέστε Ηλιάδη και Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης, σελ. 320 - 331).» Έχοντας λοιπόν υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 27 του Κεφ. 9, οι οποίες τονίζω δεν είναι σωρευτικές ούτε εξαντλητικές αλλά ενδεικτικές, σημειώνω ότι σύμφωνα με τα λεγόμενα του μάρτυρα αυτός ενημερώθηκε από τη συνάδελφο του για σκοπούς ετοιμασίας του για την υπόθεση αυτή, επομένως δεν έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάσημα από την αρχική δήλωση, η μαρτυρία του επίσης ως προς τον τρόπο συνεργασίας της παραπονούμενης με την τράπεζα επιβεβαιώνεται και από την ΜΚ3 η οποία αναφέρθηκε στον ίδιο τρόπο συνεργασίας και τέλος ο μάρτυρας όπως ανέφερε, επιβεβαίωσε όσα του είπε η συνάδελφος του από τις πληροφορίες που είχε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του στην τράπεζα. Όλα τα πιο πάνω σε συνάρτηση με την εν γένει αξιόπιστη και ειλικρινή εικόνα του μάρτυρα οδηγούν στην αποδοχή της μαρτυρίας του στην ολότητα της. Προσθέτω δε ότι δεν διαπιστώνω οποιαδήποτε αντίφαση στη μαρτυρία του, ο οποίος παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του ούτε και τέθηκε οποιαδήποτε αντίθετη μαρτυρία από πλευράς υπεράσπισης η οποία θα μπορούσε να κλονίσει την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η μαρτυρία του κρίνεται ειλικρινής, πειστική και την αποδέχομαι. Ο κατηγορούμενος 2 κατέθεσε ενόρκως. Αναφέρθηκε στη συνεργασία της παραπονούμενης με την 1η κατηγορούμενη και ανέφερε ότι ο ίδιος του ήταν εκπρόσωπος της εταιρείας. Αναγνώρισε την επιστολή Τεκμήριο Α προς αναγνώριση και ανέφερε ότι είναι μια επιστολή την οποία υπέγραψε και έστειλε μέσω φαξ την 5.1.16 στην παραπονούμενη. Ο λόγος που στάληκε η επιστολή όπως είπε, ήταν γιατί κάποιες επιταγές δεν μπορούσαν να πληρωθούν το 2014 και κάποιες έγιναν ανάκληση και κάποιες δεν τιμήθηκαν λόγω ανεπαρκών υπολοίπων. Μετά από συνεννόηση με τον Αλέξανδρο Μιτσίδη (στο εξής καλούμενος ως Αλέξανδρος) αυτός αποδέχτηκε όπως κάποιες επιταγές που δεν είχαν πληρωθεί να μαζευτούν και να αντικατασταθούν με άλλες επιταγές, αυτές της επιστολής, οι οποίες εκδοθήκαν και τις παρέλαβε ο Αλέξανδρος ο οποίος κατά την παραλαβή τους ανέφερε ότι δεν είχε μαζί του τις προηγούμενες επιταγές. Παρά την αντίδραση του αρχικά να δοθούν οι επιταγές χωρίς να επιστραφούν οι προηγούμενες λόγω της υπόσχεσης του Αλέξανδρου ο κατηγορούμενος 2 αποδέχτηκε. Πέρασε πολύς καιρός και μετά από τηλεφωνήματα για να επιστραφούν οι επιταγές και παρά τις υποσχέσεις του Αλέξανδρου για επιστροφή τους αυτό δεν έγινε. Έτσι ετοιμάστηκε η εν λόγω επιστολή η οποία στάληκε στην παραπονούμενη. Κατά τον ίδιο, ο Αλέξανδρος Μιτσίδης επιβεβαίωσε την παραλαβή του εν λόγω φαξ. Αντεξεταζόμενος συμφώνησε ότι πολλές επιταγές έφεραν ίδια ποσά εφόσον εξοφλείτο συνολικό ποσό κάθε μήνα το οποίο διαιρείτο σε ισόποσες επιταγές αλλά σε καμία περίπτωση δεν εκδίδονταν επιταγές με ίδια ποσά για μεταγενέστερο μήνα. Διαφώνησε με τη θέση ότι οι επιταγές τεκμήρια 6-10 δοθήκαν προς πληρωμή έναντι του λογαριασμού. Ερωτήθηκε για ποιο λόγο έστειλε την επιστολή Τεκμήριο 13 στις 5.1.16 ενώ η συνεργασία διεκόπηκε τον Απρίλη του
  1. Επανέλαβε τη θέση του ότι εφόσον η συνεργασία είχε τερματιστεί και έμεινε σε εκκρεμότητα η επιστροφή των επίδικων επιταγών για τις οποίες η παραπονούμενη αγνοούσε τον κατηγορούμενο 2 για να τις επιστρέψει στάληκε η εν λόγω επιστολή. Εις ότι αφορά την αποστολή και παραλαβή της επιστολής αυτής να σημειωθεί ότι παρ' όλο όπου οι ΜΚ1 και ΜΚ3 αρνήθηκαν ότι έλαβαν γνώση της επιστολής αυτής, δεν αρνήθηκαν ότι πιθανό κάποιος άλλος να παρέλαβε την επιστολή αυτή. Αποτέλεσε θέση του ότι υπήρχε συνεννόηση με τον Αλέξανδρο Μιτσίδη να αντικατασταθούν οι επίδικες επιταγές γι αυτό και δεν κατατέθηκαν ξανά όπως φαίνεται και στις επιταγές η ένδειξη να παρουσιαστεί ξανά αλλά αντικαταστάθηκαν με τις επιταγές Τεκμήρια 6-
  2. Αναφορικά με τις επιταγές Τεκμήρια 2 και 3 ανάφερε ότι η πληρωμή τους ανακλήθηκε λόγω της οικονομικής κρίσης όπου έγινε προσυνεννόηση με την παραπονούμενη να γίνουν ανάκληση για να μην παγοποιηθεί ο λογαριασμός της 1ης κατηγορούμενης. Τέτοια θέση σημειώνω ότι δεν τέθηκε στους μάρτυρες κατηγορίας για να τους δοθεί η ευκαιρία να απαντήσουν και ως εκ τούτου δεν λαμβάνεται υπόψη. Φαίνεται ο 2ος κατηγορούμενος να είχε συζητήσεις με κάποιο Αλέξανδρο Μιτσίδη εις τον οποίο δοθήκαν οι επιταγές Τεκμήρια 6-10 εις αντικατάσταση των επίδικων επιταγών. Η θέση του αυτή δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του και αποτέλεσε την ουσία της εκδοχής του. Έχοντας υπόψη ότι η θέση αυτή τέθηκε και στους μάρτυρες κατηγορίες και ειδικότερα στην ΜΚ3 η οποία δεν τεκμηρίωσε τη θέση της ότι οι επιταγές Τεκμήρια 6-10 δεν δοθήκαν προς αντικατάσταση των επίδικων επιταγών, η θέση του κρίνεται πειστική. Ο κατηγορούμενος με τη μαρτυρία του δεν φαίνεται να αμφισβητεί την έκδοση των επίδικων επιταγών, την μη πληρωμή τους για τους λόγους που εξήγησε αλλά και την εμπλοκή του ιδίου υπό την προσωπική του ιδιότητα στην έκδοση τους αλλά και την γνώση του για την μη πληρωμή τους, είτε λόγω ανάκλησης είτε λόγω μη επαρκών υπολοίπων. Ο κατηγορούμενος 2 κρίνεται ειλικρινής και η μαρτυρία του πειστική. Εκτός του σημείου εις το οποίο αναφέρθηκα πιο πάνω, αποδέχομαι την μαρτυρία του. Έχοντας αξιολογήσει την προσκομισθείσα μαρτυρία και έχοντας υπόψη μου τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα ως προς τα γεγονότα τα οποία περιβάλλουν την υπόθεση. - Η παραπονούμενη εταιρεία συνεργαζόταν με την 1η κατηγορούμενη εταιρεία και διατηρείτο μεταξύ τους κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 12). - Έναντι του πιο πάνω λογαριασμού η 1η κατηγορούμενη εξέδωσε τις επιταγές Τεκμήρια 1-5 και τις παρέδωσε μέσω του 2ου κατηγορούμενου στην παραπονούμενη μέσω του ΜΚ
  3. - Ο ΜΚ1 μετά την παραλαβή των επιταγών από τον 2ο κατηγορούμενο τις παρέδωσε στο λογιστήριο της παραπονούμενης στις ακόλουθες ημερομηνίες: Τις επιταγές Τεκμήρια 1,2 και 3 τις παρέλαβε την 29.11.13, την επιταγή Τεκμήριο 4 την παρέλαβε στις 25.4.14 και την επιταγή Τεκμήριο 5 στις 6.8.
  4. - Οι επίδικες επιταγές κατατέθηκαν σε λογαριασμό της παραπονούμενης. - Οι επιταγές Τεκμήρια 1,4 και 5 επιστράφηκαν με την ένδειξη «να παρουσιαστεί ξανά ανεπαρκή υπόλοιπα». - Οι επιταγές Τεκμήρια 2 και 3 επιστράφηκαν με την ένδειξη «Η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής». - Ο 2ος κατηγορούμενος είναι διευθυντής και εξουσιοδοτημένος να υπογράφει επιταγές για την 1η κατηγορούμενη. - Οι επίδικες επιταγές υπογραφήκαν από τον 2ο κατηγορούμενο ο οποίος εκπροσωπούσε την 1η κατηγορούμενη κατά τη συνεργασία της με την παραπονούμενη. - Η ανάκληση πληρωμής των επιταγών Τεκμήρια 2 και 3 έγινε από τον 2ο κατηγορούμενο. - Οι επίδικες επιταγές παρέμειναν απλήρωτες για περίοδο πέραν των 15 ημερών. - Οι κατηγορούμενοι έστειλαν στην παραπονούμενη την επιστολή ημερ. 5.1.16 (Τεκμήριο 13) ζητώντας την επιστροφή των επίδικων επιταγών οι οποίες αντικαταστάθηκαν με τις επιταγές Τεκμήρια 6-
  5. - Η παραπονούμενη διατηρεί με την Τράπεζα Κύπρου συμφωνία παροχής υπηρεσίας Factors με αναγωγή. Δηλαδή η παραπονούμενη παραδίδει στην τράπεζα τις μεταχρονολογημένες επιταγές οι οποίες κατά την ημερομηνία πληρωμής τους κατατίθενται από την τράπεζα στο λογαριασμό της παραπονούμενης που διατηρεί με την υπηρεσία αυτή. Σε περίπτωση μη πληρωμής τους επιστρέφονται στην παραπονούμενη για να προβεί σε ενέργειες είσπραξης τους. Οι επιταγές παραμένουν περιουσία της παραπονούμενης η οποία αναλαμβάνει την είσπραξη τους. - Οι επιταγές Τεκμήρια 1-4 παραδόθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου στα πλαίσια της υπηρεσίας Factors σύμφωνα με σφραγίδα που φέρουν στο πίσω μέρος και επιστραφήκαν στην παραπονούμενη μετά την μη πληρωμή τους. Η επιταγή Τεκμήριο 5 κατατέθηκε από την ΜΚ3 στην Τράπεζα Κύπρου. Το βάρος απόδειξης όλων των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας φέρει η πλευρά της παραπονούμενης. Όπως έχει διαφανεί κατά την ακροαματική διαδικασία αλλά και τις τελικές αγορεύσεις των δυο πλευρών, ουσιαστική διαφορά μεταξύ τους παραμένει κατά πόσο η παραπονούμενη είναι νομιμοποιημένος κομιστής εν τη εννοία του άρθρου 29
(1)του Κεφ. 262 ενόψει της κατ' ισχυρισμό εκχώρησης των επίδικων επιταγών στην υπηρεσία factors της πρώην Λαικής Τράπεζας νυν Τράπεζας Κύπρου. Το ζήτημα αυτό κρίνεται αναγκαίο όπως εξεταστεί κατά προτεραιότητα εφόσον θα καθορίσει ουσιαστικά και την τύχη της παρούσας υπόθεσης. Προς τούτο οι θέσεις και εισηγήσεις αμφοτέρων πλευρών ως αυτές καταγράφονται στις τελικές αγορεύσεις έχουν μελετηθεί και όπου κρίνεται αναγκαίο θα αναφερθώ σε αυτές. Θέση της υπεράσπισης αποτελεί ότι η παραπονούμενη εκχώρησε τις επίδικες επιταγές περιλαμβανομένης και της επιταγής Τεκμήριο 5 η οποία δεν φέρει σχετική σφραγίδα και όταν οι επίδικες επιταγές περιήλθαν εκ νέου στην κατοχή της παραπονούμενης αυτή ενημερώθηκε ότι δεν τιμήθηκαν με αποτέλεσμα νομιμοποιημένος κομιστής να έχει καταστεί μόνο η τράπεζα επί της οποίας εκχωρήθηκαν οι επιταγές. Σύμφωνα με το άρθρο 29
(1)του Κεφ. 262: «Νομιμοποιημένος κομιστής είναι ο κάτοχος ο οποίος έλαβε συναλλαγματική, συμπληρωμένη και κανονική στην όψη της, με τους πιο κάτω όρους, δηλαδή- (α) Ότι έγινε κάτοχος αυτής προτού αυτή καταστεί ληξιπρόθεσμη και χωρίς ειδοποίηση ότι προηγουμένως δεν τιμήθηκε, αν τέτοια ήταν η περίπτωση~ (β) ότι αυτός έλαβε τη συναλλαγματική καλή τη πίστει και για αξία και ότι κατά το χρόνο κατά τον οποίο η συναλλαγματική μεταβιβάστηκε σε αυτόν, αυτός δεν είχε ειδοποίηση για οποιοδήποτε ελάττωμα στον τίτλο του προσώπου το οποίο μεταβίβασε αυτή.» Σημειώνω κατ' αρχάς ότι για την επιταγή Τεκμήριο 5 δεν τίθεται θέμα εξέτασης του ζητήματος αυτού γιατί αυτή κατατέθηκε απευθείας από την ΜΚ3 σε λογαριασμό της παραπονούμενης σύμφωνα με τη μαρτυρία της η οποία έγινε αποδεκτή αλλά και από την ίδια την επιταγή η οποία δεν φέρει στο πίσω μέρος της τη σφραγίδα την οποία φέρουν οι λοιπές επιταγές. Προκύπτει κατ' αρχάς από το πιο πάνω άρθρο ότι τα όσα αυτό διαλαμβάνει αφορούν πρόσωπο το οποίο κατέστη κάτοχος μιας επιταγής κατά προσήκοντα τρόπο ήτοι holder in due course. Το άρθρο 29
(1)του Κεφ. 262 είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 29
(1)του Bills of Exchange Act 1882. Όπως αναφέρεται εις το σύγγραμμα «Byles on Bills of Exchange and Cheques», Elliot, Odgers and Phillips, 28η έκδοση, σελ. 221: "A holder in due course is to be distinguished from a mere holder for value. The payee may be a holder for vale, but he cannot be a holder in due course, the instrument not having been negotiated to him as understood by s. 29
(1)(b)." Και ακολούθως στη σελ. 224: «A holder in due course under s. 29
(1), is a person to whom a bill has been negotiated, and negotiation under s.31 implies transfer by indorsement where necessary and delivery.Hence, though the payee is included in the above definition of holder he is not a holder in due course." Κατ΄αρχάς η παραπονούμενη είναι το πρόσωπο το οποίο έλαβε αρχικά τις επίδικες επιταγές και κατέστη κάτοχος αυτών για αξία. Συνεπώς σύμφωνα με τα πιο πάνω δεν μπορεί να γίνεται λόγος για το κατά πόσο η παραπονούμενη κατέστη ή όχι νομιμοποιημένος κομιστής εφόσον παρέμεινε η κάτοχος αυτών εν τη εννοία του Νόμου, καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο. Τονίζω σε αυτό το σημείο ότι αν και οι επιταγές Τεκμήρια 1-4 φέρουν την σφραγίδα PAY TO THE ORDER OF LAIKI, σύμφωνα με τον ΜΚ5 κάτι τέτοιο δεν σημαίνει ότι τα ποσά των επιταγών θα έπρεπε να πληρωθούν στη Λαική τράπεζα εφόσον δεν προνοούσε κάτι τέτοιο η μεταξύ τους συμφωνία. Πέραν τούτου όπως εξήγησε ο μάρτυρας τότε η τράπεζα δεν είχε διαφορετική σφραγίδα για κάθε είδους υπηρεσίας. Επομένως στην προκειμένη περίπτωση δεν μιλούμε για μια κλασσική περίπτωση όπου μια επιταγή μεταβιβάστηκε μέσω οπισθογραφήσεως σε τρίτο πρόσωπο και συνεπώς με αυτά τα δεδομένα η τράπεζα ουδέποτε κατέστη νομιμοποιημένος κομιστής. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι επιταγές Τεκμήρια 1-4 παραδόθηκαν στην υπηρεσία factors την οποία διατηρεί η παραπονούμενη με την Τράπεζα Κύπρου για να κρατούνται ως εγγύηση. Οι επιταγές αυτές κατατεθήκαν από την τράπεζα σε λογαριασμό της παραπονούμενης και μετά την μη πληρωμή τους επιστράφηκαν στην παραπονούμενη για να προχωρήσει στην είσπραξη τους. Σημαντικό δε γεγονός αποτελεί το ότι οι επιταγές αυτές δεν είχαν προεξοφληθεί από την τράπεζα, σύμφωνα με την μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, αλλά σύμφωνα με τον ΜΚ5 αυτές κρατούνταν ως εγγύηση για την παραχώρηση πιστωτικού υπολοίπου όπως επίσης ανέφερε η ΜΚ3. Ουσιαστικό επίσης γεγονός αποτελεί το ότι σύμφωνα με τους ΜΚ3 και ΜΚ5 οι επιταγές αυτές κατά την ημερομηνία όπου ήταν πληρωτέες κατατίθεντο από την factors σε λογαριασμό της παραπονούμενης και όχι της τράπεζας εξού και σύμφωνα με την μεταξύ τους συμφωνία οι επιταγές εάν δεν τιμούνταν επιστρέφονταν στην παραπονούμενη για να εισπράξει το λαβείν της. Για τα πιο πάνω δεν τέθηκε ενώπιον μου οποιαδήποτε αντίθετη μαρτυρία. Τονίζω ότι ουδέποτε αμφισβητήθηκε από πλευράς υπεράσπισης ότι για τις επιταγές αυτές δικαιούχος ήταν η παραπονούμενη η οποία κατέστη κάτοχος για αξία με την παράδοση των επιταγών από τους κατηγορούμενους. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω καταλήγω ότι καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο από την έκδοση και παράδοση των επιταγών στην παραπονούμενη, την παράδοση τους στην υπηρεσία factors, εκτός του Τεκμηρίου 5, για να κρατούνται ως εγγύηση παραχώρησης πιστωτικού ορίου, την κατάθεση τους από την τράπεζα σε λογαριασμό της παραπονούμενης και την επιστροφή τους στη συνέχεια στην παραπονούμενη για να προβεί στις διαδικασίες είσπραξης ή άλλως πως, η παραπονούμενη ουδέποτε απώλεσε την ιδιότητα της ως κατόχου αυτών για αξία. Μπορεί η φυσική κατοχή των επιταγών να είχε δοθεί στην τράπεζα για κάποιο διάστημα, αλλά στην πραγματικότητα και με τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου δεν έχει διαφανεί ότι η παραπονούμενη απώλεσε σε οποιοδήποτε χρόνο τα δικαιώματα της επ' αυτών. Συνεπώς η επιστροφή της φυσικής κατοχής των επιταγών στην παραπονούμενη και ενώ αυτές είχαν ήδη κατατεθεί σε λογαριασμό της παραπονούμενης αλλά δεν τιμήθηκαν, δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η παραπονούμενη κατέστη κάτοχος μετά όπου ειδοποιήθηκε ότι αυτές δεν τιμηθήκαν, εφόσον σύμφωνα με τα πιο πάνω προκύπτει ότι πραγματική κάτοχος και δικαιούχος των επιταγών εν τη εννοία του Κεφ. 262 ήταν πάντοτε η παραπονούμενη. Για την πιο πάνω κατάληξη μου αντλώ καθοδήγηση και από το σκεπτικό της απόφασης στην Αγγλική υπόθεση Jade International Steel Stahl und Eisen GmbH & Co. KG v Robert Nicholas (Steels) Ltd [1978] 3 W.L.R. 39 που βασίστηκε στις πρόνοιες του άρθρου 29 του Bills of Exchange Act 1882 που είναι ανάλογο με τις πρόνοιες του Άρθρου 29 του Κεφ. 262, στην οποία η επιταγή μετά από σειρά οπισθογραφήσεων εν τέλει δεν τιμήθηκε και επιστράφηκε στον αρχικό δικαιούχο. Καταγράφω αυτολεξή το απόσπασμα από την απόφαση αυτή όπου περιλαμβάνονται και τα γεγονότα αυτής. «It seems to me that once the drawers/payees (the plaintiffs in this case) have discounted the bill to the Sparkasse (Sparkasse then becoming the holders in due course), they lose the capacity which they had as immediate parties to the bill as drawers. Then when in the effluxion of time they once again become holders of the bill in the way that I have described, it is in that new fresh capacity of holders via the Sparkasse and the other bank that their situation must be judged. It is unreal as I see it to regard them as having a dual capacity. Indeed, it is something of a logical difficulty to see how they could. I repeat, when they discounted the bill they lost the benefit of their original capacity, and the guise under which they held it on the second occasion becomes the dominating guise for the purpose of deciding whether or not the judge was in a position to consider the question of discretion. Although Donaldson J., a judge of enormous experience in these matters, did not put the matter quite in that way it seems to me that that was what he in fact meant. So the short point which is raised as the first point on this appeal is whether in those circumstances the drawer/payee to whom the bill was delivered pursuant to the Midland Bank or Sparkasse's right of recourse is properly to be regarded as a holder who derives his title to the bill through a holder in due course, within the meaning of section 29
(3)of the Act. I see the force as a matter of mercantile practice of the submission of Mr. Bowsher that there is not any good commercial reason to deprive the defendants of the contractual rights that they initially had before they discounted the bill merely because in the last stages of the story when the bill was being dishonoured it comes back into the drawer's hands pursuant to the right of recourse of a party to whom the bill has been negotiated. The question which in the absence of authority I do not find perfectly straightforward is whether it can be right to place a restricted meaning on the apparently clear words of the subsection so as to exclude these plaintiffs from a capacity which at first sight they have, namely, a holder deriving title to the bill from a holder in due course; and faced with the words of the statute I am persuaded that there is not sufficient reason shown for placing upon those words the restricted meaning for which he contends.»(η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Όπως και στην πιο πάνω υπόθεση έτσι και στην παρούσα οι επιταγές οι οποίες οπισθογραφήθηκαν επιστράφηκαν στην κατοχή του αρχικού δικαιούχου μετά όπου αυτή δεν είχε τιμηθεί. Προκύπτει από την πιο πάνω απόφαση ότι ουσιαστικά ακόμα και μετά την οπισθογράφηση μιας επιταγής ο αρχικός δικαιούχος εφόσον η επιταγή περιέλθει εκ νέου στην κατοχή του λόγω μη τίμησης της, δεν χάνει την υπόσταση του ως ο αρχικός κάτοχος των επιταγών ούτε τα νόμιμα δικαιώματα του επ' αυτών. Και τονίζω ότι στην προκειμένη περίπτωση οι επιταγές δεν οπισθογραφήθηκαν προς όφελος της παραπονούμενης, αλλά επιστράφηκαν σε αυτήν μετά όπου κατατέθηκαν σε δικό της λογαριασμό και δεν είχαν τιμηθεί. Πέραν των πιο πάνω, σημειώνω ότι η όποια ιδιωτική συμφωνία μεταξύ της παραπονούμενης και της τράπεζας για την παραχώρηση υπηρεσίας factors στην προκειμένη περίπτωση δεν θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η παραπονούμενη έχασε σε οποιοδήποτε στάδιο την ιδιότητα της ως κατόχου των επιταγών για αξία. Κατά πρώτο, σύμφωνα με την μαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή η τράπεζα ουδέποτε κατέστη δικαιούχος αυτών με την έννοια ότι η τράπεζα δεν θα εισέπραττε τα ποσά των επιταγών παρά μόνο θα κρατούσε αυτές ως εγγύηση και θα κατατίθονταν σε λογαριασμό της παραπονούμενης. Κατά δεύτερο, η τράπεζα ουδέποτε προεξόφλησε τις εν λόγω επιταγές παρά μόνο τις κατέθεσε σε λογαριασμό της παραπονούμενης και τέλος, οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι ένα χρόνο και πλέον μετά την έκδοση των επίδικων επιταγών αναγνώρισαν ως τη μόνη δικαιούχο των επιταγών την παραπονούμενη εφόσον με τα Τεκμήρια 6-10 φαίνεται να αντικατέστησαν της επίδικες επιταγές. Τέλος, τονίζω ότι σύμφωνα με τη νομολογία το δικαίωμα άσκησης ιδιωτικής ποινικής δίωξης δίδεται σε ένα πρόσωπο νοουμένου ότι καταδείξει τον άμεσο επηρεασμό του από την πράξη του αδικοπραγήσαντα. (βλ. Δημοσθένους Κλεάνθης ν. Τύχωνα Τύχωνος
(2013)2 ΑΑΔ 22). Υπό τις παρούσες περιστάσεις και με δεδομένο ότι σύμφωνα με τους ΜΚ3 και ΜΚ5 οι επιταγές κατέχονταν από την τράπεζα μόνο ως εγγύηση και χωρίς αυτές να προεξοφλούνταν, μόνο τα δικαιώματα της παραπονούμενης επηρεάστηκαν άμεσα από την μη πληρωμή των επιταγών για τις οποίες έδωσε αξία εφόσον αυτές αποτελούσαν πληρωμή για προϊόντα τα οποία πώλησε και παρέδωσε στην 1η κατηγορούμενη. Επομένως με αυτά τα δεδομένα η τράπεζα δεν θα μπορούσε να έχει καταστεί νομιμοποιημένος κομιστής του οποίου τα δικαιώματα επηρεάστηκαν άμεσα από την μη πληρωμή των επιταγών. Συνεπώς στην παρούσα περίπτωση δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής το άρθρο 29
(1)εφόσον η παραπονούμενη ανακτώντας πλέον την φυσική κατοχή των επιταγών, χωρίς οποιαδήποτε οπισθογράφηση, ουδέποτε είχε απωλέσει την ιδιότητα της ως κατόχου αυτών για αξία. Ξεκινώντας την εξέταση της νομικής πτυχής της υπόθεσης με τις κατηγορίες 3 και 5 που αφορούν την 1η κατηγορούμενη, σημειώνεται ότι εις την περίπτωση των κατηγοριών αυτών οι οποίες αφορούν την ανάκληση πληρωμής των επιταγών Τεκμήρια 2 και 3, σύμφωνα με τη νομολογία που αφορά το αδίκημα αυτό του άρθρου 305Α
(2), εάν αποδειχθούν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ήτοι η έκδοση της επιταγής και η ανάκληση πληρωμής της πριν ή κατά την ημέρα όπου αυτή κατέστη πληρωτέα, τότε το βάρος απόδειξης μεταφέρεται στους ώμους των κατηγορουμένων να αποδείξουν εις το ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι ειλικρινά πίστευαν ότι είχαν εύλογη αιτία να ανακαλέσουν την πληρωμή της επιταγής αυτής. (Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142, NIKIFOROS TECHNOLOGIES LTD ν. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Γ. ΧΡΗΣΤΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ. 18/2012, 16/4/2014 και TTOZIOS MANAGEMENT LTD κ.α. ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/4/2016 ). Εις ότι αφορά το αδίκημα των κατηγοριών 3 και 5 που αφορά το άρθρο 305Α
(2), τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος όπως έχουν καταγραφεί πιο πάνω αποτελούν αδιαμφησβήτητα γεγονότα και ευρήματα του Δικαστηρίου και επομένως αυτά έχουν αποδειχθεί. Επαναλαμβάνω ότι οι κατηγορούμενοι δεν αρνούνται την έκδοση των επιταγών αυτών ούτε την ανάκληση της πληρωμής τους, η οποία επιβεβαίωνεται και από τις σφραγίδες της τράπεζας οι οποίες φαίνονται στα Τεκμήρια 2 και
  1. Ο κατηγορούμενος 2 κατηγορείται με τις κατηγορίες 4 και 6 για την παροχής συνδρομής στην 1η κατηγορούμενη στην χωρίς εύλογη αιτία ανάκλησης πληρωμής των επιταγών αυτών. Όπως διεφάνηκε από την μαρτυρία του 2ου κατηγορούμενου, λόγω της οικονομικής κρίσης οι επίδικες επιταγές Τεκμήρια 2 και 3 δεν θα τιμούνταν και έτσι ανακάλεσε την πληρωμή τους για να αποφευχθεί η παγοποίηση του λογαριασμού της 1ης κατηγορούμενης. Συνεπώς το βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους των κατηγορουμένων να αποδείξουν στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι με εύλογη αιτία ανακλήθηκε η πληρωμή των επιταγών Τεκμήρια 2 και
  2. Κατωτέρω θα εξετάσω κατά πόσο έχει αποδειχθεί εις το ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι ο λόγος για τον οποίο ανακλήθηκε η πληρωμή των επίδικων επιταγών συνιστά εύλογη αιτία με βάση το άρθρο 305Α
(2), παρ' όλο που η πλευρά της υπεράσπισης δεν επικαλέστηκε ότι με εύλογη αιτία ανακλήθηκε η πληρωμή των εν λόγω επιταγών. Στην υπόθεση TTOZIOS MANAGEMENT LTD (ανωτέρω), λεχθήκαν τα ακόλουθα εν σχέση με το ζήτημα της εύλογης αιτίας: «Η εύλογη αιτία συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με τον λόγο της ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο Κατηγορούμενος (εκδότης) κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησης της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή Υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου
(2)η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» τελεί υπό την προϋπόθεση ότι κατά/ή περί την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της ο κατηγορούμενος ως εκδότης γραπτώς παρέθεσε στο πιστωτικό ίδρυμα το λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της. Η αποτυχία απόδειξης της «εύλογης αιτίας» εν τη εννοία του Νόμου και όπως αυτή νομολογιακά ερμηνεύτηκε (βλ. Diamonds Co Ltd ν. Χρήστου Γεωργίου
(2011)2 Α.Α.Δ 763) θέτει τέρμα στην Υπεράσπιση του Κατηγορουμένου περί «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της επιταγής.» (η έμφαση και η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) Σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση η υπεράσπιση της εύλογης αιτίας εξετάζεται σε συνάρτηση με τα όσα καταγράφονται εις την εντολή μη πληρωμής κατά το χρόνο της ανάκλησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν τέθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με το λόγο που δόθηκε στην τράπεζα για την ανάκληση πληρωμής των επιταγών, εάν δόθηκε και γενικότερα δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε περαιτέρω μαρτυρία από πλευράς υπεράσπισης που θα μπορούσε να υποστηρίξει την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας, την οποία εν πάση περιπτώσει οι κατηγορούμενοι δεν επικαλέστηκαν. Επομένως οι κατηγορούμενοι απέτυχαν να αποδείξουν εις το ισοζύγιο των πιθανοτήτων την προσφερόμενη υπεράσπιση του άρθρου 305Α
(2). Εις ότι αφορά τις κατηγορίες 1,7 και 9 τις οποίες αντιμετωπίζει η 1η κατηγορούμενη δυνάμει του άρθρου 305(Α) 1 του Κεφ. 154, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: (α) Η έκδοση επιταγής. (β) Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. (γ) Η παρουσίαση αυτή να έχει γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα. (δ) Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλεται, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και (ε) Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Ο 2ος κατηγορούμενος με τις κατηγορίες 2,8 και 10 κατηγορείται ως συνεργός δυνάμει του άρθρου 20 του Κεφ. 154. Στην υπόθεση ΘΕΟΔΩΡΟΥ Μ. ΙΩΑΝΝΙΔΗ ν. GASTOP BOUTIQUE LTD κ.α., Ποινική Έφεση αρ. 161/2014, 30/6/2017, στην οποία καταδικάστηκε κατ' έφεση διευθυντής εταιρείας που κατηγορείτο δυνάμει του άρθρου 20 του Κεφ. 154 για τη συνέργεια του στη διάπραξη του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, λεχθήκαν τα ακόλουθα: «Το άρθρο 20 (γ) του Ποινικού Κώδικα, δυνάμει του οποίου κατηγορήθηκε η εφεσίβλητη 2 ως συνεργός στη διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, από την εφεσίβλητη 1, δεν προνοεί ρητά για συγκεκριμένη ένοχη διάνοια του συνεργού.. Όμως δεν φαίνεται να επιβάλλεται η ανάγκη απόδειξης πρόθεσης, εκ μέρους του συνεργού, για διάπραξη του κύριου αδικήματος, δηλαδή στην προκείμενη περίπτωση πρόθεση μή πληρωμής της επιταγής, όπως το έθεσε το πρωτόδικο δικαστήριο. Είναι αρκετό, κατά την κρίση μας, εάν ο συνεργός γνώριζε τα γεγονότα που συνέθεταν το κύριο αδίκημα, της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής στην προκείμενη περίπτωση, και ήταν αδιάφορος ή απερίσκεπτος αναφορικά με το κατά πόσον η επιταγή θα ετιμάτο όταν παρουσιάζετο στην Τράπεζα για πληρωμή (reckless).» Εν σχέση με τις κατηγορίες 1,7 και 9 τις οποίες αντιμετωπίζει η 1η κατηγορούμενη ενόψει των ευρημάτων του Δικαστηρίου όπως αυτά έχουν καταγραφεί πιο πάνω κρίνεται ότι έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία του άρθρου 305Α
(1). Σημειώνω περαιτέρω ότι ουσιαστικά η πλευρά της υπεράσπισης δεν αμφισβήτησε τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων αυτών. Δεν έχει αμφισβητηθεί η έκδοση των επιταγών από την 1η κατηγορούμενη, ήτοι η υπογραφή και παράδοση τους στην παραπονούμενη, η κατάθεση τους κατά την ημερομηνία όπου αυτές κατέστησαν πληρωτέες και ότι αυτές παρέμειναν απλήρωτες για περίοδο 15 ημερών. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου έχει αποδειχθεί επίσης ότι οι επιταγές Τεκμήρια 1,4 και 5 δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων. Το ότι σύμφωνα με την μαρτυρία του 2ου κατηγορούμενου οι επίδικες επιταγές αντικαταστάθηκαν με τις επιταγές Τεκμήρια 6-10 αλλά πολύ πιο μετά την περίοδο των 15 ημερών δεν επηρεάζει την απόδειξη των κατηγοριών. Το γεγονός ότι επί των επιταγών φαίνονται σφραγίδες με την ένδειξη να παρουσιαστεί ξανά ή αποταθείτε τον εκδότη δεν διαφοροποιεί την πιο πάνω κατάληξη εφόσον η ένδειξη αυτή δεν υποβάλλει στον δικαιούχο οποιαδήποτε υποχρέωση επανακατάθεσης της (βλ. Wellfit Engineering Co Ltd και Άλλος ν. Άκη Xαπίδη,
(2004)2 Α.Α.Δ. 271). Εις ότι αφορά την ευθύνη του 2ου κατηγορούμενου όπου κατηγορείται με τις κατηγορίες 2,8 και 10 ως συνεργός στην έκδοση ακάλυπτων επιταγών από την 1η κατηγορούμενη που αφορούν τις επιταγές Τεκμήρια 1,4 και 5, ο ίδιος του ανέφερε στην μαρτυρία του ότι εκπροσωπούσε την 1η κατηγορούμενη κατά τη συνεργασία της με την παραπονούμενη. Πέραν του ότι είναι διευθυντής της 1ης κατηγορούμενης και το πρόσωπο το οποίο υπέγραψε τις επιταγές αυτές ο ίδιος του ανέφερε κατά τη μαρτυρία του ότι οι επίδικες επιταγές δεν θα μπορούσαν να πληρωθούν λόγω των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε η 1η κατηγορούμενη, εξού και συνεννοήθηκε με τον Αλέξανδρο Μιτσίδη να αντικατασταθούν. Συνεπώς ο 2ος κατηγορούμενος γνώριζε ότι οι επιταγές Τεκμήρια 1,4 και 5 δεν θα μπορούσαν να τιμηθούν καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο. Ενόψει των πιο πάνω έχει καταδειχθεί η γνώση του 2ου κατηγορούμενου ως συνεργού της 1ης κατηγορούμενης τόσο για την έκδοση των επιταγών όσο και για το ότι αυτές δεν θα πληρώνονταν. (βλ. Σάββα Θεοχάρους & Υιοί Λτδ ν. Χρίστου Ορφανίδη κ.ά., ECLI:CY:AD:2015:B706, Ποιν. Εφ. Αρ. 102/2014 και 115/2014, ημερομηνίας 23.10.2015, VRONTIS BUILDERS LTD ν. M.H STEEL CONSTRUCTIONS LTD, Ποινική Έφεση Αρ. 296/2014, 15/4/2016). Εις ότι αφορά τις ημερομηνίες έκδοσης των επίδικων επιταγών παρατηρώ ότι προς τούτο έγινε αποδεκτή η μαρτυρία της ΜΚ3 ενώ στις λεπτομέρειες αδικημάτων αναφέρονται ως ημερομηνίες έκδοσης τους οι ημερομηνίες όπου οι επιταγές ήταν πληρωτέες. Έχοντας όμως υπόψη ότι η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε ως προς τον χρόνο έκδοσης των επιταγών, ούτε ήγειρε τέτοιο ζήτημα όπως επίσης διαπιστώνω ότι πριν την καταγραφή συγκεκριμένης ημερομηνίας στις λεπτομέρειες αδικήματος καταγράφεται η φράση «κατά ή περί» θεωρώ ότι υπό τις περιστάσεις δεν κρίνεται αναγκαία η τροποποίηση του κατηγορητηρίου. (βλ. Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(1992)2 A.A.Δ. 458 και (ΧENAKIS MELI) ΞΕΝΑΚΗ ΜΕΛΗ ν. VASSOS LEPTOS LTD, Ποινική Έφεση Αρ. 182/2014, 23/10/2015). Ενόψει των πιο πάνω καταλήγω ότι η παραπονούμενη απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλες τις κατηγορίες εναντίον των κατηγορουμένων, οι οποίοι κρίνονται ένοχοι στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Εις ότι αφορά το ζήτημα των εξόδων θα το επιληφθώ με την ολοκλήρωση της υπόθεσης. (Υπ.) ........ Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.