Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Singh Jaspreet, Αρ. Υπόθεσης: 23231/15, 16/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B29 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 23231/15 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον Singh Jaspreet Κατηγορουμένoυ ------------------------ Ημερομηνία: 16/2/2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Μ. Κουτσόφτας Για τον Κατηγορούμενο: κα Ευτυχία Κουζάρη Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην υπό εξέταση υπόθεση, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της μεταφοράς επιθετικού όπλου, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3
(1)
(2)του περί Επιθετικών Όπλων Νόμου Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος την 28ην Νοεμβρίου 2014 στο χωριό Τραχώνι της επαρχίας Λεμεσού, χωρίς νόμιμη εξουσία ή λογική δικαιολογία, σε δημόσιο μέρος, δηλαδή στην οδό Κωνσταντίνου και Ευριπίδη, είχε στην κατοχή του επιθετικό όπλο, δηλαδή ένα αυτοσχέδιο σιδερένιο ρόπαλο. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ως Μ.Κ.1, κατέθεσε ο Α/Αστ. 1835 κ. Πέτρος Κανάρης, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την κατάθεση του - τεκμήριο 1 και στην οποία ουσιαστικά αναφέρει τα καθήκοντα στην παρούσα υπόθεση, ήτοι η γραπτή απαγγελία κατηγοριών προς τον κατηγορούμενο, όπου για την επίδικη κατηγορία απάντησε ότι δεν την παραδέχεται, διότι το αυτοκίνητο δεν ήταν δικό του και δεν γνώριζε ότι είχε σιδερένιο ρόπαλο μέσα. Κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 2 την εν λόγω γραπτή κατηγορία και αναγνώρισε τον κατηγορούμενο. Στην αντεξέταση του, ανέφερε ότι γνωρίζει μεν για άλλη διαδικασία που κινήθηκε εναντίον κατηγορουμένου, αλλά δεν γνωρίζει το αποτέλεσμα, διότι δεν ήταν ο διερευνών αστυνομικός και δεν έχει εκτελέσει οποιαδήποτε άλλα καθήκοντα πέραν της γραπτής κατηγορίας και ούτε ήταν παρών στην λήψη της κατάθεσης από τον κατηγορούμενο. Ως Μ.Κ. 2 κατέθεσε ο αστ. 3733 κ. Κυριάκος Παπακυριακού, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την γραπτή του κατάθεση - τεκμήριο
- Στην κατάθεσή του, αναφέρει ότι στις 28 Νοεμβρίου 2014 και ώρα 20:00 στην οδό Κωσταντίνου Ευριπίδη στο Τραχώνι, έκανε σήμα στο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΕΤΧ 867 στο οποίο επέβαιναν τρία άτομα. Ο οδηγός του οχήματος αντί να σταματήσει, ανέπτυξε ταχύτητα σπινάροντας και με κινήσεις ζικ ζακ, προσπάθησε να διαφύγει. Αμέσως μαζί με τον Αστ. 3370 ακολούθησε το όχημα χωρίς να το χάσει από τα μάτια του και το ανέκοψαν περι τα 500 μέτρα πιο κάτω. Ο συνοδηγός και ο επιβάτης πίσω αμέσως κατέβηκαν από το όχημα και άρχισαν να τρέχουν προς αντίθετες κατευθύνσεις. Ακολούθησε το ένα από τα δύο άτομα, αφού περιόρισε τον οδηγό με τη βοήθεια του αστυφύλακα 3370 και την πρόλαβε μετά από απόσταση 200 μέτρων όπου και την ανέκοψε και την μετέφερε κοντά στο αυτοκίνητο που ήταν και ο οδηγός. Ζήτησε και από τους δύο να του δώσουν στοιχεία και τον αριθμό αλλοδαπού τους, αλλά δεν μπορούσαν να το πράξουν. Πληροφόρησε τον οδηγό του οχήματος ότι διέπραξε αδικήματα που αφορούν τροχαίες παραβάσεις και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο, αυτός δεν απάντησε τίποτα. Στην συνέχεια και με την βοήθεια του αστυφύλακα 3370, μετέφερε το όχημα και τους δύο επιβάτες στον αστυνομικό σταθμό Επισκοπής, όπου στην έρευνα που διενήργησε στο όχημα, βρήκε ένα σιδερένιο αυτοσχέδιο ρόπαλο. Αφού πληροφόρησε εκ νέου τον οδηγό για το αδίκημα το οποίο διέπραξε, δηλαδή μεταφορά και κατοχή επιθετικού οργάνου και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο, δεν απάντησε τίποτα. Στην συνέχεια τον πληροφόρησε ότι τελεί υπό σύλληψη για αυτό το αδίκημα που αντιμετωπίζει και στην παρούσα υπόθεση και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και αυτός απάντησε ΄΄Sorry sir΄΄. Στις 21:15 στον αστυνομικό σταθμό Επισκοπής, έδωσε στον οδηγό και αυτός διάβασε τα δικαιώματα του τα οποία υπέγραψε στην παρουσία του. Επίσης αναφέρθηκε στις έρευνες που έκανε για την συνεπιβάτιδα του κατηγορουμένου. Ακολούθως το όχημα και ο συλληφθείς καθώς και το ρόπαλο - τεκμήριο, παραδόθηκαν στον αστυφύλακα 4597 του Αστυνομικού Σταθμού Επισκοπής. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, αναγνώρισε τον κατηγορούμενο, το νομικό καθεστώς του οποίου δεν γνωρίζει, καθότι αυτό αποτελούσε καθήκον διερεύνησης του εξεταστή της υπόθεσης και επιπρόσθετα κατέθεσε ως τεκμήριο 4 το έντυπο με το οποίο ο κατηγορούμενος ενημερώθηκε για τα δικαιώματα του και το οποίο υπέγραψε. Ανέφερε επίσης ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο οδηγός του οχήματος, το δε ρόπαλο που έχει εντοπιστεί, αυτό βρισκόταν δεξιά κάτω από την θέση του οδηγού όπου καθόταν ο κατηγορούμενος, πλην όμως δεν διαπιστώθηκε σε ποιον ανήκε το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Στην αντεξέταση του, αναφέρθηκε στις συνθήκες και τους λόγους που οδήγησαν την ανακοπή του οχήματος που οδηγούσε ο κατηγορούμενος, τον αριθμό των επιβατών που επέβαιναν στο αυτοκίνητο, την ανεύρεση του ροπάλου, το οποίο και περιέγραψε, την μεταφορά του οχήματος στον αστυνομικό σταθμό και δεν ήταν σε θέση να θυμάται εάν ανευρέθηκε οτιδήποτε άλλο στο εν λόγω αυτοκίνητο πέραν του ροπάλου. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι το εν λόγω ρόπαλο ενδεχομένως να ανήκε σε κάποιον από τους άλλους δύο συνεπιβάτες του, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος απάντησε ΄΄Sorry Sir΄΄ και δεν προέβαλε την θέση ότι δεν του ανήκει και επίσης αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι ζήτησε από τον κατηγορούμενο να τον βοηθήσει να σηκώσει την καρέκλα για να βγάλει το ρόπαλο, λέγοντας ότι υπήρχαν άλλοι συνάδελφοι του που θα μπορούσαν να τον βοηθήσουν. Ως Μ.Κ. 3 κατέθεσε ο αστ. 4897 κ. Νικόλας Οικονομίδης, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την γραπτή του κατάθεση - τεκμήριο 5, και στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, κατέθεσε το αυτοσχέδιο σιδερένιο ρόπαλο ως τεκμήριο 6, ως τεκμήρια 7(α)(β) την κατάθεση που λήφθηκε από τον κατηγορούμενο στην μητρική του γλώσσα και η μετάφραση της στην Ελληνική γλώσσα, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα τον κατηγορούμενο. Στην κατάθεσή του αναφέρει ότι στις 28 Νοεμβρίου 2014 και περί ώρα 21:00, ενώ βρισκόταν σε καθήκον στο σταθμό όπου υπηρετούσε, προσήλθε ο αστυφύλακας 3733 κ. Παπακυριακού, ο οποίος τον ενημέρωσε ότι μια ώρα προηγουμένως στην οδό Κωσταντίνου και Ευριπίδη στο Τραχώνι, έκανε σήμα στον οδηγό του οχήματος με αριθμό εγγραφής ΕΤΧ 867 με οδηγό τον κατηγορούμενο για να σταματήσει, πράγμα το οποίο αυτός παρέλειψε να πράξει, συνεχίζοντας την πορεία του και οδηγώντας επικίνδυνα το όχημα του. Αφού κατάφερε να το ανακόψει, προέκυψε η διάπραξη συγκεκριμένων τροχαίων αδικημάτων. Περαιτέρω από έρευνα που διεξήγαγε ο αστυφύλακας 3733 στο πιο πάνω όχημα στον αστυνομικό σταθμό Επισκοπής, εντόπισε εντός αυτού ένα αυτοσχέδιο σιδερένιο ρόπαλο, με πράσινη πλαστική χειρολαβή μήκους 77 εκατοστων, το οποίο και παρέλαβε ως τεκμήριο, ενώ αμέσως μετά προέβηκε στη σύλληψη του κατηγορουμένου. Την περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης ανέλαβε ο ίδιος και ως εκ τούτου την ίδια ημέρα και ώρα 21:44, παρέλαβε από τον αστυφύλακα 3733 το κατασχεθέν αυτοσχέδιο ρόπαλο. Στην συνέχεια της ίδιας ημέρας και μεταξύ των όρων 22:30 - 23:00, στον αστυνομικό σταθμό Επισκοπής, με την βοήθεια διερμηνέα, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο στη μητρική του γλώσσα. Μεταξύ άλλων παραδέχτηκε την διάπραξη των τροχαίων αδικημάτων, πλην όμως σχετικά με το ρόπαλο που εντοπίστηκε, αρνήθηκε ότι του ανήκει, ισχυριζόμενος ότι ανήκει στον ιδιοκτήτη του οχήματος, για τον οποίο δεν ήταν σε θέση να αναφέρει περαιτέρω στοιχεία του. Στην αντεξέταση του, ανέφερε ότι δεν ήταν παρών στην έρευνα που έγινε στο αυτοκίνητο, αλλά παρέλαβε το τεκμήριο από τον κ. Παπακυριακού και ότι ανέλαβε την περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης, που αφορούσε την επίδικη κατηγορία, αλλά και τροχαία αδικήματα. Ανέφερε ότι έκανε κάποια έρευνα για να μάθει σε ποιον ανήκει το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος, το οποίο όμως δεν ήταν ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου και ο ιδιοκτήτης αυτού δεν έχει εντοπιστεί. Ο κατηγορούμενος δεν έδωσε περαιτέρω στοιχεία του ιδιοκτήτη και δεν έχει γίνει έρευνα εάν υπάρχουν οποιαδήποτε αποτυπώματα πάνω στο αντικείμενο. Από έρευνα που έχει κάνει ο ίδιος, ο κατηγορούμενος ήταν νόμιμος στην Κύπρο, αλλά δεν ήταν σε θέση να θυμάται εάν έχει λάβει κατάθεση από την συνεπιβάτιδα του κατηγορουμένου και ούτε ήταν σε θέση να γνωρίζει τι έγινε στην ποινική υπόθεση που αφορούσε τα τροχαία αδικήματα. Ανέφερε επίσης ότι ο κατηγορούμενος του ανέφερε προφορικά ότι γνώριζε ότι το ρόπαλο βρισκόταν εντός του οχήματος και ότι το συγκεκριμένο ρόπαλο είναι του Μάριου όπως τον έχει κατονομάσει και από αυτό εξήγαγε το συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος γνωρίζει ότι το ρόπαλο βρισκόταν εντός του αυτοκινήτου, όπου από έρευνα που έχει κάνει ο ίδιος, εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης ήταν αλλοδαπός και όχι άτομο με το όνομα Μάριος. Αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι ο κατηγορούμενος δεν γνώριζε ότι το αντικείμενο ήταν μέσα στο αυτοκίνητο, εκφράζοντας ταυτόχρονα την πίστη του ότι αυτό ανήκε στον κατηγορούμενο. Αναφέρθηκε επίσης στις έρευνες που έγιναν για να εντοπίστηκε το τρίτο άτομο που βρισκόταν εντός του αυτοκινήτου αλλά αυτό δεν έχει εντοπιστεί. Επανέλαβε την θέση ότι δεν έχουν διενεργηθεί επιστημονικές εξετάσεις στο ρόπαλο και αντικρούοντας υποβληθείσα θέση ότι ο κατηγορούμενος δεν γνώριζε για την ύπαρξη του ροπάλου, παρέπεμψε στην κατάθεσή του κατηγορουμένου, στην οποία αναφέρει ο κατηγορούμενος ότι ο σιδερολοστός που βρέθηκε μέσα στο αυτοκίνητο δεν ανήκει στον ίδιο αλλά στον Μάριο. Στην επανεξέταση του αναφέρθηκε στην πηγή άντλησης της γνώσης του ως προς το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του οχήματος που οδηγούσε. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα, η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της και μετά από τις αγορεύσεις αμφοτέρων των ευπαιδεύτων συνηγόρων αναφορικά με το ζήτημα της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του έκρινε ότι έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και αφού επεξηγήθηκαν στον κατηγορούμενο τα δικαιώματα του, αυτός επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και τελικώς δεν προσκόμισε περαιτέρω μαρτυρία. Ο κατηγορούμενος λόγω του ότι η κατάθεση του στην μητρική του γλώσσα ήταν δυσανάγνωστη δεν την έχει υιοθετήσει, αλλά κατέθεσε προφορικά την δική του εκδοχή ως μέρος της κυρίως εξετασης του και αναφέρθηκε επίσης σε κάποια μέρη της κατάθεσης του, δίνοντας όμως κάποιες διαφορετικές αναφορές και εξηγήσεις που αναγράφονται στην κατάθεση του. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι μετά την ολοκλήρωση των αγορών του από συγκεκριμένη υπεραγορά, πήγε στην στάση του λεωφορείου. Εκεί αναμένοντας το λεωφορείο, κάποιος άνδρας που ονομάζεται Μάριος και τον οποίο ήξερε, ήρθε και τον ρώτησε ποιος ο λόγος που στεκόταν εκεί και ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι περίμενε το λεωφορείο για να πάει σπίτι του. Του ανέφερε ότι θα μπορούσε να τον μεταφέρει στο σπίτι του αν πήγαινε μαζί του και ακολούθως κάθισε μαζί του στο αυτοκίνητο, αλλά επειδή δεν οδηγούσε καλά, τότε του ανέφερε να οδηγήσει ο ίδιος το αυτοκίνητο, διότι ο Μάριος ήταν μεθυσμένος και δεν μπορούσε να οδηγλησει σωστά. Για την ασφάλεια του και την ασφάλεια των άλλων ατόμων, ο κατηγορούμενος αποφάσισε να οδηγήσει ο ίδιος, ο οποίος διαμένει στον Ασώματο, αλλά δεν ήξερε τον δρόμο πώς να πάει εκεί και ο Μάριος του είπε τον δρόμο και τον οδήγησε προς το Τραχώνι. Η αστυνομία διενήργησε έλεγχο και τον σταμάτησε και παρά το γεγονός ότι ο Μάριος του είπε να μην σταματήσει, ο κατηγορούμενος σταμάτησε το αυτοκίνητο. Όταν σταμάτησε το αυτοκίνητο, ο Μάριος έφυγε από αυτό, αλλά ο κατηγορούμενος έμεινε στον χώρο, όπου η αστυνομία του ζήτησε τα χαρτιά του και τον μετέφερε στον τοπικό αστυνομικό σταθμό, όπου έλεγξαν τα χαρτιά του, όπου και διαπιστώθηκε το νόμιμο μεν καθεστώς του στην Κύπρο, αλλά διαπιστώθηκε η διάπραξη των τροχαίων αδικημάτων και ένας άλλος αστυνομικός έκανε έρευνα μέσα στο αυτοκίνητο. Ο κατηγορούμενος ήταν μαζί με τους αστυνομικούς, αλλά δεν ήξερε τι υπήρχε μέσα στο αυτοκίνητο και ο ίδιος έλεγξε μαζί με τους αστυνομικούς το αυτοκίνητο και εξετάστηκε πίσω και μπροστά το αυτοκίνητο και κάτω από τη θέση του οδηγού υπήρχε ένα σιδερένιο ρόπαλο και αυτό ήταν κολλημένο εκεί. Ο αστυνομικός σήκωσε την θέση και πήρε το ρόπαλο και τον ρώτησε σε ποιον ανήκει και ο κατηγορούμενος απάντησε ότι το αυτοκίνητο είναι του Μάριου και μπορεί και το σιδερένιο ρόπαλο να ανήκει σε αυτόν, αλλά δεν ήξερε οτιδήποτε γι' αυτό και το είδε για πρώτη φορά όταν ο αστυνομικός το έβγαλε κάτω από το κάθισμα. Στην αντεξέταση του, αναφέρθηκε στο καθεστώς παραμονής του στην Κύπρο, ότι δεν γνώριζε το όνομα της γυναίκας που βρισκόταν στο αυτοκίνητο μαζί του, αρνούμενος υποβληθεία θέση ότι ήταν φιλενάδα του, αναφέρθηκε στο πως βρέθηκε στο σημείο από όπου συνάντησε τον Μάριο, όπως τον κατονομάζει και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τελικά οδήγησε το αυτοκίνητο, ανέφερε ότι έχει κτυπηθεί από την Αστυνομία δύο φορές στο πρόσωπο, αλλά δεν έχει υποβάλει οποιοδήποτε παράπονο, διότι ο διερμηνέας του ανέφερε ότι θα τον τιμωρούσαν επειδή δεν είχε τα αναγκαία έγγραφα του αυτοκινήτου και ότι δεν είναι αναγκαίο να αναγραφεί οτιδήποτε για αυτά τα κτυπήματα. Επίσης αναφέρθηκε στις κατηγορίες των τροχαίων παραβάσεων τις οποίες έχει παραδεχθεί. Ως προς το τεκμήριο 6, το αναγνώρισε ως το ρόπαλο που εντοπίστηκε στο αυτοκίνητο που οδηγούσε και το έβγαλε η αστυνομία και ως προς την απάντηση που έδωσε στην αστυνομία, ήτοι το ΄΄Sorry sir΄΄, εξήγησε ότι απάντησε ότι δεν ξέρει τον νόμο, αλλά από πλευράς του ζητά συγγνώμη και πως ανέφερε στην αστυνομία ότι το ρόπαλο δεν είναι δικό του και ότι δεν ήξερε για την ύπαρξη του, αρνούμενος σχετική αντίθετη υποβληθείσα θέση περί γνώσης του και μεταφοράς επιθετικού ρόπαλο μαζί του. Τέλος, αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. NOMIKH ΠΤΥΧΗ Η νομοθετική πρόνοια που διέπει την υπό εξέταση κατηγορία, είναι αυτή του άρθρου 3
(1)του περί Επιθετικών Όπλων (Απαγόρευση) Νόμος (ΚΕΦ.159), η οποία προνοεί τα ακόλουθα: ΄΄Πρόσωπο το οποίο χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση ή εύλογη δικαιολογία, η απόδειξη των οποίων βαρύνει αυτό, έχει μαζί του σε οποιοδήποτε δημόσιο χώρο οποιοδήποτε επιθετικό όπλο είναι ένοχο αδικήματος, και υπόκειται σε περίπτωση καταδίκης σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές της φυλάκισης και του προστίμου.΄΄ Ως προς τις έννοιες του δημόσιου χώρου και του επιθετικού όπλου, ο περί Επιθετικών Όπλων (Απαγόρευση) Νόμος (ΚΕΦ.159), δόνει την δική του ορολογία και που έχει ως ακολούθως: ΄΄δημόσιος χώρος" περιλαμβάνει οποιοδήποτε αυτοκινητόδρομο και οποιαδήποτε άλλα υποστατικά ή τόπο στον οποίο κατά τον ουσιώδη χρόνο το κοινό έχει ή του επιτρέπεται να έχει πρόσβαση, είτε με πληρωμή είτε με άλλο τρόπο. "επιθετικό όπλο" σημαίνει οποιοδήποτε αντικείμενο που κατασκευάστηκε ή προσαρμόστηκε για να προκαλεί όταν χρησιμοποιείται βλάβη σε πρόσωπο ή ζημιά σε περιουσία, ή που προορίζεται από το πρόσωπο που το έχει μαζί του για τέτοια χρήση από αυτό. ΄΄ Από το λεκτικό λοιπόν του εν λόγω άρθρου 3
(1)συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι:
- Ο κατηγορούμενος να έχει μαζί του,
- Σε οποιοδήποτε δημόσιο χώρο,
- Επιθετικό όπλο. Αποτελεί δε υπεράσπιση αν ο κατηγορούμενος έχει το επιθετικό όπλο με νόμιμη εξουσιοδότηση ή εύλογη δικαιολογία. Το αδίκημα της εν λόγω κατηγορίας είναι πανομοιότυπο με το αδίκημα που προβλέπει το άρθρο 1 του αγγλικού Prevention of Crime Act 1953, ανάλυση του οποίου γίνεται στο σύγγραμμα Archbold 2003 παρ. 24-106 - 24 -
- Όσον αφορά την έννοια του «έχει μαζί του» στο πιο πάνω σύγγραμμα, σημαίνει εν γνώσει του σε οποιοδήποτε δημόσιο χώρο. Περαιτέρω η φράση «έχει μαζί του» διακρίνεται από την κατοχή και ουσιαστικά απαιτεί απόδειξη στενότερης επαφής με το αντικείμενο από την απλή κατοχή. Στο ίδιο σύγγραμμα προσδιορίζονται τρεις κατηγορίες επιθετικών όπλων. Εκείνα που έχουν κατασκευαστεί για τη χρήση και πρόκληση τραυματισμού. Εκείνα που είναι προσαρμοσμένα για ένα τέτοιο σκοπό και τέλος εκείνα που δεν έχουν κατασκευαστεί ή προσαρμοστεί γι΄ αυτό το σκοπό με την πρόθεση να προκαλέσει τραυματισμό. Στις δύο πρώτες περιπτώσεις η κατηγορούσα αρχή δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος είχε το όπλο μαζί του με σκοπό την πρόκληση ζημιάς. Βλ. Davis v. Alexander 54 Cr. Ap. R. 398 DC. Συγκεκριμένα, αναφέρονται τα ακόλουθα: «24-115 (c) "Offensive weapon" Three categories In R. v. Simpson (C.), 78 Cr.App.R. 115, CA, Lord Lane C.J. (considering the definition in s.1
(4), ante, § 24-106a) identified three categories of offensive weapon: those made for use for causing injury to the person, i.e. offensive per se; those adapted for such a purpose; and those not so made or adapted, but carried with the intention of causing injury to the person. In the first two categories, the prosecution do not have to prove that the defendant had the weapon with him for the purpose of inflicting injury (see Davis v. Alexander, 54 Cr.App.R. 398, DC): if the jury are sure that the weapon is offensive per se, the defendant will only be acquitted if he establishes lawful authority or reasonable excuse (see post). 24-116 Offensive per se In Simpson, ante, Lord Lane C.J. gave as instances of weapons offensive per se a bayonet, a stiletto or a handgun. A police truncheon has been held to be offensive per se: Houghton v. Chief Constable of Greater Manchester, 84 Cr.App.R. 319, CA (Civ. Div.). So have a rice-flail (Copus v. DPP [1989] Crim.L.R. 577, DC) and a swordstick (Davis v. Alexander, 54 Cr.App.R. 398, DC; R. v. Butler [1988] Crim.L.R. 696, CA). Weapons which are manufactured for an innocent purpose are not offensive per se, e.g. a razor (R. v. Petrie, 45 Cr.App.R. 72, CA); a penknife (R. v. Humphreys [1977] Crim.L.R. 225, CA); some types of sheath knife (see R. v. Williamson, 67 Cr.App.R. 35, CA, and observations thereon in Simpson, ante); a lock-knife (Patterson v. Block
(1984)81 L.S.Gaz. 2458, DC); and a machete and catapult (Southwell v. Chadwick, 85 Cr.App.R. 235, DC). In general, unless the weapon is a flick-knife or butterfly knife (see post) or, perhaps, a swordstick (the Court of Appeal in Butler, ante, thought that the trial judge had been generous in leaving the issue to the jury), the question of whether a weapon is offensive per se is for the jury to decide. 24-117 "adapted for use" This is treated in many cases as being another instance of weapons offensive per se. The example given in Simpson, ante, was a bottle broken deliberately: see Bryan v. Mott, post. 24-118 "for causing injury to the person" In Bryan v. Mott, 62 Cr.App.R. 71, DC, the Crown Court's finding that an article adapted to commit suicide was adapted "for causing injury to the person" was not challenged. For a Crown Court decision to the opposite effect, see R. v. Fleming [1989] Crim.L.R. 71». ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η λογική είναι ένας ασφαλής οδηγός για το Δικαστήριο για να προβεί στα ανάλογα συμπεράσματα και αυτό τονίστηκε επανειλημμένα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD "ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2013, Ν. 17
(1)/2013 (ΕΝΕΡΓΩΝΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ, ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ - ν - OTIS ELEVATORS (CYPRUS) LTD ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 371/2009 ημερ. 16/2/2015 λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (δέστε Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)΄΄ Ως πιο κάτω θα αξιολογηθεί, η παράλειψη του κατηγορουμένου να υποβάλει στους μάρτυρες κατηγορίες συγκεκριμένες θέσεις, καθώς και η υποβολή αντιφατικών θέσεων, πλήττουν την αξιοπιστία του και γενικά αποδυναμώνουν την αποδεικτική βαρύτητα της εκδοχής του. Υπάρχει πλούσια και πάγια νομολογία επί αυτούτου θέματος και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Δώρος Πολυκάρπου - Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 149/2015 ημερ. 25/4/2017, όπου η Έντιμη Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κα Τάσια Ψαρά - Μιλτιάδου, ανέφερε τα ακόλουθα: ΄΄Είναι παγίως εδραιωμένη αρχή του δικαίου ότι παράλειψη υποβολής ουσιώδους θέσης στην άλλη πλευρά κατά την αντεξέταση, δημιουργεί ρήγμα στην αξιοπιστία της πλευράς που παραλείπει να το πράξει.'Οπως ετέθη στην υπόθεση Pal κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551 η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Αυτή δε η υποχρέωση καθίσταται ιδιαίτερα βαρύνουσα αν πρόκειται για ουσιώδη ισχυρισμό. (βλ.επίσης Adidas Sportshunfanbriken Adi Dassler KG v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383 και Τάκη ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 599 και Σιακαλλής ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 146). Ομοίως, αντιφατική υποβολή με τις θέσεις που προωθούνται εν τέλει ενόρκως ουσιωδώς πλήττουν την αξιοπιστία της όλης εκδοχής ενός μάρτυρα.΄΄ Ο Μ.Κ. 1 άφησε πολύ καλή εικόνα στο Δικαστήριο, ο οποίος προσήλθε στο Δικαστήριο με απώτερο σκοπό να πει στο Δικαστήριο αυτό που είχε επικεντρωθεί στα πλαίσια των καθηκόντων του, που ήταν απλά η απαγγελία της γραπτής κατηγορίας στον κατηγορούμενο και η καταγραφή της απάντησης του και ο μάρτυρας αυτός ήταν τυπικός και χωρίς κανένα δισταγό το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του ως αληθή και αξιόπιστη. Ο Μ.Κ. 2 άφησε επίσης πολύ θετική εικόνα στο Δικαστήριο και το Δικαστήριο κρίνει ότι ο μάρτυρας αυτός ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Εξιστόρισε πλήρως και με λεπτομέρεια τα όσα εκτυλίχθηκαν κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, ήτοι ότι στα πλαίσια διενέργειας αστυνομικών ελέγχων, ανέκοψε το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος και διαπιστώθηκαν αρχικά οι τροχαίες παραβάσεις. Η όλη έρευνα που έγινε ήταν απόλυτα δικαιολογημένη, έχοντας υπ΄ όψη τους ελιγμούς που έκανε ο κατηγορούμενος προηγουμένως και την μετέπειτα διαφυγή των δύο συνεπιβατών του, εκ των οποίων ο ένας έχει διαφύγει οριστικά, ενώ η άλλη συνεπιβάτης ανακόπηκε κάποια μέτρα πιο κάτω και που εν πάση περιπτώση, η απάντηση του κατηγορούμενου ότι δεν γνώριζε για το ρόπαλο δεν δόθηκε στον ίδιο, αλλά στον Μ.Κ. 1 που τον έχει κατηγορήσει. Επίσης η έρευνα που ακολούθησε και ανευρέθηκε το επίδικο ρόπαλο έγινε επίσης στα πλαίσια της νομιμότητας και το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι ο εν λόγω μάρτυρας άσκησε τα καθήκοντα του στα πλαίσια της νομιμότητας και επεξήγησε πλήρως στον κατηγορούμενο τα δικαιώματα του. Έχει πειστεί επίσης το Δικαστήριο για την αλήθεια των ισχυρισμών του ως προς τις απαντήσεις που προέβαλε ο κατηγορούμενος ως προς το επίδικο ρόπαλο, ήτοι ότι απάντησε ΄΄Sorry Sir΄΄ και ότι δεν έχει προβάλει οποιανδήποτε θέση ότι αυτό δεν του ανήκει, χωρίς βεβαίως το Δικαστήριο να παραγνωρίζει την απάντηση που έδωσε ο κατηγορούμενος όταν του απαγγέλθηκαν οι κατηγορίες, ζητημα το οποίο θα αξιολογηθεί ειδικότερα πιο κάτω. Είναι απολύτως φυσιολογικό να μην θυμάται ο μάρτυρας αν ανευρέθηκε οτιδήποτε άλλο στο αυτοκίνητο, λόγω ακριβώς του χρόνου που παρήλθε και στο γεγονός ότι περιορίστηκε στο επίδικο ρόπαλο που είναι και το αντικείμενο της υπόθεσης και δεν αποκλείεται η ανεύρεση και άλλων νόμιμων αντικειμένων που δεν θα διαδραμάτιζαν άλλωστε οποιονδήποτε ρόλο στην παρούσα υπόθεση. Απόλυτα λογική κρίνεται και η απάντηση που έδωσε και πιο συγκεκριμένα ότι υπήρχαν άλλοι συνάδελφοι του για να τον βοηθήσουν για να σηκώσει την καρέκλα κάτω από την οποία βρισκόταν το ρόπαλο, αντικρούοντας την σχετική αντίθετη υποβληθείσα θέση ότι ζήτησε την βοήθεια του κατηγορούμενου για αυτόν τον σκοπό. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ως αληθή και αξιόπιστη. Ο Μ.Κ.3 άφησε και αυτός με τη σειρά του πολύ θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δικής, το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει ότι και αυτός ο μάρτυρας έχει εξιστορίσει στο Δικαστήριο όλα όσα γεγονότα περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και δεν έχει διαπιστώσει το Δικαστήριο οποιαδήποτε προσπάθεια του μάρτυρα να είναι μεροληπτικός υπέρ ή εναντίον οποιουδήποτε. Το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι ο μάρτυρας παρέθεσε εκείνα τα γεγονότα που προκύπτουν μέσα από την κατάθεση που έλαβε από τον κατηγορούμενο και που δικαιολογούν κατά την άποψή του την γνώση του κατηγορουμένου ως προς την ύπαρξη του τεκμηρίου 6 εντός του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο κατηγορούμενος και δεν έχει διαπιστώσει το Δικαστήριο επί αυτού του ζητήματος οποιαδήποτε προσπάθεια του μάρτυρα να εμπλέξει τον κατηγορούμενο ως αυτοσκοπό του, αλλά το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι ο μάρτυρας εξέφρασε την άποψη του με ειλικρίνεια, φιλαλήθεια και εντιμότητα. Το ίδιο ισχύει και για τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας αναφορικά με τα λεγόμενα του κατηγορουμένου προς τον ίδιο προφορικά και επί αυτού του ζητήματος δεν έχει εντοπιστεί οτιδήποτε το επιλήψιμο από πλευράς του μάρτυρα. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία και αυτό το μάρτυρα ως αληθή και αξιόπιστη. Στον αντίποδα, ο κατηγορούμενος δεν άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο έχει εντοπίσει έντονα το στοιχείο της αποφυγής από πλευράς του κατηγορουμένου κάθε διασύνδεσης του με το τεκμήριο 6, προβάλλοντας σειρά από ψεύδη και προσπάθειας απόδοσης ευθύνης στον Μάριο, όπως τον κατονόμασε, καθώς επίσης και στον διερμηνέα που ήταν παρών κατά την λήψη της ανακριτικής του κατάθεσης. Ο τρόπος που έδινε μαρτυρία δεν ήταν πειστικός, ούτε πηγαίος και είχε έντονα το στοιχείο του προβληματισμού και της αμηχανίας. Η αναφορά του στην αρχή της κυρίως εξέτασης του, ήτοι ότι σταμάτησε με την υπόδειξη της αστυνομίας, δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο και κρίνεται ότι είναι ψευδής, διότι επί αυτού του θέματος έχει γίνει αποδεκτή η μαρτυρία του Μ.Κ. 2, όπου με βάση αυτήν, ο κατηγορούμενος δεν έχει συμμορφωθεί με το σήμα της αστυνομίας και έγινε ανακοπή αρκετά μέτρα πιο κάτω. Επιπρόσθετα δε, υπήρξε διαφορετική προσέγγιση από τον κατηγορούμενο στην αντεξέταση του, όπου συμφώνησε ότι έχει παραδεχθεί σχετική κατηγορία της μη συμμόρφωσης με το σήμα αστυνομικού. Η αναφορά του κατηγορούμενου ότι η γυναίκα που βρισκόταν μαζί του στο αυτοκίνητο δεν ήταν η φιλενάδα του, δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο και κρίνεται ως ψευδής, διότι στην κατάθεση του αναφέρει ότι είναι η φιλενάδα του και είναι απορίας άξιο, παράδοξο και παράλογο, να προβάλλει τέτοιον ισχυρισμό, από την στιγμή που αποτελεί κοινό έδαφος ότι εντός του αυτοκινήτου βρίσκονταν τρία άτομα, ο ένας να είναι ο κατηγορούμενος, ο άλλος να είναι ο Μάριος, όπως τον έχει κατονομάσει ο κατηγορούμενος και που έχει διαφύγει και η άλλη να είναι μια γυναίκα, όπου στην κατάθεση του ο κατηγορούμενος να αναφέρει ότι είναι η φιλενάδα του και στην δια ζώσης του μαρτυρία να την παρουσιάζει ως μια άγνωστη, χωρίς να δίνει περισσότερες διευκρινίσεις και εξηγήσεις που να πείθουν το Δικαστήριο για την παρουσία μιας δήθεν άγνωστης γυναίκας στο αυτοκίνητο που ο ίδιος οδηγούσε. Η δε αναφορά του ότι κτυπήθηκε από την αστυνομία δύο φορές στο πρόσωπο, δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο και κρίνεται από το Δικαστήριο ως ψευδής και υστερόβουλη, η οποία τέθηκε σε μια απέλπιδα προσπάθεια δημιουργίας θετικών εντυπώσεων για το πρόσωπο του και αρνητικών για την αστυνομία, διότι πρώτη φορά προβλήθηκε στο Δικαστήριο κατά την μαρτυρία του αυτή η θέση, η οποία δεν υποβλήθηκε στους μάρτυρες κατηγορίας και ούτε έχει υποβάλει οποιοδήποτε παράπονο στην αρμόδια αρχή εξέτασης παραπόνων, αποδυναμώνοντας ακόμα περισσότερο αυτήν την αναφορά του, αν και είχε την δυνατότητα να το πράξει στην πάροδο τόσου χρονικού διαστήματος από το επίδικο συμβάν μέχρι και την ακροαματική διαδικασία. Η αναφορά του ότι ο διερμηνείας τον απέτρεψε από το να αναγραφεί αυτό το συμβάν λόγω και της μη ύπαρξης των αναγκαίων εγγράφων που αφορούσαν το αυτοκίνητο που οδηγούσε και ότι θα τον τιμωρούσαν, όχι μόνο δεν έχει υποβληθεί στους μάρτυρες κατηγορίας, αλλά επίπρόσθετα κρίνεται από το Δικαστήριο ως ψευδής και υστερόβουλη και ότι τέθηκε με σκοπό την δημιουργία των εντυπώσεων, ως αυτοί αναφέρθηκαν πιο πάνω. Ως προς το τεκμήριο 6, που είναι και ο πυρήνας της παρούσας υπόθεσης, ο κατηγορούμενος προέβαλε θέσεις, οι οποίες δεν πείθουν και είχαν ως απώτερο σκοπό όπως απεμπλακεί ο κατηγορούμενος από κάθε διασύνδεση με αυτό. Το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε για την ύπαρξη του τεκμηρίου 6, ήτοι του αυτοσχέδιου σιδερένιου ρόπαλου εντός του αυτοκινήτου όπου οδηγούσε και ανεκόπηκε. Αυτό πηγάζει από τα εξής αδιάσειστα στοιχεία, τα οποία οι κανόνες της λογικής οδηγούν αποκλειστικά στο λογικό συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος είχε γνώση για την ύπαρξη του. Συγκεκριμένα, η απάντηση που έδωσε στην αστυνομία με την φράση ΄΄Sorry sir΄΄, υπονοεί βεβαίως έναν απολογητικό χαρακτήρα για την ύπαρξη του εν λόγω τεκμηρίου στην κατοχή του, καταδεικνύοντας έτσι γνώση για αυτό. Η εξήγηση που έδωσε προφορικά, ήτοι ότι εκφράζει την συγγνώμη του και ότι αυτός ήταν ο λόγος που είπε αυτές τις λέξεις δεν έπεισαν το Δικαστήριο, διότι ποιος ο λόγος να απολογείται κάποιος για κάτι που δεν έπραξε, ήτοι η εν γνώση του μεταφορά επιθετικού όπλου. Η απάντηση που έδωσε όταν του απαγγέλθηκαν οι κατηγορίες από τον Μ.Κ. 1, ήτοι περί μη γνώσης για το τεκμήριο 6, κρίνεται από το Δικαστήριο ως μια εκ των υστέρων σκέψη, αφού αυτή η θέση τέθηκε μεταγενέστερα της κατάθεσης του, γα να απεμπλακεί από το τεκμήριο
- Ένα επιπρόσθετο στοιχείο που συνηγορεί και ουσιαστικά οδηγεί αποκλειστικά στο λογικό συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι το τεκμήριο 6 βρισκόταν εντός του αυτοκινήτου, αποτελεί και το γεγονός ότι στην κατάθεση του ο κατηγορούμενος τοποθετείται θετικά ως προς αυτό, ήτοι ρητά αναφέρει ότι αυτό ανήκει στον Μάριο, όπως τον έχει κατονομάσει, χωρίς να προβάλλει στην κατάθεση του την θέση ότι δεν γνώριζε για την ύπαρξη του και κατ΄ επέκταση, το όλο οικοδόμημα που επιχείρησε ο κατηγορούμενος να οικοδομήσει περί μη γνώσης του για την ύπαρξη του τεκμηρίου 6, κρίνεται από το Δικαστήριο ως ψευδή και τέθηκε σε μια απέλπιδα προσπάθεια να απεμπλακεί από αυτό. Η ρητή αναφορά του κατηγορούμενου ότι το τεκμήριο 6 ανήκει στον Μάριο, καταδεικνύει σαφή και θετική γνώση για την ύπαρξη του. Υπήρξε αντίφαση μεταξύ της υποβληθείσας θέσης από τον κατηγορούμενο και της μαρτυρίας του, που πλήττουν την αξιοπιστία του και πιο συγκεκριμένα, υποβλήθηκε η θέση ότι του ζητήθηκε από τον αστυνομικό να σηκώσουν την καρέκλα του οδηγού, κάτω από την οποία βρέθηκε το ρόπαλο, ενώ τελικά ο κατηγορούμενος προφορικά ανέφερε ότι είναι ο αστυνομικός που σήκωσε την καρέκλα και ανευρέθηκε το τεκμήριο 6 και εν πάση περιπτώση, επί αυτού του ζητήματος, έχει γίνει σχετική αξιολόγηση πιο πάνω, όπου το Δικαστήριο έχει κάνει αποδεκτή την μαρτυρία του συγκεκριμένου αστυφύλακα Μ.Κ. 2, ήτοι ότι δεν ζήτησε την βοήθεια του κατηγορουμένου. Αυτή η ανακολουθία θέσεων, πλήττει την αξιοπιστία του κατηγορουμένου, ο οποίος προσπάθησε να σχηματίσει την εικόνα ότι ουσιαστικά έχει πιαστεί εξ΄ απίνης, από την στιγμή που κατά τον ίδιο δεν είχε γνώση για το ρόπαλο και προσπάθησε ουσιαστικά να παρουσιάσει την εικόνα για τον εαυτό του ότι δεν είχε κάτι να κρύψει ή να φοβηθεί, προσπάθεια η οποία απέτυχε. Η δε αναφορά του κατηγορούμενου ότι το ρόπαλο ήταν κολλημένο, δεν υποβλήθηκε στους μάρτυρες κατηγορίας και το Δικαστήριο κρίνει ότι τέθηκε υστερόβουλα, σε μια προσπάθεια του κατηγορουμένου να καταδείξει ότι δεν είναι δυνατόν να κόλλησε ο ίδιος το ρόπαλο, από την στιγμή που οδηγούσε έκτακτα το αυτοκίνητο, εντός του οποίου βρέθηκε το εν λόγω ρόπαλο μετά από την σχετική ανακοπή. Τέθηκε από πλευράς υπεράσπισης ότι ο χώρος όπου βρέθηκε το τεκμήριο 6 δεν είναι δημόσιος χώρος. Αυτή η θέση δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο, διότι το τεκμήριο 6 βρισκόταν κατά την στιγμή της ανακοπής σε δημόσιο χώρο, ήτοι στην οδό Κωνσταντίνου και Ευριπίδη στο Τραχώνι. Η εν λόγω οδός, αναμφίβολα είναι δημόσιος χώρος και που είναι το μείζον και συνακόλουθα, ως μείζον, καλύπτει και το έλασσον, ήτοι το αυτοκίνητο το οποίο βρισκόταν στην εν λόγω οδό και εντός αυτού ανευρέθηκε το τεκμήριο
- Προβλήθηκε έντονα από την πλευρά της υπεράσπισης ότι δεν έχει αποδειχθεί η στενότερη επαφή του κατηγορούμενου με το τεκμήριο 6, όχι μόνο λόγω της ισχυριζόμενης άγνοιας εκ μέρους του ως προς την ύπαρξη του τεκμηρίου 6, ζήτημα το οποίο έχει ήδη αξιολογηθεί πιο πάνω, αλλά και γενικά των συνθηκών κάτω από τις οποίες αυτό ανευρέθηκε. Το Δικαστήριο κρίνει ότι μέσα από την αξιολόγηση που έγινε πιο πάνω, ο κατηγορούμενος είχε γνώση για την ύπαρξη του τεκμηρίου 6 και ότι αυτό ασφαλώς ήταν στην κατοχή του. Πράγματι απαιτείται μια στενότερη επαφή με αυτό, ως αυτό έχει αναλυθεί ανωτέρω στην νομική πτυχή, αλλά βεβαίως αυτό δεν ισοδυναμεί, ότι για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα, θα πρέπει να έχει ο κατηγορούμενος στα χέρια του το εν λόγω τεκμήριο, διαφορετικά θα υπήρχε το νομικά παράδοξο, όντας ο κατηγορούμενος γνώστης για την ύπαρξη του, να συντελείται το αδίκημα μόνο όταν το κρατά και συνεπώς, όταν οδηγεί, όπως στην προκειμένη περίπτωση και να μην το κρατά, να μην στοιχειοθετείται το αδίκημα και αυτός σίγουρα δεν ήταν ο σκοπός και το πνεύμα του νομοθέτη. Βεβαίως, ο σκοπός και το πνεύμα του νομοθέτη, είναι να ποινικοποίησει την δημόσια μεταφορά επιθετικών όπλων, προστατεύοντας έτσι το αίσθημα της δημόσιας ασφάλειας. Υιοθέτηση της εισήγησης από πλευράς υπεράσπισης, θα οδηγούσε επίσης στο εκτός νόμου πνεύμα και σκοπό, να υπάρχει απρόσκοπτη και εν γνώση μεταφορά επιθετικών όπλων σε αυτοκίνητα, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ανεξαρτήτως είδους και να μην στοιχειοθετείται το αδίκημα, με μόνη την απουσία φυσικής κατοχής και το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν θα μπορούσε να ερμηνευθεί και ουσιαστικά να στοιχειοθετείται η στενότερη επαφή μόνο με την άμεση επαφή. Συνακόλουθα, στην προκειμένη περίπτωση, η γνώση του κατηγορούμενου για την ύπαρξη του ροπάλου κάτω από το κάθισμα του οδηγού του αυτοκινήτου όπου οδηγούσε, συνιστά και αποτελεί την στενότερη επαφή που απαιτείται για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος, χωρίς να απαιτείται και η άμεση επαφή του κατηγορούμενου με το τεκμήριο 6 με τα χέρια του ή γενικά με το σώμα του. Επίσης το Δικαστήριο κρίνει ότι το τεκμήριο 6, εμπίπτει στην κατηγορία των επιθετικών όπλων ΄΄per se΄΄, διότι προσομοιάζει με ρόπαλο, όπου με βάση τα παραδείγματα που έχουν εκτεθεί ανωτέρω, το ρόπαλο (γκλομπ) της αστυνομίας, κρίθηκε ως επιθετικό όπλο ΄΄per se΄΄ και εν πάση περιπτώση, με τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης και το τεκμήριο 6 αυτό καθ΄ εαυτό, κρίνεται από το Δικαστήριο ότι αποτελεί επιθετικό όπλο ΄΄per se΄΄ και κατ΄ επέκταση, δεν απαιτείται η απόδειξη από την κατηγορούσα αρχή ότι ο κατηγορούμενος είχε το όπλο μαζί του με σκοπό την πρόκληση ζημιάς, ως ήταν και η αντίθετη εισήγηση από πλευράς υπεράσπισης, ήτοι ότι δεν αποδείχθηκε τέτοιος σκοπός, θέση η οποία δεν γίνεται απόδεκτή από το Δικαστήριο, λόγω της κατηγορίας που εμπίπτει το τεκμήριο
- ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση λοιπόν την πιο πάνω αξιολόγηση, το Δικαστήριο κρίνει ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε και απέδειξε όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ................. Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Criminal/Final Αναφορά: metafora epithetikou oplou cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο