Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. JURIS VERZA, Aρ. Υπόθεσης: 18141/17, 2/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B17 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Aρ. Υπόθεσης: 18141/17 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Εναντίον JURIS VERZA --------------------------------------------------- Ημερομηνία: 2.2.2018 Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Α. Μανώλη Για τον κατηγορούμενο: κα. Σ. Αδάμου Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής σε 14 κατηγορίες και συγκεκριμένα σε 4 κατηγορίες για πλαστογραφία κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(α)(γ)(δ)(ι) και 336 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορίες 5, 8, 11, 14), σε 4 κατηγορίες για κυκλοφορία πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 339 και 336 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορίες 6, 9, 12, 15), σε 4 κατηγορίες για απόσπαση εμπορευμάτων με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορίες 7, 10, 13, 16) και τέλος, σε 2 κατηγορίες για απόπειρα εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορίες 17, 18). Τα γεγονότα που διέπουν τη διάπραξη των αδικημάτων, πέραν των όσων αναφέρονται στις λεπτομέρειες αδικημάτων, έχουν εκτεθεί από την κατηγορούσα αρχή και εν πάση περιπτώσει εμπεριέχονται στο έγγραφο γεγονότων που έχει κατατεθεί στο Δικαστήριο. Εν συντομία έχουν ως ακολούθως : Ο κατηγορούμενος σε 4 διαφορετικές περιπτώσεις στις 16/09/17, 25/09/17 και 02/10/10, προς το σκοπό ενοικίασης οχημάτων από 2 διαφορετικά γραφεία ενοικίασης αυτοκινήτων, έδωσε τα στοιχεία 3 πιστωτικών καρτών για χρέωση του ανάλογου ποσού που αφορούσε το τίμημα ενοικίασης, προσποιούμενος ότι οι κάρτες ανήκαν στον εργοδότη του και υπόγραψε σχετικά έγγραφα. Όπως διαφάνηκε όμως οι εν λόγω πιστωτικές κάρτες ανήκαν σε τρίτους και οι χρεώσεις των καρτών τους έγιναν χωρίς την εξουσιοδότηση / έγκριση τους. Τα ποσά με τα οποία χρέωσε τις κάρτες είναι €900 (βλ. κατηγορίες 5-7), €500 (βλ. κατηγορίες 8-10), €200 (βλ. κατηγορίες 11-13) και €2000 (βλ. κατηγορίες 14-16). Επιπλέον, σε 2 άλλες περιπτώσεις, στις 10/10/17 και 11/10/17, ο κατηγορούμενος, για τον ίδιο σκοπό, χρησιμοποίησε τα στοιχεία ακόμη μίας κάρτας σε δύο άλλα γραφεία ενοικίασης οχημάτων για τα ποσά των €3591.- και €400 αντίστοιχα (βλ. κατηγορίες 17 και 18), ευτυχώς χωρίς επιτυχία. Ο κατηγορούμενος βαρύνεται με μία προηγούμενη καταδίκη. Συγκεκριμένα στην υπόθεση 5745/15 του Ε.Λ.Λεμεσού καταδικάστηκε στις 03/06/2015 για δημόσια εξύβριση, άσκηση βίας στη συμβία του με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης και για επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη και του επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 5 ημερών, 4 μηνών και 2 μηνών αντίστοιχα. Οι ποινές διατάχθηκε να συντρέχουν. H ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορούμενου αγορεύοντας ενώπιον του Δικαστηρίου για μετριασμό της ποινής σημείωσε κατ' αρχήν ότι υιοθετεί την έκθεση του γραφείου ευημερίας, με μόνη διαφορά ότι δεν αναφέρεται στην έκθεση ότι έχει αποκτήσει με την κοπέλα του ένα παιδί ηλικίας 5 ετών σήμερα. Το παιδί αυτό βρίσκεται υπό τη φύλαξη της μητέρας του. Επιπλέον ανέφερε ότι δεν είναι άτομο που είναι επιρρεπής στη διάπραξη αδικημάτων, είναι ηλικίας 26 ετών και είναι η μοναδική φορά που διέπραξε αυτής της φύσης αδικήματα. Είπε δε ότι στην προκειμένη ενήργησε με επιπολαιότητα. Είχε μεγάλη λαχτάρα να οδηγήσει Mercedes και το μόνο που έκανε ήταν να ενοικιάσει αυτοκίνητα. Ρόλο έπαιξε και η ανωριμότητα του. Ακόμη ζήτησε να ληφθεί υπόψη ότι υπήρχε πρόθεση διευθέτησης των ποσών πλην όμως οι φίλοι του που υποσχέθηκαν ότι θα το διευθετούσαν με τη βοήθεια της μητέρας του τον έχουν αφήσει εκτεθειμένο. Επίσης ζήτησε να ληφθεί υπόψη η παραδοχή του στο στάδιο που έγινε και το γεγονός ότι νιώθει άσχημα που ευρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου με αυτές τις σοβαρές κατηγορίες. Όσον αφορά την προηγούμενη καταδίκη του ζήτησε να ληφθεί υπόψη ότι αφορούσε διαφορετικής φύσης αδικήματα και να μην ληφθεί τόσο υπόψη ώστε να στερηθεί την επιείκεια του Δικαστηρίου. Τέλος είπε ότι ο κατηγορούμενος είναι υπό κράτηση για την παρούσα από τις 22/11/17, ενώ προηγήθηκε η κράτηση του στις 13/11/17 όταν συνελήφθη και τέθηκε υποκράτηση. Εάν δε το Δικαστήριο προσανατολίζεται σε ποινή στερητική της ελευθερίας ζήτησε να εξεταστεί το ενδεχόμενο αναστολής της και κατέληξε λέγοντας ότι απολογείται, νιώθει ντροπιασμένος και στεναχωρημένος και δεν θα το επαναλάβει. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα στα οποία κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος είναι σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται και από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής. Συγκεκριμένα για τα αδικήματα της πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 14 χρόνια, ενώ για το αδίκημα της απόσπασης εμπορευμάτων με ψευδείς παραστάσεις αλλά και το αδίκημα της απόπειρας εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις ποινή φυλάκισης μέχρι 5 χρόνια. Η σοβαρότητα όμως των αδικημάτων αυτών έχει τονισθεί και από τη σχετική νομολογία στην οποία τονίζεται η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών λόγω της φύσης τους. Το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά αποφάσεων του επανέλαβε ότι αδικήματα αυτής της φύσης είναι σοβαρά γιατί στηρίζονται στο στοιχείο της απάτης και η διάπραξη τους διασαλεύει και πλήττει την εμπορική πίστη και τις συναλλαγές, οι οποίες είναι απαραίτητες για τη λειτουργία του εμπορικού μας συστήματος (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 84, Περικλέους ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ 397). Ενδεικτικό των ανωτέρω είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286: «Αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο της απάτης, είναι σοβαρά διότι υπονομεύουν τις συναλλαγές και τις δοσοληψίες μεταξύ των πολιτών. Έχει δε τονισθεί από το Δικαστήριο τούτο σε σειρά αποφάσεων ότι οι ποινές σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να είναι αποτρεπτικού χαρακτήρα, όταν δε ένα Δικαστήριο αντιμετωπίζει την επιβολή ποινής σε περιπτώσεις που από τη φύση τους απαιτούν αποτροπή, τότε η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να έχει τέτοια επίδραση εις την ποινή που θα επιβληθεί ώστε να υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής.» Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω λοιπόν υπόψη μου τη σοβαρότητα των αδικημάτων, ως αυτή διαφαίνεται από τα όσα έχουν εκτεθεί ανωτέρω και το γεγονός ότι ως προκύπτει από τα γεγονότα ο κατηγορούμενος λειτούργησε βάση σχεδίου (βλ. σχολιασμό θέσεων της υπεράσπισης κατωτέρω), σε συνδυασμό με την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών λόγω του ότι αδικήματα αυτής της φύσης βρίσκονται δυστυχώς σε έξαρση, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τον αριθμό τέτοιου είδους υποθέσεων, οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. Όσον αφορά την προηγούμενη καταδίκη του κατηγορούμενου, ως προκύπτει από την νομολογία μας, οι προηγούμενες καταδίκες δεν λαμβάνονται υπόψη για να τιμωρηθεί εκ νέου ο κατηγορούμενος για αδικήματα, στα οποία έχει ήδη καταδικασθεί και για τα οποία εξέτισε την ποινή του. Η σημασία των προηγουμένων καταδικών είναι ότι στην ουσία μειώνουν την επιείκεια που μπορεί να του επιδειχθεί από το Δικαστήριο. Αυτό γιατί αποτελούν ένδειξη της στάσης του στην τήρηση των νόμων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ 1 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου
(1997)2 Α.Α.Δ 17). Στην προκειμένη περίπτωση δεν διαφεύγει ότι τα αδικήματα που αφορά η προηγούμενη καταδίκη είναι διαφορετικής φύσης εν σχέση με την παρούσα υπόθεση. Όμως από την άλλη θα πρέπει να σημειωθεί ότι επρόκειτο πάλιν για σοβαρά αδικήματα, ενώ ο κατηγορούμενος επανέρχεται λίγο περισσότερο από 2 χρόνια μετά την προηγούμενη καταδίκη του με αυτά τα πολύ σοβαρά αδικήματα. Η διαπίστωση του Δικαστηρίου συνεπώς είναι ότι η στάση του στην τήρηση των Νόμων είναι περιφρονητική και δυστυχώς επαναλαμβανόμενη. Παρά τα πιο πάνω, η σοβαρότητα των αδικημάτων και η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση τους δεν μειώνει σε καμία περίπτωση την ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής, ούτως ώστε αυτή να αρμόζει στις προσωπικές συνθήκες του κάθε κατηγορουμένου. Το καθήκον εξατομίκευσης δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις που υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Τονίζεται όμως ότι η εξατομίκευση δεν θα πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας, ούτε του στοιχείου της αποτροπής που επέβαλαν η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος, τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα. Παραπέμπω σχετικά στις υποθέσεις Ιωάννου κ.α ν Δημοκρατίας,
(2003), 2 Α.Α.Δ.,171 και Αστυνομία ν Toorac Fashion Ltd,
(1993), 2 Α.Α.Δ., 17. Με αυτά υπόψη, προς όφελος του κατηγορουμένου λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: - Την παραδοχή του, η οποία δεν ήταν μεν άμεση πλην όμως αυτή έγινε σε σύντομο χρόνο μετά την άρνηση ενοχής αρχικά και πριν την έναρξη Ακροαματικής διαδικασίας και δείχνει, σε συνδυασμό με την απολογία του, την μεταμέλεια και την αναγνώριση του λάθους του. - Τις προσωπικές του περιστάσεις όπως αυτές προκύπτουν μέσα από την έκθεση του γραφείου ευημερίας που έχει ετοιμαστεί και με βάση όσα σχετικά ανέφερε η κα. Αδάμου. Ειδικότερα ότι : Είναι ηλικίας 26 ετών και κατάγεται από τη Λετονία. Είναι πατέρας ενός παιδιού ηλικίας 5 ετών σήμερα το οποίο βρίσκεται υπό τη φύλαξη της μητέρας του. Ο πατέρας του ήταν επιχειρηματίας και δολοφονήθηκε το 2005 σε ηλικία 38 ετών. Η μητέρα του, ηλικίας 48 ετών, είναι καθαρίστρια και διαμένει στη Λεμεσό μαζί με την ετεροθαλή αδελφή του (από β' γάμο). Με το θάνατο του πατέρα του η οικογένεια αντιμετώπισε οικονομικές δυσκολίες και ο κατηγορούμενος αναγκάστηκε να διακόψει τη φοίτηση του στο πανεπιστήμιο για να εργαστεί. Το 2013 ήρθε στην Κύπρο για σκοπούς εργασίας και τα τελευταία 2 χρόνια είναι αυτοεργοδοτούμενος. Απασχολείται συγκεκριμένα με αγοραπωλησίες μέσω διαδικτύου. Έχοντας υπόψη όσα ανέφερε στην αγόρευση της η κα Αδάμου σημειώνω εδώ τα εξής: (α) Δεν αποδέχομαι όσα ανέφερε περί επιπολαιότητας και ανωριμότητας, ούτε ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε ουσιαστικά τα αδικήματα λόγω απλά μιας λαχτάρας του να οδηγήσει αυτοκίνητο Mercedes. Αυτά δεν συνάδουν με τα γεγονότα. Ο κατηγορούμενος κατ' αρχήν, όπως προκύπτει από τα γεγονότα, δεν προέβη σε μία μόνον πράξη αλλά μέσα σε διάστημα 15 περίπου ημερών διέπραξε σε 5 διαφορετικές ημερομηνίες τα αδικήματα που φαίνονται στο κατηγορητήριο και αναφέρθηκαν ανωτέρω. Περαιτέρω κατείχε τα στοιχεία περισσότερων πιστωτικών καρτών τα οποία χρησιμοποίησε στις εν λόγω περιπτώσεις. Επίσης ο κατηγορούμενος στις 11/10/17 είναι μοτοσικλέτα που ενδιαφέρθηκε να ενοικιάσει και χρησιμοποίησε τα στοιχεία της κάρτας που αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος της 17ης κατηγορίας, την οποία μοτοσικλέτα παρεμβάλλω τελικά ενοικίασε πληρώνοντας μετρητά και όχι αυτοκίνητο Mercedes. Να υπενθυμίσω επίσης ότι ο κατηγορούμενος, ως εκ της θητείας του σε εταιρεία χρηματοδότησης αλλά και ενασχόλησης του με αγοραπωλησίες μέσω διαδικτύου τα τελευταία 2 χρόνια (βλ. έκθεση γραφείου ευημερίας), προφανώς έχει αρκετές γνώσεις περί πιστωτικών καρτών. Όλα αυτά μαζί οδηγούν βέβαια σε απόρριψη των πιο πάνω θέσεων της υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος γνώριζε πολύ καλά τι έπραττε και λειτούργησε βάση σχεδίου, κάτι που βεβαίως λαμβάνεται υπόψη ως επιβαρυντικό στοιχείο. (β) Δεν μπορεί να δοθεί κάποια βαρύτητα στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος έλαβε υποσχέσεις από φίλους του για διευθέτηση της ζημιάς και αυτοί τον άφησαν εκτεθειμένο όπως αναφέρθηκε. Σημασία έχει για το Δικαστήριο ότι οι παραπονούμενοι δεν έχουν αποζημιωθεί. Προσθέτω δε ότι όταν η ίδια η αποζημίωση δεν έχει καθοριστική σημασία στην επιβολή της ποινής, ιδιαίτερα όταν μιλούμε για σοβαρά αδικήματα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Χρυσοστόμου
(2003)2 ΑΑΔ 50), η αναφορά απλά σε πρόθεση διευθέτησης χωρίς άλλο δεν μπορεί να έχει κάποια αξία. Όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες που εντοπίζονται στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνονται μεν υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, δεν είναι όμως τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων, όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και για αποφυγή επιβολής των αρμοζουσών ποινών. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος όχι όμως και το είδος των ποινών. Θεωρώ υπό τις περιστάσεις αναπόφευκτο το είδος των ποινών που επιλέγει το Δικαστήριο να επιβάλει. Συνεκτιμώντας λοιπόν όλα τα δεδομένα και λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη την σοβαρότητα των αδικημάτων, κρίνω ότι οι αρμόζουσες ποινές εν σχέση με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι οι ποινές φυλάκισης. Οιαδήποτε άλλη ποινή δεν θα εξυπηρετούσε κατά την κρίση μου τους σκοπούς του νόμου και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Και επιβάλλω στον κατηγορούμενο σε κάθε μια εκ των κατηγοριών 5, 6, 8, 9, 11, 12, 14 και 15 ποινή φυλάκισης 12 μηνών, ενώ σε κάθε μια εκ των κατηγοριών 7, 10, 13, 16, 17 και 18 ποινή φυλάκισης 9 μηνών. Οι ποινές να συντρέχουν. Τα τεκμήρια να παραμείνουν στην κατοχή της Αστυνομίας. Έρχομαι να εξετάσω τώρα κατά πόσο οι ποινές που έχει επιβάλει το Δικαστήριο θα πρέπει να οδηγήσουν σε άμεση φυλάκιση του κατηγορουμένου ή εάν δύναται να ανασταλούν δυνάμει των διατάξεων του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, και έχοντας πάντα κατά νου ότι με τον Νόμο 186
(1)/2003, ο οποίος τροποποίησε τον πιο πάνω νόμο, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή της εκτέλεσης ποινής φυλάκισης εάν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου. Τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου τέθηκαν μεταξύ άλλων στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Τζιαουχάρη
(2005), 2 Α.Α.Δ. 161. Στην παρούσα υπόθεση αναφέρεται ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων τα οποία διέπραξε ο κατηγορούμενος και η ανάγκη αποτροπής είναι δεδομένα και το Δικαστήριο έχει καθήκον να πατάξει παρόμοιες αξιόποινες συμπεριφορές, προκειμένου να καταδείξει, ότι η συνέχιση της διάπραξης τέτοιων αδικημάτων δεν είναι ανεκτή και θα πρέπει επιτέλους να τερματισθεί. Δεν πρέπει επίσης να διαφεύγει ότι ο κατηγορούμενος δεν προέβη σε αποζημίωση των παραπονούμενων. Έχοντας μελετήσει δε πολύ προσεκτικά τόσο τις περιστάσεις της υπόθεσης και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, όσο και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, δεν εντοπίζεται οτιδήποτε το οποίο θα μπορούσε να συνηγορήσει υπέρ της αναστολής των ποινών φυλάκισης. Οι ποινές φυλάκισης συνεπώς θα είναι άμεσες. Ο χρόνος κράτησης δε με βάση τις ποινές που επιβλήθηκαν, μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελούσε υπό κράτηση για την παρούσα υπόθεση. €100.- έξοδα να πληρωθούν από την Δημοκρατία. (Υπ.) ............................................ Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Πλαστογραφία / Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου / Απόσπαση εμπορευμάτων με ψευδείς παραστάσεις / Απόπειρα εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο