← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Malek Dabbas, Αρ. Υπόθεσης: 19804/17, 5/3/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Malek Dabbas, Αρ. Υπόθεσης: 19804/17, 5/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B42 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 19804/17 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον Malek Dabbas Κατηγορουμένoυ ------------------------ Ημερομηνία: 5/3/2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Μ. Κουτσόφτας Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ηλίας Κονναρής Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην υπό εξέταση υπόθεση, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία, αφορά το αδίκημα της κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος την 11/12/2017 στη Λεμεσό, έκλεψε 56 πλακάζ καλουπιών αξίας €840 και πετρέλαιο αξίας €100, περιουσία της Ε Μ Αthanasiou Construction Ltd, μέσω του Μιχάλη Αθανασίου από τη Λεμεσό. Η δεύτερη κατηγορία, αφορά το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας, κατά παράβαση του άρθρου 309 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 155 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος την 11/12/2017 στη Λεμεσό, είχε στη κατοχή του μια φωτογραφική μηχανή SONY, μια φωτογραφική μηχανή OREGON SCIENTIFIC, μια φωτογραφική μηχανή ΝΙΚΟΝ, και μια φωτογραφική μηχανή REGUIA, για τις οποίες υπήρχαν εύλογες υπόνοιες ότι ήταν κλοπιμαίες. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε τρεις μάρτυρες, ενώ ο κατηγορούμενος, μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία κρίθηκε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, αυτός επέλεξε όπως παραμείνει σιωπηλός και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Ως Μ.Κ. 1 κατέθεσε ο αστ. 2061 κ. Δημήτρης Σαζός. Ο μάρτυρας αυτός, ήταν ο φωτογράφος της παρούσας υπόθεσης, ο οποίος φωτογράφησε τα αντικείμενα που αναγράφονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ήτοι τα πλακάζ και τις φωτογραφικές μηχανές. Υιοθέτησε τις καταθέσεις του - τεκμήρια 1 και 2, όπου περιγράφονται τα καθήκοντα του και κατέθεσε τα τεκμήρια 3 και 4, όπου είναι οι αντίστοιχες δέσμες φωτογραφιών των πιο πάνω τεκμηρίων. Στην αντεξέταση του διευκρίνισε ότι έχει φωτογραφήσει τα πλακάζ, όπως ήταν φορτωμένα στο αυτοκίνητο. Ως Μ.Κ. 2 κατέθεσε ο Α/αστ. 1686 κ. Μάριος Παναγίδης, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την κατάθεση του - τεκμήριο

  1. Σε αυτήν αναφέρει ότι συνέλαβε τον κατηγορούμενο στις 12/12/2017, τον οποίο και αναγνώρισε μέσα από το εδώλιο, για αδικήματα κλοπής, κλεπταποδχής και παράνομης κατοχής περιουσίας. Επίσης αναφέρει ότι παρέλαβε από συγκεκριμένο αστυφύλακα τα αντικείμενα που αφορούν την παρούσα υπόθεση, ήτοι τα 56 πλακάζ καλουπιών και τις 4 φωτογραφικές μηχανές, τα οποία και φωτογραφήθηκαν από τον Μ.Κ. 1 και ακολούθως παρέδωσε τα πλακάζ έναντι απόδειξης στον παραπονούμενο, γεγονός το οποίο δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός, ήτοι η επιστροφή των πλακάζ, ενώ οι φωτογραφικές μηχανές κατακρατήθηκαν ως τεκμήρια. Την επόμενη ημέρα με την βοήθεια διερμηνέως έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, ο οποίος κατέθεσε τους δικούς του ισχυρισμούς. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του αναγνώρισε τον κατηγορούμενο, καθώς επίσης και τα πιο πάνω αντικείμενα που αφορούν την παρούσα υπόθεση, μέσα από το περιεχόμενο των τεκμηρίων 3 και 4, ενώ παράλληλα δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι οι φωτογραφικές μηχανές είναι αυτές που φυλάσσονται στην Αστυνομία και συνεπώς δεν χρειάστηκε η κατάθεση τους ως τεκμήρια. Στην αντεξέταση του, ανέφερε ότι δεν έχει τηρήσει ημερολόγιο ενεργείας ως προς τα τεκμήρια που παρέλαβε, διευκρινίζοντας το χρονικό πλαίσιο που τα πλακάζ και οι φωτογραφικές μηχανές παρελήφθησαν και φωτογραφήθησαν. Ερωτώμενος κατά πόσο έχει διερευνήσει τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου, ο μάρτυρας ανέφερε ότι μετά την λήψη της κατάθεσης από τον κατηγορούμενο, αυτός παρέδωσε την κατάθεση του κατηγορούμενου με την λήξη της βάρδιας για διερεύνηση των ισχυρισμών. Τόνισε ότι τα πλακάζ τα έχει μετρήσει και ήταν 56 και τα οποία παρέδωσε στον παραπονούμενο, ο οποίος επίσης τα μέτρησε και το ίδιο έπραξαν και άλλοι συνάδελφοι του. Ο παραπονούμενος αναγνώρισε τα πλακάζ ως δικά του, λόγω της κοπής τους όπως ο παραπονούμενος ήθελε και αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι αποδέχθηκε τον ισχυρισμό του παραπονούμενου για να κλείσει η υποθεση ως εξιχνιασθείσα. Ως Μ.Κ. 3 κατέθεσε ο παραπονούμενος κ. Μιχάλης Αθανασίου. Στην κατάθεση του - τεκμήριο 7, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, αναφέρει ότι είναι εργολάβος οικοδομών και διατηρεί εταιρεία, όπου τους τελευταίους μήνες εργαζόταν με τους υπαλλήλους του σε συγκεκριμένο εργοτάξιο, όπου ήταν σταθμευμένο ένα συγκεκριμένο φορτηγό, το οποίο και περιέγραψε και ότι στις 11/12/2019 και ώρα 16:00, όλα ήταν εντάξει όταν σχόλασαν από το εργοτάξιο και πάνω στο φορτηγό υπήρχαν διάφορα υλικά οικοδομής. Την επόμενη ημέρα, όπου ήταν και η ημέρα που έδωσε την κατάθεση του στην Αστυνομία, ενημερώθηκε από τους υπαλλήλους του ότι έχει κλαπεί ποσότητα πετρελαίου από το φορτηγό, την αξία του οποίου υπολόγισε στα €
  2. Επίσης του ανέφεραν ότι έχουν κλαπεί δύο μάτσα πλακάζ, όπου ο παραπονούμενος τα έχει αναγνωρίσει μέσα από το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος και έχει ανακοπεί και η αναγνώριση των πλακάζ προήλθε από κάποια κομμάτια που είχαν κοπεί για συγκεκριμένο έργο. Εξέφρασε την άποψη ότι η ανακοπή έχει γίνει αμέσως μετά την κλοπή, αναφέροντας επίσης ότι δεν έχει ασφαλιστική κάλυψη, ούτε κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης στον χώρο του εργοταξίου. Η συνολική αξία της κλαπείσας περιουσίας ανέρχεται στα €
  3. Στην συνέχιση της κυρίως εξέτασης του, αναγνώρισε, δια μέσου του τεκμηρίου 3, το αυτοκίνητο που απεικονίζεται, όπου ήταν φορτωμένο με τα πλακάζ, τα οποία επίσης αναγνώρισε ως δικά του και ειδικότερα αναγνώρισε κάποια κομμάτια πλακάζ, δύο στον αριθμό, υποδεικνύοντας τα στο τεκμήριο 3, που λόγω του μεγέθους τους, προορίζονταν για συγκεκριμένη οικοδομή και δεν ήταν του συνήθους τύπου που αγοράζονταν. Δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει τον κατηγορούμενο, λέγοντας όμως ότι μετά τις 11/12/2017 δεν είχε άλλο κρούσμα κλοπής, ενώ προηγουμένως είχε. Στην αντεξέταση του, αναφέρθηκε στην πηγή από όπου αγόρασε τα πλακάζ, τα οποία αγόρασε ως καινούργια και τα έχει χρησιμοποιήσει σε οικοδομές, διαχωρίζοντας το συνήθες μέγεθος με το μέγεθος για συγκεκριμένη οικοδομή. Περιέγραψε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες πληροφορήθηκε για την ύπαρξη των πλακάζ, καθώς επίσης και στην καταμέτρηση που έγινε από τον ίδιο, δεν ήταν όμως σε θέση να τα καταμετρήσει μέσα από τις φωτογραφίες του τεκμηρίου 3, επανέλαβε όμως τους λόγους που τον οδήγησαν να αναγνωρίσει τα πλακάζ ως αυτά που κλάπεισαν από το εργοτάξιο του, λόγω του σχήματος ορισμένων και που προορίζονταν για συγκεκριμένη εργασία, απορρίπτοντας σχετική υποβληθείσα θέση ότι δεν ήταν σε θέση να τα αναγνωρίσει ο ίδιος λόγω της ανυπαρξίας διακριτικού, τονίζοντας συνάμα την απόλυτη βεβαιότητα του ότι τα πλακάζ ήταν τα δικά του, αποκλείοντας κάθε ενδεχόμενο να είναι περιουσία οποιουδήποτε άλλου. Αρνήθηκε επίσης υποβληθείσες θέσεις ότι γνώμονας του ήταν να εξασφαλίσει τα πλακάζ για να μην υποστεί οποιαδήποτε ζημιά, καθώς και την θέση ότι μόνο υπάλληλοι του θα μπορούσαν να τα αναγνωρίσουν, προβάλλοντας ταυτόχρονα την δική του αντίθετη τοποθέτηση. Ανέφερε επίσης ότι έχει φωτογραφίσει τα ίχνη των ελαστικών από το αυτοκίνητο που στάθμευσε δίπλα από το φορτηγό από το οποίο έγινε η κλοπή και διαπίστωσε ότι τα ελαστικά του ήταν φθαρμένα και διαπίστωσε ότι τα ελαστικά του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο κατηγορούμενος, ήταν ακριβώς τα ίδια και αυτό το έχει αναφέρει και στον αστυνομικό δείχνοντας του φωτογραφίες, αρνούμενος ταυτόχρονα σχετική αντίθετη υποβληθείσα θέση περί του αντιθέτου. Ολοκληρώνοντας την αντεξέταση του, έδωσε την δική του εκτίμηση αναφορικά με τον τρόπο που έγινε η κλοπή του πετρελαίου και η ποσότητα αυτών. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας

(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ως προς το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας, σχετική είναι η ρύθμιση του άρθρου 255 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: ΄΄255.-
(1)Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει ο,τιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.
(2)(α) Ο όρος "αποκτά κατοχή" περιλαμβάνει και το να αποκτά κατοχή- (
  1. i)με τέχνασμα (
  2. ii)με εκφοβισμό (iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο (
  3. iv)με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα (β) ο όρος "αποκομίζει" περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς. (γ) ο όρος "ιδιοκτήτης" περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής.
(3)Δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο.΄΄ Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: α) η απόκτηση κατοχής και η αποκόμιση πράγματος που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής, β) κατά τον ουσιώδη χρόνο απόκτησης της κατοχής και αποκόμισης του πράγματος ο αδικοπραγών να ενεργεί με πρόθεση να το αποστερήσει μόνιμα από τον ιδιοκτήτη του, γ) κατά τον ουσιώδη χρόνο απόκτησης της κατοχής και αποκόμισης του πράγματος ο αδικοπραγών να ενεργεί χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη του πράγματος, δ) κατά τον ουσιώδη χρόνο απόκτησης της κατοχής και αποκόμισης του πράγματος ο αδικοπραγών να ενεργεί με δόλιο τρόπο και όχι καλόπιστα, ε) κατά τον ουσιώδη χρόνο απόκτησης της κατοχής και αποκόμισης του πράγματος ο αδικοπραγών να μην πιστεύει ειλικρινά ότι με την πράξη του ασκεί ή αξιώνει δικό του περιουσιακό δικαίωμα επί του πράγματος, δηλαδή να μην συντρέχουν οι πρόνοιες του άρθρου 8 του ΚΕΦ.154. Ως προς το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας, σχετική είναι η ρύθμιση του άρθρου 309 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: ΄΄309. Όποιος έχει στην κατοχή του κινητό, χρήματα, αξιόγραφο ή οποιαδήποτε άλλην περιουσία, για τα οποία υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι είναι κλοπιμαία, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση έξι μηνών, εκτός αν αποδείξει με αυτό τον τρόπο που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι απόκτησε νόμιμα την κατοχή τους.΄΄ Ως προς το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας, σχετική είναι η απόφαση Τζώννης Καριπίδης - ν - Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ 237, στην οποία αποφασίστηκε ότι η εύλογη υπόνοια αποδεικνύεται ως αντικειμενικό γεγονός από το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και κριτής για αυτό είναι το Δικαστήριο και όχι ο ανακριτής της υπόθεσης. Επίσης, στην υπόθεση CZARI FERENCZ - ν - ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Ποινική Έφεση Αρ. 242/2012 ημερ. 3/7/2014, το Ανώτατο Δικαστήριο, επικυρώνοντας πρωτόδικη απόφαση, έκρινε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, στη βάση δε ορθής νομικής θεώρησης, κατέληξε σε καταδίκη για την κατηγορία της παράνομης κατοχής περιουσίας, αφού συνεκτίμησε ότι η φύση των αντικειμένων - σταυρός, εξαπτέρυγα, τρικέλι, δισκάρια, βάση δισκοπότηρου - και η αξία τους (€1.000) εύλογα θα δημιουργούσαν υπόνοιες ότι ήταν προϊόν κλοπής. Δηλαδή το Ανώτατο Δικαστήριο, ερμηνεύοντας το συστατικό στοιχείο της εύλογης υπόνοιας, αποδέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως κριτήριο, την φύση και την αξία των ανευρεθέντων. Σημειωτέο ότι, στα πλαίσια εκείνης της υπόθεσης, ο εφεσείων βρήκε τα αντικείμενα σε κάδο και δεν έχει αμφισβητηθεί και έχει γίνει αποδεκτό γεγονός. Βεβαίως, στην υπόθεση στην CZARI FERENCZ - ν - ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Ποινική Έφεση Αρ. 242/2012 ημερ. 3/7/2014 , απασχόλησε και η κατηγορία της κλοπής δια ευρέσεως και ο αναγκαίος συνδυασμός και εξέταση των δύο αυτών αδικημάτων και των κοινών συστατικών τους στοιχείων που έπρεπε να αποδειχθούν υπό το πρίσμα εκείνης της υπόθεσης, πράγμα που δεν ισχύει στην παρούσα υπόθεση, διότι δεν εξετάζεται στην παρούσα υπόθεση το αδίκημα της κλοπής δια ευρέσεως. Ουσιαστικά, η κατηγορούσα αρχή, έχοντας υπόψη το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου και τα όσα αποφασίσθηκαν στην Τζώννης Καριπίδης - ν - Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ 237 και στην CZARI FERENCZ - ν - ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Ποινική Έφεση Αρ. 242/2012 ημερ. 3/7/2014 θα πρέπει να αποδείξει τα εξής συστατικά στοιχεία: Α) Ο κατηγορούμενος να κατέχει κινητό, χρήματα, αξιόγραφο ή οποιαδήποτε άλλην περιουσία Β) να υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι είναι κλοπιμαία Για να στοιχειοθετηθεί το συστατικό στοιχείο της εύλογης υπόνοιας, θα πρέπει το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί, μέσα από το σύνολο τις μαρτυρίας, ότι οι εύλογες υπόνοιες υφίστανται ως αντικειμενικό γεγονός, ήτοι να αποδεχθεί το Δικαστήριο, με την δική του κρίση, την ενώπιον του μαρτυρία, που να καταδεικνύουν αντικειμενικά, το εύλογο της υπόνοιας ότι τα ανευρεθέντα είναι κλοπιμαία. Ως υπεράσπιση, παρέχεται στον κατηγορούμενο η δυνατότητα όπως αποδείξει, στην βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι απέκτησε νόμιμα την κατοχή των εν λόγω αντικειμένων, ζήτημα που δεν θα απασχολήσει βεβαίως το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση, διότι ο κατηγορούμενος δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία περί τούτου και ούτε υιοθέτησε την κατάθεση του, στην οποία προβάλλει κάποιους ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν προωθήθηκαν ενόρκως και συνεπώς παρέμειναν αναπόδεικτοι. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Έχουν ενταχθεί και αναλυθεί όλα τα παραδεκτά γεγονότα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, ασχέτως αν δεν αναφέρονται ρητώς και σε όλη την έκταση στην απόφαση, θεωρώντας το Δικαστήριο αυτά ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογία, Ανδρέα κ.ά ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, 501) κρίνοντας τα, καθηκόντως, ως παραδεκτή κατά το Δίκαιο μαρτυρία και ουσιαστικά μετουσιώνονται αυτούσια σε ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, 640). Η κατάθεση του κατηγορουμένου, δεν δύναται να έχει οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, διότι ο κατηγορούμενος δεν την έχει υιοθετήσει, τηρώντας το δικαίωμα της σιωπής, ως ήταν βεβαίως δικαίωμα του, οι δε ισχυρισμοί που παρατίθενται σε αυτήν, δεν προωθήθηκαν με προσκόμιση άλλης μαρτυρίας, διότι δεν έχει κλητεύσει οποιονδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης, ως ήταν επίσης δικαίωμα του. Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η Δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης για εύρεση της αλήθειας, (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Το Δικαστήριο εξάλλου, διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της. Η ως άνω δυνατότητα του Δικαστηρίου, υπό την προϋπόθεση ότι ασκείται κατά τρόπο δικαστικό και αιτιολογημένα, δεν επιδέχεται εκ των προτέρων περιορισμούς. (Βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301) και Μιχαήλ κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 145/2014 κ.α., ημερ. 15.04.2016). Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 1, το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι αληθής και αξιόπιστη, διότι όχι μόνο η αξιοπιστία του ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε λόγω της μιας μόνο διευκρινιστικής ερώτησης που του υποβλήθηκε, αλλά και επειδή το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι εκτέλεσε τα καθήκοντα του ορθά ως φωτογράφος των αντικειμένων της παρούσας υπόθεσης και δεν έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οτιδήποτε το μεμπτό στη μαρτυρία του και στην διαδικασία της φωτογράφησης. Συνεπώς, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ως αληθή και αξιόπιστη. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 2, αυτός ήταν το πρόσωπο, ο οποίος ανάμεσα στα καθήκοντα του, έλαβε την κατάθεση από τον κατηγορούμενο, εκτελώντας ουσιαστικά ανακριτικό έργο. Όπως είναι νομολογημένο, ο ανακριτής δεν πρέπει να στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο, με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του, αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων, ώστε να λάμψει η αλήθεια στην υπόθεση (βλέπε σχετικά, Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 459). Έγινε εισήγηση από πλευράς υπεράσπισης, ότι έχουν υποστεί βλάβει τα έννομα συμφέροντα του κατηγορούμενου, λόγω του ότι τα πλακάζ έχουν παραδοθεί στον παραπονούμενο, πριν ληφθεί ακόμα κατάθεση από τον κατηγορούμενο και να δώσει την δική του εξήγηση, έτσι ώστε αυτοί να διερευνηθούν, θέτοντας ουσιαστικά ζήτημα δίκαιης δίκης. Είναι αναντίλεκτο και πηγάζει, ως σύμφυτο της έννοιας της δίκαιης δίκης, ότι η εξέταση της δικαιότητας και του «καθαρού» τρόπου δράσης της Αστυνομίας κατά την ανάκριση, είναι έκφανση - και μάλιστα σημαντική - δυνάμενη να καταστήσει τη δίκη μη δίκαιη και κατά συνέπεια την καταδίκη ανασφαλή. Εάν αυτό το πρωτογενές βάθρο ενεργειών είναι σαθρό, μοιραία αυτό επηρεάζει - πολλές φορές με θανάσιμο τρόπο - ό,τι επακολουθεί, ακόμη και αν η διαδικασία στο Δικαστήριο είναι άψογη (βλέπε σχετικά, Σκορδέλλη κ.α. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 101/2013 κ.α., ημερ. 06.06.2016). Στην αμέσως πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση, το Εφετείο, τόνισε εμφαντικά, ότι δεν θα είχε κανένα απολύτως δισταγμό να ακυρώσει καταδίκη, εάν η δράση των διωκτικών αρχών ήταν μολυσμένη από αλλότρια κίνητρα και αθέμιτες συναλλαγές ή το ανακριτικό έργο έπασχε, κατά τρόπο που να επηρεάζονται ή να μην διασφαλίζονται τα δικαιώματα των υπόπτων. Είναι καλά γνωστό ότι το δικαίωμα για δίκαιη δίκη, επεκτείνεται και στο στάδιο των ανακρίσεων (βλ. Panovits v. Cyprus, Αρ. Αίτ. 4268/04, ημερ. 11.12.2008 του ΕΔΑΔ). Η σπουδαιότητα της διαδικασίας ανάκρισης υπόπτου σε σχέση με τα αδικήματα που διερευνά η αστυνομία, τονίζεται στην υπόθεση Salduz v. Turkey, Αίτηση αρ. 36391/02, ημερ. 27.11.2008, του ΕΔΑΔ, όπου κρίθηκε ότι η μαρτυρία που συλλέγει η αστυνομία στο στάδιο αυτό, καθορίζει και το πλαίσιο της δικαστικής διαδικασίας και συνδέεται με το δικαίωμα της δίκαιης δίκης. Παρατίθεται αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «. It does not follow that the Article has no application to pre-trial proceedings. Thus, Article 6 - especially paragraph 3 thereof - may be relevant before a case is sent for trial if and so far as the fairness of the trial is likely to be seriously prejudiced by an initial failure to comply with its provisions. .the Court underlines the importance of the investigation stage for the preparation of the criminal proceedings, as the evidence obtained during this stage determines the framework in which the offence charged will be considered at the trial .» Επί του ζητήματος, σχετική είναι η απόφαση R. v. Trustham, 27.11.1997 Crown Ct, στην οποία γίνεται αναφορά στο Σύγγραμμα Abuse of Process in Criminal Proceedings, 3rd Edition, των David Young, Mark Summers και David Corker. Παρατίθεται αυτούσιο το απόσπασμα της σχετικής αναφοράς: «. The interview . must cease when (a) the officer in charge of the investigation is satisfied all the questions they consider relevant to obtaining accurate and reliable information about the offence have been put to the suspect, this includes allowing the suspect an opportunity to give an innocent explanation and asking questions to test if the explanation is accurate and reliable, e.g. to clear up ambiguities or clarify what the suspect said;. However, recently the courts have recognized that an abuse can arise where the police/investigators failed to interview the defendant at all or failed to interview him fairly. In R v Trustham the accused stood trial for drug-money laundering. Following his arrest he was never interviewed but simply charged. The trial judge held that this had prejudiced the defendant in the following way: 'A defendant who does not give evidence having answered questions in interview is nevertheless entitled to have that explanation considered by the jury'. The trial judge also found that the defendant was further prejudiced as follows: 'Το deprive a suspect of the right to give an explanation at the earliest opportunity, despite him having been cautioned, that anything he did say would be written down and may be given in evidence, must be a breach of a person΄s human rights and is clearly an abuse'. In the circumstances of Trustham, the trial judge held that the defendant had a right to be interviewed and had a right during such interview to provide an explanation as to his state of mind. Depriving the defendant of an interview deprived him form setting out at the earliest opportunity his defence/innocence which the judge held was unfair because this meant that at his subsequent trial, the defendant could not point to what he said immediately after his arrest.». Είναι λοιπόν δεδομένο, πως στην κατάλληλη πάντα περίπτωση, σοβαρές παραλείψεις των Ανακριτικών Αρχών, δυνατόν να οδηγήσουν και σε απαλλαγή ενός κατηγορούμενου (Κάππελος ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 241). Όμως, για να οδηγηθούν τα πράγματα σε τέτοια εξέλιξη, οι παραλείψεις αυτές πρέπει πράγματι να θέτουν τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση έναντι της Κατηγορούσας Αρχής (Sofri and Others v. Italy
(2004)Crim. L.R. 846) ενώ το βάρος απόδειξης, ότι όντως ο κατηγορούμενος έχει τεθεί σε μειονεκτική θέση, το φέρει η Υπεράσπιση, βάρος όμως που αποσείεται στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (Monat v. DPP
(2001)2 Cr. App.R.23 και Νικολάου v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 23/2013, ημερ. 22.05.2014). Η εισήγηση της υπεράσπισης δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο, διότι για τους λόγους που επεξηγούνται πιο κάτω, από την μια το Δικαστήριο αποδέχεται ως λογική και αξιόπιστη την μαρτυρία του Μ.Κ. 3 - παραπονούμενου ότι τα πλακάζ που βρέθηκαν στην κατοχή του κατηγορούμενου είναι τα δικά του και τα έχει αναγνωρίσει και από την άλλη, ο κατηγορούμενος ούτε απέσεισε το βάρος που του αναλογεί στην βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ως απαιτείται και πιο πάνω αναφέρθηκε, διότι δεν έχει προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία που να αποδεικνύει αυτήν του την τοποθέτηση, επιλέγοντας, ως ήταν άλλωστε και αναφαίρετο δικαίωμα του, να παραμείνει σιωπηλός. Εν πάση περιπτώση όμως, ο μάρτυρας αυτός, ήτοι ο Μ.Κ. 2, άφησε πολύ θετική εικόνα στο Δικαστήριο κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και στον τρόπο που παρουσίασε την μαρτυρία του και την συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, που δεν άφησε στο Δικαστήριο το παραμικρό ίχνος αμφιβολίας ως προς την αξιοπιστία του και τον τρόπο που εκτέλεσε τα καθήκοντα του και δεν έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οποιαδήποτε απόπειρα του μάρτυρα να μεροληπτήσει υπέρ της Αστυνομίας ή εναντίον του κατηγορούμενου, τόσο κατά το στάδιο της ανάκρισης, όσο και κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Επουσιώδης κρίνεται η οποιαδήποτε απόκλιση να παρατηρήθηκε μεταξύ των Μ.Κ. 1 και Μ.Κ. 2 ως προς την ώρα που έχει λάβει χώρα η φωτογράφιση των τεκμηρίων, διότι το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι η διαδικασία της φωτογράφισης δεν είχε οτιδήποτε το μεμπτό. Εν πάση περιπτώση, τυχόν μικροαντιφάσεις, που αφορούν σε δευτερεύοντα θέματα και επουσιώδεις λεπτομέρειες, ως έχει νομολογιακά καθιερωθεί, (βλέπε υπόθεση Κ. Σιβιτανίδης ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 166) στη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θεωρούνται ότι ενδυναμώνουν μια μαρτυρία που κατά τα άλλα είναι πειστική και καταδεικνύουν ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων. Ο μάρτυρας αυτός εκτέλεσε άψογα τα καθήκοντα του και αφού έλαβε την ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, ακολούθως παρέδωσε τον φάκελο για διερεύνηση των ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Δεν διαφεύγει βεβαίως της προσοχής του Δικαστηρίου ότι δεν προσκομίστηκε μαρτυρία ως προς τις ενέργειες των αστυνομικών οργάνων που παραδόθηκε ο φάκελος, πλην όμως αυτό το ζήτημα δεν έχει καταλυτική συνέπεια, διότι για τους λόγους που επεξηγούνται πιο κάτω, η πρώτη κατηγορία δεν έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, πλην όμως με την τροποποίηση που θα ακολουθήσει επί του κατηγορητηρίου, ο κατηγορούμενος θα κριθεί ένοχος στην κατηγορία που προστίθεται δυνάμει του άρθρου 85
(4)του Κεφ. 155, η δε δεύτερη κατηγορία έχει αποδειχθεί. Επίσης το Δικαστήριο αποδέχεται ως αληθή, πειστική και λογική την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ότι έχει καταμετρήσει την ποσότητα των πλακάζ και δεν έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οτιδήποτε το επιλήψιμο σε αυτήν την διαδικασία καταμέτρησης και κρίνεται από το Δικαστήριο ως επουσιώδης η μερική απόκλιση στον αριθμό των πλακάζ που εξιστόρισε ο Μ.Κ. 3, λόγω και της αποδοχής της μαρτυρίας του Μ.Κ. 3 και που εν πάση περιπτώση, δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος η ποσότητα ή η αξία τους. Με τις πιο πάνω επισημάνσεις, ο μάρτυρας αυτός κρίνεται ως αξιόπιστος, το ίδιο και η μαρτυρία του. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ.3, το Δικαστήριο έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη επαυξημένη παρατηρητικότητα και προσοχή τον μάρτυρα αυτό κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, λόγω ακριβώς και της ιδιότητας του ως παραπονούμενου στην πρώτη κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Η εικόνα που σχημάτισε το Δικαστήριο για τον μάρτυρα αυτό, είναι η εικόνα του φιλαλήθη, αντικειμενικού και αξιόπιστου μάρτυρα. Απαντούσε με πηγαίο, άμεσο και φυσικό τρόπο, χωρίς υπεκφυγές, ασάφειες, γενικότητες και αοριστίες. Προσήλθε στο Δικαστήριο με απώτερο σκοπό να παραθέσει το παράπονο του για την κλοπή που υπέστη και τα όσα γεγονότα περιήλθαν στην αντίληψη του στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Ούτε έχει εντοπιστεί οποιοδήποτε στοιχείο προκατάληψης εναντίον του κατηγορουμένου, τον οποίο άλλωστε ούτε γνώριζε και ούτε αναγνώρισε. Όμως, το Δικαστήριο αποδέχεται μέρος της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα και απορρίπτει άλλο, για τους λόγους που επεξηγούνται αναλυτικά πιο πάνω και ως προς αυτήν την δυνατότητα, έχει γίνει ειδική αναφορά πιο πάνω. Τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας περί προηγούμενων κρουσμάτων κλοπών και ότι μετά τον ουσιώδη χρόνο δεν είχε άλλο κρούσμα κλοπής εναντίον του, αναμφίβολα δεν έχουν οποιανδήποτε αποδεικτική αξία, διότι δεν αποτελούν επίδικα θέματα. Τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας αυτός για την ύπαρξη φωτογραφιών που απεικονίζουν ελαστικά και την ταύτιση των ελαστικών του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο κατηγορούμενος με αυτά του αυτοκινήτου που στάθμευσε δίπλα από το φορτηγό από το οποίο κλάπηκε η ποσότητα πετρελαίου και τα πλακάζ, το Δικαστήριο κρίνει ότι θα ήταν επισφαλές να στηριχθεί σε αυτήν την αναφορά του μάρτυρα για να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα που να εμπλέκουν τον κατηγορούμενο άμεσα με το αδίκημα της κλοπής, διότι αυτή η αναφορά του μάρτυρα δεν καταγράφεται στην κατάθεση του και ούτε ο Μ.Κ. 2 ανέφερε οτιδήποτε που να υποστηρίζει αυτήν την θέση και τον οποίο ο Μ.Κ. 3 ενέπλεξε ότι του το έχει αναφέρει, ητοι στον Μ.Κ.
  1. Ούτε έχουν προσκομιστεί στο Δικαστήριο οι φωτογραφίες που επικαλέστηκε και που απεικονίζουν αυτά που ανέφερε. Δεν διαφεύγει βεβαίως της προσοχής του Δικαστηρίου ότι τα κλοπιμαία ανευρέθησαν στην κατοχή του κατηγορουμένου μόλις 7 ½ ώρες από την στιγμή που εθεάθησαν για τελευταία φορά από τον Μ.Κ. 3 στο εργοτάξιο, αλλά αυτό το γεγονός, υπό τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης πάντα, όσες εύλογες υποψίες και να δημιουργούνται, δεν κρίνεται από το Δικαστήριο αρκετό στο να οδηγήσει σε ασφαλή εύρημα και συμπέρασμα ότι είναι ο κατηγορούμενος το άτομο το οποίο έχει κλέψει αυτά τα πλακάζ πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Τα όσα ανέφερε ως προς την ποσότητα της κλαπείσας ποσότητας πετρελαίου και επιπρόσθετα ως προς την ύπαρξη λαστίχου στην σκηνή, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν δύνανται να γίνουν αποδεκτά από το Δικαστήριο, διότι η παρουσία λαστίχου στην σκηνή δεν αναφέρεται στην κατάθεση του, ούτε το έχει προσκομίσει στην Αστυνομία και ούτε η Αστυνομία μετέβηκε στην σκηνή για να το αξιολογήσει και ίσως να το παραλάβει ως τεκμήριο. Τα όσα εξιστόρισε ο μάρτυρας στις σελίδες 10 και 11 των στενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 1/2/2018 ως προς το ζήτημα της κλοπής της ποσότητας πετρελαίου, δεν παρέχουν στο Δικαστήριο ένα ασφαλές υπόβαθρο για να εξαχθεί με απόλυτη βεβαιότητα το συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος είναι αυτός που εμπλέκεται στην κλοπή της οποιασδήποτε ποσότητας πετρελαίου από το φορτηγό ιδιοκτησίας της εταιρείας του παραπονουμένου. Συνεπώς, το μέρος εκείνο της πρώτης κατηγορίας που άπτεται της κλοπής της ποσότητας πετρελαίου, δεν έχει αποδειχθεί και ούτε έχει καταδειχθεί η παράνομη κατοχή αυτής της ποσότητας από τον κατηγορούμενο. Ως προς την ποσότητα των πλακάζ, τα δεδομένα είναι απολύτως διαφορετικά. Ο μάρτυρας αυτός ήταν απόλυτα βέβαιος, αναγνωρίζοντας τα πλακάζ ως δικά του, λόγω και του σχήματος ορισμένων που προορίζονταν για συγκεκριμένη εργασία. Ο μάρτυρας ήταν απόλυτα πειστικός, κατατοπιστικός, διαφωτιστικός και λογικός στις εξηγήσεις που έδωσε και που οδήγησαν στην αναγνώριση των πλακάζ και την απόδοση σε αυτόν και το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οποιαδήποτε επιδίωξη εκ μέρους του μάρτυρα να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα της εταιρείας του με το να καρπωθεί ξένα πλακάζ, αλλά απεναντίας το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί απόλυτα ότι η αναγνώριση των πλακάζ από τον μάρτυρα αυτόν ήταν γνήσια και πειστική, είχε αιτιολογία και δικαιολογία, ήτοι η ύπαρξη συγκεκριμένων πλακάζ εξειδικευμένου σχήματος για εξειδικευμένη εργασία και αυτή η εξήγηση δεν έχει κλονιστεί κατά το στάδιο της αντεξέτασης, αλλά απεναντίας ο μάρτυρας έδωσε σαφέστατες και πειστικές απαντήσεις που έπεισαν το Δικαστήριο Έχει πειστεί επίσης το Δικαστήριο ότι ο μάρτυρας αυτός ήταν σε θέση να τα αναγνωρίσει και κρίνεται επουσιώδης η οποιαδήποτε μικρή απόκλιση στην μαρτυρία αυτού του μάρτυρα με την μαρτυρία του Μ.Κ. 2 ως προς τον αριθμό των πλακάζ, ήτοι ο μάρτυρας αυτός ανέφερε ότι 4 - 5 πλακάζ επιπρόσθετα των 56 είναι αυτά που ξεχώριζαν μέσα από το σχήμα τους και εν πάς\ση περιπτώση ,είναι είσσονος σημασίας, διότι δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του οποιοδήποτε αδικήματος η ποσότητα των πλακάζ, είτε της κλοπής, είτε της παράνομης κατοχής, για το οποίο θα γίνει ειδική αξιολόγηση πιο κάτω. Εν πάση περιπτώση, ακόμα και κατά το στάδιο της αντεξέτασης, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου στην σελίδα 7 των στενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 1/2/2018, υπέβαλε ότι τα πλακάζ είναι άνω των
  2. Ούτε κλονίζει την αξιοπιστία του μάρτυρα το γεγονός ότι δεν μπορούσε να τα καταμετρήσει δια μέσου του τεκμηρίου 3, διότι το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι έχει γίνει ορθά η καταμέτρηση αυτών στην Αστυνομία και ομολογουμένως η καταμέτρηση αυτών δια μέσου του τεκμηρίου 3 παρουσιάζει εγγενείς δυσκολίες. Το ότι αποδόθησαν σε αυτόν τα πλακάζ πριν την λήψη κατάθεσης από τον κατηγορούμενο, έχει γίνει ήδη σχετική αξιολόγηση πιο πάνω, ήτοι ότι ο κατηγορούμενος δεν απέσεισε το βάρος που του αναλογεί στην βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι έχουν παραβιαστεί τα δικαιώματα του και εν πάση περιπτώση, το Δικαστήριο κρίνει ότι από την στιγμή που έχει πειστεί ότι τα πλακάζ είναι της εταιρείας του παραπονουμένου, δικαιωματικά του επιστράφησαν και δεν θα άλλαζε οτιδήποτε η κατακράτηση τους, ούτε η λήψη κατάθεσης από τον κατηγορούμενο πριν την απόδοση τους, ο οποίος κατηγορούμενος εν κατακλείδι δεν την υιοθέτησε και ούτε προσκόμισε μαρτυρία που να υποστηρίζει τους ισχυρισμούς που περιέχονται σε αυτήν του την κατάθεση, ως ήταν άλλωστε και δικαίωμα του. Με τις πιο πάνω επισημάνσεις και περιορισμούς ως προς την αποδεικτική βαρύτητα και αποδοχή μέρους της μαρτυρίας του Μ.Κ. 3, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του μάρτυρα ως αληθή και αξιόπιστη. Ως προς το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας, το Δικαστήριο κρίνει ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά του αδικήματος, ως αυτά έχουν εκτεθεί, αναλυθεί και επεξηγηθεί πιο πάνω, υπό το πρίσμα της Νομολογίας. Συγκεκριμένα, το συστατικό στοιχείο της κατοχής δεν έχει αμφισβητηθεί και εν πάση περιπτώση, μέσα από την κατάθεση - τεκμήριο 8 - το οποίο έχει κατατεθεί εκ συμφώνου ως παραδεκτό έγγραφο, αποδεχόμενες και οι δύο πλευρές την αλήθεια του περιεχομένου του και έχει εγκριθεί από το Δικαστήριο, οι εν λόγω φωτογραφικές μηχανές βρέθηκαν στην κατοχή του κατηγορουμένου. Ως προς το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ήτοι η ύπαρξη εύλογης υπόνοιας ότι αυτά αποτελούν προϊόν κλοπής, το Δικαστήριο κρίνει ότι και αυτό έχει αποδειχθεί για τους εξής λόγους: Α) ο αστ. 1156 Θ. Θουκιδίδης, ως καταγράφεται στο τεκμήριο 8, αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως πρόσωπο που έχει απασχολήσει αρκετά συχνά την αστυνομία με υποθέσεις κλοπών. Β) η ποσότητα των φωτογραφικών μηχανών, καθώς επίσης και το διαφορετικό είδος αυτών, ως αυτές απεικονίζονται δια μέσου του τεκμηρίου 4, κατ΄ αναλογία της CZARI FERENCZ - ν - ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Ποινική Έφεση Αρ. 242/2012 ημερ. 3/7/2014 , εύλογα δημιουργούνται οι υπόνοιες ότι αυτά αποτελούν προϊόν κλοπής, έχοντας μάλιστα υπ΄ όψη και την ώρα που ο κατηγορούμενος τις είχε στην κατοχή του, ήτοι η ώρα 23:30, ώρα που πραγματικά είναι αφύσικο να χρησιμοποιήσει ή ακόμα και να κατέχει 4 διαφορετικές φωτογραφικές μηχανές, έχοντας μάλιστα στην κατοχή του και τα κλοπιμαία πλακάζ. Ως προς το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας, με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν έχει αποδειχθεί η κλοπή των πλακάζ και της ποσότητας πετρελαίου από τον κατηγορούμενο, για τους λόγους που επεξηγήθηκαν πιο πάνω. Το Δικαστήριο κρίνει όμως, ότι έχει αποδειχθεί το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας, ως προς τα πλακάζ που ανευρέθησαν στην κατοχή του και είναι δυνατή η καταδίκη του κατηγορουμένου με τροποποίηση του κατηγορητηρίου και προσθήκη σχετικής κατηγορίας. Ως προς αυτήν την δυνατότητα, σχετική είναι η ρύθμιση του άρθρου 85
(4)του Κεφ. 155, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: ΄΄ Αν στο τέλος της δίκης το Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι έχει αποδειχτεί με μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε ποινικό αδίκημα ή ποινικά αδικήματα που δεν περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο και για τα οποία δεν δύναται να καταδικαστεί χωρίς τροποποίηση του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο και για τα οποία καταδικαζόμενος δεν θα υπόκειται σε ποινή μεγαλύτερη εκείνης στην οποία θα υπόκειτο αν καταδικαζόταν βάσει του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο και ότι ο κατηγορούμενος δεν θα επηρεαζόταν με αυτό δυσμενώς στην υπεράσπιση του, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την προσθήκη στο κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο κατη-γορίας ή κατηγοριών εναντίον του κατηγορούμενου για τέτοιο ποινικό αδίκημα ή ποινικά αδικήματα, και το Δικαστήριο αποφασίζει για αυτά ωσάν η κατηγορία αυτή ή οι κατηγορίες αποτελούσαν μέρος του αρχικού κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο.΄΄ Η αθώωση του κατηγορούμενου στις κατηγορίες, που περιλαμβάνονταν αρχικά στο κατηγορητήριο, δεν δημιουργεί δεδικασμένο (autrefois acquit), για τις κατηγορίες, που το Δικαστήριο προσ-θέτει και στις οποίες τον καταδικάζει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 85
(4)Κεφ. 155 (βλέπε σχετικά, Shail ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 137/2014, ημερ. 08.07.2016) Από το λεκτικό του άρθρου 85
(4)προκύπτει, ότι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, που πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά, είναι οι εξής (α) Με την προσαχθείσα μαρτυρία, πρέπει να αποδεικνύεται η διάπραξη από τον κατηγορούμενο ποινικού αδικήματος, που δεν περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο, (β) Να είναι αδύνατη η καταδίκη του κατηγορουμένου για το εν λόγω αδίκημα χωρίς την τροποποίηση του κατηγορητηρίου, (γ) Με την καταδίκη του για το εν λόγω αδίκημα ο κατηγορούμενος δεν πρέπει να υπόκεται σε ποινή μεγαλύτερη εκείνης, που θα μπορούσε να του είχε επιβληθεί, αν καταδικαζόταν, βάσει του αρχικού κατηγορητηρίου και (δ) Η μεταβολή του κατηγορητηρίου δεν πρέπει να επηρεάζει δυσμενώς τον κατηγορούμενο στην υπεράσπισή του βλέπε σχετικά, Leonidou ν. The Police
(1987)2 C.L.R. 96, Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(1992)2 A.A.Δ. 458, Πουλλάουας ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 494, Τμήμα Δασών ν. Ττοφιά, Ποινική Έφεση Αρ. 223/12, ημερ. 20.12.2014, Shail ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 137/2014, ημερ. 08.07.2016 Στην Κυριάκου (ανωτέρω) το Εφετείο, παρόλο που το θέμα δεν είχε εγερθεί ενώπιόν του, παρατή-ρησε ότι, στο βαθμό, που οτιδήποτε έχει λεχθεί στην υπόθεση The Attorney General of the Republic ν. Kyriacos Kyprianou
(1988)2 C.L.R. 209, στις σελ. 221 και 222, αναφορικά με την ερμηνεία της φράσης «an offence or offenses not contained in the charge or information» μέσα στο κείμενο του άρθρου 85
(4)του Κεφ. 155, είναι δυνατό να θεωρηθεί, ότι δε συνάδει με το σκεπτικό της παρούσας υπόθεσης ή της υπόθεσης Sammy Imbrahim Issa and Another ν. Republic
(1989)2 C.L.R. 39), δε συνιστά ορθή ερμηνεία του εν λόγω άρθρου, με το σκεπτικό, ότι, εν όψει του σκοπού του νομοθέτη, κατά τη θέσπιση του άρθρου 85
(4), η ερμηνεία που δόθηκε, είναι υπέρ-μετρα αυστηρή και περιοριστική. Κρίθηκε, ως εκ τούτου ότι, χάριν της βεβαιότητας του δικαίου, η απόφαση στην υπόθεση Kyriacos Kyprianou (ανωτέρω) πάνω στο επίδικο θέμα της ερμηνείας του άρθρου 85
(4), δεν αντανακλά το ισχύον δίκαιο. Στην Charalambous ν. Municipality of Nicosia
(1965)2 C.L.R. 63 αποφασίσθηκε, ότι η πιθανό-τητα επηρεασμού της υπεράσπισης του κατηγορουμένου δεν μπορεί να αποκλειστεί, όπου υπάρχει ουσιαστική διαφοροποίηση των λεπτομερειών της υφιστάμενης κατηγορίας, σε σύγκριση με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας, που προστίθεται από το Δικαστήριο (βλέπε σχετικά, Παφίτης ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 762, στην οποία αποφασίσθηκε, ότι δεν προέκυπτε κάτι τέτοιο). Στην Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 315 ο εφεσείων αντιμετώπισε κατηγορία, βάσει του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, έκρινε πως αποδείκτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του εφεσείοντα και τον κάλεσε σε απολογία. Αυτός επέλεξε να μην πει τίποτα και δεν κάλεσε οποιαδήποτε μαρτυρία. Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα πως δεν αποδείχτηκαν τα συστατικά στοιχεία της κατηγορίας, που δημιουργεί το άρθρο 210. Εφάρμοσε όμως τις διατάξεις του Άρθρου 85
(4)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, προσθέτοντας στο κατηγορητήριο κατηγορία για αμελή οδήγηση, κατά παράβαση των άρθρων 8 και 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, στην οποία και καταδίκασε τον εφεσείοντα. Στην έφεση ένα από τα παράπονα του δικηγόρου του εφεσείοντα ήταν, ότι επηρεάστηκε στην υπεράσπιση του από την απόφαση για προσθήκη στο κατηγορητήριο της κατηγορίας για αμελή οδήγηση και της καταδίκης του σε αυτή. Επεξηγώντας τη θέση του είπε, πως όταν κλήθηκε ο εφεσείων σε απολογία στην κατηγορία, βάσει του άρθρου 210, δεν ήταν δυνατό να προβλέψει, σ' εκείνο το στάδιο, πως το Δικαστήριο θα πρόσθετε στο τέλος της υπόθεσης κατηγορία για αμελή οδήγηση. Το Εφετείο απορρίπτοντας το σχετικό λόγο έφεσης, επισήμανε, ότι η πιο πάνω επιχειρηματολογία του δικηγόρου του εφεσείοντα δεν προωθούσε τη θέση του για επηρεασμό της υπεράσπισης του. Όπως αναφέρθηκε, ο ίδιος είχε επιλέξει, καθώς ήταν δικαίωμά του, να μην προβάλει οποιαδήποτε υπεράσπιση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής είχε ήδη προσαχθεί, ενώ ο δικηγόρος ήταν ασφαλώς ενήμερος των διατάξεων του άρθρου 85
(4). Στην Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 458, το Εφετείο, κρίνοντας, ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 85
(4)του Κεφ. 155 (και ο μη δυσμενής επηρεασμός της υπεράσπισης) και ασκώντας τις εξουσίες, που έχει από το υπ' αναφορά άρθρο και το άρθρο 145
(1)(γ) του Κεφ. 155, τροποποίησε το κατηγορητήριο, με την προσθήκη νέας κατηγορίας, πανομοιότυπης με την υφιστάμενη (για την οποία έκρινε, ότι δεν είχε αποδειχθεί και ακύρωσε την καταδικαστική απόφαση) στην οποία αυτό που άλλαξε ήταν η περιγραφή του θύματος της επίθεσης. Κάτι ανάλογο, με καθοδήγηση από την Κυριάκου, είχε αποφασίσει και το πρωτόδικο Δικαστήριο στην Παφίτης ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) και το Εφετείο επικύρωσε την απόφαση. Το Δικαστήριο, αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο, κρίνει ότι πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις και το Δικαστήριο επεξηγεί αναλυτικά: Με την προσαχθείσα μαρτυρία, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας και πιο συγκεκριμένα των πλακάζ, διότι ήταν στην κατοχή του κατηγορούμενου, γεγονός που δεν έχει αμφισβητηθεί άλλωστε και προκύπτει εν πάση περιπτώση μέσα από το τεκμήριο 8 το οποίο αποτελεί παραδεκτό έγγραφο, αποδεικνύοντας το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ως έχει αναλυθεί πιο πάνω. Το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος έχει βεβαίως αποδειχθεί, διότι όχι μόνο υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι τα πλακάζ ήταν κλοπιμαία, αλλά το Δικαστήριο έχει με την ενώπιον του μαρτυρία αποδεχθεί ότι αυτά έχουν πράγματι κλαπεί από το εργοτάξιο της εταιρείας του παραπονούμενου και ότι είναι ιδιοκτησίας δικής του. Η καταδίκη του κατηγορούμενου για αυτό το αδίκημα είναι αδύνατη χωρίς την τροποποίηση του κατηγορητηρίου, διότι δεν υπάρχει άλλωστε σχετική κατηγορία που να αφορά παράνομη κατοχή των πλακάζ, αλλά κλοπή αυτών, κατηγορία που δεν έχει αποδειχθεί. Με την καταδίκη του κατηγορούμενου για το εν λόγω αδίκημα, ο κατηγορούμενος δεν υπόκεται σε ποινή μεγαλύτερη εκείνης που θα μπορούσε να του είχε επιβληθεί, αν καταδικαζόταν, βάσει του αρχικού κατηγορητηρίου, διότι το αδίκημα της παράνομης κατοχής προνοεί ποινή φυλάκισης μέχρι 6 μηνών, ενώ το αδίκημα της κλοπής με βάση το αρχικό κατηγορητήριο ποινή φυλάκισης μέχρι τρία χρόνια. Η μεταβολή του κατηγορητηρίου δεν επηρεάζει δυσμενώς τον κατηγορούμενο στην υπεράσπισή του, διότι δεν έχει προβάλει ενόρκως ο ίδιος ή άλλος μάρτυρας οποιανδήποτε υπεράσπιση, είτε ως προς το αδίκημα της κλοπής είτε ως προς το αδίκημα της παράνομης περιουσίας που να δικαιολογεί το νόμιμο της κατοχής τους, παρ΄ όλο που αποτελούσε δικαίωμα του και εν πάση περιπτώση, μέσα από όλη την γραμμή πλεύσης της υπεράσπισης, διαφάνηκε ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε τι υπόθεση αντιμετώπιζε και δεν διακρίνει το Δικαστήριο ότι παραβλάπτονται τα δικαιώματα του κατηγορουμένου με την προσθήκη της σχετικής κατηγορίας. Στις λεπτομέρειες της κατηγορίας που θα προστεθεί, θα αναγραφεί ότι η ποσότητα των πλακάζ ήταν 56, έστω και αν διαφάνηκε ότι ήταν ελαφρώς περισσότερα, ήτοι 4 - 5 περισσότερα με βάση την μαρτυρία του Μ.Κ. 3 , διότι από την μια δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος η ποσότητα ή η αξία τους και από την άλλη, είναι δυνατή η καταδίκη αν δεν αποδειχθεί ολόκληρη η ισχυριζόμενη ποσότητα κλοπιμαίων, αλλά και επειδή η ίδια η πλευρά της υπεράσπισης υπέβαλε ότι είναι πάνω από 56, ως πιο πάνω έχει επισημανθεί. Εν πάση περιπτώση όμως, αυτό είναι προς όφελος του κατηγορουμένου, όπου θα αναγραφεί η ποσότητα που αναμφίβολα έχει καταμετρηθεί, ήτοι 56 πλακάζ και η αξία αυτών είναι €840, ήτοι €15 για το κάθε ένα και επί της αξίας αυτών το Δικαστήριο έχει πειστεί με την αποδοχή της μαρτυρίας του Μ.Κ. 3, ήτοι ως προς την αξία αυτών. Συνεπώς προστίθεται η πιο κάτω κατηγορία ως τρίτη κατηγορία: ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. κατηγορίας 3 Παράνομη κατοχή περιουσίας, κατά παράβαση του άρθρου 309 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος την 11/12/2017 στη Λεμεσό, είχε στην κατοχή του 56 πλακάζ καλουπιών αξίας €840, περιουσία της εταιρείας E M Athanasiou Construction Ltd, μέσω του Μιχάλη Αθανασίου από τη Λεμεσό. Ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σε αυτήν την κατηγορία. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 2 και 3 και αθωώνεται στην πρώτη. (Υπ.) ................. Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Criminal/Final Αναφορά: klopi - paranomi katoxi - tropopoiisi katigoritiriou 85
(4)Kef. 155 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.