Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Χαράλαμπος Ευσταθίου, Αρ. Υπόθεσης: 15344/16, 22/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B58 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15344/16 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και Χαράλαμπος Ευσταθίου ------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 22.3.2018 Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Α. Μανώλη μαζί με κα Νικολάου. Για τον κατηγορούμενο: κ. Αλ. Σαουρής. Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος έχει βρεθεί ένοχος, με δική του παραδοχή στην 1η κατηγορία για βαριά σωματική βλάβη, κατά παράβαση του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Συγκεκριμένα κατηγορείται ότι την 26.2.2015, στην Λεμεσό, παράνομα προκάλεσε βαριά σωματική βλάβη στην Νικολέττα Βασιλείου από τη Λεμεσό. Τα γεγονότα της υπόθεσης ως έχουν εκτεθεί είναι βασικά τα ακόλουθα (βλ. Έγγραφο γεγονότων εντός του φακέλου): Στις 26.2.15 και περί ώρα 10.00 η παραπονούμενη ενώ ευρίσκετο μαζί με τον κατηγορούμενο με τον οποίο διατηρούσε δεσμό σε υπνοδωμάτιο της οικίας του δέχθηκε τηλεφώνημα από κάποια φίλη της η οποία την κάλεσε για καφέ και η παραπονούμενη ξύπνησε τον κατηγορούμενο και του ζήτησε να πάνε μαζί. Ο κατηγορούμενος της ζήτησε πρώτα να λούσει τους δύο σκύλους του και μετά να πάνε για καφέ, η παραπονούμενη διαφώνησε διότι απαιτείτο πολύς χρόνος και ο κατηγορούμενος εκνευρίστηκε και άρχισε να της φωνάζει ενώ στην συνέχεια την έσπρωξε με τα χέρια του. Στην προσπάθεια της να τον ηρεμήσει αυτός την κτύπησε με τα χέρια του και το κεφάλι του στο πρόσωπο τραυματίζοντας την στη μύτη και προκαλώντας της αιμορραγία. Η παραπονούμενη ειδοποίησε τον πατέρα της μαζί με τον οποίο μετέβησαν στον Αστυνομικό Σταθμό Καλού Χωριού και κατήγγειλαν την υπόθεση ενώ στη συνέχεια η παραπονούμενη εξετάστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου διαπιστώθηκε κατόπιν εξέτασης και υποβολής σε ακτινολογικό έλεγχο ότι έφερε κάταγμα ρινικού οστού. Ακολούθησε σύλληψη του κατηγορούμενου δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης. Ο κατηγορούμενος δε προέβη σε θεληματική κατάθεση και ομολόγησε τη διάπραξη του αδικήματος ενώ στη συνέχεια όταν κατηγορήθηκε γραπτώς απάντησε ότι παραδέχεται. Η κατηγορούσα αρχή δήλωσε ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. O συνήγορος του κατηγορούμενου αγόρευσε προς μετριασμό της ποινής και βεβαίως αναγνώρισε τη σοβαρότητα του αδικήματος λέγοντας στη συνέχεια ότι για να τεθούν τα πράγματα στη σωστή τους διάσταση θα πρέπει να αναφερθεί ότι η παραπονούμενη δεν υπέστη ακρωτηριασμό ή μόνιμη βλάβη, αναγνωρίζοντας όμως την ίδια στιγμή ότι το κάταγμα ρινικού οστού συνιστά μία σοβαρή σωματική βλάβη. Η περίπτωση αυτή έγινε κάτω από την ένταση της στιγμής που υπήρχε γι΄ αυτή την ασήμαντη διαφορά και σίγουρα μετά το πέρας της πράξης που έλαβε χώρα έδωσε θεληματική κατάθεση και παραδέχθηκε, κάτι που δείχνει τη μεταμέλεια του. Σημείωσε ακόμα το λευκό του ποινικό μητρώο, τις προσπάθειες οι οποίες καταβλήθηκαν για αποζημίωση της παραπονούμενης και την κατάθεση ενός ποσού €500 στο Δικαστήριο, το οποίο η παραπονούμενη μπορεί ανά πάσα στιγμή να λάβει. Αναφέρθηκε στη συνέχεια δε ο κ. Σαουρής στην μη ύπαρξη δυνατότητας ουσιαστικά αυτή τη στιγμή να προβεί σε πλήρη διευθέτηση της απαίτησης της παραπονούμενης ως εκ του ότι είναι άνεργος, όπως άνεργοι είναι και ο πατέρας και η μητέρα του. Στη συνέχεια υιοθέτησε την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και συμπλήρωσε ότι ο κατηγορούμενος εργοδοτείται περιστασιακά σε ένα νυχτερινό μαγαζί ως φρουρός ασφαλείας και προσπαθεί να βρει πιο σταθερή εργασία. Επιχείρησε από την πρώτη στιγμή να αποζημιώσει και να απολογηθεί όμως επέλεξε η παραπονούμενη να αποταθεί σε συγγενικό της πρόσωπο δικηγόρο. Αναφέρθηκε ακόμη στο μεγάλο χρονικό διάστημα που παρήλθε, πέραν των τριών χρόνων από το αδίκημα, που είναι ένας μετριαστικός παράγοντας, όπως ανέφερε ο κ. Σαουρής, στο νεαρό της ηλικίας του κατά τη διάπραξη του αδικήματος και σήμερα και τέλος παραπέμποντας σε νομολογία ανέφερε ότι στην προκειμένη περίπτωση πληρούνται οι προϋποθέσεις για αναστολή της ποινής φυλάκισης που ενδεχομένως θα επιβάλει το Δικαστήριο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το αδίκημα το οποίο παραδέχτηκε ο κατηγορούμενος είναι σοβαρό. Αυτό διαφαίνεται άλλωστε και από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτό από το Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής. Συγκεκριμένα το αδίκημα επισύρει ποινή φυλάκισης 7 χρόνων ή πρόστιμο ή και τις 2 ποινές. Η σοβαρότητα τέτοιων αδικημάτων επισημαίνεται και από τη σχετική νομολογία εφόσον αυτά ενέχουν το στοιχείο της ηθελημένης χρήσης βίας. Ως λέχθηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόκκαλος
(2001)2 Α.Α.Δ. 95 η χρήση βίας κατά του συνανθρώπου συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας, πλήττει το θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου και καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του. «Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης είτε ως μέσο εκδίκησης είτε ως μέσο τιμωρίας δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωση της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς». Ούτε φυσικά και η επίλυση προσωπικών διαφορών με τη χρήση βίας μπορεί να γίνει ανεκτή. Η ποινή για τέτοιου είδους αδικήματα θα πρέπει να είναι ανάλογη και με την έκταση της χρήσης βίας, τα μέσα που χρησιμοποιούνται, τις σωματικές βλάβες που προκαλούνται, το προβλεπτό αυτών και τις επιπτώσεις τους στο θύμα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Evans
(2005)2 Α.Α.Δ. 639, Σακαρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ 272 και Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ 342). Αυστηρότερη είναι ασφαλώς η αντιμετώπιση της νομολογίας μας για το αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα του Γ. Πικί, Sentencing in Cyprus (2nd edition) σελ. 116-117, η πλέον συνηθισμένη ποινή για παρόμοιου είδους αδικήματα είναι η ποινή της φυλάκισης, η οποία μπορεί να ανέρχεται σε ημέρες, μήνες ή και χρόνια. Σημασία για το ύψος της ποινής έχουν οι συνθήκες και περιστάσεις της κάθε υπόθεσης περιλαμβανόμενης ασφαλώς κάθε μιας εκ των προαναφερόμενων παραμέτρων που την χαρακτηρίζει (βλ. Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ 463, Αεροπόρος ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 275 και Evans ανωτέρω). Σημειώνω ότι η ύπαρξη ή έλλειψη προσχεδιασμού ή προσυνεννόησης είναι επίσης στοιχείο που λαμβάνεται υπόψην είτε ως επιβαρυντικός είτε ως ελαφρυντικός παράγοντας αντίστοιχα (βλ. Αχτάρ κ.α. ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ 397). Στην προκειμένη περίπτωση αξίζει να σημειωθεί ότι ναι μεν με βάση τα γεγονότα δεν υπήρχε προσχεδιασμός, από την άλλη όμως δεν μπορεί να μην σημειωθεί η απαράδεκτη και καταδικαστέα συμπεριφορά του κατηγορούμενου ο οποίος για ένα ασήμαντο λόγο και χωρίς ουσιαστικά να υπάρξει οποιαδήποτε πρόκληση από την παραπονούμενη κτύπησε την τελευταία. Το έκανε σημειώνεται απλά για να επιβάλει με τη δύναμη του το δικό του στα πλαίσια της συζήτησης που είχαν και την κτύπησε τόσο δυνατά με τα χέρια και το κεφάλι στο πρόσωπο ώστε να της προκαλέσει κάταγμα ρινικού οστού, για το οποίο με βάση όσα η ίδια η υπεράσπιση έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και μιλώ για την αλληλογραφία με τον δικηγόρο της παραπονούμενης αναμένεται να κάνει επέμβαση. Συναφώς είναι το κατάλληλο σημείο να αναφέρω εδώ ότι η θέση της Υπεράσπισης ότι δεν υπάρχει μόνιμη βλάβη, σε αυτό το στάδιο, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω λοιπόν υπόψη μου τη σοβαρότητα του αδικήματος, ως αυτή διαφαίνεται από τα όσα έχουν εκτεθεί ανωτέρω, σε συνδυασμό με την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών λόγω του ότι αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο της ηθελημένης χρήσης βίας βρίσκονται δυστυχώς σε έξαρση, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τον αριθμό τέτοιου είδους υποθέσεων, οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. Πάρα τα πιο πάνω δεν εξαλείφεται η ανάγκη που υπάρχει παράλληλα για εξατομίκευση της ποινής ούτως ώστε αυτή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Από την άλλη η διαδικασία αυτή δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλ. Ιωάννου κ.α ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171, Σωκράτους ν. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248 και Μουσικός ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286). Προς όφελος λοιπόν του κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου και συγκεκριμένα: · Το λευκό του ποινικό μητρώο. · Το νεαρό της ηλικίας του, 21 ετών περίπου κατά τη διάπραξη του αδικήματος, 24 ετών περίπου σήμερα. · Την άμεση παραδοχή του στην Αστυνομία. · Την παραδοχή του στο Δικαστήριο, η οποία δεν ήταν μεν άμεση αλλά έστω και στο στάδιο που έγινε δείχνει τη μεταμέλεια του και την αναγνώριση του λάθους του. · Τις προσπάθειες που έκανε για να βρεθεί μία διευθέτηση όσον αφορά τις αποζημιώσεις που δικαιούται η παραπονούμενη έναντι των ζημιών της και αυτό ως ένα στοιχείο μετάνοιας. · Τον χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή, δηλαδή 3 χρόνια και ένας μήνας περίπου και αυτό σαν ένα δεδομένο, δηλαδή η πάροδος του χρόνου. · Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις όπως αυτές αναφέρονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και με βάση όσα έχει συμπληρώσει ο συνήγορος του. Πέραν της ηλικίας του αναφέρω αυτό που ανέφερε ο κ. Σαουρής ότι εργάζεται περιστασιακά και προσπαθεί να εξεύρει πιο σταθερή εργασία. Διαμένει με τους γονείς του οι οποίοι είναι άνεργοι, πλην μόνον η μητέρα του έχει ένα εισόδημα €150 από περιστασιακή εργασία, ως αναφέρεται στην έκθεση. Μαζί τους διαμένει και η εκ μητρός γιαγιά και η οικογένεια φαίνεται να συντηρείται από τη σύνταξη της γιαγιάς. Φοίτησε μέχρι την Β΄ τάξη γυμνασίου και εγκατέλειψε λόγω μειωμένου ενδιαφέροντος. Υπηρέτησε 9 μήνες στην Εθνική Φρουρά και έλαβε απαλλαγή λόγω διαταραχής και προβλημάτων προσαρμογής. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου πρέπει να συνυπολογίζονται κατά την επιμέτρηση της ποινής. Σε σοβαρά όμως αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξής τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής ποινής, οι παράγοντες αυτοί είναι ήσσονος σημασίας. Προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας (βλ. Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ 382). Όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες που εντοπίζονται στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνονται μεν υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, δεν είναι όμως τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας του αδικήματος, όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος όχι όμως και το είδος της ποινής. Θεωρώ υπό τις περιστάσεις αναπόφευκτο το είδος της ποινής που επιλέγει το Δικαστήριο να επιβάλει. Συνεκτιμώντας λοιπόν όλα τα δεδομένα και λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη την σοβαρότητα του αδικήματος, κρίνω ότι η αρμόζουσα ποινή εν σχέση με την κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι η ποινή φυλάκισης. Οιαδήποτε άλλη ποινή δεν θα εξυπηρετούσε κατά την κρίση μου τους σκοπούς του νόμου και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Καταληκτικά επιβάλλεται στον κατηγορούμενο στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Τα τεκμήρια να επιστραφούν στο νόμιμο δικαιούχο τους. Η Μ1 - παραπονούμενη να ειδοποιηθεί μέσω του Πρωτοκολλητείου ότι ευρίσκεται στη διάθεση της ποσό €500.- το οποίο μπορεί να λάβει έναντι των αποζημιώσεων που δικαιούται. Θα εξετάσω στην συνέχεια εάν η επιβληθείσα ποινή θα πρέπει να οδηγήσει στην άμεση φυλάκιση του κατηγορούμενου ή δύναται να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε τον πιο πάνω Νόμο η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί. Τα κριτήρια για την άσκηση της σχετικής διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου έχουν τεθεί σε σωρεία νομολογίας (βλ. ενδεικτικά την υπόθεση Γενικός Εισαγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161). Έχοντας εξετάσει όλα τα ενώπιον μου δεδομένα, τις συνθήκες διάπραξης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, δεν εντοπίζω οτιδήποτε που να μπορεί να συνηγορήσει υπέρ της αναστολής. Έχω ανατρέξει σημειώνω στις αποφάσεις που παρέπεμψε ο κ. Σαουρής εισηγούμενος αναστολή αλλά θεωρώ ότι όλες αποφασίστηκαν στη βάση των δικών τους ιδιαίτερων συνθηκών και δεν τυγχάνουν εφαρμογής εδώ. Επίσης θα πρέπει να πω ότι δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να διαφεύγει ότι η παραπονούμενη αντιμετωπίζει ακόμα τις συνέπειες της παράνομης συμπεριφοράς του κατηγορούμενου και ουσιαστική αποζημίωση της δεν υπήρξε. Άρα θα είναι άμεση η ποινή φυλάκισης. Ο χρόνος κράτησης δε που προκύπτει με βάση την ποινή που επέβαλε το Δικαστήριο πιο πάνω μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελούσε υπό κράτηση για την παρούσα. €40 έξοδα να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) ............................................ Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Βαριά σωματική βλάβη - άρθρο 231 του Κεφ.154 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο