Ανδρέας Γεωργίου ν. Λάζαρος Λαζάρου Χαραλάμπους, Υπόθεση: 3453/16, 16/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B50 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Υπόθεση: 3453/16 Μεταξύ: Ανδρέας Γεωργίου, εκ Λεμεσού Παραπονούμενος -ν- Λάζαρος Λαζάρου Χαραλάμπους, εκ Λεμεσού Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 16 Μαρτίου 2018 Για Παραπονούμενο: κος Απόστολος Γεωργίου. Για Κατηγορούμενο: κος Χριστόφορος Φλώρου. Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δυο κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 1 και 2, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι την 15.9.14 (1η κατηγορία) και 22.9.14 (2η κατηγορία εξέδωσε και παρέδωσε προς όφελος τους παραπονούμενου τις επιταγές του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Λτδ με αρ. 48169296 (1η κατηγορία) για το ποσό των €2.500.- και την επιταγή με αρ. 48169297 (2η κατηγορία) για το ποσό των €2.500.-, οι οποίες δεν εξοφλήθηκαν λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων. Κατά τη δίκη παρακολούθησα με την απαιτούμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Επίσης η κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας των μαρτύρων δεν περιορίστηκε στην εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας, αλλά τέθηκε στη βάσανο της αξιολόγησης του περιεχομένου της (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Όπως επισημάνθηκε στην Αθηνής v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 256: «όταν αναφερόμαστε στη βάσανο της αξιολόγησης του περιεχομένου της μαρτυρίας, εννοούμε κατά κύριο λόγο τον έλεγχο «με τη βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής». Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ σε εκείνα τα μέρη της μαρτυρίας τα οποία σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και είναι απαραίτητα για την αξιολόγηση της και την εξαγωγή των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Πρώτος μάρτυρας κατέθεσε ο παραπονούμενος. Ανέφερε ότι είναι δικηγόρος εδώ και 36 χρόνια και γνώρισε τον κατηγορούμενο μέσω του πελάτη του Ανδρέα Πισσούριου. Ο κατηγορούμενος του έδωσε τις δυο επίδικες επιταγές, αντίγραφα των οποίων αρχικά κατατέθηκαν ως Τεκμήρια Α και Β προς αναγνώριση και ακολούθως η επιταγή με αριθμό 48169296 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4 και η επιταγή με αριθμό 48169297 ως Τεκμήριο
- Οι επιταγές αυτές, όπως είπε, εκδοθήκαν από τον κατηγορούμενο και είχαν υπογραφεί στην παρουσία του και ακολούθως τις είχε καταθέσει στην τράπεζα και αυτές επιστράφηκαν απλήρωτες. Κατέθεσε προς τούτο ως Τεκμήρια 1 και 2 τις βεβαιώσεις επιστροφής των επιταγών τις οποίες του έδωσε η τράπεζα. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 αντίγραφο της απόφασης η οποία εκδόθηκε στην Αγωγή 2572/16 εναντίον του κατηγορούμενου αναφορικά με τις επίδικες επιταγές, σε αίτηση για συνοπτική απόφαση, η οποία όπως είπε έχει εφεσιβληθεί από τον κατηγορούμενο. Αντεξεταζόμενος του υποβλήθηκε η θέση ότι κανένα νόμιμο αντάλλαγμα και καμία αντιπαροχή υπήρχε για τις επίδικες επιταγές. Ο παραπονούμενος προς τούτο ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος του ζήτησε το ποσό των επιταγών ως δανεικά, ο κατηγορούμενος καταχράστηκε την εμπιστοσύνη του και δεν πλήρωσε το ποσό όπως είχε υποσχεθεί. Από πλευράς υπεράσπισης αμφισβητήθηκε η εκδοχή του παραπονούμενου περί δανεισμού του κατηγορούμενου, ενώ ο ίδιος επέμενε ότι δάνεισε τον κατηγορούμενο το ποσό των επιταγών σε μετρητά δυο με τρεις ημέρες πριν την έκδοση των επιταγών, ενώ τον γνώριζε ελάχιστο λόγω κυρίως της σχέσης του με τον πελάτη του Ανδρέα Λεωνίδου. Δεν ετοίμασε οποιαδήποτε συμφωνία ή κάποια βεβαίωση ότι δάνεισε το εν λόγω ποσό επειδή όπως είπε η περίπτωση αυτή ήταν ξεχωριστή λόγω του ότι την συγκεκριμένη ημέρα ο κατηγορούμενος είχε κάποια στενότητα και χρειαζόταν κάποια δανεικά. Τέθηκε επίσης στον παραπονούμενο η θέση ότι τις επιταγές τις παρέλαβε από τον Ανδρέα Λεωνίδου, θέση με την οποία διαφώνησε ο παραπονούμενος. Αξιολογώντας τη μαρτυρία του παραπονούμενου παρατηρώ κατ' αρχάς ότι ενώ κατάφερε να παραμείνει σταθερός στην εκδοχή που προώθησε, αυτός δεν με έπεισε για την αλήθεια της μαρτυρίας του. Διαπιστώνω κατ΄αρχάς δυο ουσιαστικές αντιφάσεις στη μαρτυρία του, οι οποίες τονίζω δεν αποτελούν το μοναδικό λόγο για τον οποίο δεν μπορώ να αποδεχτώ την μαρτυρία του. Παρατηρώ ότι ενώ αρχικά ανέφερε ότι τον κατηγορούμενο δεν τον γνώριζε πριν τον δανεισμό, κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι τον γνώριζε και δεν ήταν δυνατόν να δανείσει χρήματα σε κάποιον τελείως άγνωστο του. Ακολούθως ενώ ανέφερε ότι οι επιταγές συμπληρώθηκαν και παραδόθηκαν στον ίδιο από τον κατηγορούμενο σε άλλο σημείο ανέφερε ότι το όνομα του το συμπλήρωσε ο ίδιος. Εις ότι αφορά τον τρόπο με τον οποίο απαντούσε παρατηρώ ότι ουσιαστικά ο παραπονούμενος φαίνεται με προσεκτικό τρόπο να επαναλαμβάνει ότι ο κατηγορούμενος υπέγραψε μπροστά του τις επίδικες επιταγές για το κατ' ισχυρισμό δάνειο το οποίο έλαβε από τον παραπονούμενο, χωρίς όμως να αναφέρεται σε λεπτομέρειες οι οποίες θα μπορούσαν να ενισχύσουν την εκδοχή του, για όσα είχαν αμφισβητηθεί από πλευράς υπεράσπισης. Όπως για παράδειγμα για ποιο λόγο συγκεκριμένα δάνεισε τον κατηγορούμενο, γιατί τον εμπιστεύτηκε και με ποιο τρόπο ζητούσε να λάβει τα χρήματα του μετά όπου οι επιταγές επιστράφηκαν απλήρωτες. Ενώ από πλευράς υπεράσπισης αμφισβητήθηκε η ουσιαστική θέση του περί υπογραφής και παράδοσης των επιταγών από τον κατηγορούμενο έναντι δανεισμού, δεν παρουσίασε οποιοδήποτε στοιχείο το οποίο θα μπορούσε να ενισχύσει την εκδοχή του. Αν και ερωτήθηκε κατά πόσο θα παρουσιάσει ως μάρτυρα τον πελάτη του Ανδρέα Λεωνίδου ο οποίος γνώριζε τα γεγονότα, ανέφερε ότι αυτό ήταν θέμα δικό του και εν τέλει δεν παρουσίασε οποιοδήποτε μάρτυρα, κάτι για το οποίο βεβαίως δεν είχε υποχρέωση αλλά θα μπορούσε να στηρίξει και τεκμηριώσει την εκδοχή του. Η όλη ιστορία του παραπονούμενου, δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής, ότι δηλαδή ο ίδιος του ως δικηγόρος με εμπειρία 36 ετών, δάνεισε σε ένα άγνωστο του ουσιαστικά πρόσωπο το καθόλου ευκαταφρόνητο ποσό των €5.000.- λαμβάνοντας δυο επιταγές οι οποίες θα ήταν πληρωτέες στις επόμενες μέρες. Και ενώ οι επίδικες επιταγές δεν πληρώθηκαν το 2014 μέχρι το 2016 δεν φαίνεται να προβαίνει σε οποιαδήποτε ενέργεια για να εισπράξει τα ποσά αυτά, ούτε όμως διεφάνηκε με απτά στοιχεία ότι όντως ενοχλούσε τον κατηγορούμενο να πληρώσει και αυτός δεν ανταποκρινόταν. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω και τις αδυναμίες τις οποίες διαπιστώνω στην μαρτυρία του παραπονούμενου, δεν έχω πειστεί για την αλήθεια των όσων ανέφερε, με αποτέλεσμα να μην μπορώ να βασιστώ στην μαρτυρία του για την διεξαγωγή οποιωνδήποτε συμπερασμάτων επί των αμφισβητούμενων γεγονότων και ζητημάτων. Συνεπώς η μαρτυρία του παραπονούμενου δεν κρίνεται αξιόπιστη και πειστική και δεν την αποδέχομαι. Επόμενος μάρτυρας παρουσιάστηκε ο Χριστόδουλος Χαραλάμπους (ΜΚ2), Πρωτοκολλητής στο Ε.Δ. Λεμεσού. Αναγνώρισε τα Τεκμήρια Α και Β προς αναγνώριση ως τις πρωτότυπες επιταγές οι οποίες είναι κατατεθειμένες εις το φάκελο της Αγωγής 2572/16 και οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 4 και
- Η μαρτυρία του δεν έχει αμφισβητηθεί και την αποδέχομαι. Επόμενη μάρτυρας παρουσιάστηκε η Χρύσω Βιττή Θεοδοσίου (ΜΚ3), τραπεζικός υπάλληλος στην Ελληνική Τράπεζα, στην οποία κατατέθηκαν οι επίδικες επιταγές. Ουσιαστικά η μάρτυρας αναγνώρισε τα Τεκμήρια 1 και 2 και επιβεβαίωσε ότι οι επίδικες επιταγές κατατέθηκαν και επιστράφηκαν απλήρωτες. Η μαρτυρία της αν και δεν προσθέτει οτιδήποτε στην υπόθεση, κρίνεται ειλικρινής και εις το βαθμό που σχετίζεται με τα επίδικα θέματα, γίνεται αποδεκτή. Επόμενος μάρτυρας παρουσιάστηκε ο Χριστάκης Φραντζής (ΜΚ4). Εργάζεται στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ όπου έχει μετονομαστεί σε Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα. Αναφέρθηκε στην πορεία κατάθεσης και επιστροφής των επίδικων επιταγών λόγω ανεπαρκών υπολοίπων, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητείται από πλευράς υπεράσπισης. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 6 κατάσταση λογαριασμού. Ανέφερε ότι οι επίδικες επιταγές ελεγχθήκαν από το τμήμα του και οι υπογραφές οι οποίες φαίνονται σε αυτές συνάδουν με το δείγμα υπογραφής το οποίο κατέχει η τράπεζα. Εξήγησε ότι είναι πέραν του 75% η ίδια υπογραφή με αυτή του κατηγορούμενου. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος συνεργάζεται με άλλο υποκατάστημα όχι αυτό εις το οποίο εργαζόταν ο μάρτυρας, δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με το άνοιγμα του λογαριασμού ούτε έχει γνώσεις γραφολογίας αλλά όπως είπε κάθε μέρα βλέπει επιταγές. Καταλήγει ότι η υπογραφή είναι του κατηγορούμενου λόγω του ότι αυτή είναι ολογράφως και εύκολη να γίνει. Ουσιαστικά η μαρτυρία του αμφισβητήθηκε αναφορικά με τη θέση του ότι η υπογραφή επί των επίδικων επιταγών ανήκει στον κατηγορούμενο. Η θέση του αυτή δεν γίνεται αποδεκτή λόγω του ότι, πέραν του ότι δεν έχει γραφολογικές γνώσεις, δεν φάνηκε από τη μαρτυρία του ο ίδιος του να είναι γνώστης της υπογραφής του κατηγορούμενου ή να είναι εξοικειωμένος με αυτήν ή είδε σε οποιοδήποτε χρόνο τον κατηγορούμενο να υπογράφει ούτως ώστε να γνωρίζει με βεβαιότητα ποια είναι η υπογραφή του κατηγορούμενου. Συνεπώς, η μαρτυρία του κρίνεται ειλικρινής και την αποδέχομαι, εκτός της θέσης του ότι η υπογραφή επί των επίδικων επιταγών ανήκει στον κατηγορούμενο, ζήτημα το οποίο θα εξετάσω πιο κάτω επί τη βάση της μαρτυρίας η οποία δόθηκε για τον σκοπό αυτό. Επόμενος μάρτυρας παρουσιάστηκε ο γραφολόγος Μάριος Μαρκίδης (ΜΚ5) στην μαρτυρία του οποίου θα αναφερθώ πιο κάτω αντιπαραβάλλοντας την με αυτή της γραφολόγου Ασπασίας Ευσταθίου (ΜΥ2), η οποία παρουσιάστηκε από πλευράς υπεράσπισης. Μετά την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία αυτός κατέθεσε ενόρκως. Κατά την κυρίως εξέταση του κατέθεσε ως Τεκμήριο Α γραπτή δήλωση, της οποίας υιοθέτησε το περιεχόμενο. Αναφέρει σε αυτήν ότι ουδέποτε ζήτησε χρήματα από τον παραπονούμενο, ουδέποτε δανείστηκε χρήματα από αυτόν, ουδέποτε έδωσε τις επίδικες επιταγές σε αυτόν και ουδέποτε ο παραπονούμενος τον κάλεσε να εξοφλήσει τις επιταγές. Ο ίδιος του δεν γνώριζε προσωπικά τον παραπονούμενο ενώ για πρώτη φορά τον γνώρισε στο Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης και για πρώτη φορά ενημερώθηκε ότι οι επίδικες επιταγές βρίσκονται στην κατοχή του παραπονούμενου από τις υποθέσεις οι οποίες εκκρεμούν εναντίον του δηλαδή την παρούσα και την Αγωγή 2572/
- Τον Ανδρέα Λεωνίδου τον γνωρίζει για πολλά χρόνια, ο οποίος του απέσπασε τις συγκεκριμένες επιταγές από το βιβλιάριο επιταγών του, τις οποίες ουδέποτε υπέγραψε και συμπλήρωσε και όπως έμαθε εκ των υστέρων ο πιο πάνω πλαστογραφούσε την υπογραφή του και τις παρέδιδε σε τρίτους. Όταν πληροφορήθηκε για τις επιταγές που βρίσκονταν στην κατοχή του παραπονούμενου παρεξήγηθηκε με τον Ανδρέα Λεωνίδου και έκτοτε δεν έχει οποιαδήποτε επαφή μαζί του. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι κατήγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία πριν λάβει την κλήση για το Δικαστήριο. Δεν αμφισβήτησε ότι οι επιταγές κατατέθηκαν από τον παραπονούμενο και δεν πληρώθηκαν λόγω του ότι δεν υπήρχαν χρήματα στον λογαριασμό του αλλά όπως είπε η τράπεζα δεν τον ειδοποίησε. Ερωτηθείς πως βρέθηκαν οι επιταγές στα χέρια του παραπονούμενου, θέση του κατηγορούμενου αποτέλεσε ότι δοθήκαν στον παραπονούμενο από τον Ανδρέα Λεωνίδου ο οποίος χρωστούσε χρήματα στον παραπονούμενο για δικές του υποθέσεις. Το πρόσωπο αυτό όπως είπε κατέστρεψε τον ίδιο και εξαιτίας του έρχεται στο Δικαστήριο. Ο ίδιος του όπως είπε έχει υπεραγορά στην τουριστική, έχει διαμερίσματα τα οποία ενοικιάζει και διατηρεί επιχείρηση ΑΕΖ Bingo. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από τη μαρτυρία του κατηγορούμενου όπου του υποβλήθηκε η θέση από πλευράς υπεράσπισης ότι ο Ανδρέας Λεωνίδου ουδέποτε έδωσε επιταγή στον παραπονούμενο: «Μπορείτε να μου πείτε ποια συναλλαγή έχω εγώ με τον κύριο Γεωργίου; Εν τοκογλύφος; Δανείζει λεφτά; Να ξέρω ας πούμε τζιαι πόσο τόκο μου έβαλε. Να ξέρω ας πούμε γιατί είναι κοντά στη λογική. Δίχως να με ξέρει να μου δώσει 5000 μέσα στον δρόμο τζιαι να φκάλω δύο επιταγές; Φαίνουμαι έτσι άνθρωπος εγώ που μπορώ να εξαπατήσω οποιονδήποτε; Άλλοι έρχονται τζιαι ορκίζονται τζιαι λέουν ψέματα. Μπορείτε να μου πείτε αν εξαπάτησα κανένα; Να ρωτήσετε τον πελάτη σας σε πόσους χρωστά τζιαι πόσους εκατάστρεψε ο πελάτης του. Να ρωτήσει τον πελάτη τζιαι όχι εμένα πόσους εκατάστρεψε τζιαι είναι δικηγόρος του. Εχρώσταν του λεφτά, έπιασε δύο επιταγές μου, έδωσεν του τες για να εξοφλήσει τζιαι επήαιννε τζιαι έπιανε κρέας. Εμένα ποια συναλλαγή έχω με τον κύριο Γεωργίου εγώ; Μπορεί να μου πει μια συναλλαγή; Ως τωρά στο Δικαστήριο δεν εξαναήρτα εκτός που τον Ανδρέα Λεωνίδου σε Δικαστήριο εγώ με τη δουλειά μου. Εκατάστρεψε με αυτός ο άνθρωπος τζιαι να λαλεί ότι εδανείσαν μου λεφτά.» Ενώ στη συνέχεια ερωτηθείς κατά πόσο καταδικάστηκε πρόσφατα σε παρόμοια υπόθεση ανέφερε: «Με τον Ανδρέα Λεωνίδου. Με τον Ανδρέα Λεωνίδου, με τον πελάτη του κυρίου Γεωργίου που ήταν δικηγόρος του. Εγώ καταδικάστηκα σε άλλη υπόθεση. Εγώ από το 1900 πότε διατηρώ λογαριασμούς στες τράπεζες τζιαι ουδέποτε μπλέχτηκα μέσα σε έτσι καταστάσεις τζιαι έπρεπε να φέρει μάρτυρα τον Ανδρέα Λεωνίδου που τάχα με έφερε κοντά του κυρίου τζιαι ότι με εδάνεισε λεφτά. Πρέπει να τον φέρει να πει ενώπιον του Δικαστηρίου. Γιατί δεν τον εφέρετε κύριε Γεωργίου; Γιατί δεν τον εφέρετε αφού ήταν μάρτυρας σας που με έφερε κοντά σου τζιαι τάχα έδωσε μου 5000 τζιαι έφκαλα του επιταγές; Γιατί δεν τον έφερες μάρτυρα; Εντιμοτάτη, περνώ έναν Γολγοθά μέσα στο Δικαστήριο. Δεν φταίω σε τίποτε. Εγώ ξέρεις πόσα λεφτά έχασα που τον Ανδρέα Λεωνίδου; Τεράστια ποσά. Τεράστια πόσα τζιαι εμπήκα εγώ στο ΚΑΠ τζιαι είμαι σε αυτήν την κατάσταση κάθε μέρα στα Δικαστήρια, που ουδέποτε ήρτα στα Δικαστήρια. Ουδέποτε, μα ουδέποτε τζιαι να μου λαλούν ότι εδανείσαν με λεφτά. Είναι άνθρωποι; Τούτο το πράμα είναι μεγάλη ντροπή.» Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο κατηγορούμενος είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Με απλό, άμεσο και φυσικό τρόπο μετέφερε στο Δικαστήριο την δική του εκδοχή. Δεν διαπιστώνω την παραμικρή αντίφαση στη μαρτυρία του και από την αρχή μέχρι το τέλος της αντεξέτασης του ήταν σταθερός και ειλικρινής. Μέσα από την ειλικρινή του συναισθηματική φόρτιση η οποία ήταν εμφανής στο Δικαστήριο μετέφερε την εκδοχή του ότι βρέθηκε σε αυτή τη θέση λόγω του Ανδρέα Λεωνίδου τον οποίο κατήγγειλε στην Αστυνομία χωρίς να έχει γίνει οτιδήποτε μέχρι σήμερα. Η κατάληξη μου για την αξιοπιστία του κατηγορούμενου δεν περιορίζεται μόνο στην κρίση της δικής του μαρτυρίας, αλλά όπως θα διαφανεί πιο κάτω, η μαρτυρία του υποστηρίζεται και από την υπόλοιπη μαρτυρία που έχει παρουσιάσει. Ως ΜΥ2 παρουσιάστηκε η γραφολόγος Ασπασία Ευσταθίου, στην μαρτυρία της οποίας θα αναφερθώ κατωτέρω. Τελευταία μάρτυρας από πλευράς υπεράσπισης παρουσιάστηκε η Αστυφύλακας 4782 Νίκολα Παπανικολάου (ΜΥ3) η οποία υπηρετεί στο ΤΑΕ της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λεμεσού. Εκ των καθηκόντων της αποτελεί η διερεύνηση υποθέσεων και συγκεκριμένα υπηρετεί στο Οικονομικό Τμήμα. Γνωρίζει τον κατηγορούμενο ο οποίος προέβηκε σε καταγγελία αναφορικά με πλαστογραφία επιταγών του ιδίου η οποία έγινε στις 4.6.
- Υποδείχθηκαν στην μάρτυρα οι επιταγές Τεκμήρια 4 και 5 για τις οποίες ανέφερε ότι περιλαμβάνονται στην καταγγελία. Ανέφερε τέλος ότι ο κατηγορούμενος έδωσε κατάθεση για την καταγγελία στην οποία έχει προβεί όπου εξέφρασε υποψίες εναντίον του Ανδρέα Λεωνίδου άλλος Πισσούριος. Αντεξεταζόμενη ερωτήθηκε κατά πόσο έχει εκδώσει κάποια βεβαίωση εν σχέση με αυτά που ανέφερε. Όπως είπε η ίδια της δεν εξέδωσε οποιαδήποτε βεβαίωση. Εν σχέση με την βεβαίωση ημερ. 20.2.17 (Τεκμήριο 10) ανέφερε ότι δεν αποτελεί έγγραφο το οποίο ετοίμασε η ίδια ή δακτυλογράφησε ή υπέγραψε, απλά την έχει στην κατοχή της ως έγγραφο στον φάκελο. Ερωτηθείς εν σχέση με το περιεχόμενο της βεβαίωσης ανέφερε ότι η στην βεβαίωση αναφέρει ότι η καταγγελία αφορούσε επιταγές του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Γερμασόγειας. Βλέποντας τις επιταγές Τεκμήρια 4 και 5 ανέφερε ότι αυτές είναι του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού και συμπλήρωσε ότι όταν ο κατηγορούμενος προέβηκε σε λεπτομερή κατάθεση αναφέρθηκε και στις επιταγές Τεκμήρια 4 και 5, με συγκεκριμένους αριθμούς, ποσά και ημερομηνίες. Η υπόθεση όπως είπε είναι υπό διερεύνηση. Κατά την επανεξέταση της ανέφερε ότι η ημερομηνία κατάθεσης του κατηγορούμενου είναι η 9.6.17 και συμφώνησε ότι η κατάθεση αυτή λήφθηκε στα πλαίσια της καταγγελίας που έγινε από τον κατηγορούμενο στις 4.6.
- Η μάρτυρας αυτή μετέφερε στο Δικαστήριο όσα γνωρίζει για την καταγγελία στην οποία προέβηκε ο κατηγορούμενος στην Αστυνομία αναφορικά με τους ισχυρισμούς του για πλαστογραφία επιταγών από τρίτο πρόσωπο. Εις ότι αφορά το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 10 η ίδια τόνισε ότι δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με τη σύνταξη του αλλά και το περιεχόμενο του. Η αναφορά στο Τεκμήριο 10 σε επιταγές της Συνεργατικής Πιστωτικής Γερμασόγειας ενώ οι επίδικες επιταγές είναι του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού, δεν μπορεί να διαφοροποιήσει τη θέση της μάρτυρος ότι οι επίδικες επιταγές αποτελούν μέρος της καταγγελίας του κατηγορούμενου, τη στιγμή όπου η ίδια της επιβεβαίωσε από το φάκελο που είχε στην κατοχή της ότι η καταγγελία του κατηγορούμενου στην Αστυνομία αφορούσε και τις επίδικες επιταγές. Σημειώνω ότι όπως είπε μπορούσε να καταθέσει στο Δικαστήριο το φάκελο, αλλά δεν της ζητήθηκε από πλευράς παραπονούμενου. Το γεγονός επίσης ότι η κατάθεση του κατηγορούμενου λήφθηκε στις 9.6.17, κατά την οποία έγινε αναφορά και στις επίδικες επιταγές, δεν μπορεί να αλλάξει το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος προέβηκε σε καταγγελία στην Αστυνομία στις 4.6.15 και η κατάθεση του δόθηκε εις τα πλαίσια της αρχικής του καταγγελίας, η οποία φαίνεται να έγινε πριν την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης. Η μάρτυρας κρίνεται ειλικρινής και πειστική. Τεκμηρίωνε τις απαντήσεις της με αναφορές από το φάκελο της υπόθεσης τον οποίο κατέχει η Αστυνομία και είχε στην κατοχή της. Η μαρτυρία της ενισχύει τη θέση του κατηγορούμενου ότι προέβηκε σε καταγγελία για πλαστογράφηση αριθμού επιταγών που ανήκουν στον ίδιο περιλαμβανομένων και των επίδικων. Πιο κάτω θα καταγράψω συνοπτικά τη μαρτυρία η οποία προσφέρθηκε από μέρους του γραφολόγου Μάριου Μαρκίδη (ΜΚ5) και της γραφολόγου Ασπασίας Ευσταθίου (ΜΥ2) η οποία παρουσιάστηκε από πλευράς κατηγορούμενου. Ο ΜΚ5 ανέφερε ότι είναι δικαστικός γραφολόγος και ετοίμασε για την παρούσα υπόθεση έκθεση ημερομηνίας 12.11.17, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Όπως ανέφερε εξέτασε τις πρωτότυπες επιταγές ως αυτές είναι κατατεθειμένες εις το φάκελο της Αγωγής 2572/16 Ε.Δ. Λεμεσού και αναφέρεται σε αυτές ως Τεκμήρια 1 και 2 εις την έκθεση του. Τα προσόντα του μάρτυρα ως αυτά καταγράφονται με λεπτομέρεια εις την έκθεση του δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς υπεράσπισης. Συνοπτικά να αναφέρω ότι εργάζεται ως δικαστικός γραφολόγος από το
- Το 1998 διορίστηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο ως εμπειρογνώμονας γραφολόγος δυνάμει κανονιστικής διοικητικής πράξης με αριθμό 152/
- Είναι κάτοχος ISO με το οποίο διαπιστεύτηκε το 2007 και το
- Μέχρι σήμερα αξιολόγησε πέραν των δέκα χιλιάδων υποθέσεων πλαστογραφίας και κλήθηκε ως μάρτυρας στο Δικαστήριο σε εκατοντάδες περιπτώσεις. Αναφορικά με την έρευνα στην οποία προέβηκε για την παρούσα υπόθεση ανέφερε ότι αυτή αφορούσε την εξέταση των αμφισβητούμενων υπογραφών εκδότη στα Τεκμήρια 4 και 5, οι οποίες έχουν συγκριθεί με δείγματα υπογραφής του κατηγορούμενου. Όπως είπε, για σκοπούς σύγκρισης των δύο αμφισβητούμενων υπογραφών χρησιμοποίησε τα δείγματα υπογραφής του κατηγορούμενου, τα οποία αναφέρονται στην έκθεση του. Επίσης χρησιμοποίησε δέκα δείγματα υπογραφής του κατηγορούμενου, τα οποία φαίνονται σε μια σελίδα A4 και αντίγραφο, της οποίας φαίνεται στην έκθεση του στη σελ.
- Το έγγραφο αυτό όπως είπε στάλθηκε στον ίδιο στις 20.2.2017 μέσω φαξ από τον δικηγόρο κύριο Γρηγόρη Παρασκευά στα πλαίσια προκαταρκτικής γραφολογικής εξέτασης στην Πολιτική Αγωγή με αριθμό 2572/
- Επίσης χρησιμοποίησε πρωτότυπη υπογραφή που φαίνεται στο εκλογικό βιβλιάριο του κατηγορούμενου, αντίγραφο του οποίου φαίνεται επίσης στην έκθεση του στη σελ. 31, καθώς επίσης και φωτοαντίγραφο απόδειξης παράδοσης τεκμηρίου με μια υπογραφή αντίγραφο, του οποίου επίσης φαίνεται στην έκθεση του στη σελ.
- Ανέφερε ότι τα τρία από τα δεκατρία δείγματα είναι ανύποπτου χρόνου και τόνισε ότι τα δείγματα ανύποπτου χρόνου έχουν μεγαλύτερη γραφολογική αξία από οποιαδήποτε άλλα δείγματα λαμβάνονται στα πλαίσια διερεύνησης οποιασδήποτε υπόθεσης πλαστογραφίας εφόσον στην περίπτωση αυτή απουσιάζει παντελώς το στοιχείο της δόλιας προαίρεσης. Τα γραφολογικά γνωρίσματα που έλαβε υπόψη του είναι η γενική μορφή και εικόνα, η τεχνική σχηματισμού τους, οι συνδέσεις γραμμάτων, το ύψος, η σχέση και η αναλογία μεταξύ των γραφικών τους κινήσεων. Τα γραφολογικά αυτά γνωρίσματα επαναλαμβάνονται όπως είπε με συνέπεια σε όλα τα δείγματα και ως εκ τούτου είναι βέβαιος ότι ενώπιον του είχε γνήσιες υπογραφές του κατηγορούμενου. Αξιολογώντας τις δύο αμφισβητούμενες υπογραφές κατέληξε ότι είναι υπογραφές ελεύθερα γραμμένες με ταχύτητα, δεν παρουσιάζουν οποιαδήποτε αδικαιολόγητα σταματήματα του γραφικού οργάνου ή άλλα στοιχεία προσπάθειας απομίμησης ή αντιγραφής. Η υπογραφική τους χάραξη χαρακτηρίζεται από φυσικότητα και αυθορμητισμό χωρίς ρυθμική αστάθεια, μορφολογικές αντιφάσεις ή έλλειψη σταθερότητας. Συγκρίνοντας μεταξύ τους τις δύο αμφισβητούμενες υπογραφές διαπίστωσε ότι παρουσιάζουν ουσιώδεις ομοιότητες ως προς τα ιδιαίτερα γραφολογικά τους γνωρίσματα, δηλαδή έχουν την ίδια μορφή, εικόνα, την ίδια τεχνική σχηματισμού, τις ίδιες χαρακτηριστικές ενώσεις γραμμάτων, την ίδια κλίση, τις ίδιες μεσογραμματικές αποστάσεις και την ίδια έκταση. Ο συνδυασμός των γραφολογικών αυτών γνωρισμάτων κατά τον μάρτυρα, προσδίδει μία έντονη ατομικότητα στις υπογραφές αυτές και κατά τη γνώμη του είναι γνήσιες υπογραφές του ιδίου προσώπου. Το τελικό αποτέλεσμα εις το οποίο κατέληξε όπως είπε φαίνεται στη σελ. 22 της έκθεσης του, με το οποίο καταλήγει ότι οι αμφισβητούμενες υπογραφές ανήκουν στο ίδιο πρόσωπο και αυτές σε σύγκριση με τα δείγματα υπογραφής του κατηγορούμενου τα οποία εξέτασε παρουσιάζουν ουσιώδεις ομοιότητες μεταξύ τους ως προς τα ιδιαίτερα γραφολογικά τους γνωρίσματα και κατά τη γνώμη του οι αμφισβητούμενες υπογραφές είναι γνήσιες υπογραφές του κατηγορούμενου. Αντεξεταζόμενος, του τέθηκε η θέση ότι όσο πιο κοντά χρονικά είναι οι υπογραφές που χρησιμοποιούνται για σύγκριση κοντά στις αμφισβητούμενες υπογραφές, τόσο επιτρέπουν σε έναν γραφολόγο να εξάγει καλύτερα συμπεράσματα. Θέση του μάρτυρα αποτέλεσε ότι κατά γενικό κανόνα, το καλύτερο είναι να βρεθούν δείγματα πλησιόχρονα με τις αμφισβητούμενες υπογραφές, ανέφερε ότι τα δείγματα που είχε στην κατοχή του προσφέρονται ποσοτικά και ποιοτικά. Κατά την αντεξέταση του ερωτήθηκε αναφορικά με συγκεκριμένες διαφορές στον τρόπο γραφής των γραμμάτων μεταξύ συγκριτικού υλικού και αμφισβητούμενων υπογραφών και στον τρόπο σύνδεσης των γραμμάτων στις εν λόγω υπογραφές. Θέση της υπεράσπισης αποτέλεσε ότι αυτές οι διαφορές θα έπρεπε να είχαν ληφθεί υπόψη κατά την εξέταση των υπογραφών. Ο μάρτυρας εξήγησε ότι αυτό που λαμβάνεται υπόψη είναι ο συνδυασμός των γραφολογικών γνωρισμάτων που υπάρχουν και επαναλαμβάνονται κατά τον ίδιο τρόπο σε δύο υπογραφές που συγκρίνονται και που οδηγούν σε ένα συμπέρασμα ή ο συνδυασμός των διαφορών. Στην προκειμένη περίπτωση συγκρίνοντας τις δύο αμφισβητούμενες υπογραφές με τα δείγματα υπάρχει ένας συνδυασμός γραφολογικών γνωρισμάτων, ο οποίος υπάρχει και επαναλαμβάνεται σε όλα τα δείγματα κατά τον ίδιο τρόπο και αυτός ο συνδυασμός είναι που προσδίδει ατομικότητα στις υπογραφές και τον οδήγησε στο συμπέρασμα ότι όλες έγιναν από το ίδιο πρόσωπο. Θέση του μάρτυρα αποτέλεσε ότι όλες οι διαφορές που του υποδείχθηκαν στην δομή, σύνδεση των γραμμάτων και χάραξη των υπογραφών μεταξύ συγκριτικού υλικού και αμφισβητούμενων υπογραφών, αποτελούν μια φυσιολογική παραλλαγή των συγκεκριμένων υπογραφών. Δεν έλαβε όπως είπε υπόψη του τέτοιες διαφορές εξηγώντας ότι το χέρι του ανθρώπου δεν είναι μηχανισμός που παράγει προϊόντα ακριβείας και παρέπεμψε στην έκθεση του στους συγκριτικούς πίνακες τους οποίους ετοίμασε. Εξήγησε ότι η σύνδεση των συγκεκριμένων γραμμάτων Ο, Σ, σε συνάρτηση με τις συνδέσεις Ο, Υ, A, Ρ, και Α, Λ και Α, Ζ ο οποίος συνυπάρχει σε 15 υπογραφές, 13 τα δείγματα συν 2 αμφισβητούμενες δεν μπορεί να είναι τυχαίος, ούτε μπορεί να επαναληφθεί με βάση την εμπειρία του σε δεύτερο άτομο. Ερωτήθηκε κατά πόσο κατά την εξέταση των αμφισβητούμενων υπογραφών, καθώς επίσης και δειγμάτων διαπιστώσατε να υπήρχαν κάποια ύποπτα σημεία όπως κάποιο απότομο σταμάτημα στις αμφισβητούμενες υπογραφές. Επανέλαβε τα όσα αναφέρει στη σελ. 8 της έκθεσης του ότι αυτές είναι ελεύθερα γραμμένες και χαρακτηρίζονται από φυσικότητα και αυθορμητισμό. Ο συνήγορος υπεράσπισης παρέπεμψε τον μάρτυρα στο σύγγραμμα ''Πλαστογραφία των υπογραφών'' σελ.85 του Κωνσταντίνου Βέννη, εις το οποίο αναφέρεται: ''Η χρησιμότητα των φαξ μπορεί να προσδιορισθεί μέσα από το πρίσμα των φωτοτυπιών. Όμως επειδή κατά το σκανάρισμα του εγγράφου κατά τη διάρκεια λήψης σπάνε οι γραμμές και η συνέχεια της τύπωσης, η ταχύτητα και παρουσία σηκωμάτων γραφίδας δεν μπορεί να ανιχνευθεί. Γι' αυτό και ο ειδικός δικαστικός γραφολόγος δεν μπορεί να βασίζεται σε έγγραφα μέσω φαξ. Αν μια προεργασία πρέπει να λάβει χώρα με χρήση εγγράφων φαξ τότε οπωσδήποτε τα πρωτότυπα πρέπει να εξετασθούν σε μεταγενέστερο χρόνο χάριν ασφαλούς συμπεράσματος''. Ο μάρτυρας αναφορικά με την πιο πάνω τοποθέτηση παρέπεμψε στη σελ. 10 της έκθεσης του όπου αναφέρει ότι τα γραφολογικά γνωρίσματα των δειγμάτων ανύποπτου χρόνου δεν αλλοιώνονται με τη φωτοτύπηση σε βαθμό που να μην είναι αναγνωρίσιμα. Πέραν τούτου όπως είπε είχε και δύο περισσότερες υπογραφές δείγματα περιλαμβανομένου και ενός πρωτοτύπου. Τέλος υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι υπάρχουν πάρα πολλές διαφορές γραφολογικές μεταξύ συγκριτικού υλικού και αμφισβητούμενων υπογραφών οι οποίες έπρεπε να ληφθούν υπόψη για να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα και δεν τις έλαβε υπόψη. Ο μάρτυρας επέμενε ότι οι διαφορές αυτές για έναν έμπειρο γραφολόγο αποτελούν φυσιολογικές παραλλαγές του ιδίου προσώπου. Από την άλλη εκ διαμέτρου αντίθετη άποψη εξέφρασε η μάρτυρας Ασπασία Ευσταθίου (ΜΥ2), η οποία όπως είπε είναι δικηγόρος και δικαστική γραφολόγος. Εξέτασε όπως είπε τα πρωτότυπα των επιταγών ημερ. 15.9.14 και 22.9.14 και αναγνώρισε τα Τεκμήρια 4 και 5 ως τα αντίγραφα των πρωτοτύπων που είχε εξετάσει. Ετοίμασε όπως είπε έκθεση ημερ. 22.12.2017 η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Τα προσόντα της μάρτυρος ως αυτά αναφέρονται εις την έκθεση της δεν αμφισβητηθήκαν από πλευράς παραπονούμενου. Αυτό που αμφισβητήθηκε είναι η εμπειρία της μάρτυρος. Εξήγησε το περιεχόμενο της έκθεσης της και ανέφερε ότι για σκοπούς της έρευνας της έχουν συλλεγεί στο σύνολο τους 78 δείγματα υπογραφών και 42 συγκριτικών υλικών. Αυτό, το οποίο παρατηρείται όπως είπε στις υπό αμφισβήτηση υπογραφές είναι ότι προέρχονται από το ίδιο άτομο και οι δύο έχουν χαραχθεί, υπάρχουν κοινά χαρακτηριστικά όπως αυτά καταγράφονται στη σελίδα 20, της έκθεσης της όπως αναφορικά με την γραφή των γραμμάτων ο,ζ,α και ρ. Προέβηκε όπως είπε σε εξέταση με μικροσκόπιο όπου διαπίστωσε τα στοιχεία πλαστότητας. Παρέπεμψε στη σελίδα 21 της έκθεσης της όπου περιγράφονται δύο ενδείξεις, οι οποίες κατά την ίδια αποτελούν στοιχεία πλαστότητας. Παράδειγμα αποτελεί το έγγραφο A2 της έκθεσης της. Παρατηρείται όπως είπε η στάση στη χάραξη του ''Ο'' στην έναρξη της χάραξης του. Εξήγησε ότι η στάση κατά την έναρξη ειδικά μιας υπογραφής ή ενός γράμματος αυτής θεωρείται δισταγμός και αποτελεί τη σκέψη αυτού που καταδεικνύει, που προσπαθεί να χαράξει, να ελέγξει προς τα πού πρέπει να συνεχίσει τη χάραξη. Ανέφερε επίσης ότι φαίνεται στις φωτογραφίες της σελ. 21 κάτι σαν κουκκίδα εντός του κίτρινου κύκλου της πρώτης εικόνας και τέτοιου είδους προσπάθεια ελέγχου της χάραξης φαίνεται και στη δεύτερη εικόνα. Εξήγησε ότι η χάραξη φαίνεται μη σταθερή ευθεία και η οποία κατά την ίδια είναι σκόπιμη προσπάθεια ελέγχου του στυλογράφου όπως επίσης και ο τερματισμός της χάραξης, ο οποίος πάει προς τα πάνω και δεν εμφανίζει τυχαία ελεύθερη χάραξη υπό την έννοια του ότι δεν τελειώνει ελεύθερα το χέρι, γίνεται προσπάθεια να σταματήσει κάπου. Τα δύο αυτά στοιχεία όπως είπε αν κάποιος τα αντιπαραβάλει με τα στοιχεία, τα οποία φαίνονται στη σελίδα 20 στις πρώτες εικόνες καταδεικνύουν ακριβώς τα στοιχεία πλαστότητας, τα οποία εντόπισε. Αναφορικά με το συγκριτικό υλικό ανέφερε ότι εξέτασε πάρα πολλές υπογραφές στο σύνολο τους, περισσότερες των 100 του συγκεκριμένου χαράκτη, οι οποίες αποτελούν και υποδειγματικό υλικό, το οποίο ξεκινά από το 1991 μέχρι το
- Αυτό, το οποίο παρατηρείται είναι ότι δεν έχει αλλοιωθεί η υπογραφή και τα χαρακτηριστικά της υπογραφής του. Είναι επαναλαμβανόμενα καθ' όλα τα χρόνια, πράγμα, το οποίο της επέτρεψε να διαπιστώσει τη φυσική παραλλαγή των υπογραφών, εξηγώντας ότι με τον όρο φυσιολογική παραλλαγή εννοεί ότι δεδομένου ότι κανείς δεν χαράσσει με τον ίδιο τρόπο μια υπογραφή ή κάποια γράμματα υπάρχει ένα εύρος διαφοροποίησης της υπογραφής. Παρατήρησε όπως είπε στο συγκριτικό υλικό έντονα την ύπαρξη συνδέσεων στα γράμματα της υπογραφής, τα οποία είναι επαναλαμβανόμενα. Εξήγησε ότι σχηματίζεται σε ξεχωριστές χαράξεις η υπογραφή και παρέπεμψε στη σελίδα 22 δείχνοντας τις κάθετες γραμμές όπου παρατηρεί μια διαφορετική χάραξη δηλαδή που σχηματίζεται το ''Λ'', σηκώνεται η πένα ξανατοποθετείται, σχηματίζεται το ''A'', ''Ζ'' και ούτω καθ' εξής. Πέραν από των συνδέσεων αυτών που γίνονται στο ''A'' και ''Ζ'', στο ''A'' και Ρ'' στο ''Ο'' και ''Υ'' και στο ''Ο'' και ''Σ'' στο τέλος δεν υπάρχουν άλλες συνδέσεις γραμμάτων και το ''Ρ'', το οποίο όπως φαίνεται στη σελίδα 24 σχηματίζεται με έναν συγκεκριμένο τρόπο μετά τη χάραξη προς τα αριστερά. Εντόπισε όπως είπε διαφορές και στις εσωτερικές διαστάσεις της υπογραφής. Η μεγαλύτερη και κυριότερη για την ίδια ανέφερε ότι είναι αυτή στην οποία αναφέρθηκε στην σελ. 26 της έκθεσης της όπου βρίσκονται κάποιες εικόνες. Είναι ο σχηματισμός τόσο του ''Ρ'' και στο πρώτο μέρος και στο Λαζάρου και στο Λάζαρος και στις δύο υπό αμφισβήτηση υπογραφές εν σχέση με τον σχηματισμό του ''Ρ'' στο συγκριτικό υλικό. Το ''Ρ'' στο υπό αμφισβήτηση υλικό υπάρχει μετά την κάθοδο μια κίνηση του χεριού προς τα δεξιά γι' αυτό φαίνεται η χάραξη προς τα δεξιά, ενώ στο συγκριτικό υλικό αυτό δεν υπήρχε. Αντίθετα υπάρχει μια κλίση της χάραξης ελαφριά προς τα αριστερά. Συνεπεία της χάραξης προς τα δεξιά στο υπό αμφισβήτηση υλικό στο Λάζαρος στο δεύτερος μέρος εμφανίζεται και η σύνδεση μεταξύ του ''Ρ'' και του ''Ο'', του ''Υ'' και το ''Σ'' κάτι το οποίο δεν εμφανίζεται στο συγκριτικό υλικό. Για την ίδια οι διαφορές τις οποίες εντόπισε είναι σημαντικές για τον λόγο ότι οι συνεχόμενες χαράξεις και η συγκεκριμένη πορεία χάραξης αποτελούν βασικά στοιχεία μιας υπογραφής, τα οποία δεν μπορούν εύκολα να αλλάξουν. Κατέληξε όπως είπε ότι υπάρχει πλαστότητα των συγκεκριμένων υπογραφών για τους λόγους που εξηγεί με λεπτομέρεια στην έκθεση της προσθέτοντας ότι η συγκεκριμένη πλαστότητα φέρει και ενδείξεις ως προς τον τρόπο, με τον οποίον έχει γίνει αντιγραφή. Αποτέλεσε άποψη της ότι τα σημεία ως προς το γράμμα ''Ρ'' στο υπό αμφισβήτηση υλικό καταδεικνύει την μη ύπαρξη ελεύθερης χάραξης στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ανέφερε επίσης ότι από τα χαρακτηριστικά, τα οποία υπάρχουν στις αμφισβητούμενες υπογραφές αυτός, ο οποίος προσπάθησε να αντιγράψει την υπογραφή εστίασε περισσότερο στην εξωτερική εικόνα, συνεπώς έδωσε μια όψη της υπογραφής, η οποία προσομοιάζει με τις φυσιολογικές υπογραφές του κατηγορούμενου και δεν έδωσε όμως σημασία στην εκτέλεση της υπογραφής και γι' αυτό εμφανίζονται αυτές οι ανακρίβειες. Καταλήγει ότι υπάρχει πλαστότητα των αμφισβητούμενων υπογραφών με υψηλές ενδείξεις βεβαιότητας λόγω των χαρακτηριστικών που εξήγησε. Αντεξεταζόμενη τέθηκε στην μάρτυρα η θέση ότι ένας ειδικός γραφολόγος για να αντιληφθεί πότε υπάρχει γραφολογική διαφορά μεταξύ δύο υπογραφών που συγκρίνει και πότε υπάρχει φυσιολογική παραλλαγή του ιδίου προσώπου χρειάζεται εμπειρία. Θέση της μάρτυρος αποτέλεσε ότι χρειάζεται εμπειρία στον έλεγχο της συγκεκριμένης υπογραφής, δεν αρκεί εμπειρία γενικά τονίζοντας ότι πρέπει κάποιος να έχει εξετάσει πάρα πολλά δείγματα της συγκεκριμένης υπογραφής. Ερωτήθηκε κατά πόσο η δικαστική γραφολογία είναι μια εμπειρική επιστήμη και απάντησε ότι είναι μια επιστήμη, η οποία στηρίζεται στη σύγκριση. Εξήγησε ότι δεν είναι εμπειρική επιστήμη υπό την έννοια ότι κάποιος, ο οποίος έχει εμπειρία τεράστια γενικά στις υποθέσεις γραφολογίας μπορεί να απαντήσει σε οποιοδήποτε ερώτημα. Είναι εμπειρική επιστήμη ως προς κάθε περίπτωση γι' αυτό χρειάζεται μεγάλο συγκριτικό υλικό ώστε να δίδεται η εικόνα αυτής της υπογραφής. Την θέση αυτή επανέλαβε όταν της υποδείχθηκε το Τεκμήριο 9, η σελ. 25 από το σύγγραμμα του Κ. Βέννη, «Γραφή με το Χέρι και Πλαστογραφία». Ερωτήθηκε πόσες συνολικά υποθέσεις πλαστογραφίας εξέτασε ως δικαστικός γραφολόγος και ανέφερε ότι ιδιωτεύει από το 2014 και έκτοτε έχει εξετάσει γύρω στις 25 υποθέσεις και αυτή είναι η τέταρτη υπόθεση πλαστογραφίας στην οποία δίδει μαρτυρία ως δικαστική γραφολόγος. Τέθηκε επίσης η θέση στη μάρτυρα ότι οι δύο αμφισβητούμενες υπογραφές είναι γραμμένες ελεύθερα, δεν παρουσιάζουν οποιανδήποτε επιβράδυνση του γραφικού ρυθμού, δεν έχουν αδικαιολόγητα σταματήματα του γραφικού μέσου και γενικά παρουσιάζουν μια απόλυτα φυσική εικόνα, η οποία μάλιστα αποτυπώνεται κατά τον ίδιο τρόπο δύο φορές. Διαφωνώντας με την πιο πάνω θέση εξήγησε ότι υπάρχουν και σημεία πλαστότητας ως προς τον τρόπο χάραξης και τον αυθορμητισμό αυτής και υπάρχουν και τα στοιχεία, τα οποία προκύπτουν από τη σύγκριση όπως η διαφορά στη δομή και στον τρόπο χάραξης των όσων αναφέρονται στο σώμα της έκθεσης της, στοιχεία, τα οποία στο σύνολο τους καταδεικνύουν ακριβώς την ύπαρξη πλαστότητας. Επανέλαβε τη θέση της ότι στο συγκριτικό υλικό δεν υπάρχει σύνδεση που υπάρχει στο υπό αμφισβήτηση υλικό ανάμεσα στο ''A'' το ''Ρ'', το ''Ο'' και το ''Σ''. Στο υπό αμφισβήτηση υλικό το ''A'', ''Ρ'', ''Ο'' και ''Σ'' στο Λάζαρος είναι μια χάραξη, είναι όλα μαζί ενωμένα κάτι, το οποίο δεν υπάρχει και δεν εμφανίζεται σε κανένα από τα δείγματα του συγκριτικού υλικού και το οποίο δεν δικαιολογείται διότι στο υπό αμφισβήτηση υλικό αυτή η σύνδεση του ''A'', του ''Ρ'', του ''Ο'' και του ''Σ'' η συνεχόμενη γίνεται για τον λόγο ότι το ''Ρ'' σχηματίζεται με χάραξη προς τα δεξιά μετά την κάθοδο του κάτι, το οποίο αυτό το συγκεκριμένο της χάραξης προς τα δεξιά δεν εμφανίζεται σε κανένα από τα δείγματα του συγκριτικού υλικού, αντίθετα η χάραξη είναι προς τα αριστερά. Τα χαρακτηριστικά αυτά τα οποία εξέτασε εμφανίζονται σταθερά σε όλο το συγκριτικό υλικό. Υποβλήθηκε στη μάρτυρα η θέση ότι τα δείγματα ανύποπτου χρόνου που χρησιμοποίησε για σύγκριση με τις δύο αμφισβητούμενες υπογραφές έχουν μεγάλη χρονολογική διαφορά από τις δύο αμφισβητούμενες υπογραφές και είναι απόλυτα φυσιολογικό να παρουσιάζουν παραλλαγές μεγαλύτερης έκτασης από τα δείγματα που είναι πλησιόχρονα από τις δύο αμφισβητούμενες. Ανέφερε ότι αυτό είναι κάτι που έχει εξετάσει και λάβει υπ' όψιν αλλά παρά το γεγονός ότι υπάρχει μια χρονολογική απόσταση ανάμεσα στα δείγματα και στις υπό αμφισβήτηση υπογραφές, αυτά τα δείγματα έχουν μια χρονολογική σταθερότητα, αυτή η σταθερότητα που εντόπισε της επέτρεψε να διαπιστώσει ακριβώς την ύπαρξη των φυσικών παραλλαγών. Πιο πάνω έχω συνοπτικά έχω καταγράψει την μαρτυρία των γραφολόγων οι οποίοι παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο από πλευράς παραπονούμενου και κατηγορούμενου. Όπως έχει τονιστεί σε σωρεία αποφάσεων, η υποχρέωση, ενός εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του ώστε να σχηματίσει ίδιαν ανεξάρτητη γνώμη (Βλ. Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298). Επίσης έχει τονιστεί ότι η συμπεριφορά του μάρτυρα εμπειρογνώμονα στο εδώλιο είναι, όπως και στην περίπτωση κάθε άλλου μάρτυρα, κριτήριο με βάση το οποίο μπορεί να διαγνωστεί η αξιοπιστία του (βλ. Χαραλάμπους ν. Αβράαμ
(1999)1 (Β) ΑΑΔ 1441). Ακόμα έχει κριθεί και επιβεβαιωθεί ότι η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σ΄ένα θέμα δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα του μάρτυρα αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σε αυτό (βλ. Θεοσκέπατη Φαρμ ν. Δημοκρατία
(1990)1 ΑΑΔ 984 και Τσαγγαρίδης κ.α ν. Αυγουστή
(2000)1 (Α) ΑΑΔ 528). Εκείνο που είναι ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι ο εμπειρογνώμονας μάρτυρας δεν πρέπει να αρκείται στην παρουσίαση της άποψης του με γυμνές δηλώσεις οι οποίες δεν παρέχουν στο Δικαστήριο δυνατότητα ελέγχου της επιστημονικής άποψης του (βλ. Δημοκρατία ν. Ηροδότου Αγιώτου
(2000)1 (Β) ΑΑΔ 1020). Αρχικό προς επίλυση ζήτημα αναφορικά με τον ΜΚ5 και την ΜΥ2, είναι το κατά ποσό μπορούν να γίνουν αποδεχτοί από το Δικαστήριο ως εμπειρογνώμονες. Τα προσόντα του ΜΚ5 δεν έχουν αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση με οποιοδήποτε τρόπο όπως δεν έχουν αμφισβητηθεί τα ακαδημαϊκά προσόντα της ΜΥ2 όπως αυτά καταγράφονται στην έκθεση της Τεκμήριο
- Ως προς τα προσόντα της η ΜΥ2 έτυχε αμφισβήτησης ως προς την εμπειρία της όπου η πλευρά του παραπονούμενου διατείνεται ότι λόγω έλλειψης εμπειρίας της μάρτυρος η μαρτυρία της δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Συνεπώς, έχοντας υπόψη μου τα προσόντα του ΜΚ5, όπως ο ίδιος τα έκθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και αυτά καταγράφονται και στην έκθεση του Τεκμήριο 7 και τα οποία όπως πιο πάνω αναφέρω δεν έχουν αμφισβητηθεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, καταλήγω ότι αυτός μπορεί να γίνει αποδεκτός από το Δικαστήριο ως εμπειρογνώμονας. Εις ότι αφορά την ΜΥ2 το γεγονός ότι αυτή δεν έχει τα χρόνια εμπειρίας του ΜΚ5 ούτε εξέτασε τόσο μεγάλο αριθμό υποθέσεων όπως ο ΜΚ5 δεν οδηγεί αυτόματα στον αποκλεισμό της αποδοχής της ως εμπειρογνώμονα. Τα προσόντα της έχουν εκτεθεί με επάρκεια ενώπιον μου σύμφωνα με τα όσα καταγράφει εις την έκθεση της και δεν έχει αμφισβητηθεί η κύρια ιδιότητα της ως δικαστική γραφολόγος. Δεν παραβλέπω ότι η μάρτυρας ασκεί το επάγγελμα αυτό από το 2014 και μέχρι σήμερα ήδη εξέτασε 25 υποθέσεις. Πράγματι φαίνεται ότι ο ΜΚ5 να έχει μεγαλύτερη εμπειρία σε χρόνια στο επάγγελμα του δικαστικού γραφολόγου όμως η ΜΥ2 παρά την μικρότερη χρονικά εμπειρία της στο επάγγελμα αυτό, φαίνεται ότι από το 2014 όπου ασκεί το επάγγελμα αυτό ήδη εξέτασε 25 υποθέσεις και αυτό σε συνάρτηση με τα προσόντα της, κρίνονται επαρκή στοιχεία και δεν αφήνουν αμφιβολία στο Δικαστήριο ότι κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας. Συνεπώς και η ΜΥ2 γίνεται αποδεχτή από το Δικαστήριο ως εμπειρογνώμονας. Τόσο ο ΜΚ5 όσο και η ΜΥ2 διενήργησαν γραφολογική εξέταση, χρησιμοποιώντας την γνωστή συγκριτική μέθοδο. Δηλαδή όπως και οι δύο εξήγησαν, με την χρήση γνήσιων δειγμάτων υπογραφής του κατηγορούμενου εφαρμόζοντας την πιο πάνω μέθοδο, που επιβάλλει αντιπαραβολή τους με τις αμφισβητούμενες υπογραφές, εντόπισαν είτε κοινά γραφολογικά χαρακτηριστικά είτε διαφορές και κατέληξαν, ο καθένας τους, στο δικό του συμπέρασμα. Η ουσιαστική διαφορά μεταξύ των δυο έγκειται στο ότι σύμφωνα με την ΜΥ2 παρατηρούνται συγκεκριμένες διαφορές εις την χάραξη των γραμμάτων των αμφισβητούμενων υπογραφών εν αντιθέση με τις υπογραφές του συγκριτικού υλικού τις οποίες καταγράφει στην σελ. 25 του Τεκμηρίου 8, ενώ ο ΜΚ5 αποδίδει τις διαφορές αυτές στις φυσικές παραλλαγές των υπογραφών του κατηγορούμενου. Κατ' αρχάς σημειώνω ότι με τα όσα ανέφεραν αμφότεροι γραφολόγοι έχω ικανοποιηθεί ότι και οι δυο είχαν ενώπιον τους προς σύγκριση τις γνήσιες υπογραφές του κατηγορούμενου. Παρατηρώ όμως ότι ο ΜΚ5 εξέτασε 10 δείγματα του κατηγορούμενου τα οποία στάληκαν στον ίδιο μέσω φαξ από προηγούμενο δικηγόρο του κατηγορούμενου, τα οποία σημειώνω δεν αποτελούν δείγματα ανύποπτου χρόνου εφόσον σύμφωνα με τον ΜΚ5 στάληκαν από εκπρόσωπο του κατηγορούμενου για τον σκοπό ετοιμασίας γραφολογικής έκθεσης, ενώ σύγκρινε άλλα τρία δείγματα ανύποπτου χρόνου. Η ΜΥ2 είχε επίσης ενώπιον της υπογραφές του κατηγορούμενου με έγγραφα τα οποία της παρέδωσε ο ίδιος όπως αυτά καταγράφονται εις τον πίνακα στις σελ. 15,16 και 17 του Τεκμηρίου
- Τα έγγραφα αυτά, 42 στο σύνολο τους αποτελούν συγκριτικά δείγματα υπογραφών του κατηγορούμενου και αφορούν μια περίοδο από το 1995 μέχρι και το
- Η ΜΥ2 περιέγραψε με λεπτομέρεια συγκεκριμένες διαφορές τις οποίες παρατήρησε μεταξύ των δειγμάτων υπογραφής του κατηγορούμενου και των αμφισβητούμενων υπογραφών, ως λεπτομερώς κατέγραψα πιο πάνω. Έχοντας εξετάσει στο σύνολο τη μαρτυρία των δυο γραφολόγων διαπιστώνω κατ' αρχάς ότι η ΜΥ2 είχε στη διάθεση της προς εξέταση ποσοτικά μεγαλύτερο φάσμα υλικού των υπογραφών του κατηγορούμενου και συγκεκριμένα 42 υπογραφές από διάφορα έγγραφα πέραν των 78 υπογραφών που έλαβε από τον κατηγορούμενο στις 16.11.
- Το γεγονός αυτό προσδίδει μεγαλύτερη ασφάλεια στο Δικαστήριο να στηριχτεί στα συμπεράσματα της ΜΥ2 εν αντιθέση με αυτά του ΜΚ5 ο οποίος πέραν των 10 υπογραφών που είχε στη διάθεση του οι οποίες σταλήκαν από τον τότε δικηγόρο του κατηγορούμενου μέσω φαξ, εξέτασε ουσιαστικά τρία συγκριτικά δείγματα ανύποπτου χρόνου. Σημειώνω εδώ ότι σύμφωνα με τον ΜΚ5 τα δείγματα ανύποπτου χρόνου αποτελούν καλύτερο υλικό προς σύγκριση όπου στην παρούσα περίπτωση η ΜΥ2 είχε στην διάθεση της μεγαλύτερη ποσότητα υπογραφών ανύποπτου χρόνου του κατηγορούμενου. Πέραν των πιο πάνω διαπιστώνω ότι η ΜΥ2 ενόψει της ποσότητας των δειγμάτων που είχε προς σύγκριση ήταν σε θέση να τεκμηριώσει την θέση της ότι οι διαφορές στα χαρακτηριστικά των δειγμάτων υπογραφής με αυτές των αμφισβητούμενων υπογραφών, δεν αποτελούν φυσιολογικές παραλλαγές ενώ ο ΜΚ5 λόγω κυρίως του μικρότερου αριθμού διαθέσιμου συγκριτικού υλικού δεν με έπεισε ότι το συμπέρασμα του ήταν τόσο ασφαλές για να αποδεχτώ ότι οι διαφορές αυτές αποτελούν φυσιολογικές παραλλαγές της υπογραφής του κατηγορούμενου. Η ΜΥ2 αναφέρθηκε σε συγκεκριμένες διαφορές στη χάραξη συγκεκριμένων γραμμάτων και τρόπου χάραξης της γνήσιας υπογραφής του κατηγορούμενου όπως αναλυτικά αναφέρονται πιο πάνω και στη σελ. 25 της έκθεσης της, τεκμηριώνοντας έτσι τη θέση της ότι οι διαφορές αυτές δεν μπορούν να αποτελέσουν φυσικές παραλλαγές της υπογραφής του κατηγορούμενου. Τεκμηρίωσε επίσης η ΜΥ2 τη θέση της ως προς τον τρόπο με τον οποίο φαίνεται να έγινε αντιγραφή των αμφισβητούμενων υπογραφών εξηγώντας με επάρκεια τα στοιχεία τα οποία την οδήγησαν σε τέτοιο συμπέρασμα χωρίς η θέση της αυτή να έχει καταρριφθεί από πλευράς παραπονούμενου. Αντιπαραβάλλοντας το σύνολο της μαρτυρίας που έχει προσκομιστεί αναφορικά με το επίδικο θέμα και μελετώντας τις απόψεις, γνώμες και τα στοιχεία προς τεκμηρίωση εκατέρωθεν των απόψεων έχω καταλήξει ότι η μαρτυρία του ΜΚ5 έχει τεθεί υπό τέτοια αμφισβήτηση που δεν είναι δυνατό το Δικαστήριο να στηριχθεί στην δική του άποψη και γνώμη κατά τρόπο που θα απέκλειε τη μαρτυρία της ΜΥ
- Ο ευπαίδευτος συνήγορος του παραπονούμενου στην τελική του αγόρευση παραθέτει αποσπάσματα από το συγγράμματα του δικαστικού γραφολόγου Κωνσταντίνου Βέννη, προκειμένου να καταδείξει ότι η έρευνα που διεξήχθη από την ΜΥ2 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Καταρχάς πλείστα όσα καταγράφονται στα εν λόγω αποσπάσματα δεν τέθηκαν στην ΜΥ2 για να τοποθετηθεί απ' αυτών. Στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» των κ.κ. Τ. Ηλιάδης και Ν. Σάντη, στις σελ. 601-602 καταγράφονται τα εξής σχετικά: «Εννοείται, ότι εκτός και αν κάποιο θέμα προκύπτει από παραδεδεγμένη δικαστική γνώση ή δηλωθεί ως παραδεκτό γεγονός, το περιεχόμενο τέτοιων συγγραμμάτων δεν αποτελεί μαρτυρικό υλικό προς απόδειξη της αλήθειας του, έστω και αν τα συγγράμματα κατατεθούν ως τεκμήριο στη δίκη (Darby v Ouseley
(1856)1 H & N 1). Η κατάθεση των συγγραμμάτων αυτών, με την εξαίρεση της διαδικασίας παραδεκτών γεγονότων, πρέπει πάντοτε να γίνεται μέσω των πραγματογνωμόνων μαρτύρων (R v Taylor
(1874)13 Cox CC 77), με τους δικηγόρους να αντενδείκνυται να αναγιγνώσκουν προς το Δικαστήριο σχετικά αποσπάσματα από αυτά χωρίς επίρρωση από την κατατεθείσα μαρτυρία των πραγματογνωμόνων (R V Crouch
(1844)1 Cox CC94.» Επομένως, τα όσα καταγράφονται στα εν λόγω αποσπάσματα που αναφέρονται στην τελική αγόρευση του παραπονούμενου δεν μπορούν να αποτελέσουν μαρτυρία ως προς το αληθές του περιεχομένου τους και να κλονίσουν ή να θέσουν υπό αμφισβήτηση την ένορκη μαρτυρία της ΜΥ2, η οποία αν και ερωτήθηκε επί συγγραμμάτων του Κ. Βέννη δεν ερωτήθηκε για τα συγκεκριμένα τα οποία αναφέρονται στην τελική αγόρευση του παραπονούμενου. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι μπορώ να στηριχτώ με ασφάλεια στην μαρτυρία της ΜΥ2 για την διεξαγωγή των δικών μου συμπερασμάτων ως προς το ζήτημα της υπογραφής των επίδικων επιταγών. Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: - Κάτω από άγνωστες συνθήκες οι επίδικες επιταγές, οι οποίες ανήκουν στον κατηγορούμενο, βρέθηκαν στην κατοχή του παραπονούμενου. - Οι επίδικες επιταγές κατατέθηκαν σε λογαριασμό του παραπονούμενου και επιστράφηκαν απλήρωτες με την ένδειξη «αποταθείτε στον εκδότη - ακάλυπτη επιταγή» και παρέμειναν απλήρωτες για περίοδο πέραν των 15 ημερών. - Οι επίδικες επιταγές δεν υπογράφηκαν από τον κατηγορούμενο. - Ο κατηγορούμενος κατήγγειλε στην Αστυνομία στις 4.6.15 την πλαστογραφία αριθμού επιταγών όπου σύμφωνα με κατάθεση του ημερ. 9.6.17 περιλαμβάνονται και οι επίδικες επιταγές. Ως και πιο πάνω έχει αναφερθεί ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες στη βάση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο προβλέπει τα εξής: «Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών, από την παρουσίαση της, είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10,000.00) ή και στις δύο ποινές.» Με βάση το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)τα συστατικά στοιχεία του κάθε αδικήματος που πρέπει να αποδείξει ο παραπονούμενος είναι:
- Η έκδοση επιταγής
- Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε
- Η παρουσίαση αυτή να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή καθίσταται πληρωτέα.
- Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλεται είτε στην έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και
- Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος απόδειξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Αναφορικά με το πρώτο συστατικό στοιχείο της έκδοσης των επίδικων επιταγών, σημειώνω ότι «έκδοση» ως καθορίζεται στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ.262, σημαίνει «την πρώτη παράδοση συναλλαγματικής, γραμματίου ή επιταγής, συμπληρωμένης κατά τύπο σε πρόσωπο το οποίο λαμβάνει αυτή ως κάτοχος.» και «παράδοση» σημαίνει τη μεταβίβαση της κατοχής, πραγματικής ή τεκμαιρόμενης, από ένα πρόσωπο ή σε άλλο.» Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, δηλαδή την μαρτυρία που έχω κρίνει ως αποδεκτή και τα ευρήματα, καταλήγω ότι δεν έχουν αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε τις επίδικες επιταγές. Συγκεκριμένα, δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου αξιόπιστη μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι ο κατηγορούμενος υπέγραψε και παρέδωσε στον παραπονούμενο τις επίδικες επιταγές. Για να είναι έγκυρη η έκδοση μίας επιταγής και για να επέλθουν οι έννομες συνέπειες από την έκδοση της θα πρέπει η επιταγή να φέρει την υπογραφή του εκδότη της. Στην υπόθεση Χ' Ιωάννου ν. Δημητρίου
(2000)2 Α.Α.Δ 62 αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής απαιτείται, εκτός άλλων, και απόδειξη ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο εκδότης τέτοιας επιταγής. Κατά το άρθρο 3 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, η συναλλαγματική υπογράφεται "από το πρόσωπο που τη δίδει" ενώ σύμφωνα με το άρθρο 73 του ιδίου νόμου η επιταγή είναι συναλλαγματική.» Εν προκειμένω η μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ5, η οποία προσφέρθηκε προς απόδειξη της υπογραφής και έκδοσης των επιταγών από τον κατηγορούμενο δεν έγινε αποδεκτή για τους λόγους που επεξηγούνται πιο πάνω. Αντιθέτως έχει γίνει αποδεκτή η μαρτυρία της Ασπασίας Ευσταθίου ΜΥ2 σύμφωνα με την οποία οι υπογραφές επί των επίδικων επιταγών δεν έχουν τεθεί από τον κατηγορούμενο, όπως επίσης έγινε αποδεκτή η μαρτυρία του κατηγορούμενου ο οποίος αρνήθηκε την υπογραφή και έκδοση τους από τον ίδιο. Όπως εξηγείται στο Murphy on Evidence 8η έκδ.
(2003)σελ 668-669, ενώ παλαιότερα θεωρείται ότι το βάρος απόδειξης τόσο στις αστικές, όσο και στις ποινικές υποθέσεις, σε ό,τι αφορά τη συγκριτική μαρτυρία περί της υπογραφής τρίτου προσώπου, ήταν στο ισοζύγιο πιθανοτήτων, με την υπόθεση Ewing
(1983)Q.B 1039, καθιερώθηκε ότι στις ποινικές υποθέσεις, το βάρος είναι το ίδιο όπως και στην κυρίως δίκη, δηλαδή, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Στην προκειμένη περίπτωση ο παραπονούμενος δεν έχει αποσείσει το βάρος αυτό εφόσον δεν έγινε αποδεκτή η μαρτυρία του ΜΚ1 και ΜΚ5. Πέραν των πιο πάνω, σημειώνω ότι η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων, δεν υποκαθιστά την πρωτογενή μαρτυρία των πρωταγωνιστών της διαφοράς. (βλ. Δημήτρης Ευσταθίου ν. Alpha Bank Ltd
(2012)1 ΑΑΔ 1682). Στην υπόθεση Φίλιππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ 1 λέχθηκαν τα εξής: «Είναι νομολογημένο ότι η μαρτυρία του εμπειρογνώμονα εισάγεται υπό την αίρεση της απόδειξης του πραγματικού της υπόβαθρου με τον τρόπο που αποδεικνύεται κάθε άλλο γεγονός και ότι η αποτυχία απόδειξης αυτού του υπόβαθρου με αποδεκτή μαρτυρία θα αφήσει τη γνώμη του εμπειρογνώμονα μετέωρη και χωρίς αξία». Τα πιο πάνω επίσης επαναλήφθηκαν στην υπόθεση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 176/2013, 6/4/
- Συνεπώς με την απόρριψη της μαρτυρίας του παραπονούμενου ελλείπει η βάση των γεγονότων η οποία θα μπορούσε να στηρίξει την γνώμη του ΜΚ
- Ενόψει των πιο πάνω καταλήγω ότι δεν έχει αποδειχθεί η έκδοση των επίδικων επιταγών από τον κατηγορούμενο. Εις ότι αφορά τα λοιπά συστατικά στοιχεία των αδικημάτων σημειώνω ότι αυτά δεν αμφισβητούνται από πλευράς υπεράσπισης. Αν και τα πιο πάνω προδιαγράφουν την κατάληξη της υπόθεσης, θα πρέπει για σκοπούς πληρότητας της απόφασης να εξετάσω κατά πόσο υφίσταται το αντάλλαγμα για τις επίδικες επιταγές, εφόσον αυτό έχει αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση. Με την τελική αγόρευση του ο παραπονούμενος διατείνεται ότι ενόψει της μαρτυρίας την οποία έχει παρουσιάσει η πλευρά του παραπονούμενου έχει ενεργοποιηθεί το μαχητό τεκμήριο ύπαρξης ανταλλάγματος με αποτέλεσμα το βάρος να έχει μεταφερθεί στους ώμους του κατηγορούμενου να καταρρίψει το μαχητό αυτό τεκμήριο. Κρίνεται σκόπιμο να αναφερθώ στην απόφαση στην υπόθεση Παναγιώτου Μακάριος ν. Γεωργίας Φουρνίδου,
(2012)2 Α.Α.Δ. 916, όπου λεχθήκαν τα ακόλουθα: «Για σκοπούς ολοκλήρωσης της εικόνας που αναδύεται μέσα από τη συγκεκριμένη θέση του εφεσείοντα, κρίνουμε σκόπιμο να αναφέρουμε ότι εκεί και όπου δημιουργείται το μαχητό τεκμήριο, το βάρος απόδειξης έλλειψης αντιπαροχής βαραίνει τον εκδότη της επιταγής, στη συγκεκριμένη περίπτωση τον εφεσείοντα.. .....Το τεκμήριο (presumption) δημιουργείται στην περίπτωση όπου, επειδή ένα γεγονός έχει αποδειχθεί, η ύπαρξη ενός άλλου γεγονότος μπορεί να εξαχθεί φυσιολογικά ως συμπέρασμα, χωρίς να απαιτείται η απόδειξη του, απλά και μόνο γιατί είναι πιθανό το γεγονός αυτό να έλαβε χώρα. Σε μια τέτοια περίπτωση το γεγονός που τεκμαίρεται θεωρείται δεδομένο, εκτός βέβαια αν το αντίθετο αποδειχθεί από την άλλη πλευρά. Στην περίπτωση του Άρθρου 30
(1)του Νόμου, Κεφ. 262, το μαχητό τεκμήριο της αντιπαροχής, το οποίο όντως δημιουργείται από τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου, δεν ενεργοποιείται παρά μόνο αν αποδειχθεί, εκτός βέβαια και αν αυτό δεν αμφισβητείται, ότι ο παραπονούμενος είναι κάτοχος της επιταγής εν τη εννοία του Άρθρου 2 του Νόμου, Κεφ. 262. Σύμφωνα με τις εν λόγω πρόνοιες, ««Κάτοχος» σημαίνει το δικαιούχο ή το πρόσωπο υπέρ του οποίου γίνεται η οπισθογράφηση συναλλαγματικής ή γραμματίου το οποίο έχει αυτά στην κατοχή του ή τον κομιστή αυτών». ««Κομιστής»», σύμφωνα με το ίδιο άρθρο «σημαίνει το πρόσωπο που έχει στην κατοχή του συναλλαγματική ή γραμμάτιο το οποίο είναι πληρωτέο στον κομιστή». (η έμφαση και υπογράμμιση είναι δική μου) Τα πιο πάνω επίσης επαναληφθήκαν και στην απόφαση στην υπόθεση Γιαννάκης Τριφταρίδης ν. Σάββα Ηρακλέους, Ποινική Έφεση 340/15, ημερομηνίας 18.11.2017, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: « Όμως, στην προκείμενη περίπτωση, δημιουργήθηκαν σοβαρές αμφιβολίες στο Δικαστήριο ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές και κυρίως ως προς το αντάλλαγμα αυτών, λόγω της απόρριψης της μαρτυρίας που δόθηκε σε συνάρτηση με αυτά τα ζητήματα. Με αυτά τα δεδομένα, θεωρούμε ότι το τεκμήριο της αντιπαροχής δεν δημιουργήθηκε ούτε στην παρούσα περίπτωση.» Με βάση, λοιπόν τα πιο πάνω και με δεδομένο ότι το Δικαστήριο απέρριψε την μαρτυρία του παραπονούμενου, δεν έχει αποδειχθεί πρωτίστως ότι ο παραπονούμενος κατέστη κάτοχος των επίδικων επιταγών εν τη εννοία του Νόμου, συνεπώς δεν έχει καν ενεργοποιηθεί το μαχητό τεκμήριο ύπαρξης ανταλλάγματος. Και σημειώνω εδώ ότι η έκδοση απόφασης εναντίον του κατηγορούμενου στην Αγωγή 2572/16 (Τεκμήριο 3), δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ως απόδειξη της έκδοσης των επιταγών, ως εισηγείται ο συνήγορος του παραπονούμενου με την τελική του αγόρευση. Η παρούσα υπόθεση ποινικής φύσεως εξετάζεται κατ΄αρχάς υπό διαφορετικές προϋποθέσεις αλλά πέραν τούτου το βάρος απόδειξης στην παρούσα διαφέρει κατά πολύ από το βάρος απόδειξης στην πολιτική διαδικασία όπου δεν είναι άλλο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Υπό το φως των πιο πάνω καταλήγω ότι ο παραπονούμενος απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος εφόσον δεν έχει αποδείξει την υπογραφή και κατ' επέκταση την έκδοση των επίδικων επιταγών από τον κατηγορούμενο, ο οποίος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην 1η και 2η κατηγορία. Τα έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται προς όφελος του κατηγορούμενου και εναντίον του παραπονούμενου. .............. Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο